Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Ελευθερία

Χωρίς περιεχόμενο.
Κενή.
Σε αυτόν τον κόσμο
που η βαρύτητα διέπει
Δυσβάσταχτη γεννιέται
η Ελευθερία.
Να την μαντρώσεις στην καρδιά
σου λέω μάταια προσπαθείς.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

28η Οκτωβρίου- Μια γιορτή του πολέμου και του έθνους.

28η Οκτωβρίου 1940. Ο Ιωάννης Μεταξάς απορρίπτει το τελεσίγραφο του Ιταλού πρεσβευτή Εμανουέλο Γκράτσι που ζητούσε παραχώρηση ελληνικών εδαφών για στρατιωτική χρήση από τις δυνάμεις του Άξονα. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 η Ελλάδα βγαίνει από την ουδετερότητα και συντάσσεται με τους Συμμάχους. Το ΟΧΙ του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο σήμανε το ΝΑΙ στον πόλεμο.

Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τις άλλες συμμαχικές χώρες, ο εορτασμός δεν γίνεται στην επέτειο της λήξης του πολέμου, αλλά στην επέτειο της έναρξης του. Μια ιστορική ανάλυση, θέλει αυτή την μικρή αγροτική χώρα να μετατρέπεται στο Βατερλό του Χίτλερ. Οι προθέσεις του φύρερ ήταν να ξεμπερδέψει με έναν ολιγοήμερο πόλεμο με την πάρτη μας, για να μπορέσει με ακόμα πιο ενισχυμένο γόητρο να στραφεί εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Η αντίσταση που παρουσίασε η φτωχή, στρατιωτικά υπανάπτυκτη Ελλαδίτσα ήταν μη αναμενόμενη και πλήγωσε βαθύτατα την κυριαρχία των δυνάμεων του Άξονα. Η Ελλάδα λοιπόν, νιώθει υπερήφανη για την εμπλοκή της στον πόλεμο, αφού κάποιοι αναλυτές εκτιμούν, πως αν ο Μεταξάς δεν είχε πει εκείνο το περιβόητο ΟΧΙ, ο ρους της ιστορίας θα είχε αλλάξει με μάλλον δραματικό τρόπο. Γιορτάζουμε λοιπόν και χαιρόμαστε που ως ‘Έλληνες συμβάλαμε δυναμικά στην ανατροπή της παγκόσμιας επικράτησης του Άξονα, με την ενεργότατη συμμετοχή μας σε έναν άκρως αιματοβαμμένο πόλεμο.

Κι εδώ κάπου κάνουμε ένα τραγικό και μοιραίο λάθος. Τρέφουμε το εθνικιστικό «εγώ» μας με πολεμόχαρα συστατικά. Αντί να γιορτάζουμε και να πανηγυρίζουμε τη λήξη του πολέμου και την επικράτηση της ειρήνης, προτιμούμε να τιμήσουμε την συμμετοχή μας στον πόλεμο, τη συμμετοχή που άφησε παιδιά ορφανά, γυναίκες χήρες, ανθρώπου ανάπηρους ψυχικά και σωματικά. Γιατί, ίσως , αν εμείς οι Έλληνες δεν είχαμε πει εκείνο το Όχι, ίσως τότε η εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας να ήταν πολύ, μα πολύ διαφορετική. Μήπως όμως τελικά γιορτάζουμε όλα τα πιθανά κι απίθανα ίσως και αν; Μήπως γαλουχούμε γενιές, μαθαίνοντας τους πόσο σημαντικό και καλό πράγμα είναι ο πόλεμος; Μήπως μετατρέπουμε τα παιδιά μας σε αιμοδιψή σωβινιστικά στρατιωτάκια; Σειρά, για ένα νέο ίσως τώρα, δικό μου αυτή τη φορά… Ίσως, αν ο εορτασμός συνέπιπτε με με την επέτειο λήξης του πολέμου, ίσως τότε το να κρατήσει ένα αλλοδαπό παιδί την ελληνική σημαία στην μαθητική παρέλαση, να μην μας πείραζε. Ίσως, να το επιθυμούσαμε κιόλας. Γιορτή της ειρήνης, πανηγύρι για τη λήξη ενός παγκοσμίου πολέμου, παγκόσμια ειρήνη και συμμετοχή πολιτών του κόσμου. Γιορτάζουμε όμως την εμπλοκή μας στον πόλεμο, όπου στον πόλεμο, όλα τα πατριωτικά και εθνικιστικά αισθήματα είναι και πρέπει να είναι στο ζενίθ. Δεν χωρούν τα ωραία στον πόλεμο. Δεν χωρά η αδελφοσύνη των λαών, η ανοχή στην διαφορετικότητα. Το έθνος οφείλει να γίνει ένα ενιαίο και δυνατό σώμα ενάντια στην έξωθεν απειλή. Δεν μπορεί την ελληνική σημαία να την κρατά ένας ξένος. Η ελληνική σημαία είναι ένα σύμβολο εθνικό, όχι παγκόσμιο. Την εθνική σημαία κατεβάζει ο κατακτητής. Ο ξένος δεν θα πολεμήσει για την δικιά μου πατρίδα. Τον ξένο δεν τον πληγώνει η έπαρση μιας ξένης σημαίας στον ιερό βράχο της ακρόπολης…

Αυτό δεν είναι το μήνυμα; Τον πόλεμο γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου κι όχι την ειρήνη. Το αν δημιουργούνται εθνικιστικές νοοτροπίες δεν μας νοιάζει, ακόμα και σε μιαν άλλη εποχή, όπου η επικοινωνία μεταξύ των λαών έχει πάρει άλλες διαστάσεις, όπου η έννοια έθνος, αν όχι άχρηστη, αποδεικνύεται πολύ επικίνδυνη. Ο Έλληνας όμως θέλει να διατηρήσει αυτή την γιορτή και θέλει να διατηρήσει τον εθνικισμό του. Νοοτροπία είναι. Είναι μια νοοτροπία που θα πάρει χρόνια για να αλλάξει, αν αλλάξει ποτέ.

Ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν τον β' Παγκόσμιο Πόλεμο.. Η γιαγιά μου, ακούει Γερμανία και φρίττει. Πέρασαν δυο γενιές και οι μνήμες είναι ακόμα νωπές. Εδώ είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από το 1922. Λόγω γεωπολιτικής θέσης, αλλά κι εξαιτίας του πολύ νέου κράτους στο οποίο κατοικούμε, η ανάπτυξη μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας είναι μάλλον πρόσφατη. Και πριν προλάβουν να την χωνέψουν 2-3γενίές, η τεχνολογική επανάσταση στην επικοινωνία, τις μεταφορές και τις μετακινήσεις, η διεθνής τρομοκρατία, η παγκοσμιοποίηση, έφεραν τον έλληνα μπροστά σε μια απειλή, τη διάρρηξη της εθνικής του ταυτότητας, που δεν έχει προλάβει να απολαύσει. Εγώ μεγάλωσα στον απόηχο της δικτατορίας. Οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν εναντίον αυτού του καθεστώτος, αν και αριστερών πεποιθήσεων, είχαν έντονα εθνικά αισθήματα, ήθελαν να ζήσουν και να φτιάξουν έναν τόπο όχι απλά βιώσιμο, αλλά τον τόπο τους, που μια ο ένας εχθρός, τούρκος ή γερμανός, μια ο άλλος, άγγλος ή αμερικανός, δεν τον άφηνε. Η Ελλάδα μπήκε σε πρώτο πλάνο πάλι στην μεταπολίτευση. Η χώρα, το έθνος, μετά από όσα είχε τραβήξει έπρεπε να στηθεί και πάλι από την αρχή. Και για να στήσεις μια χώρα, χρειάζεσαι την ομοψυχία των κατοίκων της, εν προκειμένω των Ελλήνων, που τότε έστεκαν μονάχοι πάνω στην ελληνική γη. Το απόλυτο έθνος. Το καθαρό έθνος. Η πατρίδα και οι πατριώτες της. Μόνο που τότε δεν ξέραμε τις έννοιες ρατσισμός και ξενοφοβία, παρά μόνο από τις αμερικανικές ταινίες. Τότε ακόμα δεν πολεμούσαμε φαντάσματα και πλάσματα της εφιαλτικής μας φαντασίας, αλλά μόλις είχαμε ξεφορτωθεί τους εχθρούς μας κι όλα αυτά τα αισθήματα και οι έννοιες έμοιαζαν απόλυτα θεμιτά.

Η μάνα μου μεγάλωσε με το φάντασμα του β' Παγκοσμίου Πολέμου, εγώ με το φάντασμα της χούντας, η επόμενη γενιά μεγαλώνει με το φάντασμα της παγκόσμιας τρομοκρατίας. Τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα κι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκωδικοποιήσεις και να ερμηνεύσεις τα τρέχοντα. Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός υπήρχαν πάντα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά μόλις πριν λίγα χρόνια η τόσο κοντινή διάδραση με άλλους λαούς σε τόσο μαζικό επίπεδο σήμαινε είτε ότι πρωταγωνιστείς σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας είτε ότι βρίσκεσαι σε πόλεμο, άντε στην καλύτερη σε κάποιο διεθνές φεστιβάλ.
Πέρα όμως από την πλάκα, οι φόβοι και οι φοβίες, που προέρχονται από παρελθούσες μνήμες, εκτός από τη διαιώνιση τους μέσω του λόγου και της εικόνας, μέσω της καλής ή κακής χρήσης της ιστορίας, περνούν αταβιστικά από γενιά σε γενιά με φθίνουσα όμως τάση. Όλη αυτή η ρατσιστική υστερία είναι εξηγήσιμη. Προσωπικά, έχοντας αναπτύξει μια πολύ πιο ευρεία θεώρηση κι αντιμετώπιση του κόσμου μας, όπου το limit up δεν είναι ο άνθρωπος και η γη, αλλά το άπειρο σύμπαν, όλα αυτά τα πατριωτικά και εθνικιστικά κατάλοιπα, παρελάσεις, σημαίες, κλπ θεωρώ ότι δεν με αφορούν. Καταλαβαίνω τον τρόπο όμως που σκέφτονται οι μικρόμυαλοι συμπολίτες μας και νομίζω ότι το μεταναστευτικό κύμα που «έπληξε» την Ελλάδα, ήρθε πολύ γρήγορα σε μια χώρα που έχει ακόμα πολλές ανοιχτές πληγές από το παρελθόν.

Τι θα συμβεί στο μέλλον, κανείς δεν το ξέρει. Εύχομαι, οι νεότερες γενιές, να ακούνε όλα αυτά τα εθνικιστικά παραληρήματα και να λαμβάνουν τις μνήμες που τους δίνονται ξεφτισμένες από τους παλαιότερους ως γραφικές νοσταλγίες. Για να αλλάξουν τα πράγματα, πρέπει και η γενιά του πολυτεχνείου και η γενιά της μεταπολίτευσης να αποσυρθούν από τα κοινά, από την πολιτική, από τα καθηγητηλίκια, από τα δημοσιογραφικά πόστα, από τα τηλεπαράθυρα, από το υπουργείο Παιδείας, από τις θέσεις κλειδιά που διαμορφώνουν νοοτροπίες . Είναι οι τελευταίοι με ζωντανές εθνικές μνήμες ενάντια σε κάποιον εχθρό που απειλεί την πατρίδα. Γιατί, οι οικονομικοί και πολιτικοί μετανάστες δεν απειλούν την εθνική μας ταυτότητα, που έτσι κι αλλιώς είναι μια ταυτότητα πλαστή, φτιαχτή δηλαδή. Και η σημαία δεν είναι παρά ένα λογότυπο μιας πατρίδας-φίρμας, που διαφημίζεται από τον ΕΟΤ ως “a place you can afford”, ένα οικονομικό προϊόν για κατανάλωση και μόνο…

Όπου γης πατρίς.
Κόκα κόλα και ψωμί Βενέτης.
Και η Μακεδονία είναι απλά μακεδονική παίδες!