Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ακούς;


Δεν έχει νόημα να σου μιλώ.

Δεν με ακούς. Ακούς μόνο τους φόβους σου.

Φοράς ακουστικά πελώρια, τέτοια που καλύπτουν τα αυτιά σου,

που αγκαλιάζουν τον εγκέφαλο σου και την ψυχή σου και την καρδιά σου.

Κι ολόκληρο το κορμί σου. Κι ακούς μόνο αυτά. Ακούς μόνο τις αντηχήσεις τους. Τίποτε άλλο.

Τα ακουστικά αυτά σου τα ‘βαλε στην σχολική σάκα, στο βαζάκι με τον ελληνικό καφέ, στο κουτί με τα λεξοτανίλ , στην πλάσμα τηλεόραση, στον υπολογιστή, στην επιγραφή «το κάπνισμα σκοτώνει» στο πακέτο με τα τσιγάρα, ο  μετρημένος χρόνος. Δώρο. Δώρο και καλά.

Φυτεύει τους χρονεμένους σπόρους του παντού αυτός. Είναι γαμιάς αυτός ο χρόνος. Σαγηνευτής και βιαστής παρέα. Μπορεί και χώρια. Μα δεν τον νοιάζει που θες ή δεν θες, παρά το μόνο που τον νοιάζει-γι’ αυτό μετριέται, έτσι μετριέται -είναι να γίνεις μάνα του καρπού του. Να τον ταίζεις, να τον περιποιείσαι, να τον φροντίζεις, να μην τον αφήσεις ποτέ να σε εγκαταλείψει, να κάνει σπουδές, καριέρα, γάμο, παιδιά, να τον έχεις εκεί κοντά δίπλα σου, μέσα σου, να μην τον γεννήσεις ποτέ. Να τον θρέφουν τα σωθικά σου μόνο. Κι ύστερα το δέρμα σου και τα μαλλιά σου και το βιβλιάριο υγείας σου και ο τραπεζικός λογαριασμός σου -και πως θα πληρώσεις το ρεύμα, πως θα τραβήξεις το χρονεμένο δέρμα σου, πως θα βάλεις καινούργια δόντια, τέτοια που να φουσκώνουν τα σουφρωμένα χείλη σου;-να μην σου θυμίζουν τον μετρημένο χρόνο που περνά πάνω σου, μέσα σου, δίπλα σου, πάνω και κάτω σου, μπρος και πίσω σου. Και διαγώνια. Και παράλληλα. 
Παντού μετριέται αυτός ο φόβος. Σε όλα τα ρολόγια. Πόσα ρολόγια αλήθεια. Στο κινητό τηλέφωνο, στην  πλάσμα τηλεόραση, στον υπολογιστή, στην κουζίνα ένα μεγάλο πορτοκαλί, άλλο στον διάδρομο- ένα πολυκαιρισμένο, μετρημένο μαύρο χωρίς τζάμι, όμοιο με σένα και στην αυλή ένα με τριαντάφυλλα ζωγραφισμένα και μπρούντζινη κάσα. Τικ τακ.

Θεέ μου είμαι ζωντανή ακόμα. Κι άλλη μια μέρα, κι άλλη μια εβδομάδα, κι άλλο ένα μήνα, κι άλλον ένα κι ένας χρόνος πέρασε. 62 χρόνια ολόκληρα. Τα ΄χω καταφέρει. Κι όμως φοβάμαι. Πως φοβάμαι.

Αυτή είσαι εσύ. Κι αυτή θα είμαι κι εγώ σε λίγο. Ίσως σε ένα δευτερόλεπτο, ίσως είμαι ήδη εγώ 62 χρόνων. Μετρημένων χρόνων. Και φορώ ακουστικά πελώρια στα αυτιά και στην ψυχή και στο συκώτι και δόντια που να κάνουν τα σουφρωμένα χείλη μου να φουσκώνουν.

Δεν έχει νόημα να σου μιλώ.

Δεν με ακούς. Ακούς μονάχα τα 62 χρόνια σου να πάλλονται γιγάντια έμβρυα στην ξεραμένη μήτρα σου, να την χαράσσουν, να την γδέρνουν με τα γαμψά νύχια των υπερήλικων ποδιών τους και να σου λένε «θα πεθάνεις. Ο χρόνος σου τελειώνει.»

Ο μετρημένος χρόνος σου.

 Ο χρόνος όμως δεν μπορεί να πεθάνει.

Είναι άχρονος αυτός ο χρόνος.

Ακούς;
Άχρονος.

Βγάλε τα ακουστικά γαμώτο. Ξερίζωσε τα από την σπλήνα σου. Ψάξε στην σάκα του σχολείου, στο βαζάκι με τον ελληνικό καφέ, στο κουτί με τα λεξοτανίλ, Ψάξε.. Ψάξε να τα βρεις. Και πάτα τα. Κάνε τα κομμάτια. Κάνε τα μόρια. Άτομα. Ηλεκτρόνια και πρωτόνια. Άχρονα. Κάν’ το. Πριν το σάρκινο κορμί σου σε εγκαταλείψει ολοκληρωτικά και  κλεφτεί σε γάμο ανίερο και μυστικό με τον μετρημένο χρόνο για πάντα, για ποτέ, για τότε και για μετά. Πριν- ή και μετά, λίγη σημασία έχει το πότε ή το που- τα πελώρια ακουστικά πέσουν από τα σκουληκοφαγωμένα αυτιά σου στο πάτωμα,  και σπάσουν σε έναν άχρονο πολτό υποδιαιρέσεων, σαν εύθραυστο γυαλί. 

Ακούς;

Δεν έχει νόημα να σου μιλώ.

Δεν με ακούς.

Ακούς μόνο τους φόβους σου.

Κι εγώ το ίδιο κάνω.-μην φοβάσαι.

 Λήδα Καφετζή
Σεπτέμβριος 2012