Κάποτε οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ψηφίσουν.
Οι σουφραζέτες χρειάστηκε να αγωνιστούν για δεκαετίες για κάτι που σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο: ότι μια ενήλικη γυναίκα είναι πολίτης και δικαιούται πολιτική φωνή. Στη Βρετανία η πλήρης εκλογική ισότητα με τους άνδρες ήρθε το 1928. Στην Ελλάδα οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές το 1956.
Δεν μιλάμε για τον Μεσαίωνα.
Μιλάμε για τις γιαγιάδες μας.
Ακολούθησαν δεκαετίες γυναικείων και φεμινιστικών κινημάτων που διεκδίκησαν κάτι εξαιρετικά απλό: η γυναίκα να αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτος άνθρωπος και πολίτης και όχι ως ακολούθημα ή ιδιοκτησία του πατρός της ή του συζύγου της.
Η Ελλάδα έκανε ένα τεράστιο άλμα προς την πρόοδο τη δεκαετία του 1980, με την καθιέρωση του πολιτικού γάμου, την αναδιαμόρφωση του οικογενειακού δικαίου, την κατάργηση της προίκας, την αποποινικοποίηση της μοιχείας, την νομοθέτηση του συναινετικού διαζυγίου, την ισότητα στις εργασιακές σχέσεις.
Κι αν νομίζετε ότι όλα αυτά έγιναν επειδή μια ωραία πρωία ξύπνησε ολόκληρη η ελληνική κοινωνία προοδευτική, πλανάστε. Οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο συνάντησαν σοβαρές αντιδράσεις. Ο πολιτικός γάμος καταψηφίστηκε από τη ΝΔ και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από την Εκκλησία και όχι μόνο. Μέχρι και ακαδημαϊκοί κύκλοι είχαν ενστάσεις για αυτές τις αλλαγές. Λογικό φυσικά, μιας και τότε η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών εδρών ήταν στην κατοχή κυρίως αντρών.
Αυτά που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα κάποτε θεωρήθηκαν επικίνδυνες ανατροπές. Κάπως έτσι λειτουργεί όμως συνήθως η κοινωνική πρόοδος. Αρχικά οι γυναίκες που τη διεκδικούν χαρακτηρίζονται ακραίες, ανήθικες και επικίνδυνες και μερικές δεκαετίες αργότερα οι κατακτήσεις τους θεωρούνται τόσο αυτονόητες, ώστε κανείς δεν θυμάται ποια “φεμιναζί” χρειάστηκε να αγωνιστεί για να τις αποκτήσουμε.
Και τώρα λοιπόν έχουμε ισότητα;
Όχι.
Έχουμε απλά πολύ λιγότερη ανισότητα από αυτήν που βίωσαν οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας.
Οι γυναίκες αποτελούν σήμερα περίπου το 24% της ελληνικής Βουλής, ενώ οι μέσες ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές των γυναικών είναι περίπου 13% χαμηλότερες από των ανδρών.
Και η ανισότητα δεν βρίσκεται μόνο στους μισθούς, στις δουλειές και στις θέσεις εξουσίας.
Βρίσκεται κυρίως μέσα μας, βρίσκεται στις νοοτροπίες μας.
Σύμφωνα με το EIGE, στην Ελλάδα το 64% των ανδρών θεωρεί απολύτως αποδεκτό ένας άνδρας να ελέγχει τα χρήματα της γυναίκας του. Τα προσωπικά της χρήματα.
Και πριν αρχίσουμε να δείχνουμε μόνο τους άνδρες με το δάχτυλο, το ίδιο θεωρεί και το 48% των Ελληνίδων. Μία στις 2 γουστάρει να κάνει κουμάντο ένας άντρας στο πορτοφόλι της.
Κι αυτό ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί η νομική ισότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως κοινωνική χειραφέτηση.
Μπορείς να αλλάξεις έναν νόμο μέσα σε μία νύχτα.
Για να αλλάξεις αντιλήψεις αιώνων χρειάζονται γενιές και γενιές.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια κατηγορία που προσωπικά βρίσκω ιδιαίτερα θλιβερή: οι ίδιες οι γυναίκες που αποκαλούν «φεμινάζι» κάθε γυναίκα που εξακολουθεί να διεκδικεί πλήρη ισότητα.
«Τι άλλο θέλετε πια;»
«Άντρας είναι.»
«Θα κάνει και το κέφι του.»
«Θα πει και μια κουβέντα παραπάνω.»
«Αυτή πήγαινε γυρεύοντας.»
«Τον τύλιξε.»
«Κάτι θα του έκανε κι αυτή.»
Μόνο που αυτές οι αντιλήψεις δεν σκάβουν τον λάκκο κάποιας αφηρημένης «φεμινίστριας».
Σκάβουν τον δικό τους.
Και των κορών τους.
Ίσως, με διαφορετικό τρόπο, και των γιων τους.
Γιατί τα παιδιά δεν μαθαίνουν τι σημαίνει άνδρας και γυναίκα μόνο από τα βιβλία.
Ένα αγόρι που μεγαλώνει ακούγοντας «άντρας είναι», «έχει τις ανάγκες του», «θα ξεφύγει και λίγο», ενώ για το κορίτσι ακούει «να προσέχει», «να μην προκαλεί», «να μη δίνει δικαιώματα», δεν γεννιέται βιαστής ή κακοποιητής. Όλοι αυτοί που ξυλοκοπούν, δολοφονούν και βιάζουν έμαθαν ότι μπορούν ή ακόμα και ότι οφείλουν να το κάνουν.
Ο μέσος άνδρας μαθαινει κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: ότι η ανδρική επιθυμία δικαιολογεί περισσότερα και η γυναικεία ελευθερία οφείλει να περιορίζεται για να τα προλαμβάνει.
Και το κορίτσι μαθαίνει το συμπληρωματικό μάθημα: αν κάποτε κάποιος παραβιάσει τα όριά της, η πρώτη ερώτηση μπορεί να μην είναι «τι σου έκανε;», αλλά «εσύ τι έκανες και τον προκάλεσες;»
Κι εδώ υπάρχει μια ειρωνεία.
Πολλοί από τους ανθρώπους που φρίττουν —και δικαίως— με τους Ταλιμπάν και τις ισλαμιστικές θεοκρατίες, αναπαράγουν μια παρεμφερή εκδοχή της ίδιας πατριαρχικής αντίληψης για την θέση και τον ρόλο των γυναικών.
Προφανώς το «μη φοράς αυτό γιατί προκαλείς» δεν είναι το ίδιο με ένα θεοκρατικό καθεστώς που επιβάλλει στις γυναίκες πώς θα ντυθούν, αν θα μορφωθούν ή αν θα κυκλοφορήσουν.
Η κλίμακα είναι ασύγκριτη.
Η βασική ιδέα όμως έχει συγγένεια: η γυναικεία ελευθερία, αυτοδιάθεση, έκφραση και σεξουαλικότητα θεωρείται κάτι που πρέπει να χαλιναγωγείται για να προσαρμοστεί στα ανδρικά θέλω.
Και μετά, μέσα από αυτό το πλαίσιο γεννιέται και η βία.
Στην Ελλάδα το 37% των γυναικών δηλώνουν ότι έχουν υποστεί σωματική ή/και σεξουαλική βία από την ηλικία των 15 ετών. Παγκοσμίως, περίπου 51.100 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν το 2023 από σύντροφο ή μέλος της οικογένειάς τους. Μία κάθε δέκα λεπτά.
Μπορεί τα θύματα δολοφονιών παγκοσμίως να είναι κατά κύριο λόγο άνδρες, μόνο που οι άνδρες δολοφονούνται κυρίως από άλλους άνδρες. Στις γυναίκες υπάρχει μια ανατριχιαστική ιδιαιτερότητα: ένας από τους ανθρώπους από τους οποίους μπορεί να κινδυνεύουν περισσότερο είναι αυτός με τον οποίο μοιράζονται το σπίτι και το κρεβάτι τους.
Γι’ αυτό δεν με διασκεδάζει καθόλου το:«Τι άλλο θέλουν πια οι φεμινίστριες;»
Με κάνει και αηδιάζω.
Γιατί αυτό που θέλουν οι φεμινίστριες είναι αυτό που πάντα ήθελαν.
Να μην καθορίζει το φύλο μας πόσα θα πληρωνόμαστε, πόσο εύκολα θα φτάσουμε σε μια θέση εξουσίας, πόσο ελεύθερα θα διαθέτουμε το σώμα, τα χρήματα και τη ζωή μας και πόσο πιθανό είναι να υποστούμε βία επειδή γεννηθήκαμε γυναίκες.
Και αφορά και τους άνδρες. Γιατί κι ένα αγόρι αξίζει να μεγαλώσει χωρίς να του μαθαίνουν ότι ανδρισμός σημαίνει κυριαρχία, επιβολή και δικαίωμα πάνω στη γυναίκα.
Η πατριαρχία δεν κληρονομείται μόνο από πατέρα σε γιο. Μπορεί κάλλιστα να κληρονομηθεί και από μάνα σε κόρη — ή από μάνα σε γιο.
Οι σουφραζέτες κέρδισαν την ψήφο.
Οι επόμενες γενιές κέρδισαν δικαιώματα που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητα.
Δεν μας τα χάρισε κανείς.
Και το γεγονός ότι σήμερα πολλά από αυτά μας φαίνονται αυτονόητα δεν αποδεικνύει ότι ο φεμινισμός έγινε περιττός.
Αποδεικνύει ότι πέτυχε.
Οι αριθμοί αποδεικνύουν απλώς ότι δεν τελείωσε ακόμη τη δουλειά του.













.jpg)





