Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Οι Αμερικανοί κρέμασαν την Κίμπερλι στα μανταλάκια. Εμείς βγάλαμε σέλφι μαζί της.



Αναλώθηκα τις τελευταίες ημέρες με τα προσωπικά μου. Άνθρωπος είμαι κι εγώ. Πόσους μαλάκες να προλάβω μέσα σε μία εβδομάδα;»

Βεβαίως, υπάρχει μια ουσιώδης λεπτομέρεια. Εγώ δεν είμαι ούτε δημοσιογράφος ούτε ρεπόρτερ. Αρθράκια γνώμης γράφω. Δεν έχω αναλάβει την υποχρέωση να ανακαλύπτω τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες της εξουσίας, να εντοπίζω μάρτυρες, να διασταυρώνω πληροφορίες ή να αποκαλύπτω όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να παραμείνουν στο σκοτάδι. Σχολιάζω όσα συμβαίνουν, με την πολυτέλεια, ενίοτε, να τα σχολιάζω και καθυστερημένα.

Το πρόβλημα αρχίζει με εκείνους που θέλουν να λέγονται δημοσιογράφοι.

Διότι η δημοσιογραφία, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβανόμασταν κάποτε, δεν εξαντλείται στην αναπαραγωγή δηλώσεων, στην υποβολή προεγκεκριμένων ερωτήσεων και στη διατήρηση καλών σχέσεων με τους ανθρώπους της εξουσίας. Έχει μια ελαφρώς πιο ενοχλητική αποστολή: να ανακαλύπτει εκείνο που ο συνομιλητής της δεν επιθυμεί να αποκαλύψει.

Να βγάζει, κατά την παλαιά δημοσιογραφική έκφραση, το λαβράκι.

Στην Ελλάδα του 2026, υπάρχουν όμως κάμποσοι δημοσιογράφοι, κυρίως από εκείνους που αποκαλούμε συστημικούς, οι οποίοι θεωρούν μεγαλύτερη επαγγελματική επιτυχία τη συμπερίληψή τους σε μια θλιβερή κυβερνητική λίστα εξαγοράς τους, που τους εξασφαλίζει προσκλήσεις σε ιδιωτικές δεξιώσεις, παρά την αποκάλυψη ενός σκανδάλου μεγατόνων. Οι δημοσιογράφοι που με τις αποκαλύψεις τους ανεβοκατεβάζουν υπουργούς, κλονίζουν κυβερνήσεις και, όπως αποδεικνύεται, μπορούν να απομακρύνουν ακόμη και πρέσβεις είναι μάλλον είδος προς εξαφάνιση στη χώρα μας.

Η περίπτωση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι αποκαλυπτική. Και όχι μόνο για τους λόγους που θα επιθυμούσε η ίδια.

Η μέχρι πρότινος πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Λευκό Οίκο, έπειτα από σειρά δημοσιευμάτων της Wall Street Journal για ανάρμοστη ή και παράνομη συμπεριφορά.

Σύμφωνα με τα μηνύματα που ήρθαν στη δημοσιότητα, η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε 100.000 δολάρια από υποστηρικτή του Τραμπ προκειμένου να εξοφλήσει λογαριασμό της προσωπικής της πιστωτικής κάρτας. Παράλληλα, τα δημοσιεύματα περιλαμβάνουν καταγγελίες ότι προσέφερε πρόσβαση σε υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης με αντάλλαγμα χρήματα ή άλλες εξυπηρετήσεις, καθώς και ότι αξιοποίησε τη διπλωματική της ιδιότητα για την προώθηση των προσωπικών της συμφερόντων.

Αλλά η ιστορία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν παρακολουθήσει κανείς τη στάση του Μάρκο Ρούμπιο.

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών επισκέπτεται στις αρχές Οκτωβρίου την Αθήνα, επαινεί δημοσίως την πρέσβη και, όταν οι δημοσιογράφοι επιμένουν να τον ρωτούν για τις αποκαλύψεις, τους επιπλήττει περίπου επειδή τολμούν να αντιμετωπίζουν ένα δημοσίευμα ως σοβαρό πολιτικό γεγονός.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο ίδιος φέρεται να είναι εξοργισμένος από τις καταγγελίες και να συμμετέχει στις συζητήσεις για την απομάκρυνσή της. Στις 13 Οκτωβρίου ο Λευκός Οίκος ανακοινώνει ότι ζήτησε την παραίτησή της.

Από την άκριτη υποστήριξη στο άδειασμα σε λιγότερο από μία εβδομάδα.

Και όλα αυτά επειδή κάποιοι δημοσιογράφοι, όχι Έλληνες, επέμειναν να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν θεώρησαν ότι η πρόσβαση σε έναν ισχυρό άνθρωπο αποτελεί προνόμιο που πρέπει να προστατεύσουν. Δεν αντιμετώπισαν τις καλές σχέσεις με την πρέσβη ως σημαντικότερες από την είδηση. Έψαξαν, βρήκαν, δημοσίευσαν και συνέχισαν να ρωτούν, ακόμη κι όταν ο υπουργός Εξωτερικών, η κυβέρνηση Τραμπ και το ρεπουμπλικανικό λόμπι δυσανασχετούσαν.

Η διαφορά δεν είναι ότι οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι έχουν κάποια έμφυτη ροπή προς την αλήθεια και οι Έλληνες προς τις δημόσιες σχέσεις. Είναι ότι εδώ έχουμε φτάσει να αντιμετωπίζουμε την εγγύτητα στην εξουσία ως επαγγελματική καταξίωση και την αντιπαράθεση μαζί της ως περίπου αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο δημοσιογράφος που κάποτε καμάρωνε επειδή ένας υπουργός του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα, σήμερα καμαρώνει επειδή του το σηκώνει.

Στην Ελλάδα, η Γκίλφοϊλ αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως lifestyle προσωπικότητα παρά ως διπλωματική εκπρόσωπος μιας υπερδύναμης. Οι δημόσιες εμφανίσεις της, οι ενδυματολογικές επιλογές της, οι συναναστροφές της και η θέση της στην εγχώρια κοσμική ζωή απασχόλησαν ένα σημαντικό τμήμα της δημοσιογραφικής μας παραγωγής με ζήλο που θα ζήλευαν όλα τα διεθνή tabloids.

Δεν είναι, ασφαλώς, η κοσμική δημοσιογραφία το βασικό πρόβλημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ολόκληρη σχεδόν η δημοσιογραφική αντιμετώπιση της εξουσίας αποκτά τις αποχρώσεις του ροζ και του κίτρινου. Όταν η συνέντευξη μετατρέπεται σε δημόσια ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, η κριτική εκλαμβάνεται ως αγένεια και η δύσκολη ερώτηση είτε απαγορεύεται είτε θέτει σε κίνδυνο τη ζωή και την καριέρα του συνεντευκτή.

Η ελληνική δημοσιογραφία μοιάζει να έχει ξεχάσει όχι μόνο πώς βγαίνει το λαβράκι, αλλά και γιατί κάποτε άξιζε τον κόπο να το κυνηγήσει. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην πολιτική δημοσιογραφία.

Στην υπόθεση των Τεμπών, για παράδειγμα, θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να ακούσουμε έναν από τους εργάτες που συμμετείχαν στις εργασίες μπαζώματος. Να μάθουμε ποιος του έδωσε εντολή, τι ακριβώς του ζητήθηκε, ποιοι βρίσκονταν εκεί. Δεν είδαμε ποτέ κάτι τέτοιο.

Αντιθέτως, όταν πρόκειται για κάποιο τηλεοπτικό ξεκατίνιασμα, η ερευνητική δεινότητα της ελληνικής δημοσιογραφίας επανεμφανίζεται με αξιοθαύμαστη ταχύτητα. Εντοπίζεται ο τρίτος ξάδελφος της σερβιτόρας που είχε σερβίρει καφέ στον πρώην της κουμπάρας της τάδε γιατρού, εξασφαλίζεται αποκλειστική δήλωση και, αν χρειαστεί, οργανώνεται και ζωντανή σύνδεση.

Δεν χάθηκε, λοιπόν, το ερευνητικό δαιμόνιο. Απλώς άλλαξε αντικείμενο έρευνας και ενδιαφέροντος.

Ίσως γι' αυτό να μην προκαλεί πλέον εντύπωση το γεγονός ότι η ελληνική δημοσιογραφία θυμίζει όλο και περισσότερο lifestyle magazinο ή reality show μόδας. Ούτε ότι ορισμένοι από τους ανθρώπους που εμφανίζονται να ασκούν δημόσιο διάλογο μοιάζουν να έχουν ως επαγγελματικό πρότυπο τον Λάκη Γαβαλά, ο οποίος κάλεσε την ακροδεξιά φασίστρια Λατινοπούλου και της φέρθηκε με το σεις και με το σας, ακριβώς όπως φερόταν προ δεκαπενταετίας η Χρυσή Αυγή στην Ντόρα Μπακογιάννη. Θα μου πείτε, ο Γαβαλάς δεν είναι δημοσιογράφος. Ακριβώς. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Ότι δεν διακρίνεις πλέον τη διαφορά.

Δεν έχω τίποτα εναντίον της ευγένειας. Αντιθέτως, τη θεωρώ αξιοθαύμαστο πολιτισμικό επίτευγμα. Αρκεί να μην τη συγχέουμε με την απουσία κριτικής. Και κυρίως να μην αντιμετωπίζουμε την πολιτική αντιπαράθεση σαν να πρόκειται για παρεξήγηση μεταξύ καλεσμένων που κινδυνεύει να χαλάσει την ατμόσφαιρα του σουαρέ.

Άλλωστε, η ευγένεια απέναντι στην εξουσία δεν αποτελεί κατ' ανάγκην δείγμα πολιτισμού. Ενίοτε αποτελεί απλώς τον πιο καλαίσθητο τρόπο υποταγής σε αυτήν.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε επιτυχημένη μια συνέντευξη όταν ο καλεσμένος φεύγει ευχαριστημένος, ο οικοδεσπότης έχει εξασφαλίσει την επόμενη πρόσκληση και κανείς δεν έχει αναγκαστεί να απαντήσει σε τίποτα ουσιαστικό.

Η δημοσιογραφία όμως δεν ονομάστηκε τέταρτη εξουσία για να γίνει η καλύτερη φίλη των άλλων τριών. Ούτε δημιουργήθηκε για να εξασφαλίζει μια θέση στο τραπέζι τους. Ο ρόλος της είναι να ελέγχει τι συμβαίνει γύρω από αυτό το τραπέζι και, κυρίως, τι συμφωνείται κάτω από αυτό.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες που δεν έχουμε μαντικές ικανότητες, γαμώτο!











Η λέξη «φίλος» στο Facebook είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες γλωσσικές απάτες της ψηφιακής εποχής. Όταν έχεις διακόσιους φίλους, είσαι περίπου ο δήμαρχος ενός μικρού χωριού. Έχεις πέντε πραγματικούς φίλους, καμιά τριανταριά γνωστούς και οι υπόλοιποι είναι άνθρωποι που απλά συνιστούν τον ευρύτερο κοινωνικό σου κύκλο. Όταν πάλι φτάνεις τους δύο χιλιάδες, κατοικείς πλέον σε κεφαλοχώρι. Δεν γνωρίζεις ούτε τους μισούς εξ όψεως, πόσο μάλλον προσωπικά.

Η φιλία, πάντως, την οποία στα σόσιαλ χρησιμοποιούμε καταχρηστικά, ουδεμία σχέση έχει με το σεξ. Όταν κάποιος σου στέλνει αίτημα φιλίας, δεν σου στέλνει αίτημα για σεξ, σχέση, γάμο ή κοινή φορολογική δήλωση.

Όταν, λοιπόν, μια γυναίκα αποδέχεται ένα αίτημα φιλίας, αποδέχεται ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ.

Και, για να προλάβω τους σχολαστικούς, όχι, δεν θεωρώ ότι οι δύο χιλιάδες διαδικτυακοί μου φίλοι είναι προσωπικοί μου φίλοι. Θεωρώ ότι το Facebook είναι ένα κοινωνικό δίκτυο. Ένα ψηφιακό καφενείο όπου μπορείς να συναντήσεις ανθρώπους, να ανταλλάξεις απόψεις, να διαβάσεις κάτι ενδιαφέρον, να γελάσεις, να διαφωνήσεις, να μάθεις. Δεν είναι παραλιακή περατζάδα όπου αξιολογούνται υποψήφιοι γαμπροί.

Μπορεί, ας πούμε, να αποδεχτώ το αίτημά σου επειδή είδα ότι γράφεις ενδιαφέροντα πράγματα για την εξωτερική πολιτική. Επειδή έχουμε κοινούς γνωστούς. Επειδή μου άρεσε μια φωτογραφία που τράβηξες. Επειδή θέλω να συζητήσουμε αν πρέπει να βάζουμε κιμά στα γεμιστά, αν έχει δίκιο η Βίσση ή ο Καρβέλας ή αν ο ανανάς στην πίτσα αποτελεί γαστρονομική επιλογή ή ποινικό αδίκημα.

Μπορεί και να σε αποδέχτηκα χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Δεν οφείλω να εξηγηθώ.

Αυτό που σίγουρα δεν έκανα είναι να σου δώσω το δικαίωμα να μετατρέψεις την αποδοχή σε απαίτηση προσωπικής πρόσβασης. Να μου στείλεις «καλησπέρα», να μη σου απαντήσω, να επανέλθεις, να ξανα-επανέλθεις και τελικά να απαιτήσεις να μάθεις γιατί δεν σου απαντάω. Ή, ακόμη χειρότερα, να με εγκαλέσεις επειδή δέχτηκα εξαρχής το αίτημά σου.

Τι ακριβώς περιλαμβάνει, δηλαδή, η σύμβαση που υποτίθεται ότι συνάψαμε; Πόσα μηνύματα ημερησίως οφείλω να απαντώ; Σε πόση ώρα; Με πόσα emoji; Υπάρχει και υποχρέωση αποστολής φωτογραφικού υλικού ή αυτό προβλέπεται μόνο στο premium πακέτο;

Και μιας και το αναφέραμε, όχι, δεν ενδιαφέρομαι να δω το πέος σου. Δεν το ζήτησα, δεν μου έλειπε και δεν θεωρώ ότι η αιφνιδιαστική εμφάνισή του στο Messenger αποτελεί κάποιο αξιοσημείωτο επικοινωνιακό επίτευγμα.

Αν θέλεις να επικοινωνήσουμε, υπάρχουν εκατό τρόποι. Μπορείς να σχολιάσεις κάτι που έγραψα. Να διαφωνήσεις. Μπορείς ακόμη και να εκδηλώσεις ευγενικά το ενδιαφέρον σου. Αλλά η επικοινωνία είναι δυνατότητα, όχι οφειλή. Κι ένα μήνυμα που έμεινε αναπάντητο δεν μετατρέπεται, με την πάροδο του χρόνου, σε ληξιπρόθεσμο χρέος.

Κι όμως, υπάρχουν κάμποσοι «καλοπροαίρετοι» συμβουλάτορες που δεν συμμερίζονται αυτή την αλήθεια. Είναι εκείνοι που θα σου εξηγήσουν ότι, αφού δεν θέλεις να μπλέκεις, πρέπει να προσέχεις ποιους αποδέχεσαι.

Εξαιρετική ιδέα. Πώς δεν το σκέφτηκα;

Μόνο που δεν ξέρω προκαταβολικά ποιος θα αποδειχθεί αδιάφορος, ποιος διαμάντι, ποιος πέφτουλας και ποιος τοξικός. Δεν συνοδεύεται το αίτημα φιλίας από ψυχολογική αξιολόγηση, ποινικό μητρώο και πιστοποιητικό στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς. Ούτε διαθέτω κληρονομικό χάρισμα που μου επιτρέπει να διαβάζω το μέλλον κοιτάζοντας μια φωτογραφία προφίλ.



Και είναι κάπως εντυπωσιακό ότι, κάθε φορά που ένας άνθρωπος συμπεριφέρεται πιεστικά, η προτεινόμενη λύση δεν είναι να μάθει εκείνος να σέβεται τα όρια των άλλων. Είναι να αποκτήσω εγώ καλύτερες ικανότητες πρόγνωσης.

Να είμαι κοινωνική, αλλά όχι υπερβολικά. Να δέχομαι γνωριμίες, αλλά μόνο τις σωστές. Να είμαι ευγενική, αλλά να μη δίνω θάρρος. Να μην είμαι απότομη ή αγενής, αλλά να μη δημιουργώ προσδοκίες. Να προβλέπω τον χαρακτήρα ενός αγνώστου, τις προθέσεις του, τις αντιδράσεις του και, ει δυνατόν, τις μελλοντικές του ψυχικές μεταπτώσεις.

Αν γίνουν όλα αυτά και πάλι πέσω έξω, προφανώς δεν πρόσεξα αρκετά.

Σκέφτομαι σοβαρά να ανοίξω σχολή μαντικής. Με ειδίκευση στην αναγνώριση μαλάκα από φωτογραφία προφίλ. Ζήτηση, απ' ό,τι φαίνεται, υπάρχει τεράστια.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι απλώς ότι κάποιος άγνωστος εκδηλώνει ανεπιθύμητο ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον δεν είναι προσβολή. Μπορεί να μου στείλει κάποιος ένα μήνυμα. Μπορεί να μη μου αρέσει. Μπορεί να μη θέλω να απαντήσω. Μέχρι εδώ δεν συνέβη τίποτα τρομερό.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν εκείνος θεωρεί ότι η επιθυμία του να επικοινωνήσει δημιουργεί αυτομάτως και δική μου υποχρέωση να ανταποκριθώ.

Ένα μήνυμα. Δεύτερο. Τρίτο. Κανένα αναπάντητο μήνυμα δεν τον αποθαρρύνει. Ύστερα έρχεται το «Γιατί δεν μου απαντάς;». Και, όταν δεν απαντηθεί ούτε αυτό, το «Τότε γιατί δέχτηκες το αίτημα φιλίας μου;».

Ας μεταφέρουμε για λίγο τη σκηνή στον φυσικό κόσμο. Ένας άγνωστος με πλησιάζει σε ένα μπαρ. Χαμογελάω ευγενικά, παίρνω την τσάντα μου και το ποτό μου και απομακρύνομαι. Έρχεται, λοιπόν, και στο δεύτερο σημείο στο οποίο μετακινήθηκα. Εγώ, χωρίς χαμόγελο, ξαναπαίρνω την τσάντα μου και το ποτό μου και πάω σε τρίτο σημείο του χώρου. Επανέρχεται, λοιπόν, ο τύπος: «Γιατί δεν μου μιλάς;». Δεν απαντώ και πάλι. Ξεβολεύομαι για μια ακόμη φορά και πάω πίσω στην μπάρα. Και στο τέλος έρχεται για μια ακόμη φορά κοντά μου, κολλάει τη μούρη του στη δική μου και με ρωτάει: «Τότε γιατί μου χαμογέλασες;;;;;;;».

Εκεί δεν θα μιλούσαμε πια για αθώο φλερτ. Εγώ τουλάχιστον θα ένιωθα ότι απειλούμαι.

Κι αυτό ακριβώς είναι που αρχίζει να συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Έχω φτάσει στο σημείο να φοβάμαι να αποδεχτώ αιτήματα φιλίας. Όχι επειδή δεν θέλω να γνωρίζω ανθρώπους. Το αντίθετο. Επειδή δεν μπορώ να ξέρω ποιος θα αντιμετωπίσει μια απλή αποδοχή ως ευκαιρία επικοινωνίας και ποιος ως άδεια εισόδου στην προσωπική μου ζωή, με δικαίωμα ελέγχου και απαιτήσεων.

Και κάπως έτσι, εκείνος που δεν σέβεται τα όρια συνεχίζει ανενόχλητος να στέλνει αιτήματα, ενώ εγώ αρχίζω να περιορίζω τη δική μου κοινωνικότητα για να προστατευτώ από τις αντιδράσεις του.

Δεν ξέρω αν το έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά είναι ένα παράδοξο επίτευγμα: καταφέραμε να μεταφέρουμε στο διαδίκτυο όχι μόνο τις δυνατότητες της κοινωνικής ζωής, αλλά και τους λόγους για τους οποίους μια γυναίκα φοβάται να περπατήσει μόνη της σε έναν δρόμο.

Το Facebook υποτίθεται ότι μας δίνει τη δυνατότητα να ανοίγουμε τον κόσμο μας σε περισσότερους ανθρώπους. Δεν σκοπεύω να απολογούμαι επειδή θέλω να χρησιμοποιώ αυτή τη δυνατότητα.

Και, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το κουμπί εξακολουθεί να γράφει «Αποδοχή αιτήματος φιλίας».

Όχι «Αποδοχή επίδοξου μισογύνη».

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Το πληγωμένο ανδρικό εγώ: Από το ερωτικό σονέτο στον υπόνομο

 











Προχθές έκανα το λάθος να διαμαρτυρηθώ δημοσίως για τους επίμονους πέφτουλες του Facebook. Όχι για εκείνους που στέλνουν ένα μήνυμα εκδηλώνοντας ενδιαφέρον. Για τους άλλους. Εκείνους που, έπειτα από τέσσερα αναπάντητα μηνύματα, θεωρούν ότι ήρθε η ώρα να απαιτήσουν εξηγήσεις. «Γιατί δεν μου απαντάς;» Και αφού μείνει κι αυτό αναπάντητο, περνούν στο «Τότε γιατί δέχτηκες το αίτημα φιλίας μου;».

Και τότε άνοιξε η αυλαία. Οι πέφτουλες αποσύρθηκαν διακριτικά στο παρασκήνιο και στη σκηνή ανέβηκε ο θίασος των αυτοδιορισμένων θεματοφυλάκων της γυναικείας ευπρέπειας.

Για να συνεννοούμαστε, το αρχικό μου ποστ δεν ήταν ούτε γκρίνια ούτε κλάψιμο. Ήταν καταγγελία μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς: της εμμονικής, πιεστικής διεκδίκησης που, όταν δεν βρίσκει ανταπόκριση, πολύ συχνά βγάζει γλώσσα. Ενίοτε βγάζει και δόντια. Άλλοτε μαχαίρια και ρόπαλα. Αλλά, ως φαίνεται, τον μέσο Ελληναρά κυρίως —γιατί υπάρχει και η μέση Ελληνοκυράτσα, φυσικά— δεν τον ενοχλούν τα δόντια ούτε τα ρόπαλα. Τον ενοχλεί που είπα μεγαλομαλάκα τον πιεστικό μεγαλομαλάκα.

Μια από αυτές τις καθώς πρέπει υποταγμένες στην τεστοστερόνη μανταμίτσες με ενημέρωσε ότι, από τη στιγμή που αποδέχομαι ένα αίτημα φιλίας, οφείλω να συνομιλώ με εκείνον που μου το έστειλε. Διότι αυτό περιμένει εκείνος από εμένα.

Με την ίδια λογική, αν κάποιος με κεράσει ένα ποτό σε ένα μπαρ, οφείλω να του κάτσω δηλαδή; Ή μήπως πρέπει να έχω κι έναν συμβολαιογράφο μαζί μου για την κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού; Στο ένα ποτό πίπα, στα δύο ιεραποστολικό, στα τρία πισωκολλητό;

Μια άλλη, ακόμα χειρότερη, στην οποία εύχομαι να μην πέσει ποτέ θύμα της απύθμενης ηλιθιότητάς της, μου εξήγησε ότι αυτά παθαίνουν όσες δεν προσέχουν και προκαλούν. Κι ένας γνήσιος αντράκλας με συμβούλευσε, αν δεν θέλω να προσελκύω λιγούρηδες, να αλλάξω τη φωτογραφία του προφίλ μου. Να βάλω μία στην οποία να μην είμαι τόσο όμορφη. Να φροντίσω, τέλος πάντων, να μη διαταράσσω την ορμονική ισορροπία του ανδρικού πληθυσμού με την αυθάδη ύπαρξη του προσώπου μου.

Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, μία κοινή συνισταμένη: αυτός που πρέπει να αλλάξει είμαι εγώ. Όχι να μαζευτεί το εμμονικό λιγούρι. Και δεν μιλάμε για ένα. Τριάντα αιτήματα φιλίας ημερησίως και άλλα τόσα μηνύματα στο Messenger. Μια μικρή ψηφιακή πολιορκία, στην οποία, κατά τα φαινόμενα, ο πολιορκημένος οφείλει και να ανοίξει τις πύλες και να προσφέρει αναψυκτικά.

Και, παρεμπιπτόντως, από πότε η αποδοχή ενός αιτήματος φιλίας στο Facebook ισοδυναμεί με εγγραφή σε υπηρεσία γνωριμιών; Το Facebook δεν είναι Tinder, μανάρια μου ζουμπουρλούδικα. Είναι ένα κοινωνικό δίκτυο όπου οι άνθρωποι, μεταξύ άλλων, δημοσιεύουν απόψεις, άρθρα, φωτογραφίες, σχολιάζουν και συζητούν. Αν κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά να επικοινωνήσει μαζί μου, υπάρχει ολόκληρο το δημόσιο προφίλ μου. Μπορεί να διαβάσει κάτι που έγραψα, να σχολιάσει, να διαφωνήσει, να ανοίξει μια κουβέντα. Γιατί επιδιώκει εξαρχής μια επικοινωνία αθέατη από τους υπόλοιπους, ενώ υπάρχει δυνατότητα δημόσιας αλληλεπίδρασης;

Αλλά προφανώς ζητάω πολλά. Αντί να αναρωτηθούμε τι ακριβώς επιδιώκει εκείνος, καλούμαι να απολογηθώ για το τι επιτρέπω εγώ . Γιατί εγώ οφείλω να περιορίσω την κοινωνικότητά μου, εγώ πρέπει να επιτηρώ τη δημόσια εικόνα μου, εγώ να υπολογίζω προληπτικά πώς ενδέχεται να ερμηνεύσει κάποιος άγνωστος την παρουσία μου στο διαδίκτυο. Κι αν είμαι όμορφη, να έχω τουλάχιστον τη στοιχειώδη ευπρέπεια να μην το διαφημίζω. Μια μπούρκα στο κεφάλι ίσως έλυνε αρκετά προβλήματα. Αν και, με την τύχη μου, κάποιος θα έβρισκε προκλητικό ακόμη και το ύφασμα.

Το ενδεχόμενο να μάθει ο επίμονος κάφρος να συμπεριφέρεται δεν τέθηκε προς συζήτηση. Με εξαίρεση μερικούς σκόρπιους λογικούς ανθρώπους, που έμοιαζαν με στατιστικό σφάλμα μέσα σε αυτή την πανηγυρική επίδειξη κοινωνικής παράνοιας.

Το γιατί δέχομαι αιτήματα φιλίας είναι δικό μου θέμα και δεν θα απολογηθώ σε κανέναν, άγνωστο ή και γνωστό, γι' αυτό. Το τι κάνει ο καθένας στη ζωή του δεν αφορά κανέναν άλλον. Για ανακρίσεις, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και διαπιστευτήρια ηθικής, απευθυνθείτε σε κάποια χούντα, ανακριταράδες μου. Εγώ δεν διαθέτω το σχετικό τμήμα εξυπηρέτησης κοινού. Από κει και πέρα, ούτε ηλεκτρονικό υποκατάστημα συνοικεσίων είμαι ούτε θέτω εαυτόν στη διάθεση κάθε αρσενικού που ανακάλυψε το κουμπί «Προσθήκη φίλου». Καμία διάθεση για φλερτ δεν έχω με αγνώστους.

Αλλά ακόμη κι αν είχα; Ακόμη κι αν δεχόμουν το ποτό, καθόμουν στο τραπέζι με έναν τύπο και γελούσα με τα αστεία του, τι θα σήμαινε αυτό; Ότι θα έπρεπε να τον φιλήσω; Να φύγω μαζί του; Να περάσω το βράδυ μου μαζί του;

Από πότε το προηγούμενο «ναι» προϋποθέτει ένα επόμενο;

Εδώ βρίσκεται η ουσία μιας νοοτροπίας που επιβιώνει αξιοθαύμαστα, αλλάζοντας απλώς σκηνικό. Από το μπαρ περάσαμε στο Messenger, όμως η αντίληψη παραμένει η ίδια: η γυναικεία φιλικότητα εκλαμβάνεται ως υπόσχεση διαθεσιμότητας, κυρίως σεξουαλικής, αλλά και γενικότερης. Κι όταν η υπόσχεση αυτή δεν εκπληρώνεται, μολονότι ουδέποτε δόθηκε, ο επίδοξος δικαιούχος αισθάνεται εξαπατημένος.

Κάπως έτσι, το «καλησπέρα, κούκλα μου» μεταμορφώνεται, έπειτα από μερικά αναπάντητα μηνύματα, σε «μωρή καριόλα».

Μια συναισθηματική διαδρομή από το ερωτικό σονέτο στον υπόνομο, με ενδιάμεσο σταθμό το πληγωμένο ανδρικό εγώ.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, από ένα σημείο και μετά παύει να βρίσκεται στον πιεστικό επίδοξο εραστή. Αυτός έπαιξε τον ρόλο του —ή και το πουλί του— και αποσύρθηκε. Εκείνο που μου προκαλεί πραγματική εντύπωση είναι ο πιθηκίζων όχλος που έσπευσε να τον υπερασπιστεί. Όλοι αυτοί που, αντί να αναρωτηθούν γιατί ένας άγνωστος απαιτεί λογοδοσία από μια γυναίκα, έσπευσαν να της υποδείξουν ποιο κομμάτι της ελευθερίας της οφείλει να θυσιάσει για να εξασφαλίσει την ησυχία της.

Βέβαια, το μεγάλο σκάνδαλο ήταν ότι έβρισα έναν άγνωστο σε αυτούς άνθρωπο, το όνομα ή τη φάτσα του οποίου δεν έμαθαν και δεν είδαν ποτέ. Αμφισβήτησαν μέχρι και τη συγγραφική μου ικανότητα. Στον πουρέ που έχουν για μυαλό, ο συγγραφέας οφείλει να είναι κάτι μεταξύ ηθικού στυλοβάτη και οσιομάρτυρα. Τώρα, το ότι οι ίδιοι διαβάζουν και αποδέχονται ένα βιβλίο γεμάτο σφαγές, αιμομιξίες και θεϊκές εντολές εξόντωσης, χωρίς να κλονίζεται η ηθική τους πυξίδα ούτε στο ελάχιστο, είναι ένα άλλο θέμα άξιο απορίας. Μια βρισιά, όμως, τους προκαλεί υπαρξιακό σοκ. Τόσο βαθύ, ώστε άρχισαν να μου εύχονται ψόφους και καρκίνους, αποκαλώντας με ταυτόχρονα αγάμητη και πουτάνα. Η χριστιανική αγάπη, ευγένεια, ηθική και ευπρέπεια σε όλο τους το μεγαλείο.

Πρόκειται για μια παμπάλαια κοινωνική συνταγή, που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά σαν το καλό σερβίτσιο της γιαγιάς. Μόνο που κάθε εποχή προσθέτει το δικό της πιατάκι. Στα «μη φοράς αυτό», «μη χαμογελάς έτσι», «μη γυρίζεις αργά», «μη δίνεις δικαιώματα», προστέθηκε αισίως και το «μη βάζεις τόσο ωραία φωτογραφία στο Facebook».

Η πρόοδος του πολιτισμού: από το μήκος της φούστας περάσαμε στην ανάλυση των pixels.

Έχουμε αναγάγει τη γυναικεία αυτοπροστασία σε ολόκληρη επιστήμη, με κανόνες, εξαιρέσεις, υποσημειώσεις και οδηγίες χρήσεως. Ένα ατελείωτο εγχειρίδιο αυτολογοκρισίας, που ανανεώνεται διαρκώς για να συμβαδίζει πλέον και με την τεχνολογία. Μόνο που, μέσα σε όλη αυτή την εκπαιδευτική υπερπαραγωγή, δεν βρέθηκε ούτε μία διδακτική ώρα για εκείνους που προκαλούν το πρόβλημα. Το μάθημα του στοιχειώδους σεβασμού, προφανώς, δεν περιλαμβάνεται στην εξεταστέα ύλη.

Εγώ προφανώς και θα προσέχω. Όπως προσέχω όταν διασχίζω τον δρόμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι, αν κάποιος παραβιάσει το κόκκινο και με πατήσει, θα συζητάμε αν φορούσα αρκετά φωσφοριζέ ρούχα.

Δεν σκοπεύω να μικρύνω ώστε να χωράω στις προσδοκίες μιας χούφτας αγνώστων.

Δεν θέλω να ζω σε μια κοινωνία που διδάσκει στις γυναίκες πώς να μη γίνονται στόχοι.

Θέλω να ζω σε μια κοινωνία που διδάσκει στους άνδρες ότι οι γυναίκες δεν είναι στόχοι.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Από τον Ντόριαν Γκρέι στην Ελεονώρα Μελέτη: Μια ματαιοδοξία δρόμος.



Ο Όσκαρ Ουάιλντ έγραψε κάποτε στο Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι πως «το μόνο χειρότερο από το να μιλούν για σένα είναι να μη μιλούν καθόλου».

Από τη βικτωριανή ματαιοδοξία του Ουάιλντ στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία, όπου η αγανάκτηση μπορεί να γίνει διαφημιστικό εργαλείο, μεσολάβησαν κάτι λιγότερο από εκατόν πενήντα χρόνια. Και ουκ ολίγοι πολιτικοί έχουν εντρυφήσει στην τέχνη να κάνουν τον κόσμο να τους συζητά, γνωρίζοντας ότι η ευφυΐα, η ορθοκρισία και η στοιχειώδης σοβαρότητα αποτελούν εντελώς προαιρετικά προσόντα.

Μπορείς κάλλιστα να πεις και μια χοντρομαλακία.

Όπως η Ελεονώρα Μελέτη, που ένιωσε την ανάγκη να συμπαρασταθεί και να υπερασπιστεί τους κατατρεγμένους εργοδότες που εκβιάζονται από μερικούς κακούς εργαζόμενους. Πώς τώρα εκβιάζονται, δεν μας το εξήγησε. Γιατί στον ιδιωτικό τομέα μονιμότητα δεν υπάρχει, οπότε, αν δεν σου κάνει ο Μάκης για τη δουλειά του αποθηκάριου και αφήνει τις κούτες σε άλλα ράφια, μπορείς να τον απολύσεις, μάνα μου. Αν πάλι θεωρείς τη χορήγηση αδειών ασθένειας ή την πληρωμή των υπερωριών εκβιασμό, οκέι, διάλεξες τη σωστή μπλε ακρίδα να σε εκπροσωπεί.

Βέβαια, η Μελέτη αναφέρθηκε και στα προβλήματα των εργαζομένων. Αλλά ποιος έχει την πολυτέλεια να ασχολείται με τέτοιες επουσιώδεις λεπτομέρειες; Το θέμα είναι ότι όλοι συζητάμε τη δήλωσή της και κάπως έτσι η πολιτική της παρουσία απέκτησε ακόμη ένα δεκαπεντάλεπτο δημοσιότητας.

Πολύ πριν από τη Μελέτη, ο Άδωνις Γεωργιάδης είχε προτείνει, όπως τον θυμάμαι να λέει προ αμνημονεύτων ετών στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, να στηθεί άγαλμα στον Άγνωστο Επιχειρηματία. Διότι, όπως ο Άγνωστος Στρατιώτης έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα, έτσι κι ο επιχειρηματίας δίνει καθημερινά τον δικό του υπέρ πάντων αγώνα, αντιμέτωπος με τα αχάριστα δουλάκια που μισθοδοτεί, τη Λερναία Ύδρα του ΕΦΚΑ, την εφορία και τη νομοθεσία που, γαμώτο, θεωρητικά ισχύει για όλους. Και είναι πια καιρός το έθνος να αποτίσει τον προσήκοντα φόρο τιμής. Αδριάντα 20 μέτρα πρέπει να στήσουμε. Τουλάχιστον.

Και προσφάτως εμπλουτίστηκε η γαλάζια ορνιθοπανίδα με έναν ακόμη νεοδημοκρατικό μπούφο. Τον βουλευτή Πιερίας, Σπύρο Κουλκουδίνα, που μας ενημέρωσε ότι «η γεμάτη λεωφόρος Συγγρού» και η κίνηση στους δρόμους αποτελούν δείκτες οικονομικής αντοχής. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτού του τιτάνα της οικονομικής σκέψης, αν οι άνθρωποι δεν αντέχουν δέκα ευρώ βενζίνη, μπορούν να χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Καλά, μπορούν να πάνε και με γαϊδούρια, βρε αδελφέ. Οραματίσου την ειδυλλιακή εικόνα: στη θέση των πρατηρίων καυσίμων και των φορτιστών ηλεκτρικών οχημάτων, παχνιά με σανό και γούρνες με νερό. Ο Ντόριαν θα ένιωθε πολύ οικεία με αυτό το σκηνικό!

Ένα πράγμα, πάντως, πέτυχε αυτή η περισπούδαστη οικονομική ανάλυση: έβγαλε τον εμπνευστή της από την πολιτική αφάνεια. Πριν, κανείς μας δεν τον ήξερε τον τύπο, πλην των ψηφοφόρων του. Που και γι' αυτούς δεν είμαι απολύτως σίγουρη ότι τον θυμούνταν.

Έχουμε φυσικά και τη σοφτεξολάγνα Σοφία Βούλτεψη, που δεσπόζει εδώ και χρόνια στο πάνθεον των πολιτικών τηλεοπτικών ευτράπελων. Δεν έχει καταφέρει ακόμη να καταλάβει το απόρθητο φρούριο της αδωνικής πρωτοκαθεδρίας, αλλά η προσπάθειά της είναι αξιομνημόνευτη. Το τι ακριβώς έχει προσφέρει στην πολιτική ζωή του τόπου παραμένει μυστήριο αντάξιο των άλυτων υποθέσεων του Σέρλοκ Χολμς. Η ύπαρξή της, όμως, είναι ουσιώδης. Ειδικά για τη σάτιρα... και τη δημοτικότητα της Νέας Δημοκρατίας.

Γιατί η φράση του Όσκαρ Ουάιλντ, που σε παράφραση σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρνητική δημοσιότητα, αποδεικνύεται κι από τις κοινωνικές επιστήμες. Το 2017, ο William Brady και οι συνεργάτες του έδειξαν ότι το ηθικά φορτισμένο συναίσθημα ενισχύει τη διάδοση πολιτικών μηνυμάτων στα κοινωνικά δίκτυα. Η αγανάκτηση λειτουργεί, δηλαδή, σαν επικοινωνιακός πολλαπλασιαστής, εκτοξεύοντας μια δήλωση πολύ πέρα από το αρχικό της ακροατήριο. Μια άλλη μελέτη, το 2018, ανέδειξε πόσο ευνοεί η έκπληξη τη διάδοση του ψευδούς και του ασυνήθιστου.

Δεν σημαίνει ότι κάθε προκλητική δήλωση είναι προσχεδιασμένη. Συχνά οι δηλώσεις γίνονται από στόματα που βρίσκονται σε ακατοίκητα κρανία. Όταν, όμως, εξοργιζόμαστε, μπορεί, εν αγνοία μας, να αναλάβουμε αμισθί την επικοινωνιακή προώθηση του εμπνευστή μιας επικής μπαρούφας. Η είδηση αναπαράγεται με ρυθμούς επιδημίας, μολύνοντας κάθε διαθέσιμο μέσο ενημέρωσης. Δίκτυο, σόσιαλ, σάιτ, τύπο, τηλεόραση, ραδιόφωνο. Και ο βλάκας γίνεται viral. Και πλέον μιλούν όλοι γι' αυτόν. Ευτυχισμένο το είδωλο στον καθρέπτη.

Το πρόβλημα είναι ότι η συλλογική μας μνήμη εξακολουθεί να πάσχει από επιλεκτική αμνησία.

Ζήσαμε μνημόνια που θα σκίζονταν, επιδόματα που εξατμίστηκαν στον πυρετό του πληθωρισμού προτού προλάβουν να αγγίξουν τις τσέπες μας και υποσχέσεις που περιμένουν στην ουρά.

Εξακολουθούμε να θέλουμε άρτον και θεάματα, κι ας μην έχουμε ούτε φακές να γεμίσουμε το πιάτο.

Άσε που φακές χωρίς φέτα δεν λένε. Και η φέτα κοντεύει να γίνει είδος πολυτελείας.

Δεν πειράζει.

Θα τρώμε μπελούγκα.

Και θα παρακολουθούμε τους πολιτικούς μας να συζητούν τα προβλήματα της ελίτ.


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Από το Ράιχσταγκ στο cockpit — ή πώς ο σιωνισμός αντιγράφει το ξαδελφάκι του, τον ναζισμό.



Είναι πρωί. Ένα Boeing 737 της Flydubai πετάει από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ. Μια απολύτως συνηθισμένη πτήση. Εκατόν εβδομήντα τέσσερις άνθρωποι μέσα σε έναν μεταλλικό σωλήνα, δέκα χιλιάδες μέτρα πάνω από τη γη, κάνουν αυτό που κάνουμε όλοι στα αεροπλάνα: κοιμούνται, χαζεύουν οθόνες, τρώνε, πίνουν καφέ, συζητούν και περιμένουν να φτάσουν.

Και ξαφνικά εμφανίζεται ο κακός στο πλάνο.

Γιατί κάθε καλή ιστορία χρειάζεται έναν κακό.

Ο κακός στην ιστορία αυτή είναι ο συγκυβερνήτης, ο οποίος επιτίθεται στον πιλότο με μαχαίρι μέσα στο κόκπιτ και τον τραυματίζει σοβαρά. Εν μέσω πάλης και μαχαιρωμάτων, ο αιμόφυρτος πιλότος καταφέρνει να ανοίξει από μέσα την πόρτα του πιλοτηρίου με αποτέλεσμα δράστης και πιλότος να καταλήξουν πεσμένοι στην είσοδό του.

Κάπου εδώ η ταινία αρχίζει να θυμιζει το Speed, μόνο που αντί σε λεωφορείο είμαστε σε αεροπλάνο και στον ρόλο του Keanu Reeves είναι ένας ισραηλινός υδραυλικός που σώζει την κατάσταση, ο οποίος χωρίς να έχει την σωματοδομή του Ράμπο, καταφέρνει να αφοπλίσει και να  ακινητοποιήσει τον δράστη σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Ενταξει. Συμβαίνουν και ηρωικά πράγματα στη ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιδρούν ψύχραιμα σε ακραίες καταστάσεις.

Μόνο που το αεροπλάνο στο μεταξύ πέφτει. Με τη μύτη προς τα κάτω. Ταχύτατα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που κυκλοφόρησαν, χάνει περίπου 17.000 πόδια μέσα σε περίπου ένα λεπτό,  αναπτύσσοντας τεράστιες δυνάμεις εντός της καμπίνας όπου λογικά γίνεται της κακομοίρας.

Θα περίμενε λοιπόν κάθε λογικός άνθρωπος που ξέρει στοιχειώδη φυσική, ότι άνθρωποι, κινητά, τσάντες, καφέδες και ό,τι άλλο δεν είναι βιδωμένο στο πάτωμα έχει αποκτήσει μια... ανεξάρτητη σχέση με τη βαρύτητα σε αυτά τα δραματικά δευτερόλεπτα. Κι όμως, στις εικόνες που είδαμε από το εσωτερικό του αεροπλάνου, όλα ήταν πλήρως τακτοποιημένα και τα ποτηράκια παρέμειναν όρθια στα τραπεζάκια τους.

Ψύχραιμα τα ποτήρια.

Προφανώς δεν έβλεπαν Mayday.

Γιατί ο ήρωας μας έβλεπε.

Προλαβαίνει λοιπόν να αφοπλίσει τον δράστη, να μπει στο πιλοτήριο και επειδή, σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, ήταν λάτρης της τηλεοπτικής σειράς που ερευνά αεροπορικά ατυχήματα και δυστυχήματα Mayday, αποφασίζει  ότι ήρθε επιτέλους η ώρα να αξιοποιήσει όλη αυτή τη γνώση.

Εγώ βλέπω House εδώ και χρόνια, αλλά αν κάποιος καταρρεύσει μπροστά μου δεν θα τολμήσω να του κάνω τραχειοτομή.

Ο άνθρωπος μας όμως μπαίνει στο πιλοτήριο και καταφέρνει να επαναφέρει το αεροσκάφος.

Μόνος.

Ένα επιβατικό αεροπλάνο που, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, έχει χάσει χιλιάδες πόδια μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Κι εδώ αρχίζω να έχω μια μικρή απορία.

Πότε ακριβώς πρόλαβαν να συμβούν όλα αυτά;

Γιατί μέσα στο χρονικό διάστημα της απότομης απώλειας ύψους πρέπει ο πιλότος να δεχτεί την επίθεση, να μαχαιρωθεί, να ανοίξει την πόρτα, να βγουν ή να πέσουν έξω από το πιλοτήριο αυτός και ο δράστης, να αντιληφθεί ο επιβάτης τι συμβαίνει, να ορμήσει στον δράστη, να τον ακινητοποιήσει, να καταλάβει ότι πλέον έχουμε κι ένα δεύτερο μικρό προβληματάκι —πέφτει το γαμημένο αεροπλάνο— να μπει στο cockpit, να καταλάβει τι βλέπει μπροστά του και να αναλάβει τον έλεγχο.

Δεν ξέρω.

Μπορεί.

Εγώ πάντως τόση ώρα θέλω για να πάω από το δωμάτιο μου στην κουζίνα του σπιτιού μου για να δω τι έχει το ψυγείο, περπατώντας σε όρθια στάση πάνω σε οριζόντιο δάπεδο, υπό την επίδραση της κανονικής βαρύτητας 1g.

Αλλά ας πάει κι αυτό το παλιάμπελο.

Το επανέφερε ο υδραυλικός το αεροπλάνο. Το δέχομαι.

Ποιος το προσγειώνει όμως;;;;;;;;

Νέο plot twist: όλως τυχαίως, ανάμεσα στους επιβάτες υπάρχουν και δύο πιλότοι.

Διότι, αφού ο υπερήρωας-ράμπο-τηλεκπαιδευμένος πιλότος έκανε το δύσκολο κομμάτι, χρειαζόμαστε και ανθρώπους με κανονική άδεια πιλότου για το φινάλε.

Μπαίνουν λοιπόν κι αυτοί στο cockpit, αναλαμβάνουν το αεροπλάνο και το προσγειώνουν με ασφάλεια.

Τίτλοι τέλους.

Χειροκρότημα.

Μόνο που έχουμε και φωτογραφίες του ήρωα. Με αίματα στις κάλτσες, αλλά —τουλάχιστον στις εικόνες που κυκλοφόρησαν— χωρίς αντίστοιχη εικόνα στα παπούτσια.

Και κάπου εδώ περιμένω να εμφανιστεί ο Σπίλμπεργκ και να πει:

«Ρε παιδιά, λίγο παρατραβηγμένο δεν είναι;»

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα τέτοιο περιστατικό αποκλείεται να συνέβη. Ούτε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος αποκλείεται να επέδειξε πραγματικό θάρρος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα πραγματικό γεγονός αποκτά τόσο γρήγορα τέλεια δραματουργία.

Έναν κακό.

Έναν ήρωα.

Ένα αεροπλάνο γεμάτο αθώους.

Έναν τραυματισμένο πιλότο.

Μια σχεδόν βέβαιη καταστροφή.

Και τον απλό πολίτη που, την κρίσιμη στιγμή, μεταμορφώνεται σε υπεράνθρωπο και σώζει τους πάντες.

Και δύο πιλότους επιβάτες.

Πολύ καλό.

Υπερβολικά καλό.

Και τότε αρχίζει για μένα το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: πού τελειώνει το γεγονός και πού αρχίζει η κατασκευή του αφηγήματος;

Οι πραγματικές ιστορίες έχουν ένα ελάττωμα.

Είναι συνήθως μπάχαλο.

Γι' αυτό και με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο ποιος χρειάζεται αυτή την ιστορία και γιατί τη χρειάζεται τώρα.

Ο Νετανιάχου έχει επενδύσει πολιτικά επί δεκαετίες στην εικόνα του ανθρώπου που προστατεύει το Ισραήλ από έναν κόσμο γεμάτο εχθρούς. Και όταν ένας ηγέτης χρειάζεται ξανά συσπείρωση, όταν η δημοτικότητά του δοκιμάζεται και οι εκλογές πλησιάζουν, ένας κακός που επιτίθεται κι ένας ηρωικός Ισραηλινός που σώζει δεκάδες ζωές είναι σχεδόν υπερβολικά βολική ιστορία.

Ο Νετανιάχου, αν μη τι άλλο, φαίνεται να έχει μελετήσει πολύ καλά τον Χίτλερ. Όχι με τη γελοία έννοια ότι έχει την αφίσα του στο υπνοδωμάτιό του, αλλά με την πολύ πιο σκοτεινή έννοια: έχει καταλάβει εξαιρετικά καλά πώς χρησιμοποιείται πολιτικά ο φόβος. Πώς κατασκευάζεται ένας μόνιμος εχθρός. Πώς συσπειρώνεται ένας λαός γύρω από τον ηγέτη που υπόσχεται να τον προστατεύσει. Πώς ένα πραγματικό γεγονός παύει να είναι απλώς γεγονός και γίνεται αφήγημα.

Και ναι, ο εθνικιστικός, επεκτατικός σιωνισμός είναι ιδεολογικό πρωτοξαδέλφι του ναζισμού.  Όταν αρχίζεις να χωρίζεις ανθρώπους σε «εμάς» και «αυτούς», να αποδίδεις διαφορετική αξία και διαφορετικά δικαιώματα ανάλογα με την εθνότητα, την καταγωγή και την γη και να θεωρείς ότι η επιβίωση του δικού σου λαού δικαιολογεί σχεδόν οτιδήποτε συμβεί στον άλλο, η συγγένεια των δυο ιδεολογιών βγάζει μάτι.

Και γι' αυτό μου έρχεται αναπόφευκτα στο μυαλό το Ράιχσταγκ.

Όχι επειδή γνωρίζω ότι κάποιος «έστησε» το περιστατικό του αεροπλάνου. Δεν το γνωρίζω. Όπως άλλο πράγμα είναι το ποιος έβαλε τη φωτιά στο Ράιχσταγκ κι άλλο —ιστορικά απολύτως ουσιώδες— το πώς ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τη φωτιά.

Αυτό ακριβώς είναι που με ενδιαφέρει.

Όχι μόνο αν κάτι συνέβη.

Αλλά ποιος το αφηγείται, πώς το αφηγείται, τι παραλείπει και κυρίως τι κερδίζει από την αφήγηση.

Γιατί αν όντως ένα αεροπλάνο έχασε 17.000 πόδια, ένας πιλότος μαχαιρώθηκε, ένας επιβάτης πάλεψε με τον δράστη, τον ακινητοποίησε, μπήκε στο πιλοτήριο, θυμήθηκε τα επεισόδια του Mayday, επανέφερε μόνος του το αεροσκάφος και στη συνέχεια εμφανίστηκαν ως από μηχανής θεοί δύο πιλότοι για να το προσγειώσουν, ενώ τα ποτήρια παρέμεναν ατάραχα στα τραπεζάκια τους...

Εγώ θα κρατήσω μια πισινή.

Και το House.

Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να το παίξω γιατρός κι εγώ.

Η επιλεκτική ευαισθησία της Δικαιοσύνης: Από την Τουλουπάκη στον Μίχο και στα Τέμπη.

Υπάρχει μια φράση που ακούμε κάθε φορά που η κοινωνία εξοργίζεται με μια δικαστική απόφαση, μια εισαγγελική πρόταση ή έναν χειρισμό που μοιάζει ακατανόητος: «Η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη».

Και έτσι πρέπει. Ή θα έπρεπε.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι από τα τελευταία πράγματα που θα έπρεπε να θέλει κανείς να πειράξει σε μια δημοκρατία. Ο δικαστής δεν μπορεί να αποφασίζει κοιτάζοντας δημοσκοπήσεις, ούτε ο εισαγγελέας να προτείνει καταδίκες επειδή το αλαλάζον πλήθος έξω από το δικαστήριο αυτό απαιτεί.

Μόνο που ανεξαρτησία δεν σημαίνει ασυλία από την κριτική. Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει ότι κάθε πράξη ενός δικαστικού λειτουργού καθαγιάζεται αυτομάτως ως «νομική ερμηνεία» και κάθε ερώτημα γι' αυτήν συνιστά επίθεση στους θεσμούς. Δεν είναι δα και το αλάθητο του Πάπα.

Γιατί η Δικαιοσύνη δεν είναι απλά εξουσία. Έχει εξουσία.

Μπορεί να σου στερήσει την ελευθερία, να σου πάρει το παιδί, να αποφασίσει αν μια καταγγελία αξίζει να ερευνηθεί, αν μια σορός αξίζει να εξεταστεί ξανά, αν ένας άνθρωπος θα καθίσει στο εδώλιο ή αν μια υπόθεση θα μπει στο αρχείο. Μπορεί, με δυο λόγια, να αποφασίσει ποια αλήθεια αξίζει να αναζητηθεί και μέχρι πού.

Ακριβώς γι' αυτό η ανεξαρτησία της δεν μπορεί να σημαίνει ανεξέλεγκτη εξουσία.

Το γράμμα του νόμου και η αναζήτηση της αλήθειας

Στα Τέμπη, συγγενείς θυμάτων ζήτησαν επανειλημμένα εκταφές για να γίνουν εξετάσεις που θεωρούσαν κρίσιμες για τη διερεύνηση των αιτίων θανάτου.

Απορρίφθηκαν. Ξανά και ξανά. Και μετά ξανά.

Έλα όμως που όταν ο Πάνος Ρούτσι έστησε το αντίσκηνό του στο Σύνταγμα, ξεκίνησε απεργία πείνας και το αίτημά του δημιούργησε κοινωνική αναταραχή και ενόχλησε τους ανέμελους τουρίστες, η εκταφή τελικά έγινε δεκτή. Έστω αρχικά μόνο για την ταυτοποίηση DNA.

Για τις τοξικολογικές εξετάσεις; Όχι.

Γιατί υπήρχαν διαδικασίες, αρμοδιότητες, μια ανάκριση που είχε κλείσει και μια σειρά από νομικά επιχειρήματα για το τι μπορούσε και τι δεν μπορούσε πλέον να γίνει. Πράγματα που ο μέσος πολίτης δεν καταλαβαίνει. Και, μεταξύ μας, δικαίως δεν τα καταλαβαίνει. Διότι ο πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για να αναρωτηθεί γιατί ένας πατέρας δεν μπορεί να εξετάσει τη σορό του παιδιού του για να μάθει από τι πέθανε.

Και τότε συνέβη κάτι μαγικό.

Βρέθηκε ο τρόπος.

Ανασύρθηκε παλαιότερη δικογραφία από το αρχείο, άνοιξε νέα προκαταρκτική εξέταση και ο νόμιμος δρόμος, που μέχρι τότε έμοιαζε κλειστός, άνοιξε ώστε να πραγματοποιηθούν τοξικολογικές εξετάσεις χωρίς να ξανανοίξει η κύρια ανάκριση.

Νόμιμα όλα. Και πριν και μετά. Θαύμα.

Μόνο που εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Αν ο δρόμος υπήρχε, γιατί έπρεπε να φτάσει ένας πατέρας σε απεργία πείνας και μια κοινωνία στα κάγκελα για να τον ανακαλύψει η Δικαιοσύνη; Και αν η ίδια η διαδικασία μπορεί να προσφέρει λύση όταν υπάρχει αρκετή πίεση, τότε μήπως προηγουμένως το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν μπορούσε, αλλά ότι κανείς δεν αισθανόταν ιδιαίτερη ανάγκη να ψάξει πώς θα μπορούσε;

Ο ρόλος της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να εξαντλείται στο να μας εξηγεί γιατί δεν γίνεται να αναζητήσουμε ένα αποδεικτικό στοιχείο. Οφείλει να εξαντλεί πρώτα τις δυνατότητες του νόμου για να βρει την αλήθεια.

Ο νόμος είναι εργαλείο της Δικαιοσύνης.

Δεν είναι άλλοθι.

Η επιλεκτική ευαισθησία 

Το 2017 συνελήφθη η Πόλα Ρούπα. Μαζί της βρισκόταν ο εξάχρονος γιος της με τον Νίκο Μαζιώτη.

Οι γονείς του κατηγορούνταν για εξαιρετικά σοβαρά αδικήματα. Το παιδί όμως δεν κατηγορούνταν για τίποτα. Μικρή αλλά μάλλον σημαντική λεπτομέρεια.

Κι όμως, με εντολή της εισαγγελέως Ανηλίκων Μαρίας-Ελένης Νικολού, το εξάχρονο παιδί βρέθηκε στο παιδοψυχιατρικό τμήμα του Παίδων αντί να παραδοθεί άμεσα στους συγγενείς που το ζητούσαν. Ήταν φρουρούμενο λες και ήταν ο Πάσσαρης και η επικοινωνία του με τρίτους τελούσε υπό εισαγγελικό έλεγχο. Οι γονείς του μίλησαν για «εγκλεισμό» και «απομόνωση».

Μπορεί κάποιος να βρει όλες τις θεσμικές λέξεις που χρειάζονται για να περιγράψει αυτή την κατάσταση. «Προσωρινή επιμέλεια». «Προστασία ανηλίκου». «Παιδοψυχιατρική παρακολούθηση». 

Για ένα εξάχρονο παιδί, όμως, υπάρχει και μια απλούστερη περιγραφή: η μαμά και ο μπαμπάς εξαφανίστηκαν, η γιαγιά δεν μπορούσε να το πάρει και το ίδιο βρέθηκε φυλακισμένο στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.

Το παιδί δεν γνωρίζει από νομικούρες. Γνωρίζει απλά την αίσθηση της ανασφάλειας.

Μερικά χρόνια αργότερα, η ίδια εισαγγελική λειτουργός καταγγέλθηκε για τον χειρισμό μιας ακόμη υπόθεσης ανηλίκου. Αυτή τη φορά ενός 11χρονου, μέσα σε μια σύγκρουση επιμέλειας και καταγγελίες του παιδιού για κακοποίηση από τον πατέρα του. Σύμφωνα με την αναφορά που κατατέθηκε σε βάρος της, το παιδί οδηγήθηκε —πάλι— σε παιδοψυχιατρική κλινική και ζητήθηκε παρέμβαση που θα βοηθούσε στην προσαρμογή του στην κατοικία του πατέρα. Ήθελε, δηλαδή, η εισαγγελέας με το στανιό το θύμα να συγκατοικεί με τον κακοποιητή του.

Δεν γνωρίζουμε αν οι καταγγελίες αυτές οδήγησαν σε πειθαρχική καταδίκη της εισαγγελέως.

Αλλά εδώ δεν δικάζουμε τη συγκεκριμένη εισαγγελέα. Αν και ίσως θα έπρεπε.

Ρωτάμε κάτι πολύ πιο ενοχλητικό: πόση βία μπορεί να ασκήσει ένας θεσμός σε ένα παιδί στο όνομα του «συμφέροντος του παιδιού» προτού αναρωτηθεί αν η θεραπεία που επέλεξε είναι τραυματικότερη από την ασθένεια που υποτίθεται ότι θεραπεύει;

Και κυρίως: γιατί αυτή η θεσμική αυστηρότητα φαίνεται να αποκτά παράξενες διακυμάνσεις όταν αλλάζει ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι στο παιδί;

Ένας «έρωτας» με ένα δωδεκάχρονο παιδί

Το 2024 η ίδια εισαγγελέας βρέθηκε στην έδρα της δίκης για τη 12χρονη του Κολωνού.

Ο Ηλίας Μίχος υποστήριζε ότι είχε «ερωτική σχέση» με το παιδί. Η εισαγγελική πρόταση ζήτησε την απαλλαγή του από την κατηγορία του βιασμού. Επιστρατεύτηκε ακόμη και η «πραγματική πλάνη» ως προς την ηλικία: η πιθανότητα, δηλαδή, ο ενήλικος άνδρας να πίστευε ότι το παιδί ήταν μεγαλύτερο.

Και κάπου εδώ η γλώσσα αρχίζει να κάνει θαύματα.

Ένας ενήλικος κλείνει σε ένα δωδεκάχρονο παιδί ραντεβού με άνδρες επί πληρωμή, το ίδιο παιδί με το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει «ερωτική σχέση», και η νομική σκέψη καταφέρνει να ανακαλύψει χώρο για έρωτες, πλάνες, αμφιβολίες και ελαφρύτερους χαρακτηρισμούς. Η γλώσσα, άλλωστε, είναι βολικό πράγμα: αν βρεις τις σωστές λέξεις, μέχρι και η φρίκη μπορεί να αποκτήσει νομική κομψότητα.

Το δικαστήριο, ευτυχώς, δεν ακολούθησε την πρόταση.

Καταδίκασε τον Μίχο για βιασμό.

Δεν υποστηρίζω ότι ένας εισαγγελέας οφείλει να καταδικάζει όποιον η κοινωνία έχει ήδη καταδικάσει. Το ακριβώς αντίθετο. Αν δεν πείθεται από τα στοιχεία, οφείλει να προτείνει αθώωση ακόμη κι αν ολόκληρη η χώρα περιμένει έξω από την αίθουσα για να τον λιντσάρει. Αυτή είναι η ανεξαρτησία που πρέπει να υπερασπιστούμε.

Αλλά είναι δύσκολο να μην παρατηρήσεις την αντίθεση.

Απέναντι σε ένα εξάχρονο παιδί, το κράτος μπορεί να είναι αμείλικτο στο όνομα της προστασίας του. Απέναντι σε ένα 11χρονο μπορεί, σύμφωνα με τις καταγγελίες, να θεωρεί θεραπευτικό να το προετοιμάσει για την επιστροφή στον πατέρα που το ίδιο καταγγέλλει. Και απέναντι στον ενήλικο άνδρα που κατηγορείται για τον βιασμό ενός δωδεκάχρονου, ξαφνικά εμφανίζεται όλη η λεπτότητα, όλη η κατανόηση και όλη η ευαισθησία της νομικής ερμηνείας.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι αυστηρή ή επιεικής.

Είναι με ποιον είναι αυστηρή και με ποιον ανακαλύπτει την επιείκειά της.

Και ύστερα υπάρχει η Τουλουπάκη

Η Ελένη Τουλουπάκη ήταν επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς και ερεύνησε την υπόθεση Novartis, μαζί με πολιτικά πρόσωπα.

Και κάποια στιγμή η εισαγγελέας που ερευνούσε βρέθηκε η ίδια ερευνώμενη.

Ακολούθησαν καταγγελίες, έρευνες, ποινική δίωξη και τελικά παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο. Στο μεταξύ, καταργήθηκε και η Εισαγγελία Διαφθοράς, της οποίας προΐστατο, και ενσωματώθηκε σε νέα εισαγγελική δομή.

Δεν χρειάζεται να δεχτεί κανείς τον ισχυρισμό της Τουλουπάκη ότι υπήρξε οργανωμένη επιχείρηση εξόντωσής της. Αρκεί να κοιτάξει το τέλος της ιστορίας.

Οι βαρύτερες κατηγορίες που είχαν συνδεθεί δημόσια με τον τρόπο που διερεύνησε τη Novartis δεν έφτασαν καν στο ακροατήριο. Παραπέμφθηκε τελικά για ένα πολύ συγκεκριμένο ζήτημα, την καθυστέρηση διαβίβασης στη Βουλή αναφοράς που αφορούσε τον Παναγιώτη Κουρουμπλή. Και το Ειδικό Δικαστήριο την αθώωσε ομόφωνα.

Εδώ η Δικαιοσύνη δεν έδειξε καμία δυσκολία να ερευνήσει τη Δικαιοσύνη. Δεν κρύφτηκε πίσω από το επιχείρημα ότι ένας εισαγγελέας έχει ανεξάρτητη δικανική κρίση. Ο μηχανισμός λογοδοσίας λειτούργησε. Και λειτούργησε μέχρι τέλους.

Καλώς.

Το πρόβλημα είναι γιατί δεν τον βλέπουμε να λειτουργεί πάντοτε με την ίδια προθυμία. Φαίνεται πως και η θεσμική εγρήγορση έχει τις προτιμήσεις της.

Πότε η «ανεξάρτητη δικανική κρίση» είναι ασπίδα και πότε γίνεται αντικείμενο ποινικής έρευνας; Πότε ένα αμφιλεγόμενο εισαγγελικό έργο αποτελεί θεμιτή άσκηση δικαστικής ανεξαρτησίας και πότε γεννά έναν ολόκληρο μηχανισμό διερεύνησης του ίδιου του εισαγγελέα;

Και μήπως τελικά η περίφημη ανεξαρτησία δεν κινδυνεύει μόνο όταν η πολιτική εξουσία τηλεφωνεί σε έναν δικαστή για να του πει τι θα αποφασίσει;

Κινδυνεύει και όταν ο δικαστής ξέρει ποιον είναι ασφαλές να ερευνήσει και ποιον όχι.

«Να έχετε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη»

Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο από όλα.

Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω, η απάντηση είναι περίπου η ίδια: να έχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Σχεδόν σαν να πρόκειται για πίστη και όχι για θεσμό.

Μόνο που η εμπιστοσύνη δεν είναι θεσμική υποχρέωση του πολίτη.

Κερδίζεται.

Και στην Ελλάδα υπάρχει πλέον μετρήσιμο πρόβλημα: σε έρευνα του ΟΟΣΑ, μόλις 39% των Ελλήνων δήλωσε το 2025 ότι εμπιστεύεται τα δικαστήρια.

Ίσως, λοιπόν, κάνουμε λάθος ερώτηση.

Αντί να αναρωτιόμαστε γιατί οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε:

Τι έχει κάνει η Δικαιοσύνη για να αξίζει την εμπιστοσύνη τους;

Δεν αποκτά κύρος ένας θεσμός επειδή απαιτεί σεβασμό. Ούτε επειδή κάθε κριτική εναντίον του βαφτίζεται λαϊκισμός, θεσμική εκτροπή ή επίθεση στην ανεξαρτησία του.

Κύρος αποκτά όταν μπορείς να τον αμφισβητήσεις και έχει απαντήσεις.

Όταν εξηγεί τις αποφάσεις του χωρίς να οχυρώνεται πίσω από νομικίστικα τερτίπια. Όταν διορθώνει τα λάθη του πριν χρειαστεί μια κοινωνία να βγει στον δρόμο. Όταν ελέγχει τους λειτουργούς του χωρίς να τους προστατεύει επειδή είναι «δικοί του», αλλά και χωρίς να τους συντρίβει όταν γίνονται ενοχλητικοί. Όταν επιδεικνύει απέναντι στον ισχυρό την ίδια αποφασιστικότητα που επιδεικνύει απέναντι στον αδύναμο.

Γιατί πίσω από όλα αυτά υπάρχουν ένα εξάχρονο που θέλει τη γιαγιά του, ένα 11χρονο που λέει ότι φοβάται τον πατέρα του, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που κάποιοι κατάφεραν να χωρέσουν στην ίδια πρόταση με τη λέξη “έρωτας”, ένας πατέρας που θέλει, πολύ απλά, να μάθει από τι πέθανε το παιδί του και μια κοινωνία που δεν ζητά από τη Δικαιοσύνη να της κάνει το χατίρι.

Ζητά κάτι πολύ πιο δύσκολο.

Να την πείσει ότι ο νόμος εφαρμόζεται με το ίδιο μέτρο σε όλους και ότι η αναζήτηση της αλήθειας προηγείται της προστασίας του ίδιου του συστήματος.

Αν δεν μπορεί να την πείσει γι' αυτό, τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες έχασαν την πίστη τους στη Δικαιοσύνη.

Το πρόβλημα είναι ότι η Δικαιοσύνη έχασε την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Δικαιοσύνη made in the USA: Σκοτώνουμε τους δολοφόνους γιατί το να σκοτώνεις είναι κακό




Έμαθε τη γεύση του αλκοόλ από όταν ήταν ακόμη έμβρυο.

Ήταν μικρό κορίτσι όταν διδάχθηκε τι σημαίνει σεξουαλική κακοποίηση.

Και στα 11 έμαθε τι σημαίνει να σε προδίδουν.

Τη βίασε ο γείτονας, αλλά κανείς δεν την πίστεψε. 

Κι εκείνη ήταν υποχρεωμένη να τον βλέπει κάθε μέρα στον δρόμο προς το σχολείο.

Έμαθε τι σημαίνει φόβος, εγκατάλειψη, ανημπόρια.

Κι όπως συμβαίνει συχνά σε ανθρώπους που έχουν μάθει να ζουν ως θύματα, στα 17 της βιάστηκε ξανά.

Μέχρι τα δεκαοκτώ της, είχε μάθει με αρκετή συνέπεια τρία πράγματα: ότι οι άνθρωποι μπορούν να σου κάνουν φρικτά πράγματα, ότι εκείνοι που υποτίθεται πως σε προστατεύουν μπορεί απλώς να κοιτάζουν και ότι οι θύτες δεν τιμωρούνται απαραιτήτως.

Δικαιώθηκε;

Όχι.

Την πρόδωσαν οι άνθρωποι που όφειλαν να την προστατεύσουν. Την πρόδωσαν οι θεσμοί που είδαν τα σημάδια και δεν έκαναν αρκετά.

Και τι ακριβώς περιμένουμε να βγει κάποτε από ένα παιδί που το μόνο που έμαθε από τους ανθρώπους ήταν πόνος, βία, φόβος και εγκατάλειψη;

Αγάπη; Ενσυναίσθηση; Εμπιστοσύνη; Σεβασμός για τη ζωή και τον άλλον;

Έτσι λίγο αργότερα το θύμα έγινε θύτης.

Στα δεκαοκτώ της η Christa Pike συμμετείχε στον βασανισμό και τη δολοφονία της 19χρονης Colleen Slemmer. Το έγκλημα ήταν φρικιαστικό. Τελεία.

Η Colleen δεν έφταιγε σε τίποτε για όσα είχε υποστεί η Pike.

Όμως ένα παιδί μαθαίνει ότι μπορούν να του προκαλούν πόνο χωρίς να συμβαίνει απολύτως τίποτε. Οι δικοί του θύτες δεν τιμωρούνται. Κράτος, δικαιοσύνη, νόμοι, ποινές — όλα όσα υποτίθεται ότι υπάρχουν για να το προστατεύουν — αποτελούν στη ζωή του μια ηχηρή απουσία.

Δεν είναι παράλογο να αναρωτηθούμε αν, όταν έγινε η ίδια θύτης, πίστευε κάπου μέσα της ότι ούτε εκείνη θα τιμωρηθεί.

Μόνο που αυτή τη φορά το σύστημα λειτούργησε.

Και λειτούργησε εντυπωσιακά.

Το κορίτσι που δεν είχε καταφέρει να προστατεύσει ήταν πλέον αρκετά μεγάλο ώστε να μπορεί να το καταδικάσει.

Τώρα βρήκαμε ποιος είναι ο κακός. Και ο κακός είναι πλέον ενήλικος.

Η Pike καταδικάστηκε σε θάνατο.

Και εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον ιστορικό δεδομένο. Οι άλλοι άνθρωποι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο στο σύγχρονο Τενεσί για εγκλήματα που διέπραξαν στα 18 είδαν τις ποινές τους να μετατρέπονται σε ισόβια ή ακόμη ελαφρύτερες καταδίκες. Επιπλέον, εδώ και τρεις δεκαετίες, κανένας άλλος 18χρονος δεν έχει καταδικαστεί σε θάνατο στην πολιτεία μετά την Pike.

Για την Pike, όμως, τίποτε από αυτά δεν ίσχυσε. Για ακόμη μία φορά, η δικαιοσύνη και η ισονομία έμοιαζαν να μην την αφορούν. Η δική της νοητική και ψυχολογική κατάσταση, το ιστορικό της και, πολύ περισσότερο, η δυνατότητα θεραπείας και αναμόρφωσής της ως ενήλικης δεν στάθηκαν αρκετά για να αλλάξει η καταδίκη της.

Έτσι πέρασαν τριάντα χρόνια.

Τριάντα χρόνια είναι πολύς χρόνος να περιμένεις να σκοτώσεις κάποιον.

Η 18χρονη έγινε 50χρονη. Έλαβε ψυχιατρική θεραπεία. Σύμφωνα με τους δικηγόρους της, απέκτησε επίγνωση της πράξης της, εξέφρασε βαθιά μεταμέλεια και εξελίχθηκε σε άνθρωπο που βοηθούσε άλλες κρατούμενες.

Η θέση της υπεράσπισής της θα μπορούσε να συμπυκνωθεί σε μία πρόταση:

Η 18χρονη που καταδικάσατε δεν υπάρχει πια.

Και κάπου εδώ αρχίζει να με ενδιαφέρει λιγότερο η Christa Pike και περισσότερο εμείς. Οι καλοί, οι λογικοί, οι ηθικοί.

Τι ακριβώς θέλουμε από την ποινή; Ποιο είναι τελικά το νόημά της;

Αν θέλουμε να προστατεύσουμε την κοινωνία από έναν επικίνδυνο άνθρωπο, η Pike βρίσκεται ήδη στη φυλακή.

Αν θέλουμε αναμόρφωση, τότε θα έπρεπε τουλάχιστον να μας ενδιαφέρει αν αναμορφώθηκε.

Αν όμως δεν μας ενδιαφέρει ούτε το ένα ούτε το άλλο και θεωρούμε ότι πρέπει να πεθάνει επειδή πριν από τριάντα χρόνια βασάνισε και σκότωσε με πραγματικά ειδεχθή τρόπο ένα άλλο κορίτσι, τότε υπάρχει μια παλιά, πολύ απλούστερη λέξη γι' αυτό.

Λέγεται εκδίκηση.

Κρατήστε τη ζωντανή. Πρέπει να πεθάνει.

Στις 30 Σεπτεμβρίου το Τενεσί επιχείρησε τελικά να εκτελέσει την Pike με θανατηφόρα ένεση.

Της χορηγήθηκε πεντοβαρβιτάλη. Δεν πέθανε. Χορηγήθηκε και δεύτερη δόση. Πάλι δεν πέθανε.

Η εκτέλεση σταμάτησε και η Pike μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση.

Και κάπως έτσι φτάσαμε σε μία από εκείνες τις στιγμές όπου η πραγματικότητα και η ειρωνεία γίνονται ένα.

Το κράτος προσπάθησε να τη σκοτώσει. Απέτυχε. Και τώρα οι γιατροί προσπαθούν να τη σώσουν, ώστε πιθανότατα το κράτος να μπορέσει κάποια στιγμή να προσπαθήσει ξανά να τη σκοτώσει.

Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, αν θα υπάρξει τελικά νέα απόπειρα εκτέλεσης. Οι εκτελέσεις στο Τενεσί έχουν προς το παρόν ανασταλεί και διερευνάται τι συνέβη.

Ξέρουμε όμως κάτι άλλο.

Υπάρχουν άνθρωποι που χάρηκαν επειδή υπέφερε.

Καλά να πάθει. Γιατί εκείνη τι έκανε στο θύμα της;

Η Colleen βασανίστηκε. Ας βασανιστεί κι αυτή.

Και κάπου εδώ καλό θα ήταν να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη δικαιοσύνη.

Γιατί αν θεωρούμε θεμιτό να προκαλέσουμε πόνο σε κάποιον επειδή προκάλεσε πόνο, γιατί να σταματήσουμε στη θανατηφόρα ένεση;

Ας τη μαστιγώσουμε.

Ας τη λιθοβολήσουμε.

Ας τη σταυρώσουμε.

Και γιατί όχι δημοσίως; Με εξέδρα, θεατές και ποπ κορν.

Αν ο στόχος είναι ο ένοχος να υποφέρει όσο υπέφερε το θύμα του, η αποστειρωμένη αίθουσα, η σύριγγα και το ιατρικό πρωτόκολλο είναι απλώς ένα εξαιρετικά περίπλοκο σκηνικό για να μη βλέπουμε καθαρά αυτό που κάνουμε.

Η βαρβαρότητα δεν γίνεται πολιτισμός επειδή φοράει λευκά γάντια.

Το «τέρας»

Μας βολεύει πολύ αυτή η λέξη.

Τέρας.

Το τέρας δεν έχει παιδική ηλικία, δεν υπήρξε ποτέ θύμα, δεν χρειάστηκε ποτέ βοήθεια. Απλώς εμφανίστηκε κακό — κι έτσι μπορούμε να το μισήσουμε ανενόχλητοι.

Μόνο που η Christa Pike υπήρχε και πριν γίνει δολοφόνος.

Αυτό δεν αφαιρεί ούτε ένα γραμμάριο από την ευθύνη της για τη δολοφονία της Colleen Slemmer. Αλλά ούτε το έγκλημά της διαγράφει αναδρομικά όσα της συνέβησαν.

Γιατί ο πολιτισμός δεν κρίνεται από το πώς φερόμαστε στον αθώο, στον καλό, στον άνθρωπο που συμπαθούμε. Αυτό είναι εύκολο.

Κρίνεται από το πώς φερόμαστε στον αδύναμο, στο ζώο, στον φυλακισμένο, στον εχθρό μας — και περισσότερο απ' όλους σε εκείνον που έχει κάνει κάτι τόσο αποτρόπαιο ώστε θα θέλαμε να πάψει να θεωρείται άνθρωπος.

Γιατί αν για να τιμωρήσουμε το τέρας πρέπει να γίνουμε τέρατα κι εμείς, ποιος ακριβώς νίκησε;

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Η ταξική συνείδηση δεν έχει κουλτουρόμετρο.



Φαραντούρη: 9/10  Βιτάλη: 7/10. Βίσση: κόβεσαι. ABBA: παραδίδεις κομματική ταυτότητα. 

Υπάρχει ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από κυβερνήσεις και κάθε φορά καταφέρνει να σε βγάλει από τα ρούχα σου.

«Η κίνηση στη Συγγρού είναι ασύλληπτη», «Κορυφώνεται η έξοδος των εκδρομέων», «Υπάρχει κατανάλωση στα σούπερ μάρκετ». Άρα, περίπου, ποια ακρίβεια και ποια φτώχεια; Λεφτά υπάρχουν. Απλώς είστε μίζεροι και γκρινιάρηδες, όπως λέει με μονίμως τσιριχτή φωνή ο Άδωνις και οι συν αυτώ.

Πρόκειται για ένα επιχείρημα εξαιρετικής αθλιότητας. Το ότι ένας άνθρωπος εξακολουθεί να καταναλώνει δεν αποδεικνύει ότι ευημερεί. Μπορεί να κόβει από αλλού. Μπορεί να χρωστάει. Μπορεί να έχει μειώσει δραματικά την ποιότητα όσων αγοράζει. Μπορεί να μαζεύει χρήματα έναν ολόκληρο χρόνο για πέντε μέρες διακοπών. Μπορεί, στην τελική, να αρνείται να υποκύψει στο εκβιαστικό αίτημα της σύγχρονης λιτότητας: να μετατρέψει ολόκληρη τη ζωή του σε αναμονή μέχρι να βελτιωθούν οι οικονομικοί δείκτες.

Κι εντάξει να χρησιμοποιεί η λαϊκίστικη δεξιά αυτού του είδους τα επιχειρήματα και να οδηγείται σε λογικά άλματα ανάλογα με το συμφέρον της. Το πρόβλημα παίρνει άλλες διαστάσεις όταν ένας εκπληκτικά παρόμοιος παραλογισμός επιστρατεύεται από την απέναντι πλευρά, την αριστερή, τη σκεπτόμενη, την κουλτουριάρικη.

Μόνο που εκεί... τροποποιείται το κατηγορητήριο.

Δεν είσαι πια αχάριστος επειδή διασκεδάζεις ενώ υποτίθεται ότι ευημερείς. Είσαι απολίτικος επειδή διασκεδάζεις ενώ θα έπρεπε να εξεγείρεσαι. Εκτός κι αν διασκεδάζεις στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Ωραία τα φεστιβάλ της ΚΝΕ πάντα. Δεν το λέω καθόλου ειρωνικά.

Αν όμως διασκεδάζεις εκτός ΚΝΕ, το ερώτημα μετατρέπεται ως εξής: πώς γίνεται να μαζεύονται τόσες χιλιάδες σε συναυλίες αλλά όχι για τον ΟΠΕΚΕΠΕ; Πώς γίνεται να γεμίζουν τα πανηγύρια αλλά όχι οι δρόμοι; Πώς βρίσκουν λεφτά για ένα εισιτήριο όταν ο μισθός τελειώνει στις 20 του μήνα;

Μισό λεπτό.

Αυτό δεν ήταν το επιχείρημα που μας εξόργιζε όταν το ακούγαμε από τον Άδωνι και τους υπουργούς της κυβέρνησης;

«Πώς γίνεται να λέτε ότι δεν έχετε λεφτά αφού γεμίζουν οι ταβέρνες;»

Τώρα έγινε:

«Πώς γίνεται να λέτε ότι υποφέρετε αφού γεμίζουν οι συναυλίες;»

Φαίνεται ότι η ταξική χυδαιότητα εξαγνίζεται όταν αλλάξει κομματικό ακροατήριο.

Ο συλλογισμός παραμένει ακριβώς ο ίδιος: παίρνω μια στιγμή κατανάλωσης ή απόλαυσης από τη ζωή ενός ανθρώπου και τη χρησιμοποιώ ως τεκμήριο για ολόκληρη την οικονομική, κοινωνική και πολιτική του κατάσταση. Αν το κάνει υπουργός, είναι νεοφιλελεύθερη αναλγησία. Αν το κάνει αριστερός στο Facebook, γίνεται ξαφνικά κοινωνική ανάλυση.

Έχει μια γοητεία η ανθρώπινη συνέπεια.

Και το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν αποκαλύπτεται ότι δεν ενοχλεί ακριβώς η διασκέδαση. Ενοχλεί η λάθος διασκέδαση.

Κάπου εδώ εμφανίζεται ο πολιτιστικός ινστρούχτορας.

Ο πολιτικοποιημένος άνθρωπος φαίνεται ότι οφείλει να διαθέτει και πολιτικώς εγκεκριμένη δισκοθήκη. Λίγη Μαρίζα Κωχ, λίγη Φαραντούρη, ενδεχομένως κάτι αρκετά ψαγμένο, κανά «Σαμποτάζ», ας πούμε, ώστε να μην το γνωρίζουν οι μάζες και, Θεός φυλάξοι, με εξαιρετική προσοχή στην ποπ και στο λαϊκό. Η Βιτάλη περνάει, να ξέρετε. Η Βίσση όχι. Με την καμία.

Διότι η αισθητική προτίμηση έχει μετατραπεί σε τεστ πολιτικών φρονημάτων.

Και κάπως έτσι ένα σωρό αυτοδιορισμένοι μουσικοί εισαγγελείς, άνθρωποι που πιθανότατα δεν ξέρουν καν πού βρίσκεται το σολ ανάμεσα στις νότες, αποφαίνονται με αξιοθαύμαστη βεβαιότητα ποια μουσική είναι «σοβαρή», ποια «σκουπίδι» και —ακόμη πιο ενδιαφέρον— τι είδους άνθρωπος είσαι επειδή την ακούς.

Η ιστορία της ποπ είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές γελοιότητες.

Οι ABBA αντιμετωπίστηκαν για χρόνια από σημαντικό μέρος της μουσικής και πολιτικής κριτικής ως ένα γυαλιστερό, εμπορικό καπιταλιστικό προϊόν. Πολύ ποπ. Πολύ ντίσκο. Πολύ εύπεπτοι. Πολύ επιτυχημένοι.

Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα.

Ιερά τέρατα της rock δεν είχαν ενημερωθεί ότι όφειλαν να τους περιφρονούν.

Ο Pete Townshend των Who είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για το «SOS». Μέλη της βρετανικής rock αριστοκρατίας ήθελαν να τους δουν ζωντανά. Ο Lemmy —άνθρωπος που δύσκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί για υπερβολική αγάπη προς την ευτελή ποπ και ντίσκο— είχε επίσης μιλήσει με θαυμασμό για τους ABBA.

Πράγμα λίγο άβολο όταν ο επιθετικός στόκος του διαδικτύου θέλει να σου εξηγήσει, με κεφαλαία για να καταδείξει το μέγεθος του θυμού του, ότι «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΥΓΚΡΙΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ LED ZEPPELIN ME ΤΟΥΣ ΓΕΛΟΙΟΥΣ ABBA».

Βλακάκο μου, δεν τους συνέκρινε κανείς.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι τιτανομέγιστοι Led Zeppelin δεν φαίνεται να συμμερίζονταν την άποψή σου για τους γελοίους ABBA. Είχαν μάλιστα βάλει μέσο για να εξασφαλίσουν εισιτήρια στις συναυλίες τους στο Γουέμπλεϊ το 1979. Όπως και οι Who.

Και πιθανότατα αυτό συμβαίνει επειδή ένας πραγματικός μουσικός ακούει πράγματα που ο φανατικός οπαδός του είδους δεν ακούει: σύνθεση, ενορχήστρωση, παραγωγή, μελωδία, τεχνική. Δεν χρειάζεται να αποδείξει την ανωτερότητά του περιφρονώντας ένα τραγούδι επειδή χόρεψαν εκατομμύρια άνθρωποι μ' αυτό ή επειδή δεν πραγματεύεται βαθυστόχαστα νοήματα. Για έναν μουσικό, άλλωστε, η πρώτη γλώσσα της μουσικής είναι —τι έκπληξη— η μουσική.

Η πολιτιστική αστυνομία, όμως, έχει κι άλλα προβλήματα.

Ο Καρβέλας είναι κλέφτης.

Ναι. Είναι.

Όπως έχουν κατηγορηθεί βάσιμα για μουσικό δανεισμό, επιρροές που ξεπερνούν την απλή επιρροή ή και κανονική αντιγραφή αναρίθμητοι καλλιτέχνες. Οι εξαιρετικοί και πολυαγαπημένοι Radiohead δεν κατέβηκαν από το όρος Σινά κρατώντας τις πλάκες της μουσικής πρωτοτυπίας.

Και ευτυχώς.

Γιατί η μουσική δεν δημιουργείται σε αποστειρωμένα εργαστήρια. Δανείζεται, κλέβει, μετασχηματίζει, αντιγράφει, συνομιλεί, ανακυκλώνει. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι κάθε φορά τι κάνει με όσα παίρνει.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο διασκεδαστικό στην ταξινόμηση της μουσικής σε ευγενή και ευτελή.

Σε τι ακριβώς διαφέρει, ως προς την υψηλή πνευματική του θεματολογία, το «Έλα γοριλάκι» του πολυαγαπημένου και πολυγραφότατου Λάκη Παπαδόπουλου από το «Τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχά σου»;

Εδώ σας θέλω, μαναράκια μου.

Γιατί όταν ένα τραγούδι έχει ήδη ενταχθεί στο δικό μας πολιτιστικό στρατόπεδο, η ελαφρότητα βαφτίζεται χιούμορ, αυτοσαρκασμός, ευφυΐα, κιτς με επίγνωση. Όταν ανήκει στους άλλους, γίνεται απόδειξη πνευματικής παρακμής.

Και εδώ βρίσκεται τελικά κάτι πολύ πιο ενοχλητικό από μια συζήτηση περί καλού και κακού γούστου.

Η απαίτηση να είναι η τέχνη στρατευμένη δεν περιορίζεται στο να ζητά από τον καλλιτέχνη πολιτική θέση. Ζητά και από τον ακροατή πολιτική συμμόρφωση. Δεν αρκεί να έχεις τις «σωστές» απόψεις. Πρέπει να συγκινείσαι από τα σωστά τραγούδια, να πηγαίνεις στις σωστές συναυλίες, να γελάς με τους σωστούς ανθρώπους και, ει δυνατόν, να διασκεδάζεις με τρόπο που να εγκρίνει ο εκάστοτε θεματοφύλακας της πολιτιστικής ορθότητας.

Η τέχνη όμως δεν είναι κομματική ταυτότητα και η απόλαυση δεν είναι δήλωση πολιτικών φρονημάτων.

Μπορώ να θεωρώ ένα τραγούδι αριστούργημα και τον δημιουργό του μαλάκα. Να λατρεύω έναν δίσκο και να απεχθάνομαι τις πολιτικές απόψεις εκείνου που τον έγραψε. Να ακούω Radiohead χωρίς να υιοθετώ τις θέσεις τους για το Ισραήλ. Να ακούω Ozzy χωρίς να ζητήσω πρώτα πιστοποιητικό ιδεολογικής καθαρότητας. Και να χορεύω με το πιο ελαφρύ, γελοίο, εμπορικό ποπ τραγουδάκι του πλανήτη χωρίς να μειώνεται κατά είκοσι μονάδες η ταξική μου συνείδηση.

Αλλιώς δεν μιλάμε για πολιτική κριτική της τέχνης.

Μιλάμε για αστυνόμευση του γούστου.

Και έχει κάτι σχεδόν κωμικό να βλέπεις ανθρώπους που μιλούν ασταμάτητα για χειραφέτηση να απαιτούν από τον κόσμο να πάρει άδεια για το τι θα ακούσει, πού θα χορέψει και με τι θα περάσει καλά.

Ακόμη πιο κωμικό ή και τραγικό όταν, για να τον μαλώσουν, χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα που τους εξοργίζει όταν το ξεστομίζει ο Άδωνις.

Οι γεμάτες ταβέρνες δεν αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει φτώχεια.

Οι γεμάτες συναυλίες δεν αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική συνείδηση.

Και η ποπ δεν χρειάζεται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ούτε εμείς.

ΥΓ.: Για όποιον θεωρεί ότι οι αναφορές στους ABBA είναι αποκύημα κάποιας ποπ φαντασίωσης, υπάρχει και το ντοκιμαντέρ ABBA: Against the Odds. Πράγματι, μερικές φορές η πραγματικότητα έχει απαράδεκτο γούστο.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η Βίσση, οι κουλτουριάρηδες και η Κίπερλι Γκίλφοϊλ.

 

90.000 άνθρωποι πήγαν να δουν τη Βίσση.

Και κάπου εκεί, όπως συμβαίνει συνήθως στην Ελλάδα, το γεγονός έπαψε να είναι συναυλία και έγινε κοινωνιολογική μελέτη.

Οι 90.000 έγιναν ξαφνικά απόδειξη της πολιτιστικής μας κατάντιας, της υποκουλτούρας, του ευτελούς θεάματος, της αποβλάκωσης του λαουτζίκου και —αναπόφευκτα— της πολιτικής του απάθειας.

«Για τη Βίσση τρέχουν. Για να διαμαρτυρηθούν δεν σηκώνονται από τον καναπέ».

Κάπου εδώ έχω δύο ενστάσεις.

Η πρώτη αφορά τη Βίσση.

Η δεύτερη, και σοβαρότερη, αφορά τον καναπέ.

Το κουλτουρόμετρο

Δεν ξέρω πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι η μουσική που ακούει κάποιος αποτελεί ασφαλές τεστ ευφυΐας, καλλιέργειας και πολιτικής συνείδησης.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν Μπαχ και είναι ηλίθιοι.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν σκυλάδικα και έχουν διαβάσει περισσότερο από ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη λέξη «υποκουλτούρα» τρεις φορές ημερησίως.

Και ξέρω —επειδή είμαι ένας από αυτούς— ανθρώπους που ακούνε κλασική μουσική, punk, rock, ρεμπέτικα και έχουν περάσει και θαυμάσια στα νιάτα τους με Βίσση.

Δεν υπάρχει κουλτουρόμετρο.

Κυρίως όμως δεν υπάρχει αυτή η «ιεραρχία της τέχνης».

Ιεραρχία υπάρχει στον στρατό.

Μπορείς να θεωρείς τη Βίσση αδιάφορη, κακή, εμπορική, κιτς ή ό,τι άλλο θέλεις. Μπορεί να βγάζεις καντήλες με την αισθητική που εκπροσωπεί. Μπορεί να μην άντεχες ούτε πέντε λεπτά στη συναυλία της. Κανένα πρόβλημα.

Από εκεί μέχρι να αποφασίσεις, όμως, ότι οι άνθρωποι που πήγαν να τη δουν αποτελούν κατώτερο πολιτισμικό είδος, υπάρχει μια απόσταση.

Λέγεται ελιτισμός.

Και ζέχνει.

Και γιατί δεν κατεβαίνουν στον δρόμο;

Εδώ όμως η συζήτηση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί πράγματι υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στην εικόνα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που δέχονται να ταλαιπωρηθούν, να κολλήσουν στην κίνηση, να ασφυκτιούν σαν σαρδέλες από τον συνωστισμό, να πονέσουν τα πόδια και οι μέσες τους από την πολύωρη ορθοστασία για μια συναυλία ή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα —και μάλιστα έχοντας πληρώσει ένα σκασμό λεφτά, με κίνδυνο στο τέλος του μήνα να τους κόψουν το ρεύμα—, ενώ την ίδια στιγμή η χώρα βράζει από προβλήματα χωρίς να βλέπουμε αντίστοιχη μαζική πολιτική κινητοποίηση.

Μόνο που η συναυλία έχει κάτι που η πολιτική σήμερα δεν έχει.

Κάλεσμα.

Ξέρεις πού θα πας.

Ξέρεις πότε.

Ξέρεις τι ώρα.

Ξέρεις γιατί πηγαίνεις.

Κάποιος οργάνωσε τον χώρο, όρισε την ημερομηνία, σου είπε «εδώ θα είμαστε» και σου έδωσε έναν συγκεκριμένο λόγο να σηκωθείς από τον καναπέ σου.

Πού ακριβώς θέλουμε να κατέβει ο πολίτης για όλα τα υπόλοιπα;

Πότε;

Για ποιο από όλα;

Για την ακρίβεια; Για τα ενοίκια; Για τους μισθούς; Για το ΕΣΥ; Για την Παιδεία; Για τα Τέμπη; Για τα εργασιακά; Για τα σπίτια που χάνονται; Για την αστυνομική αυθαιρεσία; Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ;

Τη Δευτέρα ή την Πέμπτη;

Στο Σύνταγμα ή στην Ομόνοια;

Και ποιος τον καλεί;

Η χαζή διασκέδαση είναι επίσης ανάγκη

Υπάρχει και κάτι που η κουλτουριάρικη κριτική συχνά αντιμετωπίζει σχεδόν ως ηθικό ελάττωμα.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να διασκεδάσει.

Και δεν χρειάζεται κάθε φορά η διασκέδασή του να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Υπάρχει η τέχνη που σε αναστατώνει, σε δυσκολεύει, σε κάνει να σκέφτεσαι.

Και υπάρχει και η τέχνη που απλώς σε κάνει να περνάς καλά, να ξεχνιέσαι.

Η χαζή διασκέδαση.

Η εύκολη διασκέδαση.

Ακόμη και η ευτελής διασκέδαση.

Αυτή που καμία ψυχή δεν παιδεύει.

Δεν είναι πολιτική υποχρέωση του ανθρώπου να περνά κάθε ελεύθερη ώρα του ακούγοντας Σοστακόβιτς και διαβάζοντας Γκράμσι, ώστε να δικαιούται μετά να διαμαρτυρηθεί για το νοίκι του.

Ούτε είναι λογικό να κοιτάμε έναν άνθρωπο που δούλεψε όλη την εβδομάδα και το Σάββατο θέλει να πάει στη Βίσση και να του λέμε:

«Α, γι' αυτό έχεις ενέργεια. Για την επανάσταση δεν είχες».

Και κάπου εδώ μπαίνει η Γκίλφοϊλ

Γιατί, όσο εμείς κάνουμε κοινωνιολογική ανάλυση των ανθρώπων που πήγαν στη Βίσση, συμβαίνουν γύρω μας πράγματα που θα έπρεπε να προκαλούν πολιτικό σεισμό.

Φτάνουμε στο σημείο μια Αμερικανίδα πρέσβης, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, να εκτοξεύει απειλές στα μούτρα Ελλήνων αξιωματούχων και να παραδέχεται ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στις πολιτικές καταστάσεις άλλων χωρών, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας κυβερνήσεις, και δεν τρέχει τίποτα. Ούτε για τους κουλτουριάρηδες, ούτε για την κυβέρνηση, ούτε για την αντιπολίτευση.

Και εντάξει, η σημερινή κυβέρνηση πουλημένη είναι, το έχουμε καταλάβει από καιρό.

Οι κουλτουριάρηδες με τα σοβαρά δεν ασχολούνται. Μένουν στο κράξιμο και στη Βίσση. Στα εύκολα.

Αλλά η αντιπολίτευση; Η Αριστερά, τι στο διάολο κάνει;

Σε μεγάλο βαθμό, ασχολείται με τον εαυτό της.

Με συσχετισμούς.

Με αρχηγούς.

Με διασπάσεις.

Με το ποιος θα πάρει 7%, ποιος 9%, ποιος θα κλέψει δύο μονάδες από ποιον και ποιος μισεί περισσότερο τον άνθρωπο με τον οποίο υποτίθεται ότι θα έπρεπε αύριο να συνεργαστεί.

Και μετά κοιτάμε τον πολίτη και τον ρωτάμε:

«Εσύ γιατί δεν κατεβαίνεις στον δρόμο;»

Να πάει πού;

Ποιος μετέτρεψε την οργή του σε πολιτική πρόταση;

Ποιος του έδωσε την αίσθηση ότι, αν κατέβει μαζί με άλλους εκατό χιλιάδες ανθρώπους, την επόμενη μέρα κάτι μπορεί πράγματι να είναι διαφορετικό;

Οι 90.000 δεν είναι το πρόβλημα

Δεν ξέρω πόσοι από τους ανθρώπους που πήγαν στη Βίσση ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία, πόσοι ψηφίζουν Αριστερά, πόσοι δεν ψηφίζουν καθόλου και πόσοι θα κατέβαιναν αύριο σε μια μεγάλη διαδήλωση αν πίστευαν ότι υπάρχει λόγος.

Και δεν το ξέρει ούτε ο κουλτουριάρης που τους κοιτάζει αφ' υψηλού.

Αυτό που ξέρουμε είναι ότι 90.000 άνθρωποι απέδειξαν πως μπορούν να σηκωθούν από τον καναπέ τους.

Μπορούν να μετακινηθούν.

Μπορούν να ταλαιπωρηθούν.

Μπορούν να βρεθούν μαζί με δεκάδες χιλιάδες άλλους ανθρώπους για κάτι που θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο.

Γιατί η Βίσση κατάφερε να τους πει πού, πότε και γιατί.

Και γι' αυτό, προσωπικά, δεν τα έχω με τους 90.000.

Με αυτούς που δεν κατάφεραν να τους καλέσουν κάπου αλλού τα έχω.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Έβρισα την Καρυστιανού και έμαθα επιτέλους τι ψηφίζω: ΝΔ. Αποδεδειγμένα πράγματα.



Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού λειτουργεί με τη λογική τετράχρονου που του πήραν το κουβαδάκι. Αρχίζει να γκαρίζει. Και μάλιστα με στόμα 60χρονου νταλικέρη.

Αν βρίζεις τον Κουτσούμπα, είσαι συριζαίος. Αν βρίζεις τον Τσίπρα, είσαι νεοδημοκράτης. Αν φρίττεις με τα εγκλήματα της ισραηλινής κυβέρνησης, είσαι ισλαμολάγνος. Αν ασκήσεις κριτική σε κάποιον που το εκάστοτε διαδικτυακό κοπάδι έχει ανακηρύξει άγιο, είσαι αυτομάτως με τους απέναντι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουν τι έγραψες. Ούτε φυσικά προσπαθούν να το καταλάβουν. Προς Θεού. Αυτό απαιτεί χρόνο, γνώσεις σύνταξης, γραμματικής και γλώσσας και, ακόμα χειρότερα, αντίληψη.

Δεν μπαίνει σε τέτοιες περιπέτειες σκέψης ο όχλος. Το μόνο που τον απασχολεί είναι ποιον έβρισες.

Και τσουπ, ως δια μαγείας, ο Γιώργος Παπάρας-Κατερίνα Βλαχάκη, δύο σε ένα, οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα απολύτως για εσένα, είδαν μέσα από τη μαγική τους σφαίρα το ψηφοδέλτιο που κρατούσες στα χέρια σου πίσω από το παραβάν.

Το είδα ξανά πρόσφατα με την Καρυστιανού. Έγραψα ένα εμπρηστικό ποστ γι’ αυτήν και μέσα σε χρόνο μηδέν έμαθα ότι είμαι νεοδημοκράτισσα, σφουγγαρίστρα του Άδωνι, του Κυριάκου, πληρωμένο τρολ του Μαξίμου και πιθανότατα κάτι ακόμη που δεν πρόλαβα να διαβάσω.

Το αν όσα έγραψα είχαν βάση ήταν λεπτομέρεια. Το αν η Καρυστιανού, από τη στιγμή που αποκτά πολιτικό ρόλο, μπορεί να κρίνεται ως πολιτικό πρόσωπο επίσης λεπτομέρεια. Το σημαντικό ήταν ότι έβρισα την Καρυστιανού. Άρα είμαι με τους άλλους.

Τόσο απλά. Τόσο ηλίθια.

Αυτή η ανάγκη να χωρέσουμε τους πάντες σε δύο κουτάκια έχει καταλήξει σχεδόν κωμική. Δεν μπορείς να θεωρείς κάποιον γελοίο χωρίς να λατρεύεις τον αντίπαλό του. Δεν μπορείς να συμφωνείς με κάποιον στο Α και να τον θεωρείς ηλίθιο στο Β. Δεν μπορείς, Θεός φυλάξοι, να πιστεύεις ότι δύο αντίπαλες πλευρές λένε ταυτόχρονα μαλακίες.

Και μετά έρχεται το αγαπημένο μου: η επιλεκτική ευθιξία.

Έχω αποκαλέσει τον Άδωνι «μίασμα». Τον Κασιδιάρη «τέρας». Έχω χρησιμοποιήσει για πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα χαρακτηρισμούς που σίγουρα δεν θα περνούσαν τις εξετάσεις καλών τρόπων του savoir vivre.

Και δεν θυμάμαι να συγκλονίστηκε κανείς από τη χυδαιότητα της γλώσσας μου τότε.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε τι απέγινε το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου. Κανείς δεν μου έκανε διάλεξη περί ανθρωποφαγίας. Κανείς δεν έπαθε ξαφνική κρίση πολιτικού πολιτισμού.

Γιατί;

Γιατί έβριζα τον σωστό άνθρωπο.

Μόλις όμως ο επιθετικός χαρακτηρισμός πέσει πάνω σε κάποιον που γουστάρουν, αρχίζει το ξέσκισμα. Κατάρες, βρισίδια, προσωπικές επιθέσεις.

Α, μάλιστα.

Άρα δεν σε πείραξε που είπα «μίασμα».

Σε πείραξε που αυτή τη φορά το μίασμα αφορούσε άτομο που γουστάρεις.

Και κανένα πρόβλημα. Κι εγώ ενοχλούμαι περισσότερο όταν κάποιος βρίζει έναν άνθρωπο που εκτιμώ παρά έναν άνθρωπο που θεωρώ κάθαρμα. Δεν παριστάνω ότι είμαι υπεράνω των συμπαθειών και των αντιπαθειών μου.

Αλλά τουλάχιστον ας μη βαφτίζουμε την προσωπική μας ενόχληση ηθική αρχή.

Αν πιστεύεις ότι οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί ευτελίζουν τον δημόσιο διάλογο, θα πρέπει να σε ενοχλούν κι όταν στο στόχαστρο βρίσκεται ο πολιτικός που σιχαίνεσαι. Αν χειροκροτάς το «τέρας» όταν αφορά τον Κασιδιάρη και παθαίνεις εγκεφαλικό με έναν αντίστοιχο χαρακτηρισμό για τον δικό σου, δεν υπερασπίζεσαι τον πολιτικό πολιτισμό.

Υπερασπίζεσαι την ομάδα σου.

Και κάπου εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα: έχουμε μπερδέψει τόσο πολύ τις απόψεις με τις ταυτότητες, ώστε κάθε διαφωνία αντιμετωπίζεται περίπου σαν δήλωση πολέμου.

Δεν κρίνουμε πια αυτό που διαβάζουμε. Ψάχνουμε να ανακαλύψουμε σε ποια φυλή ανήκει αυτός που το έγραψε.

Με εμάς ή με τους άλλους;

Κι αν η απάντηση είναι «με κανέναν από τους δύο», το σύστημα βραχυκυκλώνει.

Γιατί στο ίντερνετ, αν δεν σου αρέσει η θάλασσα, προφανώς γουστάρεις το βουνό.

Η πιθανότητα να μη γουστάρεις ούτε τη θάλασσα ούτε το βουνό και να θέλεις απλώς να κάτσεις σπίτι σου δεν έχει ακόμη προβλεφθεί από τον αλγόριθμο της ανθρώπινης βλακείας.