Προχθές έκανα το λάθος να διαμαρτυρηθώ δημοσίως για τους επίμονους πέφτουλες του Facebook. Όχι για εκείνους που στέλνουν ένα μήνυμα εκδηλώνοντας ενδιαφέρον. Για τους άλλους. Εκείνους που, έπειτα από τέσσερα αναπάντητα μηνύματα, θεωρούν ότι ήρθε η ώρα να απαιτήσουν εξηγήσεις. «Γιατί δεν μου απαντάς;» Και αφού μείνει κι αυτό αναπάντητο, περνούν στο «Τότε γιατί δέχτηκες το αίτημα φιλίας μου;».
Και τότε άνοιξε η αυλαία. Οι πέφτουλες αποσύρθηκαν διακριτικά στο παρασκήνιο και στη σκηνή ανέβηκε ο θίασος των αυτοδιορισμένων θεματοφυλάκων της γυναικείας ευπρέπειας.
Για να συνεννοούμαστε, το αρχικό μου ποστ δεν ήταν ούτε γκρίνια ούτε κλάψιμο. Ήταν καταγγελία μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς: της εμμονικής, πιεστικής διεκδίκησης που, όταν δεν βρίσκει ανταπόκριση, πολύ συχνά βγάζει γλώσσα. Ενίοτε βγάζει και δόντια. Άλλοτε μαχαίρια και ρόπαλα. Αλλά, ως φαίνεται, τον μέσο Ελληναρά κυρίως —γιατί υπάρχει και η μέση Ελληνοκυράτσα, φυσικά— δεν τον ενοχλούν τα δόντια ούτε τα ρόπαλα. Τον ενοχλεί που είπα μεγαλομαλάκα τον πιεστικό μεγαλομαλάκα.
Μια από αυτές τις καθώς πρέπει υποταγμένες στην τεστοστερόνη μανταμίτσες με ενημέρωσε ότι, από τη στιγμή που αποδέχομαι ένα αίτημα φιλίας, οφείλω να συνομιλώ με εκείνον που μου το έστειλε. Διότι αυτό περιμένει εκείνος από εμένα.
Με την ίδια λογική, αν κάποιος με κεράσει ένα ποτό σε ένα μπαρ, οφείλω να του κάτσω δηλαδή; Ή μήπως πρέπει να έχω κι έναν συμβολαιογράφο μαζί μου για την κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού; Στο ένα ποτό πίπα, στα δύο ιεραποστολικό, στα τρία πισωκολλητό;
Μια άλλη, ακόμα χειρότερη, στην οποία εύχομαι να μην πέσει ποτέ θύμα της απύθμενης ηλιθιότητάς της, μου εξήγησε ότι αυτά παθαίνουν όσες δεν προσέχουν και προκαλούν. Κι ένας γνήσιος αντράκλας με συμβούλευσε, αν δεν θέλω να προσελκύω λιγούρηδες, να αλλάξω τη φωτογραφία του προφίλ μου. Να βάλω μία στην οποία να μην είμαι τόσο όμορφη. Να φροντίσω, τέλος πάντων, να μη διαταράσσω την ορμονική ισορροπία του ανδρικού πληθυσμού με την αυθάδη ύπαρξη του προσώπου μου.
Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, μία κοινή συνισταμένη: αυτός που πρέπει να αλλάξει είμαι εγώ. Όχι να μαζευτεί το εμμονικό λιγούρι. Και δεν μιλάμε για ένα. Τριάντα αιτήματα φιλίας ημερησίως και άλλα τόσα μηνύματα στο Messenger. Μια μικρή ψηφιακή πολιορκία, στην οποία, κατά τα φαινόμενα, ο πολιορκημένος οφείλει και να ανοίξει τις πύλες και να προσφέρει αναψυκτικά.
Και, παρεμπιπτόντως, από πότε η αποδοχή ενός αιτήματος φιλίας στο Facebook ισοδυναμεί με εγγραφή σε υπηρεσία γνωριμιών; Το Facebook δεν είναι Tinder, μανάρια μου ζουμπουρλούδικα. Είναι ένα κοινωνικό δίκτυο όπου οι άνθρωποι, μεταξύ άλλων, δημοσιεύουν απόψεις, άρθρα, φωτογραφίες, σχολιάζουν και συζητούν. Αν κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά να επικοινωνήσει μαζί μου, υπάρχει ολόκληρο το δημόσιο προφίλ μου. Μπορεί να διαβάσει κάτι που έγραψα, να σχολιάσει, να διαφωνήσει, να ανοίξει μια κουβέντα. Γιατί επιδιώκει εξαρχής μια επικοινωνία αθέατη από τους υπόλοιπους, ενώ υπάρχει δυνατότητα δημόσιας αλληλεπίδρασης;
Αλλά προφανώς ζητάω πολλά. Αντί να αναρωτηθούμε τι ακριβώς επιδιώκει εκείνος, καλούμαι να απολογηθώ για το τι επιτρέπω εγώ . Γιατί εγώ οφείλω να περιορίσω την κοινωνικότητά μου, εγώ πρέπει να επιτηρώ τη δημόσια εικόνα μου, εγώ να υπολογίζω προληπτικά πώς ενδέχεται να ερμηνεύσει κάποιος άγνωστος την παρουσία μου στο διαδίκτυο. Κι αν είμαι όμορφη, να έχω τουλάχιστον τη στοιχειώδη ευπρέπεια να μην το διαφημίζω. Μια μπούρκα στο κεφάλι ίσως έλυνε αρκετά προβλήματα. Αν και, με την τύχη μου, κάποιος θα έβρισκε προκλητικό ακόμη και το ύφασμα.
Το ενδεχόμενο να μάθει ο επίμονος κάφρος να συμπεριφέρεται δεν τέθηκε προς συζήτηση. Με εξαίρεση μερικούς σκόρπιους λογικούς ανθρώπους, που έμοιαζαν με στατιστικό σφάλμα μέσα σε αυτή την πανηγυρική επίδειξη κοινωνικής παράνοιας.
Το γιατί δέχομαι αιτήματα φιλίας είναι δικό μου θέμα και δεν θα απολογηθώ σε κανέναν, άγνωστο ή και γνωστό, γι' αυτό. Το τι κάνει ο καθένας στη ζωή του δεν αφορά κανέναν άλλον. Για ανακρίσεις, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και διαπιστευτήρια ηθικής, απευθυνθείτε σε κάποια χούντα, ανακριταράδες μου. Εγώ δεν διαθέτω το σχετικό τμήμα εξυπηρέτησης κοινού. Από κει και πέρα, ούτε ηλεκτρονικό υποκατάστημα συνοικεσίων είμαι ούτε θέτω εαυτόν στη διάθεση κάθε αρσενικού που ανακάλυψε το κουμπί «Προσθήκη φίλου». Καμία διάθεση για φλερτ δεν έχω με αγνώστους.
Αλλά ακόμη κι αν είχα; Ακόμη κι αν δεχόμουν το ποτό, καθόμουν στο τραπέζι με έναν τύπο και γελούσα με τα αστεία του, τι θα σήμαινε αυτό; Ότι θα έπρεπε να τον φιλήσω; Να φύγω μαζί του; Να περάσω το βράδυ μου μαζί του;
Από πότε το προηγούμενο «ναι» προϋποθέτει ένα επόμενο;
Εδώ βρίσκεται η ουσία μιας νοοτροπίας που επιβιώνει αξιοθαύμαστα, αλλάζοντας απλώς σκηνικό. Από το μπαρ περάσαμε στο Messenger, όμως η αντίληψη παραμένει η ίδια: η γυναικεία φιλικότητα εκλαμβάνεται ως υπόσχεση διαθεσιμότητας, κυρίως σεξουαλικής, αλλά και γενικότερης. Κι όταν η υπόσχεση αυτή δεν εκπληρώνεται, μολονότι ουδέποτε δόθηκε, ο επίδοξος δικαιούχος αισθάνεται εξαπατημένος.
Κάπως έτσι, το «καλησπέρα, κούκλα μου» μεταμορφώνεται, έπειτα από μερικά αναπάντητα μηνύματα, σε «μωρή καριόλα».
Μια συναισθηματική διαδρομή από το ερωτικό σονέτο στον υπόνομο, με ενδιάμεσο σταθμό το πληγωμένο ανδρικό εγώ.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, από ένα σημείο και μετά παύει να βρίσκεται στον πιεστικό επίδοξο εραστή. Αυτός έπαιξε τον ρόλο του —ή και το πουλί του— και αποσύρθηκε. Εκείνο που μου προκαλεί πραγματική εντύπωση είναι ο πιθηκίζων όχλος που έσπευσε να τον υπερασπιστεί. Όλοι αυτοί που, αντί να αναρωτηθούν γιατί ένας άγνωστος απαιτεί λογοδοσία από μια γυναίκα, έσπευσαν να της υποδείξουν ποιο κομμάτι της ελευθερίας της οφείλει να θυσιάσει για να εξασφαλίσει την ησυχία της.
Βέβαια, το μεγάλο σκάνδαλο ήταν ότι έβρισα έναν άγνωστο σε αυτούς άνθρωπο, το όνομα ή τη φάτσα του οποίου δεν έμαθαν και δεν είδαν ποτέ. Αμφισβήτησαν μέχρι και τη συγγραφική μου ικανότητα. Στον πουρέ που έχουν για μυαλό, ο συγγραφέας οφείλει να είναι κάτι μεταξύ ηθικού στυλοβάτη και οσιομάρτυρα. Τώρα, το ότι οι ίδιοι διαβάζουν και αποδέχονται ένα βιβλίο γεμάτο σφαγές, αιμομιξίες και θεϊκές εντολές εξόντωσης, χωρίς να κλονίζεται η ηθική τους πυξίδα ούτε στο ελάχιστο, είναι ένα άλλο θέμα άξιο απορίας. Μια βρισιά, όμως, τους προκαλεί υπαρξιακό σοκ. Τόσο βαθύ, ώστε άρχισαν να μου εύχονται ψόφους και καρκίνους, αποκαλώντας με ταυτόχρονα αγάμητη και πουτάνα. Η χριστιανική αγάπη, ευγένεια, ηθική και ευπρέπεια σε όλο τους το μεγαλείο.
Πρόκειται για μια παμπάλαια κοινωνική συνταγή, που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά σαν το καλό σερβίτσιο της γιαγιάς. Μόνο που κάθε εποχή προσθέτει το δικό της πιατάκι. Στα «μη φοράς αυτό», «μη χαμογελάς έτσι», «μη γυρίζεις αργά», «μη δίνεις δικαιώματα», προστέθηκε αισίως και το «μη βάζεις τόσο ωραία φωτογραφία στο Facebook».
Η πρόοδος του πολιτισμού: από το μήκος της φούστας περάσαμε στην ανάλυση των pixels.
Έχουμε αναγάγει τη γυναικεία αυτοπροστασία σε ολόκληρη επιστήμη, με κανόνες, εξαιρέσεις, υποσημειώσεις και οδηγίες χρήσεως. Ένα ατελείωτο εγχειρίδιο αυτολογοκρισίας, που ανανεώνεται διαρκώς για να συμβαδίζει πλέον και με την τεχνολογία. Μόνο που, μέσα σε όλη αυτή την εκπαιδευτική υπερπαραγωγή, δεν βρέθηκε ούτε μία διδακτική ώρα για εκείνους που προκαλούν το πρόβλημα. Το μάθημα του στοιχειώδους σεβασμού, προφανώς, δεν περιλαμβάνεται στην εξεταστέα ύλη.
Εγώ προφανώς και θα προσέχω. Όπως προσέχω όταν διασχίζω τον δρόμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι, αν κάποιος παραβιάσει το κόκκινο και με πατήσει, θα συζητάμε αν φορούσα αρκετά φωσφοριζέ ρούχα.
Δεν σκοπεύω να μικρύνω ώστε να χωράω στις προσδοκίες μιας χούφτας αγνώστων.
Δεν θέλω να ζω σε μια κοινωνία που διδάσκει στις γυναίκες πώς να μη γίνονται στόχοι.
Θέλω να ζω σε μια κοινωνία που διδάσκει στους άνδρες ότι οι γυναίκες δεν είναι στόχοι.










