Αν με καλέσεις για δείπνο, έχεις φτιάξει αρνί κι εγώ φάω ολόκληρη τη μερίδα μου, τι σημαίνει;
Ότι μου αρέσει το αρνί;
Η εύκολη απάντηση είναι «προφανώς». Αν δεν μου άρεσε, θα μπορούσα να το πω. «Συγγνώμη, δεν τρώω αρνί». Θα σε ενημέρωνα έτσι για τα γούστα μου και την επόμενη φορά θα μου έφτιαχνες κάτι άλλο.
Μόνο που υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση.
Μπορεί να σιχαίνομαι το αρνί και να το έφαγα από ευγένεια. Από υποχρέωση. Επειδή φοβάμαι την αντίδρασή σου. Επειδή έχω μάθει να ευχαριστώ τους άλλους. Επειδή έτσι με μεγάλωσαν: τρώμε ό,τι μας σερβίρουν, δεν φέρνουμε τον οικοδεσπότη σε δύσκολη θέση, χαμογελάμε και λέμε κι ευχαριστώ.
Και οι δύο εκδοχές μπορεί να ισχύουν.
Εσύ όμως, ως οικοδεσπότης, τι θα καταλάβεις;
Και κυρίως: τι θέλεις να καταλάβεις; Θέλεις να καταλάβεις;
Αν με ξανακαλέσεις, μου ξανασερβίρεις αρνί κι εγώ το ξαναφάω χωρίς να πω τίποτα, δικαιούσαι να συμπεράνεις ότι μου αρέσει;
Όποιος προσπαθεί να δώσει με απόλυτη βεβαιότητα απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι, με μαθηματική ακρίβεια, μεγάλος μαλάκας.
Γιατί η επικοινωνία δεν είναι μόνο λέξεις.
Έχει εκφράσεις προσώπου, κινήσεις των χεριών, βλέμματα, παύσεις, τον τρόπο που κάθεται κάποιος, την ταχύτητα με την οποία τρώει, μασάει, καταπίνει. Έχει το αν κοκκινίζει, αν ιδρώνει, αν σφίγγεται, αν απομακρύνεται, αν οι κόρες των ματιών του διαστέλλονται, τους μικρούς ήχους που κάνει. Η ικανοποίηση και η ευχαρίστηση είναι πολλές φορές ορατές. Το ίδιο και η δυσαρέσκεια.
Φυσικά όλα αυτά μπορούν να παρερμηνευτούν.
Τρώω αργά. Επειδή απολαμβάνω κάθε μπουκιά ή επειδή προσπαθώ να κατεβάσω το γαμημένο το αρνί χωρίς να κάνω εμετό;
Ίδρωσα. Από έκσταση ή επειδή έχεις κλειστό το κλιματιστικό;
Κάνω μικρούς ήχους. Από ηδονή ή από δυσφορία;
Η ερμηνεία λοιπόν έχει σημασία. Αλλά από αυτό μέχρι το «δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα αν δεν μας το δηλώσει ρητά ο άλλος» υπάρχει τεράστια απόσταση.
Οι περισσότεροι άνθρωποι διαθέτουμε κάποια ικανότητα να διαβάζουμε τους άλλους χωρίς να έχουμε σπουδάσει ψυχολογία. Όχι αλάνθαστα και όχι όλοι στον ίδιο βαθμό. Άνθρωποι στο φάσμα του αυτισμού, για παράδειγμα, μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο στην αναγνώριση ορισμένων κοινωνικών και συναισθηματικών σημάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε ότι δεν έχουν ενσυναίσθηση ούτε, πολύ περισσότερο, ότι επιθυμούν να βλάψουν κάποιον.
Υπάρχει όμως και μια εντελώς διαφορετική περίπτωση: να μπορείς να αντιληφθείς τη δυσφορία του άλλου και απλά να σε αφήνει παγερά αδιάφορο. Ή να επιλέγεις συστηματικά την ερμηνεία που σε βολεύει. Άνθρωποι με έντονα αντικοινωνικά ή ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά μπορεί να αντιλαμβάνονται τι αισθάνεται ο άλλος χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ενδιαφέρονται να το σεβαστούν.
Άλλο λοιπόν «δεν κατάλαβα».
Άλλο «δεν με ενδιέφερε να καταλάβω» ή «κατάλαβα, αλλά προτίμησα να καταλάβω αυτό που με βόλευε».
Κι αυτό γίνεται ακόμη σημαντικότερο όταν δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο δείπνο αλλά για μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση.
Γιατί υπάρχει και η ψυχολογία εκείνου που τρώει το αρνί.
Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται τρομερά να πουν όχι. Που φοβούνται τη σύγκρουση. Που έχουν μάθει ότι αγάπη σημαίνει να ευχαριστείς. Που φοβούνται την εγκατάλειψη. Που εξαρτώνται συναισθηματικά, πρακτικά ή οικονομικά από κάποιον. Που ανέχονται συμπεριφορές τις οποίες δεν θέλουν και κάποια στιγμή μπορεί να φτάσουν ακόμη και να υποκρίνονται ότι τις θέλουν.
Γι’ αυτό το:
«Μα δεν είπε όχι».
«Μα έμεινε».
«Μα ξαναγύρισε».
«Μα το έκανε και δεύτερη φορά».
δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι:
«Άρα της άρεσε».
Δεν σημαίνει ότι ο άλλος οφείλει να διαθέτει τηλεπάθεια. Ούτε απαλλάσσει τον άνθρωπο που έχει δυνατότητα επιλογής από κάθε ευθύνη να επικοινωνήσει τις επιθυμίες και τα όριά του.
Αλλά όταν μιλάμε για επαναλαμβανόμενες κακοποιητικές δυναμικές, είναι εξαιρετικά βολικό να κοιτάζουμε αποκλειστικά τη συμπεριφορά του θύματος και να εξαφανίζουμε από την εικόνα ολόκληρη την ψυχολογία που μπορεί να το οδηγεί στην ανοχή, στην υποχώρηση, στην επιστροφή ή ακόμη και στην προσποίηση συναίνεσης.
Και κάπου εδώ μπορούμε να αφήσουμε ήσυχο το καημένο το αρνί.
Γιατί υπάρχει ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο περίπλοκη είναι η εξωλεκτική επικοινωνία: ο προσποιητός γυναικείος οργασμός, τον οποίο η πλειοψηφία των αντρών δέχεται ως αληθή με περισσή ευκολία.
Αν λοιπόν οι άνθρωποι μπορούν να διαβάζουν την απόλαυση από τα εξωλεκτικά σημάδια, τότε πώς γίνεται τόσες γυναίκες να προσποιούνται οργασμό και οι άντρες να τις πιστεύουν;
Μα αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον.
Στον προσποιητό οργασμό δεν έχουμε απλώς ένα εξωλεκτικό μήνυμα που παρερμηνεύτηκε. Έχουμε ένα σκόπιμα κατασκευασμένο εξωλεκτικό μήνυμα. Η γυναίκα μιμείται εκείνα τα σημάδια που ξέρει ότι ο άλλος έχει μάθει να συνδέει με τον οργασμό: αναπνοές, ήχους, εκφράσεις, κινήσεις, συσπάσεις. Όσα μπορεί τουλάχιστον, γιατί υπάρχουν και φυσιολογικές αντιδράσεις του οργασμού που είναι ακούσιες και δεν μπορούν όλες να παραχθούν κατά βούληση.
Άρα ο προσποιητός οργασμός αποδεικνύει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: ότι ένα εξωλεκτικό μήνυμα μπορεί να είναι ψεύτικο — και ότι ο αποδέκτης του μπορεί να είναι εξαιρετικά πρόθυμος να το πιστέψει. Ας θυμηθούμε για λίγο τον περίφημο οργασμό της Μεγκ Ράιαν στην ταινία When harry met Sally.
Και εδώ ξαναγυρίζουμε στο πραγματικό ερώτημα: όχι μόνο τι σήμα έστειλε ο άλλος, αλλά και τι ήθελα εγώ να καταλάβω από αυτό.
Γιατί ένας άντρας που ακούει μερικά βογκητά και βλέπει μερικές θεατρικές αντιδράσεις μπορεί να αποφασίσει πολύ εύκολα ότι μόλις χάρισε στη σύντροφό του τον οργασμό του αιώνα. Όχι απαραίτητα επειδή δεν υπήρχε κανένα άλλο σήμα που θα μπορούσε να παρατηρήσει, αλλά επειδή αυτά είναι τα μόνα σημάδια που έχει μάθει ή θέλει να αναγνωρίζει και, κυρίως, επειδή αυτή είναι η ερμηνεία που τον επιβεβαιώνει, που τον εξυπηρετεί.
Για χρόνια πολλοί άντρες έμαθαν να θεωρούν γυναικείο οργασμό αυτό που έβλεπαν στην πορνογραφία ή αυτό που κάποτε τους δίδαξαν το ΚΛΙΚ και το MAX: κραυγές, βογκητά, θεατρικότητα, μια σκηνοθεσία γυναικείας ηδονής κατασκευασμένη πρωτίστως για το ανδρικό βλέμμα.
Και γιατί να ψάξεις περισσότερο, όταν αυτό που βλέπεις σου λέει ακριβώς αυτό που θέλεις να ακούσεις;
Ότι είσαι καταπληκτικός εραστής.
Ότι εκείνη πέρασε υπέροχα.
Ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε.
Ότι δεν χρειάζεται να μάθεις τίποτε περισσότερο.
Εδώ ακόμη παλεύουμε να βρούμε εραστή που να μη θεωρεί την αιδοιολειχία προκαταρκτικό των δύο λεπτών, ενώ ταυτόχρονα θεωρεί απολύτως φυσιολογικό η πεολειχία να μπορεί —ή και να πρέπει— να συνεχιστεί μέχρι τον δικό του οργασμό. Ακόμη επιβιώνει η αντίληψη ότι το σεξ αρχίζει με τη στύση και τελειώνει με την ανδρική εκσπερμάτιση.
Τίτλοι τέλους. Ευχαριστούμε που ήρθατε.
Και στην άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας βρίσκεται μια γυναίκα.
Οι γυναίκες εκπαιδεύτηκαν επί αιώνες να αντιμετωπίζουν την ικανοποίηση του ερωτικού τους συντρόφου ως υποχρέωση, γυναικεία μαγκιά, απόδειξη αγάπης, τρυφερότητας και σεξουαλικής επάρκειας. Να τον κάνουν να αισθανθεί ποθητός. Ικανός. Καλός εραστής. Ακόμη κι όταν οι ίδιες δεν ικανοποιούνται.
Και κάπως έτσι φτάνουμε στο παράδοξο: μια γυναίκα μπορεί όχι απλώς να υπομένει κάτι που δεν απολαμβάνει, αλλά ενδεχομένως να καταβάλλει και ενεργητική προσπάθεια ώστε ο άλλος να πιστεύει ότι το απολαμβάνει.
Και αυτό μας επιστρέφει ακριβώς στο αρνί.
Γιατί η συμπεριφορά από μόνη της δεν μας λέει πάντοτε τι θέλει ένας άνθρωπος.
Μερικές φορές τρώει επειδή πεινάει και του αρέσει.
Μερικές φορές τρώει από ευγένεια.
Μερικές φορές επειδή φοβάται.
Μερικές φορές επειδή έχει μάθει ότι ο καλός καλεσμένος αδειάζει το πιάτο του.
Και ναι, κάποια στιγμή έχει και ο ίδιος ευθύνη, εφόσον μπορεί, να μάθει να λέει:
«Δεν θέλω άλλο γαμημένο αρνί».
Αλλά όταν εσύ του το σερβίρεις ξανά και ξανά, υπάρχει και μια άλλη ερώτηση.
Τον κοίταξες ποτέ πραγματικά;
Τον ρώτησες ποτέ αν του αρέσει;
Σε ενδιέφερε να μάθεις;
Ή σου αρκούσε κάθε φορά που έβλεπες το άδειο πιάτο να λες:
«Μα αφού πάντα το έτρωγες».
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν ποτέ μόνο:
«Τι μήνυμα μου έστειλες;»
Ήταν και:
«Ποιο από τα μηνύματα που μου έστειλες επέλεξα εγώ να ακούσω και γιατί;»
Κι εκεί αλλάζει όλο το νόημα του «μα αφού πάντα το έτρωγες».






