Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Σκάσε ελεύθερα.



Η ελευθερία του λόγου είναι υπέροχη. Αρκεί να μη μιλάς.

Στις 4 Σεπτεμβρίου ο Macklemore ανεβαίνει στη σκηνή του MetLife Stadium, ανοίγοντας συναυλία του Ed Sheeran, και λέει δύο λέξεις.

Free Palestine.

Όχι «θάνατος στους Εβραίους». Όχι «ζήτω η Hamas». Όχι κάτι που χρειάζεται τρεις νομικούς, δύο γλωσσολόγους κι έναν σημειολόγο για να αποφασίσουν αν αποτελεί υποκίνηση μίσους.

Free Palestine. Και αγάπη, ειρήνη, ελευθερία και αλληλεγγύη.

Κακές, πολύ κακές λέξεις από ότι τελικά φαίνεται. 

Γιατί την επόμενη μέρα χρειάστηκε να διευκρινίζει τα αυτονόητα, ότι δηλαδή η κριτική του στο Ισραήλ δεν αποτελεί κριτική στους Εβραίους.

Τσάμπα την έκανε την διευκρίνιση όμως, γιατί λίγες ημέρες αργότερα, ο Macklemore βρέθηκε εκτός περιοδείας.

Η απομάκρυνσή του δεν ήταν, όπως αρχικά παρουσιάστηκε, προσωπική απόφαση του Sheeran. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ed Sheeran και την εταιρεία παραγωγής, διαφημιζόμενοι, χορηγοί και ιδιοκτήτες σταδίων αρνήθηκαν να στηρίξουν και να φιλοξενήσουν συναυλίες στις οποίες θα συμμετείχε ο Macklemore. Είχε προηγηθεί βέβαια μια ολόκληρη εκστρατεία για την απομάκρυνσή του, αντιδράσεις, πιέσεις, απαιτήσεις και διαδικτυακά petitions.

Και ο Macklemore βγαίνει μετά από όλα αυτά και τους αποστομώνει, τους παίρνει τη χαρά μέσα από τα χέρια, απαντώντας περίπου όπως θα ήθελε κανείς να απαντήσει όταν του παρουσιάζουν την εκδικητική τιμωρία ως σωφρονισμό:

«Αν το να πω Free Palestine μου κόστισε το να μην επιστρέψω στη σκηνή, τότε ήταν η πιο επιτυχημένη περιοδεία της καριέρας μου».

Και κάπου εδώ η συζήτηση γίνεται για μένα πολύ πιο ενδιαφέρουσα από το αν συμφωνεί κανείς με τον Macklemore ή το Παλαιστινιακό πρόβλημα.

Γιατί εδώ δεν συζητάμε πλέον μόνο αν πρέπει να απελευθερωθεί η Παλαιστίνη από τις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής.

Συζητάμε πόσο κοστίζει η ελευθερία του λόγου όταν ο λόγος παύει να είναι διακοσμητική κούκλα στη βιτρίνα του θεάματος.

Όλοι αγαπάμε την ελευθερία της έκφρασης. Είναι υπέροχη. Σαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, την παγκόσμια ειρήνη και τα κουταβάκια. Μέχρι να εκφραστεί κάποιος και να πει κάτι που μας ενοχλεί.

Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.

Πάρτε για παράδειγμα την ποπ τραγουδίστρια Pink. 

Η Pink αντέδρασε στον Macklemore, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο κόσμος δεν είχε πάει στη συναυλία για να ακούσει πολιτική, υποστήριξε την απομάκρυνσή του και έπαθε ένα μικρό παραλήρημα μίσους. 

Προσωπικά θεωρώ όσα είπε κατάπτυστα.

Αλλά αυτό είναι το εύκολο κομμάτι.

Το δύσκολο αρχίζει μετά.

Τι κάνω λοιπόν;

Δεν αγοράζω ποτέ ξανά εισιτήριο της Pink;

Δικαίωμά μου.

Λέω στους φίλους μου να μην αγοράσουν;

Μάλλον πάλι δικαίωμά μου.

Φτιάχνω καμπάνια;

Πιέζω τους διοργανωτές;

Απαιτώ να μην εμφανίζεται σε φεστιβάλ;

Να ακυρωθεί η περιοδεία της;

Να μην ξαναβρεί δουλειά μέχρι να ζητήσει συγγνώμη, να μετανοήσει, να αυτομαστιγωθεί δημοσίως και να περάσει τις εξετάσεις πολιτικής ορθότητας του Σεπτεμβρίου;

Πού ακριβώς αλλάζει το πράγμα;

Το μποϊκοτάζ ήταν και είναι ένα απολύτως πραγματικό και ιστορικά αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής αντίστασης. Δεν αγοράζω. Δεν συμμετέχω. Δεν συνεργάζομαι. Αποσύρω την εργασία, την παρουσία, την κατανάλωσή μου.

Και, ναι, κάπου στο υπόγειο υπάρχει πάντοτε και το χρήμα. Όχι επειδή όλα είναι χρήμα. Αλλά επειδή το χρήμα έχει μια χαριτωμένη ιδιότητα που δεν έχουν οι ηθικές διακηρύξεις: τσούζει και μετριέται.

Χίλια θυμωμένα posts είναι θόρυβος. Χίλια απούλητα εισιτήρια είναι Excel.

Αλλά πού τελειώνει το boycott και πού αρχίζει το cancel;

Και σε ποιο σημείο το cancel μετατρέπεται σε καφρίλα, στοχοποίηση και κυνήγι μαγισσών;

Αν εγώ αρνηθώ να σε ακούσω, ασκώ την ελευθερία μου.

Αν προσπαθήσω να εξασφαλίσω ότι κανείς δεν θα μπορεί να σε ακούσει τι ακριβώς κάνω;

Δεν είναι ρητορικές οι ερωτήσεις. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι υπάρχει ένα όμορφο κόκκινο φωτάκι που ανάβει ακριβώς στο σημείο όπου περνάμε από το ένα στο άλλο.

Μετά την απομάκρυνση του Macklemore συνέβη και κάτι ακόμη. Άλλοι καλλιτέχνες της περιοδείας αποχώρησαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης. Και εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό. Δεν τους έδιωξαν. Σηκώθηκαν κι έφυγαν από μόνοι τους. Μιλάμε για μια συλλογική άρνηση συμμετοχής με κάτι σχεδόν απεργιακό μέσα της: αν αυτός δεν μπορεί να βρίσκεται στη σκηνή επειδή είπε αυτές τις δύο λέξεις, εμείς δεν θέλουμε να βρισκόμαστε πάνω της σαν να μη συνέβη τίποτα.

Και ξαφνικά η πίεση αλλάζει κατεύθυνση.

Το φιλοσιωνιστικό λόμπι διαθέτει τεράστια δύναμη επιρροής στη δυτική πολιτική και στη βιομηχανία του θεάματος. Και δεν χρειάζονται μυστικές στοές, κρυφές χειραψίες και ένας κακός του James Bond να χαϊδεύει μια λευκή γάτα για να μιλήσουμε γι' αυτό. Το lobbying δεν είναι συνωμοσία.

Είναι lobbying. Οργανωμένη επιρροή, δημόσιες σχέσεις, πρόσβαση, πίεση, δίκτυα, χρήμα, επικοινωνία. Ολόκληρες βιομηχανίες έχουν χτιστεί ακριβώς γι' αυτό. Και μερικές φορές η επικοινωνιακή διαχείριση γίνεται τόσο άγαρμπη που καταλήγει σχεδόν φάρσα. Όπως στην περίπτωση του John Malkovich.

Ο Malkovich επρόκειτο να εμφανιστεί στο Τελ Αβίβ. Κυκλοφόρησε λοιπόν δήλωση που τον παρουσίαζε να εκφράζει εγγύτητα και αλληλεγγύη προς το ισραηλινό κοινό.

Υπέροχα. Μόνο που υπήρχε ένα τόσο δα μικρό προβληματάκι.

Ο Malkovich δεν την είχε κάνει ποτέ αυτήν την δήλωση.

Του είχαν φορέσει μια πολιτική τοποθέτηση περίπου όπως σου φοράει η θεία σου τη ζακέτα με το στανιό επειδή «έχει ψύχρα έξω» κι ας έχει 30 βαθμούς Κελσίου. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για πεντάχρονο. Και μια πολιτική δήλωση δεν είναι ποτέ τόσο αθώα όσο μια ζακετούλα.

Όπως ήταν φυσικό, όχι απλά αντέδρασε, αλλά απέσυρε τη συμμετοχή του από την παράσταση.

Και έτσι μέσα σε λίγες ημέρες έχουμε δύο σχεδόν κατοπτρικές ιστορίες.

Στη μία περίπτωση ένας καλλιτέχνης μιλάει και κάποιοι θα προτιμούσαν να μην είχε μιλήσει.

Στην άλλη ένας καλλιτέχνης δεν μιλάει και κάποιοι αποφασίζουν να μιλήσουν για λογαριασμό του.

Κάπου εκεί βρίσκεται η περίφημη ελευθερία της έκφρασης, η οποία τελευταία μοιάζει λίγο με εκείνα τα οικογενειακά κειμήλια που όλοι δηλώνουμε ότι λατρεύουμε αλλά κανείς δεν θέλει πραγματικά να βλέπει κάθε ημέρα μέσα στο σαλόνι του.

Οπότε το ερώτημα μάλλον δεν είναι αν επιτρέπεται να υπάρχουν συνέπειες στον δημόσιο λόγο. Ούτε το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος τελικά έχει δίκιο

Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο:

Πότε η δική μου ελευθερία να αντιδρώ σε αυτά που λες αρχίζει να γίνεται δύναμη να σε εμποδίσω να τα λες;

Και ακόμη δυσκολότερο:

Θα δίναμε την ίδια απάντηση αν αυτός που προσπαθούσαν να φιμώσουν έλεγε κάτι με το οποίο διαφωνούμε εμείς;

Τελικά πόση ελευθερία λόγου αντέχουμε όταν το μικρόφωνο βρίσκεται στα χέρια κάποιου που θεωρούμε ότι έχει άδικο;

Λήδα Καφετζή

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Γαστρονομική Ιατρική: Γιατί η Διαιτολογία ήθελε rebranding



Ζούμε σε έναν υπερκαταναλωτικό κόσμο που χρειάζεται διαρκώς καινούργια προϊόντα για να συνεχίζει να υπάρχει.

Όχι απαραιτήτως επειδή τα παλιά αγαθά έπαψαν να λειτουργούν. Ούτε επειδή εμφανίζεται πάντοτε κάποια καινούργια ανθρώπινη ανάγκη. Συχνά συμβαίνει το αντίστροφο, γιατί αυτό επιτάσσει το μάρκετινγκ. Πρώτα δημιουργείται το προϊόν και μετά πρέπει να δημιουργηθεί, να αναδειχθεί ή να επαναπροσδιοριστεί η ανάγκη που θα το καταστήσει απαραίτητο.

Καλώς ήρθατε λοιπόν.... στη Γαστρονομική Ιατρική — Culinary Medicine.

Ο όρος περιγράφει ένα, και καλά, νέο διεπιστημονικό πεδίο που συνδυάζει γνώσεις Ιατρικής, Διατροφής και πρακτικής μαγειρικής, ώστε οι επιστημονικές διατροφικές συστάσεις να μετατρέπονται σε πραγματικά γεύματα που μπορούν να ενταχθούν στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου.

Ακούγεται εξαιρετικό.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν αναρωτηθείς: ποιο ακριβώς κενό ήρθε να καλύψει;

Γιατί υπάρχει ήδη μια επιστήμη για αυτό. 

Λέγεται Διατροφή και Διαιτολογία.

Η εικόνα που έχουμε για τον διαιτολόγο είναι συχνά τραγικά περιορισμένη: κάποιος που ζυγίζει ανθρώπους και μοιράζει δίαιτες αδυνατίσματος.

Μόνο που η Διαιτολογία είναι επιστήμη υγείας.

Ο διαιτολόγος-διατροφολόγος διδάσκεται, μεταξύ άλλων, Βιολογία, Ανατομία, Φυσιολογία, Βιοχημεία, Παθολογία, Νοσολογία, Χημεία και Τεχνολογία Τροφίμων, Κλινική Διατροφή, σχεδιασμό και μεθόδους παραγωγής γευμάτων.

Και φυσικά δεν ασχολείται μόνο με το αν θα χωρέσουμε στο περσινό τζιν.

Ασχολείται με τη διατροφή παιδιών, εφήβων, εγκύων, ηλικιωμένων και αθλητών, αλλά και με τη διατροφική αντιμετώπιση ασθενών με διαβήτη, νεφροπάθειες, ηπατοπάθειες, καρδιαγγειακά και άλλα νοσήματα. Ασχολείται επίσης με τη διατροφή απολύτως υγιών ανθρώπων.

Με άλλα λόγια, το τρίπτυχο άνθρωπος – νόσος – τροφή δεν περίμενε την Culinary Medicine για να υπάρχει ως επιστημονικό πεδίο.

Και κάπου εδώ μπαίνει το marketing

Στην κλασική θεωρία του marketing μαθαίνουμε τα περίφημα 4 Ps: Product, Price, Place, Promotion.

Και πριν ακόμη αποφασίσουμε πώς θα τιμολογήσουμε, πού θα διαθέσουμε και πώς θα προωθήσουμε κάτι, χρειαζόμαστε το πρώτο P: Product. Προϊόν.

Η ανάπτυξη νέων προϊόντων αποτελεί θεμελιώδη λειτουργία μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Και νέο προϊόν δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι κάποιος πήρε ένα παλιό, του άλλαξε το περιτύλιγμα και το όνομα και μας εξαπάτησε. Μπορεί να αποτελεί πραγματικά νέο συνδυασμό υπηρεσιών, διαφορετική εφαρμογή υπάρχουσας γνώσης, βελτίωση ενός προϊόντος ή προσέγγιση ενός νέου κοινού.

Υπό αυτή την έννοια, η Culinary Medicine είναι ένα νέο προϊόν. 

Παίρνει στοιχεία από την Ιατρική, τη Διαιτολογία και τη μαγειρική, τα οργανώνει σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο και τα απευθύνει, μεταξύ άλλων, σε γιατρούς που ενδεχομένως δεν έχουν εκπαιδευτεί επαρκώς στην πρακτική εφαρμογή της διατροφής.

Μέχρι εδώ, κανένα πρόβλημα.

Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν το νέο προϊόν χρειάζεται να αποκτήσει διακριτή ταυτότητα και αντιληπτή αναγκαιότητα.

Γιατί δύσκολα πουλάς κάτι λέγοντας:

«Θα σας μάθουμε μερικά πράγματα που οι διαιτολόγοι ήδη γνωρίζουν, ώστε να συνεργάζεστε καλύτερα μαζί τους».

Πολύ πιο ελκυστικό είναι:

CULINARY MEDICINE.

Νέος όρος. Νέο πεδίο. Courses. Πιστοποιήσεις. Συνέδρια. Επαγγελματικοί τίτλοι.

Και, κυρίως, Medicine, Ιατρική.

Η ανάγκη ως προϊόν

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του σύγχρονου marketing. Δεν ανταποκρίνεται απλώς σε ανάγκες. Διαμορφώνει και τον τρόπο με τον οποίο τις αντιλαμβανόμαστε.

Ένα προϊόν χρειάζεται διαφοροποίηση. Χρειάζεται λόγο ύπαρξης. Χρειάζεται να μας πείσει ότι ανάμεσα σε όσα ήδη διαθέτουμε υπάρχει ένα κενό το οποίο πρέπει να καλύψουμε.

Και η Γαστρονομική Ιατρική είναι εξαιρετικό παράδειγμα.











Δεν είναι ακριβώς ψευδοεπιστήμη. Δεν διδάσκει μαγικά βότανα ούτε θεραπεία του καρκίνου με μπρόκολο. Μπορεί μάλιστα να προσφέρει χρήσιμη πρόσθετη εκπαίδευση σε έναν γιατρό.

Αυτό που αμφισβητείται είναι η κατασκευή της καινοτομίας γύρω από αυτήν.

Γιατί αν ένας γιατρός θέλει βαθύτερη γνώση της διατροφής, μπορεί να εκπαιδευτεί στη Διατροφή ή στην Κλινική Διαιτολογία. Και όταν ένας ασθενής χρειάζεται εξατομικευμένη διατροφική παρέμβαση, υπάρχει ήδη ένας επιστήμονας εκπαιδευμένος ακριβώς γι' αυτό: Ο διαιτολόγος-διατροφολόγος.

Η αγορά όμως δεν αγαπά ιδιαίτερα τη φράση «υπάρχει ήδη».

Αγαπά το νέο.

Και όταν το πραγματικά νέο δεν είναι αρκετό, μπορούμε να πάρουμε υπάρχουσες επιστήμες, να τις συνδυάσουμε με διαφορετικό τρόπο, να δημιουργήσουμε γύρω τους ένα καινούργιο προϊόν και στη συνέχεια να δημιουργήσουμε την αντίληψη ότι χωρίς αυτό έλειπε κάτι.

Δεν είναι απαραιτήτως απάτη.

Είναι απλά marketing. 

Είναι ο καπιταλισμός.


Λήδα Καφετζή

Πιστοποιημένο από τον ΕΟΠΠΕΠ Στέλεχος Διατροφής και Διαιτολογίας & B.Sc. in Business Administration, Major in Marketing Management, Deree – The American College of Greece

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Skynet και AI: Η Σάρα Κόνορ δεν θα κρατάει οπλοπολυβόλο, αλλά ένα παγούρι νερό



Τι συμβαίνει όταν μια εξαιρετικά ισχυρή τεχνολογία πέφτει πάνω σε ένα οικονομικό σύστημα που δεν γνωρίζει την έννοια «αρκετά»;


Κάποτε φοβόμασταν ότι τα ρομπότ θα πάρουν τις δουλειές των εργατών. Και πράγματι πήραν αρκετές.

Μόνο που η αυτοματοποίηση δεν σταμάτησε στη γραμμή παραγωγής. Η μηχανή που κάποτε αντικαθιστούσε ένα ζευγάρι χέρια, σήμερα αρχίζει να αντικαθιστά και ένα μυαλό.

Ενοχλητική εξέλιξη. Τα χέρια των άλλων ήταν κάπως ευκολότερο να τα θεωρούμε παράπλευρη απώλεια της προόδου.

Και κάπου εδώ η συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη παύει να αφορά το μέλλον.

Πρωτα ηρθε για τη δουλεια μας

Η AI ήδη γράφει κείμενα, φτιάχνει εικόνες, μεταφράζει, σχεδιάζει, προγραμματίζει, κάνει διαγνώσεις. Δεν χρειάζεται να είναι καλύτερη. Αρκεί να είναι αρκετά καλή και ασύγκριτα γρηγορότερη και φθηνότερη.

Γιατί ο καπιταλισμός δεν πληρώνει για την ανθρώπινη δημιουργικότητα από συναισθηματισμό. Πληρώνει όσο τη χρειάζεται.

Αν ένας άνθρωπος με AI μπορεί να κάνει τη δουλειά που χθες έκαναν πέντε, το επάγγελμα δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί. Αρκεί να απολυθούν οι τέσσερις.

Και κάπως έτσι η «απελευθέρωση του ανθρώπου από την εργασία» μπορεί να επιτευχθεί πολύ γρηγορότερα απ’ όσο φανταζόμασταν. Κυρίως με την απελευθέρωσή του από τον μισθό.

Αν μια εταιρεία μπορεί να αποκτήσει άρθρο χωρίς αρθρογράφο, εικόνα χωρίς φωτογράφο, σκίτσο χωρίς σκιτσογράφο και μετάφραση χωρίς μεταφραστή, μέσα σε ένα ωμό, άψυχο καπιταλιστικό σύστημα, όπου τα 500 δισεκατομμύρια προσωπικής περιουσίας δεν θεωρούνται αρκετά και ο επόμενος στόχος είναι το ένα, τα δύο ή τα πέντε τρισεκατομμύρια, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το αποτέλεσμα έχει «ψυχή».

Είναι αν έχει αρκετή —έστω και φαινομενική— ποιότητα ώστε να πουληθεί.

Η τεχνολογία θα μπορούσε θεωρητικά να μας απαλλάξει από ένα μέρος της εργασίας και να μας χαρίσει περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Μέσα όμως σε ένα σύστημα όπου το όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας ανήκει πρωτίστως σε αυτόν που κατέχει το μέσο παραγωγής, το «θα δουλεύουμε λιγότερο» μπορεί πολύ εύκολα να μεταφραστεί σε «θα δουλεύουν λιγότεροι».

Μικρή διαφορά στη διατύπωση. Τεράστια στη ζωή.

Μετα ηπιε το νερο

Η AI ακούγεται υπέροχα άυλη. Cloud, μοντέλα, αλγόριθμοι. Σχεδόν μεταφυσική.

Μόνο που το cloud κατοικεί στη Γη. Και κάπως έτσι μας πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι.

Πίσω λοιπόν από τα συννεφάκια υπάρχουν τεράστια data centers, επεξεργαστές που παράγουν θερμότητα, καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια και συστήματα ψύξης που απαιτούν τόνους νερού. Και όσο πιο… σούπερ γίνονται τα μοντέλα, τόσο μεγαλώνει και το υλικό τους αποτύπωμα.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν «κάθε εντολή πίνει ένα μπουκάλι νερό» — τέτοιες εύκολες αναγωγές είναι συνήθως παραπλανητικές.

Το ερώτημα είναι άλλο: πόσους φυσικούς πόρους είμαστε διατεθειμένοι να καταναλώσουμε για την ανάπτυξη μιας τεχνολογίας χωρίς σαφές ταβάνι;

Και εδώ επιστρέφει ο καπιταλισμός από την πίσω πόρτα. Γιατί καμία εταιρεία δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να πει «φτάνει, το προϊόν μας είναι αρκετά καλό». Όσο υπάρχει αγορά, ανταγωνισμός και κέρδος, υπάρχει λόγος για περαιτέρω ανάπτυξη, για  μεγαλύτερα μοντέλα, περισσότερα data centers, περισσότερη ενέργεια, περισσότερο νερό.

Άλλωστε, το «αρκετά κέρδη» δεν υπάρχει ως μικροοικονομικός όρος.

Η τεχνολογική πρόοδος δεν διαθέτει από μόνη της φρένο.

Και η ελεύθερη αγορά ίσως κανένα.

Και μετα ηρθε ο Εξολοθρευτης

Και κάπου εδώ φτάνουμε στον μεγάλο φόβο.

Στον κινηματογραφικό.

«Εξολοθρευτής», «Matrix», μηχανές που, σαν άλλες Βανδήδες, ξεπερνούν τον δημιουργό τους και κάποια στιγμή αποφασίζουν ότι «μου είσαι πλέον περιττός».

Μέχρι πρόσφατα ήταν επιστημονική φαντασία. Σήμερα το ενδεχόμενο μιας Τεχνητής Νοημοσύνης ισχυρότερης από τον άνθρωπο και αδύνατης να ελεγχθεί συζητείται σοβαρά ακόμη και από ανθρώπους που αναπτύσσουν αυτά τα συστήματα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έρχεται το Skynet σε 5 χρόνια να καταλάβει τον πλανήτη.

Ούτε ότι ένα πρωί το ChatGPT θα αποκτήσει συνείδηση, νευράκια και πρόσβαση στα πυρηνικά.

Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ λιγότερο χολιγουντιανό: τι γίνεται αν κατασκευάσουμε ένα σύστημα πολύ ικανότερο από εμάς, το οποίο επιδιώκει έναν στόχο με τρόπους που δεν προβλέψαμε και κάποια στιγμή δεν μπορούμε πλέον να σταματήσουμε;

Δεν χρειάζεται καν να μας μισήσει.

Εμείς δεν μισούμε τα μυρμήγκια όταν χτίζουμε έναν αυτοκινητόδρομο πάνω στη φωλιά τους.

Απλώς ο αυτοκινητόδρομος έχει μεγαλύτερη σημασία.

Το Skynet μπορει να περιμενει

Μπορεί όλα τα σενάρια περί υπερνοημοσύνης και εξαφάνισης του ανθρώπινου είδους να αποδειχθούν καταστροφολογικές μπούρδες και υπερβολές.

Μακάρι.

Μέχρι τότε όμως έχουμε μπροστά μας πολύ πιο πεζούς κινδύνους.

Μια τεχνολογία ικανή να αντικαταστήσει μεγάλο μέρος της ανθρώπινης εργασίας αναπτύσσεται μέσα σε ένα οικονομικό σύστημα που έχει κάθε κίνητρο να μειώνει το εργατικό κόστος.

Μια τεχνολογία που απαιτεί τεράστιες υποδομές, ενέργεια και νερό αναπτύσσεται μέσα στο ίδιο σύστημα που έχει κάθε κίνητρο να μεγαλώνει συνεχώς την αγορά της.

Και μια τεχνολογία για την οποία οι ίδιοι οι δημιουργοί της συζητούν πλέον το ενδεχόμενο να γίνει κάποτε ανεξέλεγκτη βρίσκεται στη μέση μιας κούρσας όπου κανείς δεν θέλει να μειώσει πρώτος ταχύτητα. Γιατί οι εταιρείες φοβούνται τις άλλες εταιρείες και τα κράτη τα άλλα κράτη.

Ο καπιταλισμός υπήρξε εξαιρετικά αποτελεσματικός στο να μετατρέπει την τεχνολογική πρόοδο σε παραγωγικότητα —ως οικονομικό μέγεθος— και σε πλούτο —ως πολύ πραγματικό αποτέλεσμα.

Υπήρξε λιγότερο αποτελεσματικός στο να αποφασίζει ποιος καρπώνεται τον πλούτο, ποιος επωμίζεται το κόστος και πότε πρέπει η ξέφρενη κούρσα του να σταματά.

Ίσως λοιπόν να μη χρειαστούμε ποτέ έναν Εξολοθρευτή.

Ίσως η δυστοπία να αποδειχθεί πολύ πιο πεζή.

Να έχουμε νερό με το δελτίο, δουλειές με το σταγονόμετρο και την πιο προηγμένη Τεχνητή Νοημοσύνη στην ιστορία για να μας εξηγεί, με άψογη σύνταξη και σε λιγότερο από τρία δευτερόλεπτα, γιατί συνέβησαν όλα αυτά.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Schrödinger, η Καρυστιανού και η γάτα της διαφάνειας



Με όσα ήρθαν στο φως μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη και την υπόθεση του ιατρείου στο Κολωνάκι, ήρθε ξαφνικά στο προσκήνιο και ένας όρος που για πολλούς ακούστηκε καινούργιος: «κβαντική ιατρική».

Μόνο που δεν είναι η πρώτη φορά που τον ακούμε. Και σίγουρα όχι η πρώτη φορά που τον συναντάμε δίπλα στο όνομα ενός γιατρού. Τον έχουμε πετύχει στην επίσημη ιστοσελίδα της Μαρίας Καρυστιανού.

Η Μαρία Καρυστιανού έχει συνδέσει τη δημόσια παρουσία της με μερικές πολύ βαριές λέξεις: αλήθεια, διαφάνεια, κάθαρση, δικαιοσύνη.

Και πολύ σωστά. Όταν απαιτείς από θεσμούς, πολιτικούς, πραγματογνώμονες και κρατικούς λειτουργούς να αποδεικνύουν όσα ισχυρίζονται, να λογοδοτούν και να μη ζητούν από την κοινωνία να τους πιστέψει απλώς επειδή το λένε, υπερασπίζεσαι μια θεμελιώδη αρχή μιας δημοκρατικής κοινωνίας.

Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια.

Οι αρχές έχουν την ενοχλητική ιδιότητα να ισχύουν και για εμάς.

Στην επαγγελματική ιστοσελίδα της, η Μαρία Καρυστιανού δεν αναφέρει απλώς ότι έχει εκπαιδευτεί στην «Κβαντική Ιατρική». Διατηρεί ολόκληρη σελίδα αφιερωμένη σε αυτήν, την οποία ταυτίζει με την «Κβαντική Βιοανατροφοδότηση» και τον βιοσυντονισμό, που θεωρείται από την επιστημονική κοινότητα ψευδοεπιστημονική μέθοδοςκαι υποστηρίζει επίσης ότι τα κύτταρα μπορούν να «επανεκπαιδευτούν» ώστε να αναμεταδίδουν «ορθές λειτουργικές συχνότητες».

Και οι ισχυρισμοί που διατυπώνονται εκεί δεν είναι καθόλου αόριστοι.

Υποστηρίζεται ότι κάθε υγιές κύτταρο, ιστός ή όργανο πρέπει να έχει συγκεκριμένη ηλεκτρομαγνητική συχνότητα και ότι, όταν αυτή η επικοινωνία διαταράσσεται, εμφανίζονται συμπτώματα. Στη συνέχεια αναφέρεται ότι με τον εξοπλισμό που διαθέτει το ιατρείο «ελέγχονται, αντιμετωπίζονται και εξολοθρεύονται» παράσιτα, και ότι ο βιοσυντονισμός έχει «πολύ υψηλό ποσοστό επιτυχίας στις αλλεργίες, χωρίς τη λήψη φαρμάκων», σε αυτοάνοσα νοσήματα, ακόμη και στην αντιμετώπιση τοξικότητας από ακτινοβολίες ή τα... «τοξικά συναισθήματα!!!!!

Η κβαντική φυσική είναι μία από τις καλύτερα επιβεβαιωμένες θεωρίες στην ιστορία της επιστήμης. Κβαντικά φαινόμενα πράγματι συμβαίνουν στη φύση και ορισμένα έχουν σημασία και για τη βιολογία.

Αλλά εδώ χρειάζεται να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η επιστημονική απόδειξη.

Ας υποθέσουμε ότι αύριο επιστήμονες καταφέρνουν να δημιουργήσουν στο εργαστήριο λειτουργικό ανθρώπινο καρδιακό ιστό. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό επιστημονικό επίτευγμα. Δεν σημαίνει όμως ότι μπορώ την επόμενη μέρα να ανοίξω μια κλινική και να ανακοινώσω: «Κατασκευάζω ανθρώπινες καρδιές στο εργαστήριό μου και σας τις μεταμοσχεύω».

Με απλά λόγια: το ότι η επιστήμη απέδειξε το Α δεν σου δίνει άδεια να πουλάς το Ω ως θεραπεία. Ανάμεσα στα δύο υπάρχουν άλλα 23 γράμματα που πρέπει επίσης να αποδείξεις.

Αυτό είναι το πρόβλημα με μεγάλο μέρος αυτού που πλασάρεται ως «κβαντική ιατρική». Όχι ότι χρησιμοποιεί την κβαντική φυσική. Αλλά ότι επικαλείται πραγματικά επιστημονικά φαινόμενα για να προσδώσει κύρος σε θεραπευτικά συμπεράσματα που δεν προκύπτουν αυτομάτως από αυτά.

Διαφορετικά μπορώ αύριο να εφεύρω τον όρο Κβαντική Νομική. Ο κατηγορούμενος, σαν τη γάτα του Schrödinger, θα είναι ταυτόχρονα και αθώος και ένοχος.

Ή την Κβαντική Μαγειρική, όπου με κατάλληλη διέγερση των quarks η πάπια Πεκίνου, λίγο πριν σερβιριστεί, αρχίζει να κάνει κουάκ.

Το παράδειγμα είναι ηθελημένα γελοίο. Το λογικό σφάλμα όμως είναι επίσης το ίδιο: παίρνω πραγματικούς όρους μιας επιστήμης, τους μεταφέρω σε άλλο πεδίο και αφήνω το κύρος της πρώτης να προσδώσει επιστημονικοφάνεια στο δεύτερο.

Και εδώ το ζήτημα γίνεται σοβαρότερο, επειδή δεν μιλάμε για κάποιον life coach του TikTok. Μιλάμε για γιατρό. Επώνυμη γιατρό.

Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας απαιτεί η δημόσια ενημέρωση από γιατρό για ζητήματα υγείας να στηρίζεται σε τεκμηριωμένα και διεθνώς παραδεδεγμένα επιστημονικά στοιχεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγώ μπορώ να αποφανθώ πως η Μαρία Καρυστιανού έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα. Αυτό μπορεί να το κρίνει μόνο ο αρμόδιος Ιατρικός Σύλλογος.

Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα:

Έχει ελεγχθεί ποτέ αν οι συγκεκριμένοι θεραπευτικοί ισχυρισμοί συνάδουν με την ιατρική δεοντολογία;

Και υπάρχει ακόμη ένα.

Στο βιογραφικό της αναφέρεται εκπαίδευση ή εξειδίκευση στην «Κβαντική Ιατρική». Ωραία. Πού; Από ποιον φορέα; Με ποιο πρόγραμμα; Ποιας διάρκειας; Με ποια πιστοποίηση; Και τι ακριβώς πιστοποιεί αυτή;

Δεν υπονοώ ότι η απάντηση είναι κατ’ ανάγκη επιλήψιμη. Ζητώ ακριβώς αυτό που απαιτεί και η κυρία Καρυστιανού από τους άλλους: στοιχεία και διαφάνεια.

Και εδώ πλέον το θέμα για μένα δεν είναι η κβαντική φυσική. 

Είναι θέμα ηθικής τάξης.

Όταν ένας άνθρωπος αποκτά τεράστια δημόσια επιρροή απαιτώντας διαφάνεια, κάθαρση, αποδείξεις και λογοδοσία από τους θεσμούς, ζητάει την ψήφο μας για να ξεβρομίσει ο τόπος, είναι απολύτως εύλογο η κοινωνία να απαιτεί την ίδια καθαρότητα και από τον ίδιο.

Όχι επειδή η επαγγελματική δραστηριότητα της Καρυστιανού αποδεικνύει το οτιδήποτε για όσα καταγγέλλει σε άλλες υποθέσεις. Δεν τα αποδεικνύει και δεν τα διαψεύδει. Αυτό θα ήταν εξίσου παράλογο.

Αλλά επειδή η αξιοπιστία ενός ανθρώπου που ζητά να αποτελέσει φορέα κάθαρσης βασίζεται αναπόφευκτα και στη συνέπεια ανάμεσα σε όσα απαιτεί από τους άλλους και σε όσα απαιτεί από τον εαυτό του.

Δεν γίνεται να απαιτούμε από το κράτος να μη μας πετάει ένα ξερό «εμπιστευτείτε μας» και εμείς να απαντάμε στις ερωτήσεις που μας αφορούν με το δικό μας «εμπιστευτείτε με».

Αν λοιπόν ζητάμε διαφάνεια, στοιχεία και αποδείξεις, ας τα ζητάμε από παντού.

Και κυρίως από εκείνους στους οποίους είμαστε περισσότερο διατεθειμένοι να πιστέψουμε.

Γιατί η πραγματική ηθική δοκιμασία δεν είναι να απαιτείς κάθαρση από τους αντιπάλους σου. Είναι να δέχεσαι τον ίδιο εξονυχιστικό έλεγχο όταν έρχεται η δική σου η σειρά.

Γιατί τελικά η κβαντική φυσική μπορεί να αφορά κι εσένα.

Μπορείς να απαιτείς διαφάνεια από τους άλλους και ταυτόχρονα να αφήνεις αναπάντητα ερωτήματα για τον εαυτό σου. Να επικαλείσαι στοιχεία και αποδείξεις από τη μία και να ζητάς πίστη σε μη τεκμηριωμένους ισχυρισμούς από την άλλη.

Μπορείς, σαν τη γάτα του Schrödinger, να βρίσκεσαι ταυτόχρονα σε δύο καταστάσεις: ηθική και ανήθικη.

Μέχρι κάποιος να ανοίξει το κουτί.

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Η βελόνα δεν μετατρέπεται σε εργαλείο αισθητικού επειδή στην άκρη της έχει υαλουρονικό οξύ.



Η αισθητική ιατρική στην Ελλάδα έχει γίνει πλέον μια τεράστια αγορά. Botox, fillers, νήματα, lasers και άλλες πράξεις προσφέρονται πλέον σχεδόν παντού. Το πρόβλημα είναι ότι πίσω από την ταμπέλα μιας απολύτως νόμιμης «κλινικής αισθητικής» δεν είναι καθόλου αυτονόητο ποιος είναι αυτός που εκτελεί την ιατρική πράξη.

Υπάρχουν καταγγελίες για ενέσιμες και άλλες επεμβατικές πράξεις που πραγματοποιούνται από μη γιατρούς, ενώ υπάρχει και η γκρίζα ζώνη γιατρών χωρίς τη σχετική ειδικότητα ή εκπαίδευση. Ο ίδιος ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών έχει προειδοποιήσει για μη ιατρούς που κάνουν Botox, fillers και νήματα και για περιστατικά λοιμώξεων, νεκρώσεων και δυσμορφιών.

Και εδώ βρίσκεται μια διάκριση που συχνά χάνεται: νόμιμη επιχείρηση δεν σημαίνει νόμιμη κάθε πράξη που γίνεται μέσα σε αυτήν. Μπορεί μια μεγάλη κλινική, ακόμη και μια αλυσίδα με υποκαταστήματα σε όλη την Ελλάδα, να διαθέτει τις απαιτούμενες άδειες και τον αδειοδοτημένο επιστημονικό υπεύθυνο. Το κρίσιμο όμως είναι ποιος κάνει στην πράξη το Botox, ποιος βάζει το filler και ποιος χειρίζεται το κάθε ιατρικό μηχάνημα. Ένας απλός απόφοιτος της ιατρικής στην καλύτερη; Ένας απόφοιτος αισθητικής από το ΙΕΚ Ανω Ραχούλας; Ή ένας απόφοιτος γενικού λυκείου στην χειρότερη;

Και κάπου εδώ έχω μια αφελή απορία.

Όλα αυτά τα γνωρίζει ο κόσμος, τα γνωρίζουν οι πελάτες-μπορεί να μην γνωρίζουν το νομικό πλαίσιο βέβαια, τα γνωρίζουν άνθρωποι που εργάζονται στον χώρο, υπάρχουν καταγγελίες και ο ίδιος ο Ιατρικός Σύλλογος έχει αναγνωρίσει δημόσια το πρόβλημα.

Οι αρμόδιοι όμως τι ακριβώς γνωρίζουν και, κυρίως, τι ακριβώς ελέγχουν;

Γιατί ο ουσιαστικός έλεγχος δεν είναι να δεις αν υπάρχει το σωστό πτυχίο κορνιζαρισμένο στον τοίχο ή το σωστό όνομα στην άδεια λειτουργίας. Είναι να ανοίξεις την πόρτα του εξεταστηρίου και να δεις ποιος κρατάει τη σύριγγα.

Η αισθητική ιατρική μπορεί να πουλιέται σαν beauty service. Παραμένει όμως ιατρική. Και η βελόνα δεν μετατρέπεται σε εργαλείο αισθητικού επειδή στην άκρη της έχει υαλουρονικό οξύ αντί για φάρμακο.

Στους πόσους... Μαζωνάκηδες θα σταματήσουμε να παριστάνουμε τους έκπληκτους και θα μαζευτεί η κατάσταση επιτέλους;

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Μα το διάβασα στο Katinablog.com!

Πώς το πατροπαράδοτο κουτσομπολιό απέκτησε Wi-Fi, έγινε «είδηση» και άρχισε να ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός.



Θέλω να αφήσω στην άκρη την υπόθεση της καταγγελίας που δημοσιεύτηκε στο Indymedia. 

Δεν θέλω να εξετάσω άλλο ούτε τη συγκεκριμένη καταγγελία ούτε τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτή. 

Μου έδωσε όμως την αφορμή να σκεφτώ κάτι πολύ ευρύτερο και, κατά τη γνώμη μου, πολύ ενδιαφέρον: τι συμβαίνει όταν μια φήμη μπαίνει στο διαδίκτυο;

Γιατί οι φήμες δεν γεννήθηκαν μαζί με το Facebook, το Χ ή τα sites. Υπήρχαν πάντα. Το κουτσομπολιό είναι πιθανότατα τόσο παλιό όσο και η ανθρώπινη κοινωνία. Εκείνο που άλλαξε είναι η ταχύτητα, η εμβέλεια και, κυρίως, η επίφαση εγκυρότητας που μπορεί να αποκτήσει μια πληροφορία από τη στιγμή που θα εμφανιστεί γραμμένη σε μια οθόνη.

Ας κάνουμε λοιπόν ένα εντελώς υποθετικό πείραμα.

Κάπου εμφανίζεται η πληροφορία:

«Η Λ.Κ., πενηντάρα, γνωστή αριστερή από τα Ίσθμια, σκοτώνει σκυλιά».

Κάποιος από την περιοχή κάνει τη σύνδεση. Λ.Κ., αριστερή, Ίσθμια;

«Η Λήδα Καφετζή θα είναι».

Και κάπως έτσι, χωρίς να έχει προστεθεί ούτε ένα στοιχείο στην αρχική πληροφορία, η φήμη αποκτά ονοματεπώνυμο:

«Η Λήδα Καφετζή κατηγορείται ότι σκοτώνει σκυλιά».

Σε ένα χωριό αυτό θα ήταν το κλασικό πατροπαράδοτο κουτσομπολιό. Θα περνούσε από στόμα σε στόμα, πιθανότατα θα αποκτούσε στην πορεία και μερικές έξτρα λεπτομέρειες, ότι ξέρω ΄γω τα τεμαχίζω κιόλας και τα τρώω —οι φήμες έχουν αυτή τη θαυμαστή ικανότητα να εμπλουτίζονται μόνες τους— και μπορεί εγώ, δηλαδή η υποτιθέμενη δολοφόνος σκύλων, να μην το μάθαινα ποτέ.

Το κουτσομπολιό όμως κάποτε είχε ένα φυσικό φρένο: έπρεπε να μεταφερθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Το διαδίκτυο αφαίρεσε το φρένο και τον αερόσακο και πάτησε μόνο γκάζι.

Η ίδια φήμη μπορεί τώρα μέσα σε λίγες ώρες να βρεθεί μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους που δεν με γνωρίζουν, δεν έχουν βρεθεί ποτέ στα Ίσθμια και δεν έχουν κανέναν απολύτως τρόπο να κρίνουν αν αυτό που διαβάζουν έχει οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα.

Κάποιος κάνει screenshot. Κάποιος το ανεβάζει σε μια φιλοζωική ομάδα. Κάποιος άλλος το αναδημοσιεύει γράφοντας «αν ισχύει, είναι φρικτό». Στην επόμενη αναδημοσίευση μπορεί να χαθεί και το «αν». 

Και φυσικά κάποια στιγμή θα εμφανιστεί ο Dikaios Agonistis, συνήθως ανώνυμος, με φωτογραφία προφίλ έναν λύκο που αλυχτά στο φεγγαρόφωτο, για να πληροφορήσει το κοινό ότι η τριτοξάδερφη της γυναίκας του με έχει δει να κλωτσάω σκύλο.

Και ξαφνικά η φήμη αποκτά «μαρτυρία».

Μπορεί να ακολουθήσουν απειλητικά μηνύματα. Μπορεί να αναπαραχθεί από φιλοζωικές σελίδες. Μπορεί κάποιος να δημοσιεύσει τη φωτογραφία μου. Κάποια συλλογικότητα να με "επικηρύξει". Και άνθρωποι που μέχρι χθες δεν γνώριζαν καν την ύπαρξή μου να είναι πλέον απολύτως βέβαιοι για ένα πράγμα σχετικά με εμένα:

«Η Λήδα Καφετζή σκοτώνει σκυλιά».

Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι αν μπορώ να αποδείξω ότι δεν σκοτώνω σκυλιά.

Το ενδιαφέρον είναι πώς έφτασαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι σκοτώνω.

Διάλεξα επίτηδες το συγκεκριμένο παράδειγμα επειδή η πραγματική μου ζωή βρίσκεται στο άλλο άκρο: εδώ και περίπου 25 χρόνια έχω φροντίσει, περιθάλψει σιτίσει, αποπαρασιτώσει, στειρώσει περισσότερα από 30 σκυλιά και γάτες και έχω υιοθετήσει πάνω από 15 αδέσποτα. Υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι που το γνωρίζουν. Και υπάρχουν και αποδείξεις και πειστήρια και φωτογραφίες.

Πόσοι όμως από εκείνους που θα διαβάσουν την αρχική ανάρτηση θα μπουν στον κόπο να ψάξουν ποια είμαι;

Ελάχιστοι.

Και δεν χρειάζεται καν να είναι κακοπροαίρετοι.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν δημοσιογραφική έρευνα κάθε φορά που ανοίγουν το κινητό τους. Διαβάζουν έναν τίτλο, ένα post, δύο παραγράφους, κάνουν scroll και συνεχίζουν τη ζωή τους.

Μόνο που κάτι μένει. Και αυτό το κάτι δεν σβήνεται ποτέ από το διαδίκτυο.

«Λήδα Καφετζή... σκυλιά... κάτι είχε γίνει με αυτή».

Και αυτό είναι αρκετό για να μετατραπεί μια φήμη σε κάτι που μοιάζει με γνώση.

Δεν είναι βέβαια καινούργιος μηχανισμός.

Πριν από το διαδίκτυο υπήρχε η μαγική φράση:

«Το είπαν στην τηλεόραση».

Για δεκαετίες, αυτό αποτελούσε σχεδόν πιστοποιητικό αλήθειας. Αν μάλιστα υπήρχε και εικόνα και ήχος, ακόμη καλύτερα.

«Το είδα με τα μάτια μου».

Μόνο που ακόμη και αυτό που «βλέπουμε με τα μάτια μας κι ακούμε με τα αυτιά μας» μπορεί να είναι προϊόν επιλογής, αποκοπής, μοντάζ ή πλαισίωσης.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ήταν το πρώτο βίντεο-ντοκουμέντο που μετέδωσε το MEGA μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Στο βίντεο ακούγονταν ήχοι επεισοδίων, δημιουργώντας την εντύπωση ενός σκηνικού γενικευμένης έντασης γύρω από τους αστυνομικούς. Οι ήχοι αυτοί όμως δεν υπήρχαν. Είχαν προστεθεί στο μοντάζ. Ηταν ψεύτικοι.

Ο τηλεθεατής δεν είχε κανέναν λόγο να το γνωρίζει ή να το αμφισβητεί.

Έβλεπε και άκουγε ένα «βίντεο-ντοκουμέντο» σε ένα μεγάλο, έγκυρο τηλεοπτικό κανάλι. Άκουγε τις εκρήξεις με τα ίδια του τα αυτιά.

Άρα ήταν εκεί.

Αυτό ακριβώς το κύρος που κάποτε είχε σχεδόν αποκλειστικά η τηλεόραση έχει σήμερα διαχυθεί σε χιλιάδες διαφορετικές μορφές.

Ένα άρθρο.

Ένα post.

Ένα screenshot.

Ένα βίντεο τριάντα δευτερολέπτων.

Μια ανάρτηση που αρχίζει με τη φράση «ΣΟΚ — ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΠΡΙΝ ΤΟ ΚΑΤΕΒΑΣΟΥΝ».

Το ακόμη πιο ύπουλο είναι ότι η συνεχής αναπαραγωγή δημιουργεί την ψευδαίσθηση της διασταύρωσης.

Βλέπεις την ίδια πληροφορία σε ένα site. Μετά σε δεύτερο. Μετά σε τρίτο. Μετά στο Facebook. Μετά στο Χ.

«Μα το γράφουν παντού».

Μπορεί όμως  ένας άνθρωπος να το έγραψε στις 10:00, πέντε sites να αντέγραψαν το ένα το άλλο μέχρι τις 10:30 και πριν το μεσημέρι να έχουν δημιουργηθεί πεντακόσιες αναρτήσεις που ανακυκλώνουν την ίδια μοναδική πηγή.

Δεν έχουμε πεντακόσιες επιβεβαιώσεις.

Έχουμε ένα κουτσομπολιό με εξαιρετικά γρήγορο Wi-Fi.

Και κάπου εδώ αρχίζει να γίνεται λίγο άβολη η συζήτηση.

Γιατί όλοι γελάμε με τους ψεκ.

Ο Ομπάμα τρώει παιδιά. Η Χίλαρι πίνει αδρενοχρώμιο βρεφών. Η Γη είναι επίπεδη. Ο τάδε πέθανε «από τα μπόλια» — κι ας μην είχε εμβολιαστεί καν.

Και αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να πιστεύει τέτοιες ανοησίες.

Μόνο που ίσως η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και στα ψεκ ορκ να μην είναι τόσο μεγάλη όσο νομίζουμε.

Γιατί η διαδρομή δεν ξεκινάει από την επίπεδη Γη.

Ξεκινάει από κάτι πολύ πιο αθώο:

«Το διάβασα κάπου».

Και κάποια στιγμή, χωρίς καν να καταλάβουμε πότε έγινε η μετάβαση, το: «διάβασα ότι συνέβη» έχει γίνει: «συνέβη».

Το διαδίκτυο μας έδωσε τη δυνατότητα να έχουμε μπροστά μας μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα περισσότερη πληροφορία απ' όση μπορούσε να καταναλώσει ένας άνθρωπος σε ολόκληρη ζωή πριν από μερικούς αιώνες.

Δεν μας έκανε όμως αυτομάτως καλύτερους στο να ξεχωρίζουμε την πληροφορία από το γεγονός.

Γι' αυτό ίσως, μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, χρειάζεται να ξαναμάθουμε μια πολύ απλή ερώτηση.

Όχι:

«Πού το διάβασες;»

Αλλά:

«Αυτός που το έγραψε, από πού το ξέρει;»

Γιατί το γεγονός ότι κάτι είναι γραμμένο σε ένα site, σε ένα post ή σε μια οθόνη αποδεικνύει με απόλυτη βεβαιότητα μόνο ένα πράγμα:

ότι κάποιος το έγραψε.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Τέσσερις λέξεις, μερικές υπέροχες βεβαιότητες και μια αντικειμενικότητα που κανείς δεν έχει κατακτήσει

Όταν η υποκειμενικότητα μεταμφιέζεται σε αντικειμενικότητα και καταλήγει χανζαπλάστ από το περίπτερο.



Φυσικά και όλοι μας κρίνουμε εξ ιδίων τα αλλότρια.

Όποιος υποστηρίζει ότι δεν το κάνει είτε είναι σοφός είτε ηλίθιος. Γιατί οι άνθρωποι αναλύουν γεγονότα και καταστάσεις βάσει των δικών τους εμπειριών, πεποιθήσεων και γνώσεων και, ακόμη κι αν είναι οι πιο ενσυναισθητικοί άνθρωποι σε ολόκληρο το σύμπαν, δύσκολα μπορούν πραγματικά να αισθανθούν ή να καταλάβουν κάτι που δεν έχουν βιώσει ποτέ.

Φυσικά και μπορούν να αναθεωρούν ή να εμπλουτίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τον ηθικό τους κώδικα.

Ο τρόπος που ερμηνεύουμε τον κόσμο είναι αναπόφευκτα υποκειμενικός, όσο κι αν θέλουμε να νομίζουμε ότι εμείς είμαστε αντικειμενικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι και η πραγματικότητα είναι υποκειμενική. Υποκειμενική είναι η ματιά μας πάνω της.

Και η αντικειμενικότητα δεν είναι αφετηρία. Είναι μέθοδος. Προκύπτει από την προσπάθειά μας, όχι από την πεποίθηση ότι η δική μας αλήθεια είναι η αντικειμενική αλήθεια.

Από την προσπάθειά μας να ακούσουμε, καταρχάς, ένα επιχείρημα που δεν έχουμε σκεφτεί, μια διάσταση που δεν μας εξυπηρετεί, μια εμπειρία που δεν έχουμε ζήσει, χωρίς εμπάθεια και προκαταλήψεις. Και να δεχτούμε ακόμη και την πιθανότητα ότι μπορεί να χρειαστεί να αναθεωρήσουμε κάτι από όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσαμε αυτονόητα.

Πολύ δύσκολο. Εξαιρετικά δύσκολο.

Και γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν, αντί να εξετάζουμε αυτό που πραγματικά λέει ο άλλος, του κολλάμε ταμπέλες.

Οι ταμπέλες έχουν γίνει κάτι σαν χανζαπλάστ μαζικής παραγωγής από το περίπτερο: τραβάς μία, την κολλάς πάνω στον άλλον και ξεμπέρδεψες. Victim blamer. Μισογύνης. Φεμιναζί. Απολογητής βιαστών. Υπέρμαχος της πατριαρχίας. Διαλέγεις ανάλογα με το στρατόπεδο και την περίσταση.

Και φυσικά, όταν το κάνουμε αυτό σε οποιονδήποτε τολμήσει να εκφράσει αμφιβολία όχι απαραίτητα για ένα γεγονός, αλλά ακόμη και για τον τρόπο με τον οποίο εμείς το κρίνουμε, κάνουμε ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι προσπαθούμε να αποφύγουμε: ερμηνεύουμε τη θέση του άλλου μέσα από τη δική μας υποκειμενικότητα και τις δικές μας προκαταλήψεις.

Ακόμη χειρότερα όταν, από ένα ολόκληρο σκεπτικό, απομονώνουμε μία λέξη ή μία φράση. Την απομονώνουμε από όσα προηγούνται και όσα ακολουθούν, από τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν, από τις διευκρινίσεις και τις διακρίσεις που κάνει ο άλλος, και την εξετάζουμε σαν να αποτελεί από μόνη της ολόκληρη τη θέση του.

Και μετά δεν απαντάμε πλέον σε αυτό που είπε.

Απαντάμε σε αυτό που εμείς οι ίδιοι αποφασίσαμε να ακούσουμε.

Κάπως έτσι πεθαίνει ο διάλογος. Γιατί δεν υπάρχει πλέον επιχείρημα απέναντι σε επιχείρημα. Υπάρχει μια λέξη, μια ταμπέλα και μια βεβαιότητα.

Και όλη αυτή η διαδικασία της προσπάθειας προς την αντικειμενικότητα επιτυγχάνεται μόνο με διάλογο. Με επιχειρήματα, παραδείγματα, εξηγήσεις, αναλύσεις και αντίλογο.

Όχι, φυσικά, με τσιτάτα.

Γιατί το τσιτάτο μπορεί να συνοψίσει ένα επιχείρημα. Δεν μπορεί να το αντικαταστήσει.

Και κάπου εδώ ερχόμαστε σε αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες δύο ημέρες.

Με αφορμή την καταγγελία που αναρτήθηκε στο Indymedia, έχει γίνει ένας μικρός χαμός στα social media. Από τη μία, εξαιρετικά εποικοδομητικός. Γιατί συζητάμε. Συζητάμε τι είναι βιασμός, τι σημαίνει συναίνεση, πώς τίθενται τα όρια, τι είναι τοξική αρρενωπότητα, τι έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικό μέσα στις ερωτικές μας σχέσεις και τι ίσως πρέπει να αρχίσουμε να επανεξετάζουμε.

Από την άλλη, όμως, η συζήτηση γίνεται σε ορισμένα σημεία εξαιρετικά επικίνδυνη.

Γιατί ακούω ολοένα και περισσότερο ότι, εφόσον μια γυναίκα δηλώσει ότι βιάστηκε, οφείλουμε να αποδεχτούμε ασυζητητί την κραυγή της ως αληθή.

Και μέχρι εκεί, εγώ θα πω: οκ. Να σταθώ στο θύμα. Να ακούσω όσα έχει να πει χωρίς να ξεκινήσω ρωτώντας γιατί πήγε, γιατί έμεινε, γιατί δεν έφυγε, γιατί δεν φώναξε.

Γιατί κι εγώ, εξάλλου, έχω υπάρξει θύμα βιασμού και έχω βγει δημόσια και έχω μοιραστεί την εμπειρία μου. http://ledakafetzi.blogspot.com/2023/01/blog-post.html

Η διαφορά είναι —και εδώ φυσικά και παρεισφρέει η δική μου υποκειμενικότητα και προσωπική εμπειρία στην ανάλυση— ότι εγώ δεν φωτογράφισα τον δράστη. Μπορεί να ανέφερα το όνομά του —παίζει πολύ τελικά αυτό το όνομα— αλλά από ένα σκέτο μικρό όνομα δεν μπορεί κανείς να καταλάβει σε ποιον αναφέρομαι.

Και κάπου εκεί, μέσα πάλι από το δικό μου πρίσμα, προκύπτει για μένα ένα τεράστιο πρόβλημα.

Όταν ο άνθρωπος που κατηγορείται είναι αναγνωρίσιμος και καταλήγει να δικάζεται δημόσια και να καταδικάζεται ερήμην, χωρίς να έχει ακουστεί καν η δική του πλευρά και χωρίς να έχουν εξεταστεί και αναλυθεί τα γεγονότα, τότε έχει καταστρατηγηθεί μία από τις παλαιότερες και βασικότερες αρχές της έννοιας του δικαίου:

«Μηδενὶ δίκην δικάσῃς, πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς.»

Μην κρίνεις μια υπόθεση πριν ακούσεις και τις δύο πλευρές.

Και πώς φτάνουμε εκεί;

Σε μεγάλο βαθμό, επειδή κάνουμε ακριβώς αυτό για το οποίο μιλούσα προηγουμένως: παίρνουμε σύνθετες νομικές, ηθικές και ανθρώπινες έννοιες και τις μετατρέπουμε, μέσα από την προσωπική μας υποκειμενικότητα, σε συνθήματα. Και ύστερα χρησιμοποιούμε τα συνθήματα ως εργαλεία ερμηνείας της πραγματικότητας.

Έρχεται, λοιπόν, ο νομοθέτης και λέει ότι χωρίς συναίνεση η σεξουαλική πράξη  συνιστά βιασμό. Και αυτό μεταφράζεται, σε επίπεδο κοινωνικού συνθήματος, στο «χωρίς ναι, είναι όχι».

Και πολλοί μένουν εκεί.

Χωρίς να αναρωτηθούν τι σημαίνει πραγματικά συναίνεση. Πώς εκφράζεται; Πρέπει να είναι λεκτική; Η σιωπή σημαίνει πάντοτε όχι; Μπορεί η συναίνεση να προκύπτει από τη συμπεριφορά; Μπορεί κάποιος να συμμετέχει φαινομενικά ενώ στην πραγματικότητα έχει παγώσει ή φοβάται; Και, αντιστρόφως, μπορεί κάποιος να συμμετέχει ενεργά και ελεύθερα χωρίς να έχει προφέρει ποτέ τη λέξη «ναι»;

Γιατί, αν δεχτούμε ότι κάθε σεξουαλική πράξη που δεν προηγήθηκε από ένα ρητό λεκτικό «ναι» είναι βιασμός, τότε καήκαμε. Οι περισσότερες και οι περισσότεροι έχουμε βιαστεί και εξακολουθούμε να βιαζόμαστε και να βιάζουμε κατ’ εξακολούθηση.

Το σεξ δεν είναι έπιπλο του ΙΚΕΑ ώστε να συνοδεύεται από οδηγίες συναρμολόγησης: «Βήμα 1: ρωτήστε. Βήμα 2: λάβετε λεκτικό ναι. Βήμα 3: προχωρήστε».

Η ανθρώπινη σεξουαλική επικοινωνία είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτό. Δεν εξαντλείται σε δύο λεκτικές εντολές, «ναι» και «όχι». Υπάρχουν λόγια, πρωτοβουλίες, ανταπόκριση, άγγιγμα, αμοιβαιότητα, απομάκρυνση, ακινησία, δισταγμός, φόβος, πάγωμα — και όλα αποκτούν νόημα μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά «ειπώθηκε η λέξη ναι;». Είναι αν υπήρχε πραγματική και ελεύθερη συμμετοχή, πώς αυτή εκφράστηκε, αν στη συνέχεια έπαψε να υπάρχει και αν ο άλλος αντιλήφθηκε ή, με βάση όσα συνέβαιναν, είχε λόγο να αντιληφθεί αυτή τη μεταβολή.

Και εδώ επιστρέφουμε ακριβώς στην αρχή.

Στο πώς προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα και στο πόσο εύκολα συγχέουμε τη δική μας ερμηνεία με την αντικειμενική αλήθεια.

Όταν παίρνουμε μια τόσο δύσκολη αρχή και την εγκλωβίζουμε, με φρικτά κυριολεκτικό τρόπο, σε μια φράση τεσσάρων λέξεων, δεν έχουμε λύσει το πρόβλημα της συναίνεσης. Έχουμε απλώς σταματήσει να το σκεφτόμαστε.

Και όταν στη συνέχεια χρησιμοποιούμε αυτή τη φράση ως έτοιμο φίλτρο μέσα από το οποίο ερμηνεύουμε κάθε πραγματική περίπτωση, χωρίς να εξετάζουμε το πλαίσιο, τις συμπεριφορές, τις αντιφάσεις, τα δεδομένα και τις εναλλακτικές ερμηνείες, τότε κάνουμε ακριβώς αυτό που κατηγορούμε τους άλλους ότι κάνουν: κρίνουμε εξ ιδίων τα αλλότρια και βαφτίζουμε την προσωπική μας ερμηνεία αντικειμενική αλήθεια.

Η διαφορά είναι ότι όλοι θα κρίνουμε ως έναν βαθμό εξ ιδίων. Αυτό είναι ανθρώπινο και αναπόφευκτο.

Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε αφού το συνειδητοποιήσουμε.

Αν θα ακούσουμε. Αν θα ρωτήσουμε. Αν θα εξετάσουμε. Αν θα δεχτούμε ότι ένα γεγονός μπορεί να έχει περισσότερες διαστάσεις από αυτή που είδαμε εμείς πρώτη. Αν θα επιτρέψουμε σε ένα επιχείρημα να μας δυσκολέψει αντί να το απορρίψουμε επειδή δυσκολεύει την ήδη σχηματισμένη άποψή μας.

Αυτό είναι η προσπάθεια προς την αντικειμενικότητα.

Και γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται διάλογος.

Όχι τσιτάτα. Και κυρίως όχι ταμπέλες.

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα δείπνο με αρνί, ο οργασμός της Σάλλυ, τα μπερδεμένα μηνύματα και η υπέροχα βολική τέχνη της ερμηνείας



Αν με καλέσεις για δείπνο, έχεις φτιάξει αρνί κι εγώ φάω ολόκληρη τη μερίδα μου, τι σημαίνει;

Ότι μου αρέσει το αρνί;

Η εύκολη απάντηση είναι «προφανώς». Αν δεν μου άρεσε, θα μπορούσα να το πω. «Συγγνώμη, δεν τρώω αρνί». Θα σε ενημέρωνα έτσι για τα γούστα μου και την επόμενη φορά θα μου έφτιαχνες κάτι άλλο.

Μόνο που υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση.

Μπορεί να σιχαίνομαι το αρνί και να το έφαγα από ευγένεια. Από υποχρέωση. Επειδή φοβάμαι την αντίδρασή σου. Επειδή έχω μάθει να ευχαριστώ τους άλλους. Επειδή έτσι με μεγάλωσαν: τρώμε ό,τι μας σερβίρουν, δεν φέρνουμε τον οικοδεσπότη σε δύσκολη θέση, χαμογελάμε και λέμε κι ευχαριστώ.

Και οι δύο εκδοχές μπορεί να ισχύουν.

Εσύ όμως, ως οικοδεσπότης, τι θα καταλάβεις;

Και κυρίως: τι θέλεις να καταλάβεις; Θέλεις να καταλάβεις;

Αν με ξανακαλέσεις, μου ξανασερβίρεις αρνί κι εγώ το ξαναφάω χωρίς να πω τίποτα, δικαιούσαι να συμπεράνεις ότι μου αρέσει;

Όποιος προσπαθεί να δώσει με απόλυτη βεβαιότητα απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι, με μαθηματική ακρίβεια, μεγάλος μαλάκας.

Γιατί η επικοινωνία δεν είναι μόνο λέξεις.

Έχει εκφράσεις προσώπου, κινήσεις των χεριών, βλέμματα, παύσεις, τον τρόπο που κάθεται κάποιος, την ταχύτητα με την οποία τρώει, μασάει, καταπίνει. Έχει το αν κοκκινίζει, αν ιδρώνει, αν σφίγγεται, αν απομακρύνεται, αν οι κόρες των ματιών του διαστέλλονται, τους μικρούς ήχους που κάνει. Η ικανοποίηση και η ευχαρίστηση είναι πολλές φορές ορατές. Το ίδιο και η δυσαρέσκεια.

Φυσικά όλα αυτά μπορούν να παρερμηνευτούν.

Τρώω αργά. Επειδή απολαμβάνω κάθε μπουκιά ή επειδή προσπαθώ να κατεβάσω το γαμημένο το αρνί χωρίς να κάνω εμετό;

Ίδρωσα. Από έκσταση ή επειδή έχεις κλειστό το κλιματιστικό;

Κάνω μικρούς ήχους. Από ηδονή ή  από δυσφορία;

Η ερμηνεία λοιπόν έχει σημασία. Αλλά από αυτό μέχρι το «δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα αν δεν μας το δηλώσει ρητά ο άλλος» υπάρχει τεράστια απόσταση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διαθέτουμε κάποια ικανότητα να διαβάζουμε τους άλλους χωρίς να έχουμε σπουδάσει ψυχολογία. Όχι αλάνθαστα και όχι όλοι στον ίδιο βαθμό. Άνθρωποι στο φάσμα του αυτισμού, για παράδειγμα, μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο στην αναγνώριση ορισμένων κοινωνικών και συναισθηματικών σημάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε ότι δεν έχουν ενσυναίσθηση ούτε, πολύ περισσότερο, ότι επιθυμούν να βλάψουν κάποιον.

Υπάρχει όμως και μια εντελώς διαφορετική περίπτωση: να μπορείς να αντιληφθείς τη δυσφορία του άλλου και απλά να σε αφήνει παγερά αδιάφορο. Ή να επιλέγεις συστηματικά την ερμηνεία που σε βολεύει. Άνθρωποι με έντονα αντικοινωνικά ή ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά μπορεί να αντιλαμβάνονται τι αισθάνεται ο άλλος χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ενδιαφέρονται να το σεβαστούν.

Άλλο λοιπόν «δεν κατάλαβα».

Άλλο «δεν με ενδιέφερε να καταλάβω» ή «κατάλαβα, αλλά προτίμησα να καταλάβω αυτό που με βόλευε».

Κι αυτό γίνεται ακόμη σημαντικότερο όταν δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο δείπνο αλλά για μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση.

Γιατί υπάρχει και η ψυχολογία εκείνου που τρώει το αρνί.

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται τρομερά να πουν όχι. Που φοβούνται τη σύγκρουση. Που έχουν μάθει ότι αγάπη σημαίνει να ευχαριστείς. Που φοβούνται την εγκατάλειψη. Που εξαρτώνται συναισθηματικά, πρακτικά ή οικονομικά από κάποιον. Που ανέχονται συμπεριφορές τις οποίες δεν θέλουν και κάποια στιγμή μπορεί να φτάσουν ακόμη και να υποκρίνονται ότι τις θέλουν.

Γι’ αυτό το:

«Μα δεν είπε όχι».

«Μα έμεινε».

«Μα ξαναγύρισε».

«Μα το έκανε και δεύτερη φορά».

δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι:

«Άρα της άρεσε».

Δεν σημαίνει ότι ο άλλος οφείλει να διαθέτει τηλεπάθεια. Ούτε απαλλάσσει τον άνθρωπο που έχει δυνατότητα επιλογής από κάθε ευθύνη να επικοινωνήσει τις επιθυμίες και τα όριά του.

Αλλά όταν μιλάμε για επαναλαμβανόμενες κακοποιητικές δυναμικές, είναι εξαιρετικά βολικό να κοιτάζουμε αποκλειστικά τη συμπεριφορά του θύματος και να εξαφανίζουμε από την εικόνα ολόκληρη την ψυχολογία που μπορεί να το οδηγεί στην ανοχή, στην υποχώρηση, στην επιστροφή ή ακόμη και στην προσποίηση συναίνεσης.

Και κάπου εδώ μπορούμε να αφήσουμε ήσυχο το καημένο το αρνί.

Γιατί υπάρχει ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο περίπλοκη είναι η εξωλεκτική επικοινωνία: ο προσποιητός γυναικείος οργασμός, τον οποίο η πλειοψηφία των αντρών δέχεται ως αληθή με περισσή ευκολία.

Αν λοιπόν οι άνθρωποι μπορούν να διαβάζουν την απόλαυση από τα εξωλεκτικά σημάδια, τότε πώς γίνεται τόσες γυναίκες να προσποιούνται οργασμό και οι άντρες να τις πιστεύουν;

Μα αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον.

Στον προσποιητό οργασμό δεν έχουμε απλώς ένα εξωλεκτικό μήνυμα που παρερμηνεύτηκε. Έχουμε ένα σκόπιμα κατασκευασμένο εξωλεκτικό μήνυμα. Η γυναίκα μιμείται εκείνα τα σημάδια που ξέρει ότι ο άλλος έχει μάθει να συνδέει με τον οργασμό: αναπνοές, ήχους, εκφράσεις, κινήσεις, συσπάσεις. Όσα μπορεί τουλάχιστον, γιατί υπάρχουν και φυσιολογικές αντιδράσεις του οργασμού που είναι ακούσιες και δεν μπορούν όλες να παραχθούν κατά βούληση.

Άρα ο προσποιητός οργασμός αποδεικνύει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: ότι ένα εξωλεκτικό μήνυμα μπορεί να είναι ψεύτικο — και ότι ο αποδέκτης του μπορεί να είναι εξαιρετικά πρόθυμος να το πιστέψει. Ας θυμηθούμε για λίγο τον περίφημο οργασμό της Μεγκ Ράιαν στην ταινία When harry met Sally.

Και εδώ ξαναγυρίζουμε στο πραγματικό ερώτημα: όχι μόνο τι σήμα έστειλε ο άλλος, αλλά και τι ήθελα εγώ να καταλάβω από αυτό.

Γιατί ένας άντρας που ακούει μερικά βογκητά και βλέπει μερικές θεατρικές αντιδράσεις μπορεί να αποφασίσει πολύ εύκολα ότι μόλις χάρισε στη σύντροφό του τον οργασμό του αιώνα. Όχι απαραίτητα επειδή δεν υπήρχε κανένα άλλο σήμα που θα μπορούσε να παρατηρήσει, αλλά επειδή αυτά είναι τα μόνα σημάδια που έχει μάθει ή θέλει να αναγνωρίζει και, κυρίως, επειδή αυτή είναι η ερμηνεία που τον επιβεβαιώνει, που τον εξυπηρετεί.

Για χρόνια πολλοί άντρες έμαθαν να θεωρούν γυναικείο οργασμό αυτό που έβλεπαν στην πορνογραφία ή αυτό που κάποτε τους δίδαξαν το ΚΛΙΚ και το MAX: κραυγές, βογκητά, θεατρικότητα, μια σκηνοθεσία γυναικείας ηδονής κατασκευασμένη πρωτίστως για το ανδρικό βλέμμα.

Και γιατί να ψάξεις περισσότερο, όταν αυτό που βλέπεις σου λέει ακριβώς αυτό που θέλεις να ακούσεις;

Ότι είσαι καταπληκτικός εραστής.

Ότι εκείνη πέρασε υπέροχα.

Ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε.

Ότι δεν χρειάζεται να μάθεις τίποτε περισσότερο.

Εδώ ακόμη παλεύουμε να βρούμε εραστή που να μη θεωρεί την αιδοιολειχία προκαταρκτικό των δύο λεπτών, ενώ ταυτόχρονα θεωρεί απολύτως φυσιολογικό η πεολειχία να μπορεί —ή και να πρέπει— να συνεχιστεί μέχρι τον δικό του οργασμό. Ακόμη επιβιώνει η αντίληψη ότι το σεξ αρχίζει με τη στύση και τελειώνει με την ανδρική εκσπερμάτιση.

Τίτλοι τέλους.  Ευχαριστούμε που ήρθατε.

Και στην άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας βρίσκεται μια γυναίκα.

Οι γυναίκες εκπαιδεύτηκαν επί αιώνες να αντιμετωπίζουν την ικανοποίηση του ερωτικού τους συντρόφου ως υποχρέωση, γυναικεία μαγκιά, απόδειξη αγάπης, τρυφερότητας και σεξουαλικής επάρκειας. Να τον κάνουν να αισθανθεί ποθητός. Ικανός. Καλός εραστής. Ακόμη κι όταν οι ίδιες δεν ικανοποιούνται.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο παράδοξο: μια γυναίκα μπορεί όχι απλώς να υπομένει κάτι που δεν απολαμβάνει, αλλά ενδεχομένως να καταβάλλει και ενεργητική προσπάθεια ώστε ο άλλος να πιστεύει ότι το απολαμβάνει.

Και αυτό μας επιστρέφει ακριβώς στο αρνί.

Γιατί η συμπεριφορά από μόνη της δεν μας λέει πάντοτε τι θέλει ένας άνθρωπος.

Μερικές φορές τρώει επειδή πεινάει και του αρέσει.

Μερικές φορές τρώει από ευγένεια.

Μερικές φορές επειδή φοβάται.

Μερικές φορές επειδή έχει μάθει ότι ο καλός καλεσμένος αδειάζει το πιάτο του.

Και ναι, κάποια στιγμή έχει και ο ίδιος ευθύνη, εφόσον μπορεί, να μάθει να λέει:

«Δεν θέλω άλλο γαμημένο αρνί».

Αλλά όταν εσύ του το σερβίρεις ξανά και ξανά, υπάρχει και μια άλλη ερώτηση.

Τον κοίταξες ποτέ πραγματικά;

Τον ρώτησες ποτέ αν του αρέσει;

Σε ενδιέφερε να μάθεις;

Ή σου αρκούσε κάθε φορά που έβλεπες το άδειο πιάτο να λες:

«Μα αφού πάντα το έτρωγες».

Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν ποτέ μόνο:

«Τι μήνυμα μου έστειλες;»

Ήταν και:

«Ποιο από τα μηνύματα που μου έστειλες επέλεξα εγώ να ακούσω και γιατί;»

Κι εκεί αλλάζει όλο το νόημα του «μα αφού πάντα το έτρωγες».

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Αδελφή μου, σε ακούω. Δεν σου παραδίδω το σφυρί του δικαστή όμως.


 

Το «αδελφή μου, εγώ σε πιστεύω» γεννήθηκε ως κάτι αναγκαίο.

Ως αντίδραση σε αιώνες κατά τους οποίους μια γυναίκα που έλεγε «με βίασε» έπρεπε πρώτα να περάσει από ένα μικρό δικαστήριο χαρακτήρα.

Τι φορούσες;

Γιατί πήγες σπίτι του;

Γιατί ήπιες;

Γιατί δεν φώναξες;

Γιατί δεν έφυγες;

Γιατί ξαναμίλησες μαζί του μετά;

Γιατί το είπες τρεις μήνες αργότερα;

Γιατί δεν έχεις μελανιές;

Και, αν έχεις μελανιές, γιατί βρέθηκες εξαρχής εκεί;

Οπότε ναι: χρειαζόταν ένα αντίβαρο.

Χρειαζόταν κάποιος να πει επιτέλους ότι δεν θα σε εξευτελίσω επειδή μίλησες. Δεν θα ξεκινήσω από την υπόθεση ότι λες ψέματα. Θα σε ακούσω. Θα έχεις πρόσβαση στην αστυνομία, σε γιατρό, σε δικηγόρο, σε ψυχολόγο, σε μια δίκαιη διαδικασία χωρίς να χρειαστεί να αποδείξεις πρώτα ότι είσαι παρθένα, νηφάλια, σεμνά ντυμένη και να έχεις παλέψει μέχρι λιποθυμίας για να δικαιούσαι το όχι σου.

Αυτό είναι αλληλεγγύη.

Όμως κάπου στη διαδρομή το «σε πιστεύω» κινδυνεύει μερικές φορές να αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική σημασία:

«Το είπες, άρα συνέβη. Κατήγγειλες έναν άνθρωπο, άρα είναι ένοχος.»

Γιατί τότε έχουμε ένα μικρό προβληματάκι.

Αύριο μπορώ να πω ότι με βίασε ο πρώην που με παράτησε. Το αφεντικό που με απέλυσε. Ο τριτοξάδελφος με τον οποίο τσακώνομαι για μια κληρονομιά. Ο γείτονας που μου τρώει κάθε μέρα τη θέση του πάρκινγκ.

Και μετά;

Θα μπορώ με μια ανώνυμη καταγγελία σε ένα εξαιρετικά κλειστό και προστατευμένο site να ρίξω το πρώτο σπίρτο και να παρακολουθώ από ασφαλή απόσταση το γαϊτανάκι;

Screenshot.
Share.
«Κυκλοφορεί καταγγελία».
«Έχουν ακουστεί πράγματα».
«Το ξέρουν όλοι».
«Είναι βιαστής».

Και σε λίγες ώρες ένας άνθρωπος μπορεί να έχει χάσει δουλειά, οικογένεια, φίλους, συνεργασίες, υπόληψη, χωρίς κανείς από όσους τον έστησαν στον τοίχο να γνωρίζει αν το αρχικό κείμενο των δέκα σειρών ήταν αλήθεια, χωρίς να γνωρίζει καν αν το κείμενο αυτό το έγραψε όντως μια γυναίκα.

Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.

Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο επειδή ο βιασμός είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έγκλημα να αποδειχθεί.

Σε μια ανθρωποκτονία υπάρχει ένα πτώμα. Σε μια διάρρηξη μια σπασμένη κλειδαριά. Σε έναν ξυλοδαρμό μπορεί να υπάρχει ένα μαυρισμένο μάτι, ένα σπασμένο πλευρό. Στον βιασμό μπορεί να μην υπάρχει τίποτα. Απολύτως τίποτα. Κανένα στοιχείο.

Γιατί δεν είναι όλοι οι βιασμοί τύπου Παπαχρόνη, με έναν παρανοϊκό πίσω από έναν θάμνο που αρπάζει υπό την απειλή μαχαιριού μια άγνωστη γυναίκα μέσα στη νύχτα.

Πολύ συχνά ο βιαστής είναι ένας άνδρας οικείος, κάποιος που η γυναίκα γνωρίζει. Μπορεί να είναι φίλος, σύντροφος, πρώην, συνάδελφος. Μπορεί να τον φίλησε πριν. Μπορεί να πήγε οικειοθελώς σπίτι του. Μπορεί να είχε ξανακάνει σεξ μαζί του.

Και μπορεί να μην πάλεψε καθόλου.

Μπορεί να φοβήθηκε. Να πάγωσε. Να υπέκυψε σε απειλές ή ψυχολογική βία. Να εξαρτάται οικονομικά, επαγγελματικά, κοινωνικά από αυτόν. Μπορεί να έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας το ταβάνι, περιμένοντας τον υπομονετικά να τελειώσει.

Και αυτό πώς στο διάολο αποδεικνύεται;

Και πως αποδεικνύεται ότι ο δράστης είχε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι εκείνη την ώρα βιάζει; 

Γιατί δυστυχώς υπάρχουν και γκρίζες ζώνες στο πως ορίζεται ο βιασμός, τι σημαίνει συναίνεση, στο γιατί η σιωπή δεν ψιθυρίζει απαραιτήτως ένα ναι. Γιατί είναι θέμα νοοτροπιών, κουλτούρας, πεποιθήσεων, οδυνηρών κοινωνικών παρεξηγήσεων το τι καθιστά ανεχτή μια συμπεριφορά.

Εδώ όμως υπάρχει ίσως κάτι που μπορεί να βοηθήσει.

Οι βιαστές συχνά εμφανίζουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς. Κι όταν δεν εμφανίζεται μία γυναίκα αλλά τέσσερις, πέντε, έξι, που δεν συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και περιγράφουν παρεμφερείς συμπεριφορές, τότε έχουμε κάτι πολύ διαφορετικό από μία μεμονωμένη ανώνυμη καταγγελία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πέντε καταγγελίες αποτελούν κάποιο μαγικό μαθηματικό ισοδύναμο καταδίκης. Σημαίνει όμως ότι αρχίζουν να ενώνονται οι τελείες. Και τότε, αν τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες, αν αποδειχθεί ότι κάποιος χρησιμοποιούσε επί χρόνια τη θέση, τη φήμη ή την εξουσία του για να κακοποιεί γυναίκες, ότι αδιαφορούσε συστηματικά για τα θέλω και τα δεν θέλω των γυναικών που τύχαιναν στο διάβα του, τότε δεν πειράζει και τόσο αν χάσει και τις συνεργασίες του και την καριέρα του και το χειροκρότημά μας και  δυσκολεύεται να κυκλοφορήσει στον δρόμο με την μούρη του ακάλυπτη. Ας βάλει στην τελική ένα τσαντόρ.

Αλλά πριν "λιντσάρουμε" κοινωνικά έναν άνθρωπο, πρέπει να είμαστε απόλυτα  σίγουροι ότι όντως βίασε.

Και φυσικά πρέπει να συζητάμε ακόμη και το τι είναι βιασμός. Δεν εννοώ να ξηλώσουμε το νομικό πλαίσιο. Το ακριβώς αντίθετο. Οι νόμοι συζητιούνται, αμφισβητούνται και αλλάζουν για να γίνονται καλύτεροι. Η συναίνεση σήμερα ευτυχώς δεν αντιμετωπίζεται όπως πριν πενήντα χρόνια και μπορεί σε άλλα πενήντα να καταλαβαίνουμε ακόμη περισσότερα.

Αλλά άλλο να συζητάμε τι πρέπει να ορίζεται ως βιασμός και άλλο να λέμε ο Τάδε είναι βιαστής.

Στη δεύτερη περίπτωση η αμφισβήτηση δεν είναι μισογυνισμός. Είναι απαραίτητη.

Γιατί αν μια κατηγορία δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, τότε τι στο διάολο τις χρειαζόμαστε τις δίκες;

Θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε και τα έξοδα.

Καταγγελία → ενοχή → φυλακή.

Μόνο που αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.

Το «αδελφή μου, εγώ σε πιστεύω» λοιπόν, για μένα, δεν σημαίνει «ό,τι πεις έγινε».

Σημαίνει:

Σε ακούω. 

Σε παίρνω στα σοβαρά. 

Δεν θα σε εξευτελίσω. 

Δεν θα ψάξω πόσους γκόμενους είχες ούτε πόσο κοντή ήταν η φούστα σου. 

Θα απαιτήσω να μπορείς να καταγγείλεις έναν βιασμό χωρίς να περάσεις από δεύτερο βιασμό χαρακτήρα. 

Θα απαιτήσω να ερευνηθεί σοβαρά αυτό που λες και να αντιμετωπιστείς με σεβασμό από τους αρμόδιους φορείς και τους εκπροσώπους τους.

Θα απαιτήσω να μην κινδυνεύεις αν ο δράστης κριθεί αθώος να βρεθείς εσύ στο εδώλιο του κατηγορούμενου, όπως έγινε με την Γεωργία Μπίκα.

Αλλά δεν θα απαιτήσω να καταδικαστεί ή να διασυρθεί πριν κριθεί ένοχος ένας άλλος άνθρωπος απλά επειδή εσύ φώναξες "Βιασμός"

Γιατί το αντίθετο του «οι γυναίκες λένε ψέματα, γιατί είναι κακές και κατίνες και εκδικητικές και μυξοκλαίγονται» δεν είναι το «οι γυναίκες λένε πάντα την αλήθεια».

Είναι το:

«Οι γυναίκες δικαιούνται επιτέλους να ακούγονται.»

Και το να ακούω κάποιον είναι πολύ διαφορετικό από το να του παραδίδω το σφυρί του δικαστή.

Ένα ανώνυμο θύμα. Ένας επώνυμος θύτης. Και μια διαδικτυακή κοινωνία σε ρόλο δικαστή



Θα ξεκινήσω από το πιο αντιδημοφιλές πράγμα που μπορεί να πει κανείς σήμερα όταν διαβάζει μια καταγγελία σεξουαλικής βίας:

Κάτι δεν μου κάθεται καλά στην όλη ιστορία. Υπάρχουν μερικά σημεία  τα οποία μου δημιουργούν κάποιους προβληματισμούς.

Και δεν λέω ότι η γυναίκα λέει ψέματα. Δεν ήμουν εκεί. Δεν ξέρω τι συνέβη. Δεν έχω κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσω το προσωπικό της βίωμα, γιατί δεν γνωρίζω ούτε εκείνη ούτε τον άντρα που καταγγέλλει. Ούτε και έχω ακούσει την δική του εκδοχή.

Ακριβώς γι' αυτό δεν μπορώ να ξέρω αν ο Μ. είναι ή δεν είναι βιαστής.

Και το «δεν ξέρω» δεν είναι victim blaming. Είναι ίσως η μόνη έντιμη θέση όταν έχουμε μπροστά μας μία ανώνυμη αφήγηση, έναν εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίσιμο κατηγορούμενο και καμία διαδικασία ελέγχου όσων καταγγέλλονται.

Μπορώ όμως να πω τι μου προκαλεί ερωτήματα.

Και μου προκαλούν πολλά.

Στο δικό μου γίγνεσθαι ο βιασμός και η κακοποιητική σχέση είναι δυο συγγενικές καταστάσεις, αλλά ξεκάθαρα διαφορετικές.

Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στην καταγγελία, σχηματίζεται με σαφήνεια η εικόνα ενός ανθρώπου που δύσκολα θα ανεχόμουν έστω και στο διπλανό τραπέζι.

Εγωπαθής. Εκμεταλλευτής. Αδιάφορος για τις ανάγκες του άλλου. Ένας άνθρωπος που φαίνεται να έχει μάθει ότι ο κόσμος υπάρχει για να τον εξυπηρετεί. Το ίδιο πιθανότατα και οι γυναίκες ως σκεύη ικανοποίησης αποκλειστικά της δικής του ηδονής.  Μιλάμε μάλλον για ένα αρπακτικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζει την ευαλωτότητα και τη χρησιμοποιεί υπέρ του. Ενδεχομένως να υπήρξε grooming. Και ναι, μοιάζει πολύ πιθανό να έχει διαπράξει το σοβαρότατο ηθικό και ποινικό αδίκημα του βιασμού.

Αλλά το «πιθανό» απέχει πολύ από το «αποδεδειγμένο».

Και κυρίως, δεν θεωρώ απόδειξη, ούτε καν ένδειξη βιασμού το γεγονός ότι του άρεσε το βίαιο σεξ.

Εδώ κάπου το αφήγημα που δημιουργεί η ανώνυμη καταγγέλλουσα προσωπικά με ενοχλεί ιδιαίτερα, γιατί φέρνει μια συντηρητική δυσοσμία.

Οι βρισιές, τα χαστούκια, η κυριαρχία, το τράβηγμα των μαλλιών παρουσιάζονται σχεδόν ως τεκμήρια της ενοχής του.

Μόνο που δεν είναι.

Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν πολύ σκληρό σεξ επειδή αυτό ακριβώς τους αρέσει. Γυναίκες και άντρες. Άνθρωποι απολύτως φυσιολογικοί, τρυφεροί, λειτουργικοί, που μέσα στο κρεβάτι θέλουν πράγματα τα οποία κάποιος τρίτος μπορεί να βρίσκει αποκρουστικά. 

Δικαίωμά τους.

Δεν με ενδιαφέρει τι καυλώνει τον καθένα. Με ενδιαφέρει αν το θέλει και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί του.

Αν δεν το θέλει και το έχει καταστήσει σαφές, έχουμε άλλο ζήτημα.

Αν όμως δεν το λέει ποτέ;

Εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.

Ο άλλος δεν είναι υποχρεωμένος να διαβάζει το μυαλό μας

Ξέρω ότι αυτή η πρόταση θα ενοχλήσει.

Αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε αδιάκοπα για συναίνεση και συγχρόνως να αφαιρούμε από τους ενήλικες κάθε ευθύνη να επικοινωνούν.

Η γυναίκα περιγράφει μια σχέση περίπου ενάμιση χρόνου. Επιστρέφει. Τον συναντά. Τον βάζει σπίτι της. Τον μεταφέρει. Τον περιμένει. Του αγοράζει καφέ. Του δανείζει χρήματα. Ανταλλάσσει μαζί του σεξουαλικά μηνύματα. Ξανακάνει σεξ μαζί του. Και, σύμφωνα με όσα η ίδια γράφει, δεν του λέει σχεδόν ποτέ ότι δεν θέλει αυτό που συμβαίνει. Η σημαντική εξαίρεση είναι όταν εκείνος αναφέρει την πιθανότητα σεξ με δεύτερο άντρα. Εκεί φοβάται και λέει όχι. Και μάλιστα όχι μία φορά. Την επόμενη ημέρα τον παίρνει τηλέφωνο για να το ξεκαθαρίσει ξανά. Άρα μπορούσε τουλάχιστον σε εκείνη την περίπτωση να εκφράσει όριο — και το έκανε.

Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει ότι συναινούσε σε οτιδήποτε άλλο. Θα ήταν εξίσου αυθαίρετο συμπέρασμα. Αλλά δημιουργεί ένα ερώτημα:

Πώς ακριβώς περίμενε να γνωρίζει εκείνος ποια πράγματα δεν ήθελε, όταν η ίδια περιγράφει ότι επί μήνες δεν του το έλεγε;

Η σιωπή δεν σημαίνει αυτομάτως «ναι».

Αλλά ούτε μεταφέρει τηλεπαθητικά ένα «όχι».

Και προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις. Αν κάποιος λέει «δεν θέλω σεξ», αν προσπαθεί να απομακρυνθεί, αν αντιστέκεται και ο άλλος συνεχίζει, τότε υπάρχει σαφής παραβίαση ορίου. Μπορεί επίσης να υπάρξει βιασμός μέσα σε μια σχέση. Το ότι έκανες συναινετικά σεξ εκατό φορές δεν δίνει σε κανέναν δικαίωμα στην εκατοστή πρώτη.

Αλλά δεν μπορώ να κάνω και το αντίστροφο: να θεωρήσω κάθε προηγούμενη συνεύρεση βιασμό επειδή χρόνια αργότερα ο ένας άνθρωπος λέει ότι μέσα του δεν την ήθελε.

Και ναι, έχουμε ευθύνη για τα όριά μας

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ταμπού.

Έχουμε φτάσει τόσο σωστά να πολεμάμε το «τα ήθελε και τα έπαθε», ώστε μερικές φορές καταλήγουμε στο άλλο άκρο: ένας ενήλικος άνθρωπος δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για όσα επέτρεψε να του συμβούν μέσα σε μια σχέση.... δια της παραλείψεως.

Δεν μιλάει.

Δεν αντιδρά.

Δεν απομακρύνεται.

Επιστρέφει.

Ξαναεπιστρέφει.

Δίνει.

Εξυπηρετεί.

Ανέχεται.

Και οτιδήποτε συμβεί αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη του άλλου επειδή εκείνος «έπρεπε να καταλάβει».

Όχι.

Δεν λέω ότι ένας άνθρωπος ευθύνεται για τον βιασμό του επειδή δεν αντιστάθηκε. Αυτό θα ήταν τερατώδες.

Λέω κάτι διαφορετικό.

Έχουμε ευθύνη για τη διαχείριση των σχέσεων μας. Για τα όριά μας. Για το να μιλάμε. Για το να ζητάμε. Για το να λέμε όχι. Για το να φεύγουμε όταν μπορούμε και βλέπουμε ότι ένας άνθρωπος μάς χρησιμοποιεί.

Κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε από αυτά, τότε υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα που χρειάζεται να δούμε.

Όχι επειδή «φταίμε». Αλλά επειδή είμαστε τρομακτικά ευάλωτοι στον πρώτο άνθρωπο που θα καταλάβει ότι μπορεί να περνάει από πάνω μας χωρίς αντίσταση.

Και, δυστυχώς, υπάρχουν αρπακτικά που αυτό ακριβώς ψάχνουν.

Αν η γυναίκα πράγματι βίωνε όλες αυτές τις συνευρέσεις ως ανεπιθύμητες αλλά επί ενάμιση χρόνο δεν μπορούσε ούτε να το εκφράσει, ούτε να απομακρυνθεί από έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν συγκατοικούσε, δεν ήταν παντρεμένη, δεν είχε παιδιά, δεν εξαρτιόταν οικονομικά και ο οποίος δεν ήταν εργοδότης ή προϊστάμενός της, ούτε καν ο πρόεδρος του χωριού ή ο παπάς της ενορίας, τότε αυτό κάτι λέει για την δική της τεράστια ψυχική δυσκολία οριοθέτησης.

Και η ίδια, άλλωστε, περιγράφει τον εαυτό της τότε ως εξαιρετικά ευάλωτο.

Αυτό δεν δίνει σε κανέναν άδεια να την εκμεταλλευτεί.

Εξηγεί όμως ίσως γιατί ένας εκμεταλλευτικός άνθρωπος μπορούσε να το κάνει τόσο εύκολα.

Υπήρχε και κάτι άλλο στη μέση;

Υπάρχει ακόμη ένα σημείο που δεν μπορώ να αγνοήσω. 

Πείτε με κακοπροαίρετη, αλλά πολλά έχουν δει τα μάτια μας και έχω κάποιες επιφυλάξεις. Γιατί η γνωριμία δεν ξεκίνησε ερωτικά, για εκείνη τουλάχιστον. Η ίδια γράφει ότι ήθελε να μπει στον επαγγελματικό του χώρο. Εκείνος ήταν καταξιωμένος, μπορούσε να τη συμβουλεύσει και, όπως λέει, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ίσως μπορούσε να της βρει μια επαγγελματική διέξοδο.

Είναι λοιπόν παράλογο να αναρωτηθώ μήπως υπήρχε έστω και κάποιο τόσο δα συμφέρον; Μήπως σκέφτηκε κάποια στιγμή «δεν μου αρέσει, αλλά θα το ανεχτώ γιατί ίσως αυτή η σχέση με βοηθήσει να μπω στον χώρο»;

Δεν ξέρω.

Μπορεί.

Μπορεί και καθόλου.

Και δεν πρόκειται να παρουσιάσω μια υπόθεση του δικού μου μυαλού ως γεγονός.

Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «κάνω σεξ που δεν θέλω επειδή προσδοκώ κάτι από αυτή τη σχέση» και στο «με βιάζει». 

Το πρώτο μπορεί να είναι δυσάρεστο, θλιβερό, ακόμη και αυτοκαταστροφικό. Δεν είναι όμως από μόνο του βιασμός.

Και φυσικά, αν εκείνος χρησιμοποίησε πραγματική επαγγελματική ισχύ για να απαιτήσει σεξ ως αντάλλαγμα, τότε μιλάμε σαφέστατα για σεξουαλική παρενόχληση. Αλλά αυτό πρέπει να προκύπτει από στοιχεία. Όχι από υποθέσεις. Και δεν προκύπτει ούτε και από την καταγγελία της.

Υπάρχουν και κάποια άλλα γεγονότα μέσα στην αφήγηση που κάπως μου κλωτσάνε.

Στον πρώτο καταγγελλόμενο βιασμό, ο άντρας έχει υποστεί ατύχημα και χρειάζεται τη βοήθειά της για να κατέβει και αργότερα να ανέβει τις σκάλες. Λίγο όμως αργότερα ξαφνικά αποκτά αρκετή σωματική ικανότητα ώστε να τη χειριστεί βίαια πάνω στο κρεβάτι.

Μπορεί να εξηγείται απολύτως. Ένα τραυματισμένο πόδι δεν σημαίνει αδύναμα χέρια. Δεν γνωρίζουμε καν τι τραυματισμό είχε. Αλλά μου δημιουργεί ερώτηματα.

Όπως μου δημιουργούν ερώτημα τα δύο περιστατικά με τη ροχάλα. Η γυναίκα περιγράφει έναν όρθιο έχοντα τις αισθήσεις του άνθρωπο, σε δημόσιο χώρο, στον οποίο κάποιος πιέζει με τα δάχτυλα το στόμα ώστε να το ανοίξει και καταφέρνει να φτύσει μέσα του χωρίς εκείνος να απομακρυνθεί εγκαίρως. Και περιγράφει ότι αυτό συνέβη δύο φορές.

Είναι αδύνατον;

Όχι.

Μου φαίνεται πρακτικά δύσκολο;

Ναι.

Και ειδικά εφόσον ένα τουλάχιστον περιστατικό φέρεται να έγινε σε δημόσια εκδήλωση, το πρώτο που θα αναρωτιόμουν είναι αν υπήρχαν άνθρωποι που το είδαν.

Η αμφιβολία δεν είναι καταδίκη του καταγγέλλοντος.

Όπως η καταγγελία δεν είναι καταδίκη του καταγγελλόμενου.

Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο πρόβλημά μου

Η καταγγελία είναι ανώνυμη.

Απολύτως θεμιτό, εφόσον κάποιος θέλει να αφηγηθεί ένα τραυματικό βίωμα χωρίς να εκτεθεί.

Μόνο που ταυτόχρονα η καταγγελία δίνει στοιχεία για τον άντρα.

Αρχικό ονόματος. Επάγγελμα. Χώρος δράσης. Πολιτική και κοινωνική παρουσία. Συγκεκριμένες εκδηλώσεις. Πληροφορίες αρκετές ώστε, όπως φαίνεται, άνθρωποι του συγκεκριμένου χώρου να γνωρίζουν πλέον ποιος είναι. Και εντός ολίγων ωρών να ξέρουμε όλοι ποιος είναι ο Μ.

Και εδώ εγώ έχω ένα σοβαρό ηθικό πρόβλημα.

Αν θέλεις να είσαι ανώνυμη, έχεις κάθε δικαίωμα να είσαι ανώνυμη. Αλλά τότε κράτησε πραγματικά ανώνυμο και εκείνον.

Δεν χρειαζόταν το αρχικό του.

Δεν χρειαζόταν το επάγγελμά του.

Δεν χρειαζόταν κανένα αναγνωριστικό στοιχείο για να αφηγηθεί τι έζησε, να μιλήσει για κακοποίηση, τραυματικό δεσμό ή όσα υπέστη.

Από τη στιγμή όμως που μια ανώνυμη καταγγελία «φωτογραφίζει» έναν πραγματικό άνθρωπο τόσο καθαρά ώστε η κοινότητά του να γνωρίζει ποιος είναι, παύουμε να έχουμε απλώς μια προσωπική εξομολόγηση. Έχουμε δημόσια κατηγορία.

Και μάλιστα για ένα από τα βαρύτερα πράγματα που μπορείς να αποδώσεις σε άνθρωπο.

Κι εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε.

Με μία μόνο κατάθεση.

Ανώνυμη.

Και αν κάποιος τολμήσει να πει «περίμενε, θέλω να ακούσω και την άλλη πλευρά», κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι «δεν πιστεύει τα θύματα».

Όμως το τεκμήριο αθωότητας υπάρχει ακριβώς για τις κατηγορίες που μας προκαλούν αποστροφή.

Δεν έχει κανένα νόημα να το επικαλούμαστε μόνο όταν συμπαθούμε τον κατηγορούμενο.

Μπορεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος να είναι ακριβώς όπως περιγράφεται.

Μπορεί να είναι εκμεταλλευτής.

Μπορεί να είναι αρπακτικό.

Μπορεί να είναι βιαστής.

Δεν ξέρω.

Και αυτό είναι όλο το θέμα.

Δεν ξέρω.

Και δεν πρόκειται να βαφτίσω τη βεβαιότητα αλληλεγγύη.

Ούτε την αμφιβολία μισογυνισμό.

Ούτε μια ανώνυμη καταγγελία δικαστική απόφαση.

Το να παίρνουμε σοβαρά μια γυναίκα που καταγγέλλει βιασμό σημαίνει ότι την ακούμε σοβαρά.

Δεν σημαίνει ότι απενεργοποιούμε την κριτική μας σκέψη.

Και το να υπερασπιζόμαστε το τεκμήριο αθωότητας ενός άντρα δεν σημαίνει ότι τον αθωώνουμε.

Σημαίνει ότι αρνούμαστε να τον καταδικάσουμε χωρίς να ξέρουμε.

Γιατί διαφορετικά δεν έχουμε δικαιοσύνη.

Έχουμε διαδικτυακό λιντσάρισμα.

Με έναν ανώνυμο κατήγορο, έναν αναγνωρίσιμο κατηγορούμενο και ένα πλήθος που έχει ήδη βγάλει απόφαση.

Η καταγγελία ολόκληρη: https://athens.indymedia.org/post/1642341/