Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Τι ειν' αυτό που το λένε αγάπη;

 



Δεν ξέρω τι είναι η αγάπη.

Και δυσπιστώ λίγο απέναντι σε όποιον ισχυρίζεται ότι ξέρει.

Ξέρω πώς μοιάζει στον κινηματογράφο. Ξέρω πώς ακούγεται στα βιβλία. Ξέρω πώς την έχουμε ζωγραφίσει, μελοποιήσει, εξιδανικεύσει και καταστρέψει εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια.

Ξέρω το κόκκινο φόρεμα, το τρένο που φεύγει, το βλέμμα μέσα από το τζάμι, το γράμμα που έφτασε πολύ αργά, τη γυναίκα που στέκεται στη βροχή, τον άντρα που γυρίζει όταν πια δεν υπάρχει κανείς να τον περιμένει.

Ξέρω τη μουσική που μπαίνει ακριβώς τη στιγμή που πρέπει.

Στη ζωή, δυστυχώς, συνήθως δεν μπαίνει μουσική.

Η Ιουλιέτα πεθαίνει για τον Ρωμαίο.

Η Μήδεια σκοτώνει για τον Ιάσονα — ή, ακριβέστερα, εξαιτίας αυτού που έκανε ο Ιάσονας στην αγάπη της.

Η Σκάρλετ ξοδεύει χρόνια πιστεύοντας ότι αγαπά τον Άσλεϊ, μέχρι να καταλάβει ότι είχε ερωτευτεί περισσότερο μια κατασκευή του μυαλού της παρά έναν πραγματικό άνθρωπο. Ένα ομοίωμα που το έντυσε, το στόλισε και το τοποθέτησε σε βάθρο, κι ύστερα γονάτιζε μπροστά του απορώντας γιατί δεν κατέβαινε ποτέ να την αγκαλιάσει.

Η Μπλανς λαχταρά τόσο απελπισμένα την τρυφερότητα, ώστε κατασκευάζει έναν κόσμο μέσα στον οποίο μπορεί ακόμη να υπάρχει. Δεν θέλει τον γυμνό λαμπτήρα. Θέλει το χάρτινο φαναράκι. Γιατί το άσπρο ηλεκτρικό φως είναι αμείλικτο. Δείχνει τις ρυτίδες, τους λεκέδες στους τοίχους, τη σκόνη στα έπιπλα, όλα όσα η ημίφωτη μαγεία είχε την καλοσύνη να συγχωρεί.

Δεν θέλει τον ρεαλισμό.

Θέλει μαγεία.

Ποιος δεν θέλει;

Και ο Πιπ στις Μεγάλες Προσδοκίες αγαπά την Εστέλλα σχεδόν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: μετατρέποντάς την σε πεπρωμένο. Χτίζει γύρω της όχι μια σχέση αλλά έναν καθεδρικό ναό προσδοκιών και ύστερα κατοικεί μόνος του μέσα σ’ αυτόν.

Ποιος από όλους αυτούς αγαπά πραγματικά;

Ίσως όλοι.

Ίσως κανείς.

Ίσως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Μας έμαθαν ότι η αγάπη πονάει-love hurts...

Μεγαλώσαμε μέσα σε ιστορίες όπου η μεγάλη αγάπη αποδεικνύεται από το μέγεθος της καταστροφής που προκαλεί.

Αν δεν υπέφερες, δεν αγάπησες αρκετά.

Αν έφυγες, δεν αγάπησες αρκετά.

Αν κουράστηκες, δεν αγάπησες αρκετά.

Αν κάποιος σε πρόδωσε και δεν τον συγχώρεσες, δεν αγάπησες αρκετά.

Η Άννα Καρένινα φτάνει μέχρι τις γραμμές του τρένου. 

Ο Ρικ αφήνει την Ίλσα να φύγει στην Casablanca, γιατί μερικές φορές η αγάπη δεν είναι το χέρι που αρπάζει το μανίκι σου στην πόρτα. Είναι το χέρι που ανοίγει την πόρτα.

Στις Γέφυρες του Μάντισον η Φραντσέσκα κάθεται μέσα στο αυτοκίνητο, στη βροχή, με το χέρι στο χερούλι. Λίγα εκατοστά κίνησης χωρίζουν δύο διαφορετικές ζωές. Ανοίγει την πόρτα και φεύγει με τον άνθρωπο που ερωτεύτηκε ή μένει και επιστρέφει στη ζωή που έχτισε; Καμιά επιλογή δεν είναι εύκολη.

Και στο Eternal Sunshine of the Spotless Mind χρειάζεται ένα ολόκληρο μηχάνημα που σβήνει μνήμες για να κάνει αυτό που όλοι έχουμε ευχηθεί κάποια άθλια νύχτα στις τέσσερις το πρωί:

Βγάλ’ τον από το κεφάλι μου.

Αιώνες τέχνης μάς έμαθαν λοιπόν κάτι αρκετά ύποπτο:

Όσο περισσότερο πονάς, τόσο περισσότερο αγαπάς.

Κι έτσι μπερδέψαμε την ένταση με το βάθος. Την εμμονή με την αφοσίωση. Την αυτοκαταστροφή με το πάθος. Την ανοχή με την πίστη. Την αδυναμία να φύγουμε με το μεγαλείο τού να μένουμε.

Μόνο που εδώ η τέχνη μάς εξαπατά λιγάκι. Γιατί ο πόνος είναι υπέροχος αφηγηματικά. Η ήρεμη αγάπη δεν κάνει καλό σινεμά.

Δύο άνθρωποι που αγαπιούνται, γαμιούνται, γελάνε, μαλώνουν, τα βρίσκουν, βρίζονται επειδή κάποιος άφησε πάλι τα βρεγμένα παπούτσια στο χαλί, αγκαλιάζονται στον ύπνο τους και σαράντα χρόνια αργότερα ξέρουν ακόμη πώς πίνει ο άλλος τον καφέ του, μπορεί να έχουν ζήσει έναν συγκλονιστικό έρωτα.

Απλώς δύσκολα βρίσκεις κάτι από Σαίξπηρ σε όλο αυτό.


Τι είναι λοιπόν πρακτικά η αγάπη;

Εδώ σβήνουν οι προβολείς.

Τελειώνει η μουσική.

Ανάβει εκείνος ο γυμνός λαμπτήρας που μισούσε η Μπλανς.

Και μένουν δύο άνθρωποι μέσα σε ένα δωμάτιο.

Τι κάνουν ο ένας στον άλλον;

Αυτό, τελικά, είναι το ερώτημα.

Γιατί αγάπη είναι ασφαλώς να λαχταράς κάποιον.

Αλλά είναι και να τον κοιτάς.

Πραγματικά.

Να παρατηρείς πότε κουράστηκε. Να καταλαβαίνεις πότε η φωνή του άλλαξε μισό τόνο. Να ξέρεις πότε το «καλά είμαι» σημαίνει πράγματι καλά και πότε σημαίνει «δεν έχω πια κουράγιο να σου εξηγήσω».

Να χαίρεσαι με τη χαρά του χωρίς να την ανταγωνίζεσαι. Να πονάς όταν πονάει, όχι μόνο όταν ο πόνος του αρχίζει να έχει συνέπειες για σένα. Να τον επιθυμείς χωρίς να τον θεωρείς ιδιοκτησία σου. Να τον γνωρίζεις όπως πραγματικά είναι και όχι όπως χρειάζεσαι να είναι για να συνεχιστεί το παραμύθι σου.

Και κυρίως: να πράττεις.

Γιατί το «σ’ αγαπώ» είναι δύο λέξεις με μια απόστροφο να τις χωρίζει.

Μπορούν να ειπωθούν στο κρεβάτι, σ’ ένα αεροδρόμιο, πάνω από ένα πιάτο μακαρόνια, μεθυσμένα στις τρεις το πρωί. Μπορούν επίσης να ειπωθούν χωρίς να σημαίνουν σχεδόν τίποτα.

Μπορείς να λες «σ’ αγαπώ» και να μην είσαι εκεί όταν ο άλλος σε χρειάζεται. Να λες «σ’ αγαπώ» και να τον αφήνεις μόνο. Να λες «σ’ αγαπώ» και να βλέπεις τη στέγη να κατεβαίνει εκατοστό εκατοστό πάνω στο κεφάλι του χωρίς να σηκώνεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι. Μέχρι που κάποτε ακούγεται ένα μουδιασμένο «Φεύγω».

Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο. Το άγαλμα ζωντανεύει. Εκεί που υπήρχε σιωπή, εμφανίζονται λέξεις. Εκεί που υπήρχε αδράνεια, εμφανίζεται πανικός. Ξαφνικά θυμάται. Υπόσχεται. Θυμώνει. Κλαίει. Φοβάται.

Κι εσύ, που περίμενες τόσο καιρό μια αντίδραση, κοιτάζεις αυτή την ξαφνική έκρηξη ζωής και θέλεις απελπισμένα να πιστέψεις ότι αυτό που ξύπνησε είναι η αγάπη.

Ίσως να είναι.

Αλλά υπάρχει μια ερώτηση που πονάει πολύ περισσότερο:

Γιατί δεν ξύπνησε όταν πονούσες εσύ;

Γιατί δεν άπλωσε το χέρι όταν βούλιαζες;

Γιατί χρειάστηκε να κινδυνεύσει να χάσει εσένα για να αντιληφθεί ότι υπήρχες;


Γιατί η απώλεια δεν είναι πάντα αγάπη

Φαντάσου ένα σπίτι.

Χρόνια ο ένας αλλάζει τις λάμπες, κλείνει τις ρωγμές, μαζεύει τα νερά, καρφώνει τα ξύλα που ξεκολλούν. Όταν αρχίζει να υποχωρεί η στέγη, στέκεται από κάτω και τη βαστάει με τα χέρια.

Ο άλλος κατοικεί. Μπαίνει. Βγαίνει. Κοιμάται. Αφήνει τα κλειδιά του στο τραπέζι.

Δεν είναι απαραίτητα τέρας. Απλώς έχει συνηθίσει ότι η στέγη στέκεται. Και η συνήθεια είναι τρομερό αναισθητικό. Μέχρι που εκείνος που κρατάει τη στέγη ανοίγει τα δάχτυλα. Όχι από εκδίκηση. Από εξάντληση.

Και η στέγη πέφτει.

Τότε ο άλλος πετάγεται όρθιος μέσα στη σκόνη.

Το σπίτι μας!

Ναι. Το σπίτι σας. Αλλά ποιος το κρατούσε όρθιο;

Και κυρίως: τώρα πονάς επειδή μάτωσαν τα χέρια του ανθρώπου που τόσα χρόνια κρατούσε τα δοκάρια; Ή επειδή έπεσε η στέγη στο δικό σου κεφάλι;

Αυτή είναι, νομίζω, μία από τις πιο σκληρές ερωτήσεις που μπορούμε να κάνουμε στην αγάπη.

Πονάς επειδή πονάω ή πονάς επειδή με χάνεις;

Το δεύτερο δεν είναι ψεύτικο συναίσθημα. Είναι όμως άλλο συναίσθημα.

Μπορεί να θρηνείς την παρουσία. Τη φροντίδα. Τη βεβαιότητα. Το σώμα στο διπλανό μαξιλάρι. Τα κλειδιά που άκουγες στην πόρτα. Τον άνθρωπο που σήκωνε το τηλέφωνο. Εκείνον που ήξερες ότι, όσο κι αν αδιαφορούσες, θα ήταν εκεί.

Μπορεί να θρηνείς όχι τον άνθρωπο αλλά το σχήμα που είχε αφήσει η παρουσία του στη ζωή σου. Σαν να μετακινείς ύστερα από είκοσι χρόνια το τραπέζι της κουζίνας και να μένει στο πάτωμα εκείνο το παράξενο ανοιχτόχρωμο ορθογώνιο.

Τώρα το βλέπεις.... Επειδή γύρω του όλα έχουν γεμίσει σκόνη.


Και κάπου εδώ μπαίνει η προδοσία

Η προδοσία δεν φοράει πάντοτε ξένο άρωμα. Δεν αφήνει πάντα μήνυμα στο κινητό. Δεν κοιμάται πάντα σε άλλο κρεβάτι.

Μερικές φορές κάθεται απέναντί σου στον καναπέ. Τρώει από το ίδιο ψυγείο. Κοιμάται δίπλα σου. Και απλώς δεν σε βλέπει.

Υπάρχει η θεαματική προδοσία και υπάρχει η προδοσία της καθημερινής εγκατάλειψης. Η δεύτερη δεν κάνει θόρυβο. Μοιάζει περισσότερο με υγρασία.

Στην αρχή μια μικρή σκιά στη γωνία του τοίχου. Μετά ένας λεκές. Μετά ξεφλουδίζει ο σοβάς. Και κάποτε ακουμπάς τον τοίχο και μένει στο χέρι σου.

Αυτό μπορεί να κάνει και η συνήθεια στην αγάπη.

Όχι η όμορφη συνήθεια της οικειότητας. Εκείνη είναι άλλο πράγμα.

Είναι να ξέρεις ποια πλευρά του κρεβατιού θέλει ο άλλος. Να του αφήνεις χωρίς να το σκέφτεσαι το κομμάτι που προτιμά. Να αναγνωρίζεις τα βήματά του στον διάδρομο. Να υπάρχει ένα σώμα που, ύστερα από χρόνια, το χέρι σου βρίσκει μέσα στο σκοτάδι χωρίς να χρειάζεται φως.

Αυτή η συνήθεια είναι σχεδόν τρυφερότητα σε στερεά μορφή.

Η άλλη συνήθεια είναι η σκουριά, η μούχλα, αυτή η τοξική γλίτσα που μπορεί να σου ξεσκίσει τα πνεμόνια.

Είναι το «θα είναι εκεί». Ό,τι κι αν κάνω. Ό,τι κι αν δεν κάνω.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες προδοσίες της αγάπης:

Να πάψεις να επιλέγεις κάποιον επειδή απλά έχεις συνηθίσει ότι εκείνος θα εξακολουθεί να επιλέγει εσένα.


Πότε λοιπόν τελειώνει;

Δεν ξέρω.

Ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό.

Δεν υπάρχει ήχος. Δεν ακούγεται ένα κρακ και λες «να, τώρα έσπασε».

Μερικές αγάπες τελειώνουν απότομα. Οι περισσότερες, νομίζω, πεθαίνουν όπως σβήνει ένα σπίτι όταν φεύγουν ένας ένας οι άνθρωποί του.

Πρώτα σταματάει να χρησιμοποιείται ένα δωμάτιο. Μετά άλλο ένα. Κάποτε κλείνουν τα παντζούρια. Συσσωρεύεται σκόνη. Και μια μέρα μπαίνεις μέσα και καταλαβαίνεις ότι εδώ κάποτε κατοικούσε μια ιστορία.

Μπορεί ακόμη να αγαπάς.

Αλλά ποιον;

Αυτόν που βρίσκεται μπροστά σου;

Αυτόν που ήταν πριν από δέκα χρόνια;

Αυτό που ήσουν εσύ όταν σε κοίταζε;

Τη ζωή που είχατε;

Ή εκείνη που περίμενες ότι κάποτε θα αποκτήσετε;

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν χρόνια ερωτευμένοι με το μέλλον μιας σχέσης που δεν ήρθε ποτέ. 

Σαν να κάθονται σε έναν άδειο σταθμό κοιτάζοντας τις γραμμές του τρένου.

Θα έρθει.

Σε λίγο.

Το επόμενο.

Και κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξεις τον σκουριασμένο πίνακα αναχωρήσεων και να δεχτείς ότι το συγκεκριμένο τρένο δεν καθυστέρησε.

Δεν περνάει απλά από εδώ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγάπησες. Σημαίνει ότι κάποτε πρέπει να σταματήσεις να χρησιμοποιείς την αγάπη ως άλλοθι για να μη βλέπεις την πραγματικότητα.

Γιατί υπάρχει και μια μορφή πίστης που γίνεται προδοσία.

Προδοσία προς εσένα.


Πρέπει να αφήσεις τον κουβά

Ίσως για χρόνια κατέβαζες έναν κουβά σ’ ένα πηγάδι. Τον άκουγες να χτυπάει στα πέτρινα τοιχώματα. Τον τραβούσες πάνω.

Άδειο.

Τον ξανακατέβαζες. Λίγο βαθύτερα αυτή τη φορά.

Άδειος πάλι.

Και αντί να σκεφτείς ότι το πηγάδι στέρεψε, άρχισες να ντρέπεσαι για τη δίψα σου.

Μήπως ζητάω πολλά;

Μήπως είμαι δύσκολη;

Μήπως πρέπει να χρειάζομαι λιγότερα;

Κι αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη στιγμή.

Γιατί αρχίζεις να κόβεις κομμάτια από τις ανάγκες σου για να χωρέσεις μέσα σε αυτό που μπορεί να σου δώσει ο άλλος.

Μικραίνεις. Λίγο λίγο. Μέχρι που κάποτε χωράς τέλεια. Μόνο που δεν αναγνωρίζεις πια τον εαυτό σου.

Τότε πρέπει να αφήσεις τον κουβά.

Όχι επειδή δεν διψάς.

Ακριβώς επειδή διψάς.

Και να φύγεις να ψάξεις νερό.

Όχι απαραίτητα άλλον έρωτα.

Νερό.

Ζωή.


Και τι σώζεται όταν χαθεί η αγάπη;

Στην αρχή, τίποτα.

Ας μην κοροϊδευόμαστε.

Όταν τραβάς ένα αγκίστρι από τη σάρκα, δεν αισθάνεσαι «απελευθέρωση».

Αισθάνεσαι πόνο.

Αίμα.

Πληγή.

Κενό.

Το σώμα ψάχνει ακόμη εκείνο που το πλήγωνε επειδή είχε συνηθίσει την παρουσία του. Βγαίνεις από το σπίτι και για λίγο κουβαλάς ακόμη τη μυρωδιά του στα ρούχα σου. Γυρίζεις μηχανικά το κεφάλι.

Κάτι ξέχασα.

Ναι.

Μια ολόκληρη ζωή.

Αλλά περπατάς.

Και ύστερα από λίγο συμβαίνει κάτι σχεδόν γελοία μικρό.

Ανασαίνεις.

Όχι συμβολικά.

Κανονικά.

Ένα πρωί πίνεις καφέ και για δέκα λεπτά δεν σκέφτεσαι τίποτα.

Μια μέρα γελάς και το γέλιο δεν διακόπτεται στη μέση από μια ανάμνηση.

Κάποτε περνάς μπροστά από κάτι που θα ήθελες να του δείξεις και δεν πιάνεις αμέσως το τηλέφωνο.

Ο κόσμος αρχίζει να αποκτά πάλι πράγματα που δεν σχετίζονται μαζί του.

Ένα τραγούδι.

Έναν δρόμο.

Ένα βιβλίο.

Έναν φίλο.

Ένα σκυλί που έχει απλωθεί κάθετα στο κρεβάτι και σου έχει αφήσει είκοσι εκατοστά για να κοιμηθείς. Ένα υγρό βράδυ που φυσάει και μυρίζει χώμα. Και καταλαβαίνεις κάτι που θα έπρεπε ίσως να ξέρουμε από την αρχή:

Η αγάπη δεν ήταν ποτέ ένας άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος ήταν ένας από τους τόπους όπου την κατοίκησες. Ίσως ο σημαντικότερος για ένα διάστημα. Ίσως ο ομορφότερος. Ίσως κι εκείνος που σε πλήγωσε περισσότερο.

Αλλά όχι ο μοναδικός.

Η αγάπη υπάρχει στους φίλους, στους ανθρώπους που έγιναν οικογένεια χωρίς να μοιράζονται το αίμα σου, στα ζώα, στην τέχνη, στη μουσική, στο σώμα, στη δημιουργία, στην περιέργεια, στην παράξενη ανάγκη μας να φροντίζουμε κάτι έξω από τον εαυτό μας.

Και ναι, υπάρχει και στον έρωτα.

Ευτυχώς.

Δεν θέλω να γίνουμε τόσο σοφοί ώστε να πάψουμε να είμαστε ηλίθιοι όταν ερωτευόμαστε.

Θέλω το χάρτινο φαναράκι. Θέλω εκείνη τη μικρή απάτη του φωτός που για λίγο κάνει τον κόσμο ομορφότερο απ’ όσο είναι. Απλώς κάποτε πρέπει να ξέρουμε να ανάβουμε και τη λάμπα.

Να βλέπουμε τις ρωγμές.

Να βλέπουμε τον άλλον.

Να βλέπουμε εμάς.

Και αν αυτό που αντικρίζουμε δεν είναι πια αγάπη, να μην καταστρέφουμε την ίδια τη λέξη προσπαθώντας να την κολλήσουμε πάνω σε κάτι που έχει πεθάνει.

Να μπορούμε να πούμε:

Υπήρξε.

Δεν ήταν ψέμα επειδή τελείωσε. Δεν ήταν αποτυχία επειδή δεν κράτησε για πάντα. Και δεν χρειάζεται να πεθάνουμε μαζί της για να αποδείξουμε ότι ήταν μεγάλη.

Μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι να βγάλεις το αγκίστρι. Να αφήσεις την πληγή να κλείσει. 

Και κάποια στιγμή, χωρίς όρκους, χωρίς βιολιά και χωρίς κανένα γαμημένο ηλιοβασίλεμα στο βάθος, να ανακαλύψεις ότι μπορείς ακόμη να κολυμπήσεις.

Όχι πίσω.

Προς τα έξω.

Προς τα μπρος.

Προς τα μέσα σου.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη;









Η Ιωάννα Παλιοσπύρου είναι η γυναίκα που έμαθε όλο το πανελλήνιο, όταν ένα καθόλου ωραίο πρωί, μια άλλη γυναίκα, μια προφανώς ψυχοπαθολογική προσωπικότητα, της έστησε καρτέρι και την έλουσε από την κορυφή μέχρι τα νύχια με βιτριόλι, απλά και μόνο γιατί πίστευε ότι η Παλιοσπύρου φλέρταρε μέσω κοινωνικών δικτύων με έναν άντρα με τον οποίο είχε, κατά τη δική της φαντασία, σχέση.

Η Παλιοσπύρου παραλίγο να πεθάνει τότε. Το οξύ είχε μπει στους πνεύμονές της, στα σωθικά της. Πέρασε από αδιανόητους πόνους, πόνους που δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να καταλάβουμε. Και υποβλήθηκε σε δεκάδες χειρουργεία. Για σχεδόν δύο χρόνια τα νοσοκομεία ήταν το φυσικό της περιβάλλον, οι οροί προέκταση του σώματός της.

Έπρεπε να μάθει να ζει από την αρχή μέσα σε ένα σώμα που άλλαξε βίαια μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα για το τίποτα. Χωρίς κανένα λόγο.

Και κάπου εδώ θα περίμενε κανείς ότι, αν υπάρχει ένας άνθρωπος στον οποίο η κοινωνία θα έδινε επιτέλους το ελεύθερο να κάνει ό,τι γουστάρει με την υπόλοιπη ζωή του, θα ήταν αυτή.

Αμ δε.

Γιατί σήμερα η ίδια γυναίκα διαβάζει στα social:

«Γουρούνα».

«Τσόκαρο».

«Βίζιτα».

«Πας γυρεύοντας».

«Να σου ρίξουν κι άλλο βιτριόλι».


Και εδώ αρχίζει να έχει ενδιαφέρον το πράγμα.

Όχι το τι κάνει η Παλιοσπύρου.

Αλλά τι στο διάολο συμβαίνει μέσα μας. Γιατί δεν μιλάμε απλώς για μερικούς κακούς ανθρώπους που βρίζουν στο ίντερνετ. Αυτοί πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν.

Το θέμα είναι πώς από το «κουράγιο Ιωάννα» φτάσαμε στο «να σου ξαναρίξουν βιτριόλι».


Κεφάλαιο πρώτο: Το ιδανικό θύμα

Ο Νορβηγός εγκληματολόγος Nils Christie εισήγαγε την έννοια του ideal victim, του «ιδανικού θύματος».

Δεν εννοούσε φυσικά ότι υπάρχει ιδανικός τρόπος να πέσει κανείς θύμα κάποιου εγκλήματος. Περιέγραψε όμως ποια είναι τα χαρακτηριστικά που νομιμοποιούν ένα θύμα στα μάτια της κοινωνίας, που το κάνουν συμπαθές. Το θύμα πρέπει να είναι αδύναμο, αθώο, ευάλωτο, ανήμπορο, χωρίς χαρακτηριστικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του.

Με απλά λόγια, οι κοινωνίες συμπαθούν ένα θύμα που ξέρει να κάθεται φρόνιμα στη θέση του θύματος.

Η Παλιοσπύρου ήταν ένα σχεδόν «ιδανικό θύμα».

Μια νέα γυναίκα που δέχθηκε μια φρικτή επίθεση χωρίς να έχει προκαλέσει την επιτιθέμενη, κινδύνεψε να πεθάνει, υπέφερε, πόνεσε, έχασε την ομορφιά της, χειρουργήθηκε ξανά και ξανά, ταλαιπωρήθηκε.

Αυτήν την Ιωάννα λάτρεψε η κοινωνία.

Υπήρχε μόνο ένας όρος που κανείς δεν μπήκε στον κόπο να της εξηγήσει:

να παραμείνει η καημένη Ιωάννα.

Γιατί η γυναίκα έκανε το κοινωνικό ατόπημα να βγει από τον ρόλο που η κοινωνία ήθελε να υποδυθεί.

Φόρεσε μαγιό, ταξίδεψε, πήγε σε πάρτι, έβγαλε φωτογραφίες, έδειξε τις ουλές της, χαμογέλασε, πάρταρε.

Με λίγα λόγια, επέζησε με κάπως... υπερβολικό ζήλο.

Δεν έμεινε σπίτι να κοιτάζει τη βροχή από το παράθυρο, ώστε εμείς να μπορούμε να την επισκεπτόμαστε διαδικτυακά μία φορά τον χρόνο, να αφήνουμε ένα «είσαι ηρωίδα, καρδούλα, φιλάκι» και να συνεχίζουμε τη ζωή μας με την ευχάριστη βεβαιότητα ότι εμείς είμαστε οι τυχεροί.

Και εδώ το «ιδανικό θύμα» αρχίζει να χαλάει. Γιατί παύει να είναι αντικείμενο οίκτου.


Κεφάλαιο δεύτερο: Η ανάκγη για σύγκριση

Είναι γνωστό στην ψυχολογία ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αξιολογούμε τον εαυτό μας συγκρίνοντάς τον με τους άλλους.

Η κοινωνική ψυχολογία μιλά μεταξύ άλλων για upward και downward social comparison.

Στην καθοδική σύγκριση κοιτάζω κάποιον που βρίσκεται σε χειρότερη θέση από εμένα και αισθάνομαι καλύτερα.

Άσχημο;

Λίγο.

Ανθρώπινο;

Πολύ.

Όσο η Παλιοσπύρου ήταν στο νοσοκομείο, η σύγκριση ήταν εξαιρετικά ασφαλής.

Εγώ έχω το πρόσωπό μου, ενώ εκείνη όχι.

Εγώ βγαίνω έξω, ενώ εκείνη χειρουργείται.

Εγώ έχω τα προβλήματά μου, αλλά κοίτα τι έπαθε αυτή.

Και ξαφνικά η σύγκριση γυρίζει ανάποδα.

Η γυναίκα που λυπόμουν ταξιδεύει. Εγώ; Όχι.

Εκείνη βγαίνει. Εγώ κάθομαι σπίτι.

Φοράει μαγιό χωρίς να ντρέπεται για τις ουλές της. Εγώ μπορεί να ντρέπομαι για πέντε κιλά.

Και κάπου εκεί η συμπόνια κινδυνεύει να μεταμορφωθεί σε φθόνο.

Γιατί άλλο:

«Πω πω, η καημένη».

Και άλλο:

«Μισό λεπτό. Η καημένη πως τολμά να περνάει καλύτερα από μένα;»


Κεφάλαιο τρίτο: Ο φθόνος

Η ψυχολογία διακρίνει διαφορετικές διαστάσεις του φθόνου.

Υπάρχει ο φθόνος που μπορεί να λειτουργήσει σαν κίνητρο:

«Θέλω κι εγώ να καταφέρω αυτό που κατάφερε εκείνος».

Και υπάρχει ο λεγόμενος κακοήθης φθόνος.

Εκεί δεν σκέφτεσαι:

«Πώς θα ανέβω κι εγώ;»

Σκέφτεσαι:

«Πώς θα κατέβεις εσύ;»

Και εδώ εμφανίζεται ξαφνικά το ΣΔΟΕ των social media.

«Πού βρίσκει τα λεφτά;»

«Ποιος πληρώνει τις διακοπές;»

«Έχει γκόμενο που τη σπονσοράρει».

«Παίρνει αναπηρική».

Μάλιστα.....

Εσύ ρε μάγκα πού βρήκες τα λεφτά για το κινητό σου;

Για το αυτοκίνητό σου;

Για την καινούργια τηλεόραση;

Για τα εισιτήρια για Κρήτη με τα παιδιά και το αυτοκίνητο;

Να ανοίξουμε έναν φάκελο και για σένα.

Ε1, Ε9, καταθέσεις, πιστωτικές.

Τι;

Δεν μας αφορά;

Ακριβώς.

Ούτε τα δικά της μας αφορούν.

Σου τα έκλεψε;

Όχι.

Τότε γιατί σε κόφτει;

«Μα παίρνει αναπηρική».

Κι αν παίρνει;

Αν τη δικαιούται, να την παίρνει.

«Μα την πληρώνουμε όλοι εμείς».

Μάλιστα.

Βρέθηκε λοιπόν επιτέλους η τρύπα της ελληνικής οικονομίας.

Η Παλιοσπύρου.

Εκεί χάθηκαν τα δισεκατομμύρια.

Όχι σε φοροδιαφυγή, σκάνδαλα, μίζες, ρουσφέτια και δημόσιο χρήμα που εξαϋλώνεται σαν νερό σε καυτό πεζοδρόμιο.

Το επίδομα μιας γυναίκας με βαριά εγκαύματα ήταν αυτό που μάς γονάτισε.

Να το κοιτάξει άμεσα το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.


Κεφάλαιο τέταρτο: Η υποτίμηση

Εδώ μπαίνει ένας από τους αγαπημένους μηχανισμούς της ανθρώπινης αυτοεκτίμησης.

Αν κάποιος που θεωρούσα «κάτω» από εμένα αρχίσει να βρίσκεται «πάνω» από εμένα σε κάτι που έχει σημασία για μένα, έχω δύο επιλογές.

Να επανεξετάσω τον εαυτό μου ή να επανεξετάσω εκείνον.

Μαντέψτε ποιο είναι ευκολότερο.

«Δεν ταξιδεύει επειδή ξαναέφτιαξε τη ζωή της. Κάποιος την πληρώνει».

«Δεν έχει σύντροφο. Έχει χορηγό».

«Δεν έχει αυτοπεποίθηση. Ψωνίστηκε».

«Δεν συμφιλιώθηκε με το σώμα της. Επιδεικνύεται».

Και φυσικά:

«Βίζιτα».

Γιατί είναι πολύ δύσκολο να κοιταχτείς στον καθρέφτη και να πεις:

«Ζηλεύω μια γυναίκα που κάποτε παραλίγο να πεθάνει από βιτριόλι επειδή σήμερα πηγαίνει περισσότερες διακοπές από μένα».

Υπάρχει κίνδυνος να αντιληφθείς ότι είσαι και πολύ μαλάκας.

Ενώ αν την κάνεις «βίζιτα», έλυσες το πρόβλημα.

Δεν είναι αξιοθαύμαστη.

Είναι ανήθικη.

Δεν είσαι φθονερός.

Είσαι παρατηρητικός.

Τι βολικό πράγμα ο εγκέφαλος!

Ειδικά όταν δεν τον χρησιμοποιείς.


Κεφάλαιο πέμπτο: Η δικαιοσύνη ως προϋπόθεση

Για κάποιον λόγο οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι κατά βάση δίκαιος.

Οι καλοί άνθρωποι παθαίνουν καλά πράγματα. Οι κακοί παθαίνουν κακά.

Ο από μηχανής Θεός ένα πράγμα. Η τυφλή δικαιοσύνη. Η Νέμεσις.

Άρα, όταν κάποιος παθαίνει κάτι φρικτό, ο εγκέφαλος ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τι έκανε, πού έφταιξε, γιατί διαφορετικά πρέπει να αποδεχτεί κάτι τρομακτικό: ότι μπορεί να μη φταις καθόλου και παρ' όλα αυτά να καταστραφεί η ζωή σου μια Τρίτη μεσημέρι, έτσι στα ξαφνικά.

Γι' αυτό το victim blaming είναι τόσο ανθεκτικό.

Βιάστηκε;

Τι φορούσε;

Τη χτύπησε;

Γιατί έμενε μαζί του;

Τη λήστεψαν;

Πού κυκλοφορούσε τέτοια ώρα;

Δέχτηκε βιτριόλι;

Ε, κάτι θα έγινε με τον γκόμενο.

Μόνο που εδώ προέκυψε το πρόβλημα.

Δεν έγινε.

Δεν υπήρχε καν το μεγάλο ερωτικό τρίγωνο που θα βόλευε.

Οπότε, αφού δυσκολευτήκαμε να αποδείξουμε ότι έφταιγε τότε, μπορούμε τουλάχιστον να αποδείξουμε ότι φταίει τώρα.

Τώρα προκαλεί. Τώρα επιδεικνύεται, έχει λεφτά,  πάει διακοπές, πάει σε συναυλίες...

Κάπου, διάολε, πρέπει να βρεθεί ένα παράπτωμα. Δεν γίνεται να είναι απλώς θύμα.

Κι αν είναι θύμα, γιατί δεν παίζει αυτόν τον ρόλο;


Κεφάλαιο έκτο: Μισογυνισμός

Και εδώ κάπου μπαίνει και η έμφυλη διάσταση της κατάστασης.

Προσέξτε τις βρισιές.

«Βίζιτα».

«Τσόκαρο».

«Ασχημομούρα».

«Πουτάνα».

Όχι τυχαία.

Μια γυναίκα βγαίνει πολύ;

Πουτάνα.

Έχει πολλούς άντρες;

Πουτάνα.

Δεν έχει άντρα;

Αγάμητη.

Έχει πλούσιο άντρα;

Βίζιτα.

Έχει δικά της λεφτά;

Ύποπτο.

Φοράει μπικίνι;

Προκαλεί.

Δεν φοράει;

Παραμελήθηκε.

Πραγματικά πρόκειται για παιχνίδι στο οποίο οι κανόνες έχουν σχεδιαστεί με αξιοθαύμαστη ακρίβεια ώστε η γυναίκα να χάνει σε κάθε γύρο.

Η Παλιοσπύρου όμως διαπράττει ένα ακόμη σοβαρότερο αδίκημα.

Δεν ντρέπεται για το σώμα της.

Το σώμα που κάποιος άλλος σημάδεψε.

Το δείχνει. Και δεν το δείχνει για να το λυπηθούμε. Το δείχνει ενώ διασκεδάζει. Το αγαπάει αυτό το σώμα.

Εκεί είναι η πραγματική βλασφημία.

Γιατί οι ουλές πάνω σε μια δυστυχισμένη γυναίκα προκαλούν συμπόνια. Οι ίδιες ουλές πάνω σε μια γυναίκα με μπικίνι που γελάει προκαλούν σε κάποιους θυμό.

Δεν τους ενοχλεί η ουλή.

Τους ενοχλεί ότι η γυναίκα που τη φέρει δεν ντρέπεται γι' αυτήν.


Κεφάλαιο έβδομο: Η διαστροφική ευχαρίστηση

Υπάρχει και μια ωραιότατη λέξη: Χαιρεκακία, η ευχαρίστηση που λαμβάνει κανείς από τη δυστυχία του άλλου.

Δεν είναι ευχάριστο να παραδεχόμαστε ότι υπάρχει, αλλά υπάρχει. Και συνδέεται στενά με τον φθόνο, την ζήλια.

Όταν ζηλεύουμε κάποιον, η πτώση του μπορεί να αποκαταστήσει την ισορροπία μέσα μας. Αλλά για να απολαύσουμε την πτώση του χωρίς να νιώσουμε καθάρματα, πρέπει πρώτα να αποφασίσουμε ότι την άξιζε.

Γι' αυτό προηγείται η ηθική κατασκευή.

Είναι «ψωνισμένη»,  «βίζιτα», «Προκαλεί», «Ζει με τα λεφτά μας».

Ωραία. Τώρα επιτρέπεται η τιμωρία.

«Καλά να πάθει».

Και στο τέλος:

«Να της ξαναρίξουν βιτριόλι».

Δεν εύχεσαι πλέον βασανισμό σε ένα αθώο θύμα. Στο κεφάλι σου έχεις ήδη μετατρέψει το θύμα σε ένοχο.

Βολεύει αφάνταστα.


Τελικά, γιατί μας ενοχλεί τόσο η ευτυχία της;

Ίσως γιατί η Παλιοσπύρου έγινε ένας παράξενος καθρέφτης.

Και οι καθρέφτες δεν είναι πάντοτε ευχάριστοι.

Γιατί κοιτάζεις μια γυναίκα που έχασε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα. Και τη βλέπεις χρόνια μετά να ταξιδεύει, να γελά, να ζει.

Και μετά κοιτάζεις τη δική σου ζωή. Και ίσως δεν σου αρέσει πολύ αυτό που βλέπεις.

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης:δεν μας ενοχλεί πάντοτε η δυστυχία του άλλου. 

Μερικές φορές μας ενοχλεί πολύ περισσότερο η ικανότητά του να βγει από αυτήν.

Γιατί όσο υπέφερε, μπορούσαμε να τη λυπόμαστε. Όταν σηκώθηκε, έπρεπε να συγκριθούμε μαζί της. Και κάποιοι δεν άντεξαν τη σύγκριση. Οπότε έκαναν αυτό που κάνει ο κακοήθης φθόνος εδώ και αιώνες:αντί να προσπαθήσουν να σηκωθούν οι ίδιοι, άρχισαν να πετάνε πέτρες σε εκείνον που σηκώθηκε.

Μόνο που εδώ υπάρχει μια ιδιαίτερα αποκρουστική λεπτομέρεια.

Πετάνε πέτρες σε μια γυναίκα που χρειάστηκε δεκάδες χειρουργεία για να μπορέσει απλώς να συνεχίσει να υπάρχει.

Και όταν αυτή η γυναίκα λέει με τη ζωή της:

«Εγώ πάντως θα ζήσω»,

κάποιος από κάτω γράφει:

«Να σου ξαναρίξουν βιτριόλι».

Η κοινωνιολογία ξέρει να βαπτίζει το σύμπτωμα, η κοινωνική ψυχολογία να το εξηγεί.

Όλα είναι χρήσιμα. Όλα μας βοηθούν να καταλάβουμε τον μηχανισμό.

Αλλά αφού τον καταλάβουμε, δεν χρειάζεται και να τον εξωραΐσουμε.

Στην καθημερινή γλώσσα υπάρχει μια πολύ μικρότερη λέξη που πρέπει να γράφεται με τεράστια γράμματα.

Σκατοψυχία.

Και κανένα επιστημονικό paper δεν είναι υποχρεωμένο να μας εμποδίσει να την αναγνωρίσουμε όταν τη βλέπουμε.

Την Ιωάννα δεν την έσωσε ούτε ο πρίγκηπας, ούτε οι επτά νάνοι. Σώθηκε μόνη της και εκεί κάπου μας χάλασε το αφήγημα. Γιατί απέρριψε τον ρόλο της Χιονάτης.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Λέγεται γυναικεία χειραφέτηση κι όχι φεμιναζισμός, μικρέ σεξιστάκο.

 



Κάποτε οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ψηφίσουν.

Οι σουφραζέτες χρειάστηκε να αγωνιστούν για δεκαετίες για κάτι που σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο: ότι μια ενήλικη γυναίκα είναι πολίτης και δικαιούται πολιτική φωνή. Στη Βρετανία η πλήρης εκλογική ισότητα με τους άνδρες ήρθε το 1928. Στην Ελλάδα οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές το 1956.

Δεν μιλάμε για τον Μεσαίωνα.

Μιλάμε για τις γιαγιάδες μας.

Ακολούθησαν δεκαετίες γυναικείων και φεμινιστικών κινημάτων που διεκδίκησαν κάτι εξαιρετικά απλό: η γυναίκα να αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτος άνθρωπος και πολίτης και όχι ως ακολούθημα ή ιδιοκτησία του πατρός της ή του συζύγου της.

Η Ελλάδα έκανε ένα τεράστιο άλμα προς την πρόοδο τη δεκαετία του 1980, με την καθιέρωση του πολιτικού γάμου, την αναδιαμόρφωση του οικογενειακού δικαίου, την κατάργηση της προίκας, την αποποινικοποίηση της μοιχείας, την νομοθέτηση του συναινετικού διαζυγίου, την ισότητα στις εργασιακές σχέσεις. 

Κι αν νομίζετε ότι όλα αυτά έγιναν επειδή μια ωραία πρωία ξύπνησε ολόκληρη η ελληνική κοινωνία προοδευτική, πλανάστε. Οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο συνάντησαν σοβαρές αντιδράσεις. Ο πολιτικός γάμος καταψηφίστηκε από τη ΝΔ και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από την Εκκλησία και όχι μόνο. Μέχρι και ακαδημαϊκοί κύκλοι είχαν ενστάσεις για αυτές τις αλλαγές. Λογικό φυσικά, μιας και τότε η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών εδρών ήταν στην κατοχή κυρίως αντρών. 

Αυτά που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα κάποτε θεωρήθηκαν επικίνδυνες ανατροπές. Κάπως έτσι λειτουργεί όμως συνήθως η κοινωνική πρόοδος. Αρχικά οι γυναίκες που τη διεκδικούν χαρακτηρίζονται ακραίες, ανήθικες και επικίνδυνες και μερικές δεκαετίες αργότερα οι κατακτήσεις τους θεωρούνται τόσο αυτονόητες, ώστε κανείς δεν θυμάται ποια “φεμιναζί” χρειάστηκε να αγωνιστεί για να τις αποκτήσουμε.

Και τώρα λοιπόν έχουμε ισότητα;

Όχι. 

Έχουμε απλά πολύ λιγότερη ανισότητα από αυτήν που βίωσαν οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας. 

Οι γυναίκες αποτελούν σήμερα περίπου το 24% της ελληνικής Βουλής, ενώ οι μέσες ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές των γυναικών είναι περίπου 13% χαμηλότερες από των ανδρών.

Και η ανισότητα δεν βρίσκεται μόνο στους μισθούς, στις δουλειές και στις θέσεις εξουσίας.

Βρίσκεται κυρίως μέσα μας, βρίσκεται στις νοοτροπίες μας.

Σύμφωνα με το EIGE, στην Ελλάδα το 64% των ανδρών θεωρεί απολύτως  αποδεκτό ένας άνδρας να ελέγχει τα χρήματα της γυναίκας του. Τα προσωπικά της χρήματα.

Και πριν αρχίσουμε να δείχνουμε μόνο τους άνδρες με το δάχτυλο, το ίδιο θεωρεί και το 48% των Ελληνίδων. Μία στις 2 γουστάρει να κάνει κουμάντο ένας άντρας στο πορτοφόλι της.

Κι αυτό ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί η νομική ισότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως κοινωνική χειραφέτηση.

Μπορείς να αλλάξεις έναν νόμο μέσα σε μία νύχτα.

Για να αλλάξεις αντιλήψεις αιώνων χρειάζονται γενιές και γενιές.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια κατηγορία που προσωπικά βρίσκω ιδιαίτερα θλιβερή: οι ίδιες οι γυναίκες που αποκαλούν «φεμινάζι» κάθε γυναίκα που εξακολουθεί να διεκδικεί πλήρη ισότητα.

«Τι άλλο θέλετε πια;»

«Άντρας είναι.»

«Θα κάνει και το κέφι του.»

«Θα πει και μια κουβέντα παραπάνω.»

«Αυτή πήγαινε γυρεύοντας.»

«Τον τύλιξε.»

«Κάτι θα του έκανε κι αυτή.»

Μόνο που αυτές οι αντιλήψεις δεν σκάβουν τον λάκκο κάποιας αφηρημένης «φεμινίστριας».

Σκάβουν τον δικό τους. 

Και των κορών τους. 

Ίσως, με διαφορετικό τρόπο, και των γιων τους.

Γιατί τα παιδιά δεν μαθαίνουν τι σημαίνει άνδρας και γυναίκα μόνο από τα βιβλία.

Ένα αγόρι που μεγαλώνει ακούγοντας «άντρας είναι», «έχει τις ανάγκες του», «θα ξεφύγει και λίγο», ενώ για το κορίτσι ακούει «να προσέχει», «να μην προκαλεί», «να μη δίνει δικαιώματα», δεν γεννιέται βιαστής ή κακοποιητής. Όλοι αυτοί που ξυλοκοπούν, δολοφονούν και βιάζουν έμαθαν ότι μπορούν ή ακόμα και ότι οφείλουν να το κάνουν.

Ο μέσος άνδρας μαθαινει κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: ότι η ανδρική επιθυμία δικαιολογεί περισσότερα και η γυναικεία ελευθερία οφείλει να περιορίζεται για να τα προλαμβάνει.

Και το κορίτσι μαθαίνει το συμπληρωματικό μάθημα: αν κάποτε κάποιος παραβιάσει τα όριά της, η πρώτη ερώτηση μπορεί να μην είναι «τι σου έκανε;», αλλά «εσύ τι έκανες και τον προκάλεσες;»

Κι εδώ υπάρχει μια ειρωνεία.

Πολλοί από τους ανθρώπους που φρίττουν —και δικαίως— με τους Ταλιμπάν και τις ισλαμιστικές θεοκρατίες, αναπαράγουν μια παρεμφερή εκδοχή της ίδιας πατριαρχικής αντίληψης για την θέση και τον ρόλο των γυναικών.

Προφανώς το «μη φοράς αυτό γιατί προκαλείς» δεν είναι το ίδιο με ένα θεοκρατικό καθεστώς που επιβάλλει στις γυναίκες πώς θα ντυθούν, αν θα μορφωθούν ή αν θα κυκλοφορήσουν.

Η κλίμακα είναι ασύγκριτη.

Η βασική ιδέα όμως έχει συγγένεια: η γυναικεία ελευθερία, αυτοδιάθεση, έκφραση και σεξουαλικότητα θεωρείται κάτι που πρέπει να χαλιναγωγείται για να προσαρμοστεί στα ανδρικά θέλω.

Και μετά, μέσα από αυτό το πλαίσιο γεννιέται και η βία.

Στην Ελλάδα το 37% των γυναικών δηλώνουν ότι έχουν υποστεί σωματική ή/και σεξουαλική βία από την ηλικία των 15 ετών. Παγκοσμίως, περίπου 51.100 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν το 2023 από σύντροφο ή μέλος της οικογένειάς τους. Μία κάθε δέκα λεπτά.

Μπορεί τα θύματα δολοφονιών παγκοσμίως να είναι κατά κύριο λόγο άνδρες, μόνο που οι άνδρες δολοφονούνται κυρίως από άλλους άνδρες. Στις γυναίκες υπάρχει μια ανατριχιαστική ιδιαιτερότητα: ένας από τους ανθρώπους από τους οποίους μπορεί να κινδυνεύουν περισσότερο είναι αυτός με τον οποίο μοιράζονται το σπίτι και το κρεβάτι τους.

Γι’ αυτό δεν με διασκεδάζει  καθόλου το:«Τι άλλο θέλουν πια οι φεμινίστριες;»

Με κάνει και αηδιάζω.

Γιατί αυτό που θέλουν οι φεμινίστριες  είναι αυτό που πάντα ήθελαν.

Να μην καθορίζει το φύλο μας πόσα θα πληρωνόμαστε, πόσο εύκολα θα φτάσουμε σε μια θέση εξουσίας, πόσο ελεύθερα θα διαθέτουμε το σώμα, τα χρήματα και τη ζωή μας και πόσο πιθανό είναι να υποστούμε βία επειδή γεννηθήκαμε γυναίκες.

Και αφορά και τους άνδρες. Γιατί κι ένα αγόρι αξίζει να μεγαλώσει χωρίς να του μαθαίνουν ότι ανδρισμός σημαίνει κυριαρχία, επιβολή και δικαίωμα πάνω στη γυναίκα.

Η πατριαρχία δεν κληρονομείται μόνο από πατέρα σε γιο. Μπορεί κάλλιστα να κληρονομηθεί και από μάνα σε κόρη — ή από μάνα σε γιο.

Οι σουφραζέτες κέρδισαν την ψήφο. 

Οι επόμενες γενιές κέρδισαν δικαιώματα που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητα.

Δεν μας τα χάρισε κανείς.

Και το γεγονός ότι σήμερα πολλά από αυτά μας φαίνονται αυτονόητα δεν αποδεικνύει ότι ο φεμινισμός έγινε περιττός.

Αποδεικνύει ότι πέτυχε.

Οι αριθμοί αποδεικνύουν απλώς ότι δεν τελείωσε ακόμη τη δουλειά του.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Αχ, καλέ, απαγορευόταν; Δεν το ήξερα! Αμ, δε. Όφειλες να το ξέρεις. Τι είσαι δα; Έλληνας μπάτσος;



Υπάρχει μια υπέροχη απαίτηση που έχει το ελληνικό κράτος από τον πολίτη του: να γνωρίζει τους νόμους. Όλους τους νόμους.

Όχι στο περίπου. Όχι ό,τι είναι λογικό να γνωρίζει ένας μέσος άνθρωπος, π.χ. περί ανθρωποκτονίας, βιασμού, ληστείας κ.ο.κ. Όχι. Οφείλεις να ξέρεις τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται και η άγνοιά σου, κατά κανόνα, δεν αποτελεί μαγικό χαρτάκι απαλλαγής από τις συνέπειες.

Δεν μπορείς κάθε φορά που παρανομείς να εμφανίζεσαι ενώπιον του δικαστή με ύφος μικρού παιδιού που έσπασε το βάζο:

«Αχ, καλέ, απαγορευόταν; Δεν το ήξερα».

Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν αναρωτηθείς ποιος ακριβώς οφείλει να γνωρίζει την ελληνική νομοθεσία σε αυτή τη χώρα.

Εγώ;

Προφανώς.

Ο νομοθέτης;

Η διοίκηση;

Η Αστυνομία που καλείται να εφαρμόσει τον νόμο και να ενημερώσει τον πολίτη;

Γιατί να ξέρουν οι μπάτσοι τους νόμους, καλέ;

Ενώ ο μέσος πολίτης, που δεν έχει σπουδάσει Αστικό, Ποινικό ή οποιοδήποτε άλλο Δίκαιο, οφείλει να κινείται μέσα σε ένα χάος νόμων, τροποποιήσεων, αποφάσεων και εγκυκλίων χωρίς να πατήσει λάθος πλακάκι.

Τότε όμως εσύ, κράτος μου ανεκδιήγητο, οφείλεις τουλάχιστον να ξέρεις τι γράφουν τα ρημάδια τα πλακάκια που εσύ έστρωσες.

Και ποιοι τα συντηρούν.

Δεν μπορείς, κράτος μου αχαρακτήριστο, να απαιτείς από τον πολίτη ακρίβεια χειρουργού και από τους επίσημους θεσμούς σου να πιάνουν με το ζόρι τη βάση.

Κι όμως, φτάνουμε στο σημείο η Ελληνική Αστυνομία να δημοσιεύει ενημερωτικό υλικό για το τι προβλέπει ο νόμος για τα ζώα συντροφιάς στις παραλίες και, ανοίγοντας τον ίδιο τον νόμο, να διαβάζεις άλλα.

Πηγή: Anna Bitsani


Δεν με ενδιαφέρει εδώ αν πρόκειται για σκύλους και παραλίες. Θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε.

Με ενδιαφέρει το παράδοξο:

Αν ο πολίτης καταλάβει λάθος τον νόμο, το πρόβλημα είναι του πολίτη.

Αν η κρατική αρχή τού εξηγήσει λάθος τον νόμο, πάλι το πρόβλημα καταλήγει στον πολίτη.

Μιλάμε και για γαμώ τα συστήματα!

Και μετά έρχεται η συκοφαντική δυσφήμιση και το πράγμα αποκτά σχεδόν ποιητική διάσταση.

Για να καταδικαστεί κάποιος επειδή διέδωσε ένα ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη ενός ανθρώπου, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι αυτό που είπε ήταν ψευδές. 

Πρέπει να αποδειχθεί ότι γνώριζε πως ήταν ψευδές.

Κι εδώ κάπου λατρεύω τη συνέπεια του συστήματος.

Όταν πρόκειται για τον νόμο, εγώ οφείλω να γνωρίζω. 

Όταν πρόκειται για το ψέμα που διαδίδεις για μένα, εγώ πρέπει να αποδείξω ότι εσύ γνώριζες ότι επρόκειτο για ψέμα.

Εγώ δεν μπορώ να πάω στο δικαστήριο και να πω:

«Αχ, δεν ήξερα ότι απαγορευόταν».

Ο άλλος όμως μπορεί να αθωωθεί από τη συκοφαντική δυσφήμιση με το:

«Δεν ήξερα ότι ήταν ψέμα. Έτσι νόμιζα».

Η δική μου άγνοια δεν με σώζει. Η δική του μπορεί.

Ποίηση. Ελληνική νομοθετική ποίηση.

Και το καλύτερο;

Ο απλός άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει τον νόμο. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος νόμος μπορεί να είναι τόσο περίπλοκος, ώστε να χρειάζονται δικηγόροι, δικαστές και δεκάδες σελίδες νομικών συλλογισμών για να αποφασιστεί τι ακριβώς σημαίνει.

Αλλά εσύ όφειλες να ξέρεις.

Εσύ που δεν έχεις σπουδάσει Νομική.

Εσύ που μπορεί να χρειαστεί να πληρώσεις δικηγόρο για να σου εξηγήσει αυτό που, σύμφωνα με το ίδιο το σύστημα, ήσουν εξαρχής υποχρεωμένος να γνωρίζεις.

Κι αν τελικά απαιτείς από εμένα να γνωρίζω τον νόμο καλύτερα από εκείνον που τον γράφει, εκείνον που τον εφαρμόζει και εκείνον που με ενημερώνει γι' αυτόν, έχω μία απορία:

Εμένα γιατί δεν με πληρώνετε;

«Νέο πλαίσιο για την ευζωία των ζώων συντροφιάς – Πρόγραμμα ΑΡΓΟΣ»): ν. 4830/2021 https://pet.gov.gr/wp-content/uploads/2024/03/4830-2021-nomos-zoa-syntrofias.pdf?utm_source=chatgpt.com

Συκοφαντική δυσφήμηση-Ποινικός Κώδικας (ν. 4619/2019), άρθρο 363, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 του ν. 5090/2024https://www.e-nomothesia.gr/docs/web/fek/n50902024-fek.pdf?utm_source=chatgpt.com

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Η τοξικότητα δεν μένει στην οθόνη. Πίσω από τα πληκτρολόγια υπάρχουν άνθρωποι.



 

«Που να σου ρίξει κι άλλο βιτριόλι.»

«Λαθροπιθήκι.»

«Αποτυχημένο τσίρκουλο.»

«Ξεκωλιάρα.»

Πουτάνα, καριόλα, σιχαμένη, χοντροκώλα, αράπη, γύφτουλα...




Κάτω από μια οποιαδήποτε ανάρτηση στα social media υπάρχει πληθώρα τέτοιων σχολίων. Και δεν χρειάζεται καν να αφορά κάποιο από τα παραδοσιακά θέματα-τζηζ, όπως η πολιτική, η μετανάστευση ή η θρησκεία.

Δεν μακιγιάρεται η Ελληνίδα επταθλήτρια Αναστασία Ντραγκομίροβα όπως αρέσει στον κάφρο; Βρίζει.

Ανεβάζει η Effie χαζοχαρούμενα βιντεάκια; Ο κάφρος χυδαιολογεί.

Τολμάει η Αφροελληνίδα Ίντρα Κέην να αναπνέει; Βρισίδια και πάλι.

Κι όχι μόνο.

Κατάρες, απειλές, προτροπές σε βία.

Να βγει, λέει, η καταδικασμένη και να ρίξει κι άλλο βιτριόλι στην Ιωάννα Παλιοσπύρου, επειδή είναι... σπαστικιά. Το «σε βρίσκω εκνευριστική έτσι, απλά επειδή υπάρχεις» μετατρέπεται  με απόλυτη φυσικότητα, σε ευχή για κακούργημα. Απόλυτα λογικό! Και κυρίως εποικοδομητικό.








Όπως λογικό φαίνεται σε κάποιους να πυροβολούν έναν σκύλο μέσα σε περιφραγμένη αυλή, ακόμη και όταν εκεί παίζει ένα παιδί.

Ή να πατούν επίτηδες με το αυτοκίνητο έναν σκύλο που κοιμάται στην μέση ενός επαρχιακού δρόμου.









Ή να δολοφονούν τη σύντροφό τους, νυν ή πρώην.

Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για «τοξικότητα του διαδικτύου».

Δεν είναι πρόβλημα του διαδικτύου. 

Είναι πρόβλημα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο

Πίσω από τα πληκτρολόγια υπάρχουν άνθρωποι.

Ακόμη και πίσω από τα ψεύτικα προφίλ, τις ελληνικές σημαίες, τις Παναγίες, τα λουλούδια και τα ανύπαρκτα ονοματεπώνυμα, υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος.

Και πολλοί δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κρυφτούν.

Βρίζουν με ονοματεπώνυμο.

Απειλούν με φωτογραφία.

Γράφουν ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια έχοντας δίπλα στο όνομά τους τη φάτσα τους, τη δουλειά τους, το χωριό τους, καμιά φορά και φωτογραφία αγκαλιά με τα παιδιά τους.

Δεν ντρέπονται.

Κι αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό απ’ όλα.

Γιατί σημαίνει ότι δεν θεωρούν πως κάνουν κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντραπούν.

Ο άνθρωπος που αποκαλεί μια μαύρη γυναίκα «λαθροπίθηκο» δεν εξαφανίζεται όταν κλείσει το Facebook.

Είναι ο συνάδελφός σου, ο προϊστάμενός σου, ο γείτονάς σου, ο τύπος στο διπλανό τραπέζι, ο σύντροφος της κόρης σου, η μάνα κάποιου παιδιού, ο πατέρας μιας δεκατετράχρονης.

Είναι η κυρία που αύριο το πρωί θα σου πει χαμογελαστή «καλημέρα» στο ασανσέρ.

Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τη διαδικτυακή τοξικότητα σαν να είναι ένα φαινόμενο που γεννήθηκε μέσα στα social media.

Δεν είναι.

Είναι η τοξικότητα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί τα social media.

Το πληκτρολόγιο δεν εμφύτευσε σε κανέναν ρατσισμό, μισογυνισμό, σαδισμό ή περιφρόνηση για τον άλλον. Του έδωσε απλώς έναν εύκολο χώρο για να τα εκφράσει — και, συχνά, του έδωσε και παρέα.

Γράφει ο ένας «πουτάνα».

Δεκαπέντε like.

Ο δεύτερος γράφει κάτι χειρότερο.

Γέλια. Καρδούλες. «Πες τα!»

Και κάπως έτσι η χυδαιότητα γίνεται τρόπος επικοινωνίας.

Η απανθρωπιά αστείο.

Ο ρατσισμός «άποψη».

Η απειλή «νεύρα της στιγμής».

Το bullying «πλάκα».

Και τίποτα από αυτά δεν μένει αναγκαστικά μέσα στην οθόνη.

Γιατί όποιος εξοικειώνεται καθημερινά με το να αντιμετωπίζει τον άλλον σαν σκουπίδι δεν αποκτά μαγικά ενσυναίσθηση μόλις αφήσει το κινητό στο κομοδίνο.

Στον πραγματικό κόσμο αυτή η περιφρόνηση παίρνει διαφορετικές μορφές: κακοποίηση ζώων, ενδοοικογενειακή βία, bullying, ρατσιστική και σεξιστική βία, εξευτελισμό ανθρώπων επειδή είναι χοντροί, θηλυπρεπείς, μαύροι, φτωχοί ή απλώς διαφορετικοί.

Δεν είναι όλα αυτά το ίδιο πράγμα.

Έχουν όμως μια κοινή πρώτη ύλη:

την εξοικείωση με την απανθρωποποίηση του άλλου.

Τη στιγμή που ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται «πίθηκος», «πουτάνα», «ανώμαλος», «σκουπίδι», γίνεται ευκολότερο να τον εξευτελίσεις.

Κι όταν ο εξευτελισμός κανονικοποιείται, το επόμενο όριο μετακινείται λίγο πιο πέρα.

Και μετά λίγο πιο πέρα ακόμη.

Μέχρι που κάποια στιγμή δεν ξέρεις πια πού ήταν το όριο.

Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο όταν διαβάζω τα σχόλια κάτω από τέτοιες αναρτήσεις.

Όχι ότι το ίντερνετ είναι ένας άσχημος τόπος.

Αλλά ότι όλοι αυτοί, μόλις γράψουν το σχόλιό τους, κλείνουν το κινητό και βγαίνουν έξω.

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

Και ναι.

Είναι επικίνδυνοι.

Συχνά δε είναι οι υπαίτιοι αυτοκτονιών, ειδικά εφήβων.


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Όταν το «Fuck Israel» μεταφράζεται σε «Fuck the Jews»: πώς θολώνει η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική κριτική και τον αντισημιτισμό.

Μπορεί η οργή απέναντι στις πρακτικές του Ισραήλ να μετατραπεί σε αντισημιτισμό; 



Προφανώς μπορεί. 

Το ενδιαφέρον ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν αυτό είναι ηθικά απαράδεκτο. Είναι και πώς δημιουργείται ένας τέτοιος μηχανισμός γενίκευσης και κατά πόσο ορισμένες μορφές δημόσιου λόγου και πράξεων συμβάλλουν, έστω ακούσια, στην ενίσχυσή του.

Αντισημιτισμός. Μια ρατσιστική έννοια.

Ο όρος «αντισημιτισμός» παρουσιάζει μια γλωσσική ιδιομορφία. Οι σημιτικές γλώσσες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα εβραϊκά και τα αραβικά. Ιστορικά, ωστόσο, ο όρος Antisemitismus καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα ειδικά για την εχθρότητα προς τους Εβραίους και με αυτή τη σημασία χρησιμοποιείται σήμερα. Και πρόκειται για ωμό ρατσισμό.

Στην κοινωνική ανθρωπολογία όμως υπάρχει η έννοια του entitativity, δηλαδή ο βαθμός στον οποίο αντιλαμβανόμαστε μια ομάδα ως ενιαία και ομοιογενή οντότητα. Όσο περισσότερο οι «άλλοι» γίνονται αντιληπτοί ως ένα συμπαγές «αυτοί», τόσο ευκολότερα υποχωρεί η ατομική ευθύνη μπροστά στη συλλογική.

Με απλά λόγια, η ανθρώπινη ψυχολογία έχει την τάση να γενικεύει, να τσουβαλιάζει.

Και το τσουβάλιασμα γίνεται ακόμη ευκολότερο όταν η ίδια η ομάδα ή, ακριβέστερα, κάποιοι από εκείνους που μιλούν δημόσια εξ ονόματός της θολώνει τις διαχωριστικές γραμμές.

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.

Μια Ισραηλινή ή Εβραία τουρίστρια ακούει σε κάποια χώρα που έχει πάει για διακοπές και όχι για να κάνει πολιτική προπαγάνδα το σύνθημα «Fuck Israel» και νιώθει την ανάγκη να ανεβάσει ένα βίντεο στο TikTok καταγγέλλοντας την επίθεση που δέχθηκε, βαπτίζοντας την αντισημιτική.

Μόνο που δεν άκουσε «Fuck the Jews».

Άκουσε «Fuck Israel».

Ποιος λοιπόν κάνει πρώτος την εξίσωση;

Γιατί το Ισραήλ είναι κράτος. Η κυβέρνηση Νετανιάχου είναι κυβέρνηση. Ο Ισραηλινός είναι πολίτης ενός κράτους. Και ο Εβραίος είναι άνθρωπος συγκεκριμένης εθνοθρησκευτικής ταυτότητας που μπορεί να ζει στο Τελ Αβίβ, στην Αθήνα, στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη και να έχει οποιαδήποτε πολιτική άποψη.

Δεν είναι συνώνυμα.

Όταν όμως η επίθεση στο Ισραήλ ερμηνεύεται αυτομάτως ως επίθεση στους Εβραίους, αυτός που κάνει την ερμηνεία συγχωνεύει μόνος του τις έννοιες. Αυτοτσουβαλιάζεται.

Και εδώ υπάρχει μια αντίφαση που δεν γίνεται να παραβλέπουμε.

Δεν μπορείς από τη μία να λες στον κόσμο ότι «όταν επιτίθεσαι στο Ισραήλ, επιτίθεσαι στους Εβραίους» και από την άλλη να εξοργίζεσαι όταν ο ίδιος κόσμος αρχίζει να ταυτίζει τους Εβραίους με το Ισραήλ.

Ή οι έννοιες ταυτίζονται ή δεν ταυτίζονται.

Και φυσικά δεν ταυτίζονται.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο μέσα στο σημερινό πλαίσιο. Ο κόσμος παρακολουθεί νεκρούς και τραυματισμένους Παλαιστινίους, παιδιά, κατεστραμμένες γειτονιές, εκτοπισμένους ανθρώπους και μια ανθρωπιστική καταστροφή τεράστιας κλίμακας.

Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα βλέπει έναν Ισραηλινό να εμφανίζεται στα social media να κλαίγεται ως θύμα επειδή κάποιος του φώναξε «Fuck Israel».

Η αυθόρμητη αντίδραση κάποιων θα είναι αναπόφευκτα:

«Αυτό είναι που σε απασχολεί τώρα; Το μικρό εγώ σου και μόνο;»

Και από την ενόχληση στον θυμό η απόσταση είναι μικρή. 

Από τον θυμό στη γενίκευση επίσης.

Δεν λέω ότι καλώς συμβαίνει.

Λέω ότι συμβαίνει.

Ας μεταφέρουμε για μια στιγμή τον ίδιο μηχανισμό σε μια άλλη ιστορική περίοδο, όχι για να εξισώσουμε ιστορικά γεγονότα, αλλά για να δούμε καθαρότερα τη λογική του.

Φανταστείτε έναν Γερμανό το 1942 να ακούει «Fuck the Nazis», ενώ βρίσκεται σε ένα μπαρ στις ΗΠΑ φερ' ειπείν και να καταγγέλλει ότι δέχθηκε ρατσιστική επίθεση ως Γερμανός.

Η πρώτη εύλογη απορία θα ήταν:

Γιατί θεωρείς ότι όταν έβρισαν τους ναζί έβρισαν εσένα; Μήπως γιατί αναγνωρίζεις μέσα σου κάποιο ναζιστικό κομμάτι;

Και αν, ενώ το καθεστώς της χώρας του διέπραττε φρικαλεότητες, εκείνος επέμενε να μιλά αποκλειστικά για τη δική του προσβολή και τη δική του θυματοποίηση, θα ήταν πράγματι τόσο ανεξήγητο αν κάποιος άρχιζε να αισθάνεται αποστροφή όχι μόνο για τους ναζί αλλά και για τον συγκεκριμένο Γερμανό;

Το πρόβλημα αρχίζει στο επόμενο βήμα: όταν «ο συγκεκριμένος Γερμανός» γίνεται «οι Γερμανοί».

Η ανθρωπότητα χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αποσυνδέσει στη συλλογική της συνείδηση τον Γερμανό από τον ναζί. Και σε αυτή την αποσύνδεση συνέβαλαν τελικά αποφασιστικά και οι ίδιοι οι Γερμανοί.

Η μεταπολεμική Γερμανία αναμετρήθηκε με τα εγκλήματα του ναζισμού. Τα δίδαξε. Τα ερεύνησε. Έστησε μνημεία στα θύματά του. Δεν απαίτησε απλώς από τον υπόλοιπο κόσμο να ξεχάσει και να πάψει να την κοιτά με καχυποψία. Έκανε την αυτοκριτική μέρος της μεταπολεμικής της ταυτότητας.

Και αυτό έχει σημασία.

Γιατί το «μη με τσουβαλιάζεις» γίνεται πολύ πιο πειστικό όταν συνοδεύεται από το: «Δεν τσουβαλιάζομαι ούτε εγώ, δεν ταυτίζομαι ούτε στο ελάχιστο με εκείνους που διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα».

Υπάρχουν φυσικά Εβραίοι και Ισραηλινοί που το κάνουν ήδη. 

Καταγγέλλουν τις πολιτικές της κυβέρνησης Νετανιάχου, διαδηλώνουν, αντιδρούν, αρνούνται να επιτρέψουν σε ένα κράτος ή σε μια κυβέρνηση να μονοπωλήσει την ταυτότητά τους. 

Και ακριβώς η ύπαρξή τους αποδεικνύει πόσο παράλογη είναι η εξίσωση Εβραίος = Ισραήλ = κυβέρνηση Νετανιάχου.

Όταν όμως κάποιος ακούει «Israel» και απαντά «Jews», κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Θολώνει ο ίδιος τη γραμμή που αύριο θα χρειαστεί για να προστατευτεί από τη συλλογική ενοχοποίηση.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Δεν μπορεί το Israel = Jews να χρησιμοποιείται όταν πρέπει να καταγγελθεί μια προσβολή ως αντισημιτική και το Israel ≠ Jews όταν πρέπει να απορριφθεί η συλλογική ευθύνη.

Γιατί κάποια στιγμή ο απέναντι μπορεί να δεχτεί την πρώτη εξίσωση.

Η εξήγηση ενός ρατσιστικού αντανακλαστικού δεν αποτελεί δικαιολόγησή του. Αλλά αν πραγματικά θέλουμε να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται τέτοια αντανακλαστικά, πρέπει να εξετάζουμε και τις διαδικασίες που τα τροφοδοτούν.

Και μία από αυτές είναι η συστηματική σύγχυση ανάμεσα στο κράτος του Ισραήλ, την κυβέρνησή του, τους πολίτες του και τους Εβραίους συνολικά.

Τη γραμμή που απαιτείς από τον άλλον να μη διασχίσει, δεν γίνεται να τη σβήνεις εσύ κάθε φορά που σε βολεύει.


Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Να φύγετε! Να πάτε αλλού! Η αλλιώς όταν η κατάσταση ζέχνει (από παντού) ρατσισμό.

«Η Χαμάς χρησιμοποιεί τους αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες».



Υπάρχει ένα σαθρό και απάνθρωπο επιχείρημα που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά απο τους φιλοσιωνιστές κάθε φορά που γίνεται λόγος για τους νεκρούς αμάχους και, κυρίως, για τα νεκρά παιδιά στη Γάζα: «Η Χαμάς χρησιμοποιεί τους αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες».

Και κάπου εκεί, για ορισμένους άνιωθους δίποδους, τελειώνει η συζήτηση. 

Η Χαμάς βρίσκεται ανάμεσα στους αμάχους, άρα για τον θάνατο των αμάχων ευθύνεται η Χαμάς. Το Ισραήλ βομβαρδίζει, αλλά κατά έναν παράδοξο τρόπο δεν ευθύνεται για εκείνους που σκοτώνουν οι βόμβες του. 

Και αν ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονται παιδιά, η απάντηση παραμένει η ίδια: «Τι να κάνει το δύσμοιρο αμυνόμενο κράτος του Ισραήλ; Εκεί κρύβονται οι ισλαμιστές τρομοκράτες που θέλουν να αφανίσουν τους απανταχού Εβραίους».

Ας κάνουμε λοιπόν μια υπόθεση εργασίας.

Έστω ότι ένας Έλληνας εγκληματίας, ένας άνθρωπος που έχει δολοφονήσει, είναι οπλισμένος, καταζητείται και θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνος, καταφεύγει σε ένα νηπιαγωγείο. Μέσα βρίσκονται πενήντα παιδιά. Τι πρέπει να κάνει η αστυνομία; Να ισοπεδώσει το νηπιαγωγείο; Και όταν ανασύρονται από τα συντρίμμια τα διαμελισμένα πτώματα μικρών παιδιών, να ανακοινώσει ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για τον θάνατό τους είναι ο εγκληματίας επειδή «τα χρησιμοποίησε ως ανθρώπινες ασπίδες»; 

Προφανώς όχι.

Η παρουσία ενός εγκληματία ανάμεσα σε αθώους ανθρώπους δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση να μετατρέπει τους αθώους σε θεμιτούς στόχους. Αντιθέτως, αυξάνει την υποχρέωση εκείνου που χρησιμοποιεί ένοπλη βία να προστατεύσει τους αμάχους. Αυτή ακριβώς είναι η λογική πάνω στην οποία στηρίζονται οι αρχές της διάκρισης, της αναλογικότητας και των προφυλάξεων στο διεθνές δίκαιο.

Και βέβαια, αν πράγματι μια ένοπλη οργάνωση χρησιμοποιεί σκόπιμα αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες, αυτό αποτελεί από μόνο του σοβαρότατη παραβίαση. Δεν αποτελεί όμως άλλοθι που εξαφανίζει τις υποχρεώσεις της άλλης πλευράς απέναντι στους αμάχους. Ειδικά όταν η άλλη πλευρά ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την νομιμότητα.

«Μα τους προειδοποιούν να φύγουν»

Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι το Ισραήλ προειδοποιεί πριν από τις επιθέσεις που πρόκειται να πραγματοποιήσει εντός αστικού ιστού, με στόχους νοσοκομεία, κατοικίες και σχολεία. Επομένως, αυτό που ισχυρίζονται οι σιωνιστές είναι ότι όποιος παραμένει εκεί αναλαμβάνει περίπου την ευθύνη για ό,τι του συμβεί.

Και κάπου εκεί τίθεται το πιο άθλιο ερώτημα της συζήτησης: «Γιατί δεν φεύγουν οι Παλαιστίνιοι από τη Γάζα;» 

Να πάνε πού ακριβώς;

Και κυρίως: από πότε θεωρούμε αυτονόητο ότι ένας λαός οφείλει να εγκαταλείψει τον τόπο του για να αποδείξει ότι θέλει να ζήσει; 

Ας εφαρμόσουμε λοιπόν το ίδιο ερώτημα στην ευρωπαϊκή ιστορία για να δούμε πόσο στέκει.

Γιατί οι Έλληνες παρέμειναν στην κατεχόμενη Ελλάδα την περίοδο 1941-1944; Γιατί δεν εγκατέλειψαν μαζικά τα σπίτια τους όταν άρχισαν οι εκτελέσεις, τα αντίποινα, οι διώξεις και η πείνα; 

Γιατί οι Πολωνοί δεν εγκατέλειψαν την Πολωνία; 

Γιατί οι Γάλλοι δεν εγκατέλειψαν τη Γαλλία; 

Και, κυρίως, γιατί δεν κατάφεραν να φύγουν όλοι οι Εβραίοι της Γερμανίας και της κατεχόμενης Ευρώπης εγκαίρως; 

Οι προθέσεις του ναζιστικού καθεστώτος δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά το 1940. Ο Χίτλερ είχε δημοσιεύσει το Mein Kampf χρόνια πριν την άνοδό του στην εξουσία. Οι Νόμοι της Νυρεμβέργης θεσπίστηκαν το 1935. Η Νύχτα των Κρυστάλλων το 1938 κατέστησε σαφές τι θα ακολουθούσε.

Κι όμως εκατομμύρια άνθρωποι παρέμειναν. Όχι επειδή επιθυμούσαν να πεθάνουν. Αλλά επειδή οι άνθρωποι δεν είναι πιόνια που τα μετακινείς πάνω σε έναν χάρτη. Έχουν σπίτια. Οικογένειες. Ηλικιωμένους γονείς. Παιδιά. Δουλειές. Περιουσίες. Αναμνήσεις. Ρίζες. Και συχνά δεν έχουν ούτε τα χρήματα ούτε τα έγγραφα ούτε τα μέσα ούτε —το σημαντικότερο— μια χώρα πρόθυμη να τους δεχτεί. 

Εδώ όμως κάπου πρέπει να εξηγηθεί κάτι ακόμη, για να μην υπάρχουν περιθώρια παρερμηνειών. Δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί ναζί, ούτε γεννήθηκαν ένα πρωί με την επιθυμία να εξοντώσουν την ανθρωπότητα. Η προπαγάνδα, η επιλεκτική ενημέρωση, η αποσιώπηση των εγκλημάτων του καθεστώτος και η συστηματική κατασκευή ενός εχθρού που παρουσιαζόταν ως υπαρξιακή απειλή συνέβαλαν στο να γίνει το αδιανόητο σταδιακά ανεκτό, ακόμη και «αναγκαίο», στα μάτια μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό οφείλουμε να αναγνωρίζουμε και στο Ισραήλ του Νετανιάχου: όχι για να χαρακτηρίσουμε συλλήβδην τους Ισραηλινούς ή τους Εβραίους, αλλά για να καταλάβουμε πώς η διαρκής επίκληση της υπαρξιακής απειλής, η απανθρωποποίηση του αντιπάλου και η επιλεκτική παρουσίαση της πραγματικότητας μπορούν να κάνουν μια κοινωνία να ανέχεται πράξεις που υπό διαφορετικές συνθήκες θα θεωρούσε αδιανόητες. 

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τους ίδιους πρωταγωνιστές· επαναλαμβάνονται όμως επικίνδυνα συχνά οι μηχανισμοί της. 

Και επιστρέφοντας στο σήμερα: όταν κάποιος σου λέει «φύγε από το σπίτι σου γιατί πρόκειται να το βομβαρδίσω», η προειδοποίηση δεν καθιστά ηθικά ή νομικά αποδεκτό οτιδήποτε ακολουθήσει. 

Πέρα όμως από όλα αυτά, υπάρχει και μια αντίφαση που θα ήταν σχεδόν κωμική, αν το θέμα δεν ήταν τόσο τραγικό. 

Ένα μέρος των ανθρώπων που σήμερα ρωτούν αγανακτισμένοι: «Γιατί δεν φεύγουν οι Παλαιστίνιοι;» είναι συχνά οι ίδιοι που, όταν Σύροι, Αφγανοί ή άλλοι πρόσφυγες εγκαταλείπουν έναν πόλεμο, αναρωτιούνται: «Γιατί έφυγαν από την πατρίδα τους; Γιατί δεν έμειναν να πολεμήσουν;» 

Αν μένεις, φταις επειδή δεν έφυγες.  

Αν φύγεις, φταις επειδή εγκατέλειψες τη χώρα σου. 

Αν αντισταθείς, είσαι τρομοκράτης. 

Αν δεν αντισταθείς, είσαι λιπόψυχος.

Με τέτοιους κανόνες το παιχνίδι είναι εξαρχής στημένο, γιατί ό,τι κι αν κάνει ο άμαχος, στο τέλος βρίσκεται ένας τρόπος να θεωρηθεί υπεύθυνος για ολα τα δεινά του.

Η Χαμάς φυσικά και υπάρχει. Και δρα με τρομοκρατικό τρόπο, επίσης κατά αμάχων Ισραηλινών πολιτών. 

Αλλά μιας και μιλάμε για «τρομοκράτες», ας θυμηθούμε ότι οι εθνικές αντιστάσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη ήταν παράνομες στα μάτια των κατακτητών: δρούσαν στην παρανομία, έκαναν σαμποτάζ και πραγματοποιούσαν ένοπλες επιθέσεις. Σήμερα τιμούμε πολλούς από εκείνους τους ανθρώπους ως ήρωες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πράξη στο όνομα της αντίστασης είναι θεμιτή — η σφαγή αμάχων δεν γίνεται αντίσταση επειδή κάποιος την ονομάζει έτσι. Σημαίνει όμως ότι η παρανομία και η ένοπλη δράση δεν αρκούν από μόνες τους για να μετατρέψουν μια αντίσταση σε τρομοκρατία.

Ο Παλαιστινιακός λαός κακοποιείται συστηματικά και διαχρονικά από τις Ισραηλινές δυνάμεις, απο την σιωνιστική πολιτική, που σκοπό έχει όχι μόνο να εκτοπίσει τον παλαιστινιακό λαό από τον τόπο του, αλλά συχνά να τον εξοντώσει.

Όσο για τα εγκλήματα της Χαμάς; Δεν χρειάζεται ούτε να αποσιωπηθούν ούτε να εξωραϊστούν για να υπερασπιστεί κανείς τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Η στοχοποίηση άοπλων πολιτών δεν γίνεται αποδεκτή επειδή προηγουμένως υπήρξε καταπίεση. Η απαγωγή ανθρώπων δεν γίνεται θεμιτή επειδή υπάρχει κατοχή. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός δεν γίνεται προοδευτικός επειδή στρέφεται εναντίον ενός ισχυρού κατακτητή. 

Η ιστορία μάς έχει διδάξει επανειλημμένα ότι η μακροχρόνια κατοχή, η καταπίεση, η ταπείνωση, η απουσία πολιτικής προοπτικής και η πεποίθηση ότι καμία ειρηνική λύση δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για ριζοσπαστικοποίηση και εξτρεμισμό. Αυτό δεν αθωώνει τους εξτρεμιστές. Εξηγεί όμως γιατί εμφανίζονται.

Και για να γυρίσουμε στα αρχικά ζητήματα. Καμιά εξτρεμιστική πράξη βίας δεν δικαιολογεί, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την εξόντωση ενός λαού. Οποιουδήποτε λαού.