Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα δείπνο με αρνί, ο οργασμός της Σάλλυ, τα μπερδεμένα μηνύματα και η υπέροχα βολική τέχνη της ερμηνείας



Αν με καλέσεις για δείπνο, έχεις φτιάξει αρνί κι εγώ φάω ολόκληρη τη μερίδα μου, τι σημαίνει;

Ότι μου αρέσει το αρνί;

Η εύκολη απάντηση είναι «προφανώς». Αν δεν μου άρεσε, θα μπορούσα να το πω. «Συγγνώμη, δεν τρώω αρνί». Θα σε ενημέρωνα έτσι για τα γούστα μου και την επόμενη φορά θα μου έφτιαχνες κάτι άλλο.

Μόνο που υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση.

Μπορεί να σιχαίνομαι το αρνί και να το έφαγα από ευγένεια. Από υποχρέωση. Επειδή φοβάμαι την αντίδρασή σου. Επειδή έχω μάθει να ευχαριστώ τους άλλους. Επειδή έτσι με μεγάλωσαν: τρώμε ό,τι μας σερβίρουν, δεν φέρνουμε τον οικοδεσπότη σε δύσκολη θέση, χαμογελάμε και λέμε κι ευχαριστώ.

Και οι δύο εκδοχές μπορεί να ισχύουν.

Εσύ όμως, ως οικοδεσπότης, τι θα καταλάβεις;

Και κυρίως: τι θέλεις να καταλάβεις; Θέλεις να καταλάβεις;

Αν με ξανακαλέσεις, μου ξανασερβίρεις αρνί κι εγώ το ξαναφάω χωρίς να πω τίποτα, δικαιούσαι να συμπεράνεις ότι μου αρέσει;

Όποιος προσπαθεί να δώσει με απόλυτη βεβαιότητα απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι, με μαθηματική ακρίβεια, μεγάλος μαλάκας.

Γιατί η επικοινωνία δεν είναι μόνο λέξεις.

Έχει εκφράσεις προσώπου, κινήσεις των χεριών, βλέμματα, παύσεις, τον τρόπο που κάθεται κάποιος, την ταχύτητα με την οποία τρώει, μασάει, καταπίνει. Έχει το αν κοκκινίζει, αν ιδρώνει, αν σφίγγεται, αν απομακρύνεται, αν οι κόρες των ματιών του διαστέλλονται, τους μικρούς ήχους που κάνει. Η ικανοποίηση και η ευχαρίστηση είναι πολλές φορές ορατές. Το ίδιο και η δυσαρέσκεια.

Φυσικά όλα αυτά μπορούν να παρερμηνευτούν.

Τρώω αργά. Επειδή απολαμβάνω κάθε μπουκιά ή επειδή προσπαθώ να κατεβάσω το γαμημένο το αρνί χωρίς να κάνω εμετό;

Ίδρωσα. Από έκσταση ή επειδή έχεις κλειστό το κλιματιστικό;

Κάνω μικρούς ήχους. Από ηδονή ή  από δυσφορία;

Η ερμηνεία λοιπόν έχει σημασία. Αλλά από αυτό μέχρι το «δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα αν δεν μας το δηλώσει ρητά ο άλλος» υπάρχει τεράστια απόσταση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι διαθέτουμε κάποια ικανότητα να διαβάζουμε τους άλλους χωρίς να έχουμε σπουδάσει ψυχολογία. Όχι αλάνθαστα και όχι όλοι στον ίδιο βαθμό. Άνθρωποι στο φάσμα του αυτισμού, για παράδειγμα, μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο στην αναγνώριση ορισμένων κοινωνικών και συναισθηματικών σημάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ούτε ότι δεν έχουν ενσυναίσθηση ούτε, πολύ περισσότερο, ότι επιθυμούν να βλάψουν κάποιον.

Υπάρχει όμως και μια εντελώς διαφορετική περίπτωση: να μπορείς να αντιληφθείς τη δυσφορία του άλλου και απλά να σε αφήνει παγερά αδιάφορο. Ή να επιλέγεις συστηματικά την ερμηνεία που σε βολεύει. Άνθρωποι με έντονα αντικοινωνικά ή ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά μπορεί να αντιλαμβάνονται τι αισθάνεται ο άλλος χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ενδιαφέρονται να το σεβαστούν.

Άλλο λοιπόν «δεν κατάλαβα».

Άλλο «δεν με ενδιέφερε να καταλάβω» ή «κατάλαβα, αλλά προτίμησα να καταλάβω αυτό που με βόλευε».

Κι αυτό γίνεται ακόμη σημαντικότερο όταν δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο δείπνο αλλά για μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση.

Γιατί υπάρχει και η ψυχολογία εκείνου που τρώει το αρνί.

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται τρομερά να πουν όχι. Που φοβούνται τη σύγκρουση. Που έχουν μάθει ότι αγάπη σημαίνει να ευχαριστείς. Που φοβούνται την εγκατάλειψη. Που εξαρτώνται συναισθηματικά, πρακτικά ή οικονομικά από κάποιον. Που ανέχονται συμπεριφορές τις οποίες δεν θέλουν και κάποια στιγμή μπορεί να φτάσουν ακόμη και να υποκρίνονται ότι τις θέλουν.

Γι’ αυτό το:

«Μα δεν είπε όχι».

«Μα έμεινε».

«Μα ξαναγύρισε».

«Μα το έκανε και δεύτερη φορά».

δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι:

«Άρα της άρεσε».

Δεν σημαίνει ότι ο άλλος οφείλει να διαθέτει τηλεπάθεια. Ούτε απαλλάσσει τον άνθρωπο που έχει δυνατότητα επιλογής από κάθε ευθύνη να επικοινωνήσει τις επιθυμίες και τα όριά του.

Αλλά όταν μιλάμε για επαναλαμβανόμενες κακοποιητικές δυναμικές, είναι εξαιρετικά βολικό να κοιτάζουμε αποκλειστικά τη συμπεριφορά του θύματος και να εξαφανίζουμε από την εικόνα ολόκληρη την ψυχολογία που μπορεί να το οδηγεί στην ανοχή, στην υποχώρηση, στην επιστροφή ή ακόμη και στην προσποίηση συναίνεσης.

Και κάπου εδώ μπορούμε να αφήσουμε ήσυχο το καημένο το αρνί.

Γιατί υπάρχει ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο περίπλοκη είναι η εξωλεκτική επικοινωνία: ο προσποιητός γυναικείος οργασμός, τον οποίο η πλειοψηφία των αντρών δέχεται ως αληθή με περισσή ευκολία.

Αν λοιπόν οι άνθρωποι μπορούν να διαβάζουν την απόλαυση από τα εξωλεκτικά σημάδια, τότε πώς γίνεται τόσες γυναίκες να προσποιούνται οργασμό και οι άντρες να τις πιστεύουν;

Μα αυτό ακριβώς είναι το ενδιαφέρον.

Στον προσποιητό οργασμό δεν έχουμε απλώς ένα εξωλεκτικό μήνυμα που παρερμηνεύτηκε. Έχουμε ένα σκόπιμα κατασκευασμένο εξωλεκτικό μήνυμα. Η γυναίκα μιμείται εκείνα τα σημάδια που ξέρει ότι ο άλλος έχει μάθει να συνδέει με τον οργασμό: αναπνοές, ήχους, εκφράσεις, κινήσεις, συσπάσεις. Όσα μπορεί τουλάχιστον, γιατί υπάρχουν και φυσιολογικές αντιδράσεις του οργασμού που είναι ακούσιες και δεν μπορούν όλες να παραχθούν κατά βούληση.

Άρα ο προσποιητός οργασμός αποδεικνύει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: ότι ένα εξωλεκτικό μήνυμα μπορεί να είναι ψεύτικο — και ότι ο αποδέκτης του μπορεί να είναι εξαιρετικά πρόθυμος να το πιστέψει. Ας θυμηθούμε για λίγο τον περίφημο οργασμό της Μεγκ Ράιαν στην ταινία When harry met Sally.

Και εδώ ξαναγυρίζουμε στο πραγματικό ερώτημα: όχι μόνο τι σήμα έστειλε ο άλλος, αλλά και τι ήθελα εγώ να καταλάβω από αυτό.

Γιατί ένας άντρας που ακούει μερικά βογκητά και βλέπει μερικές θεατρικές αντιδράσεις μπορεί να αποφασίσει πολύ εύκολα ότι μόλις χάρισε στη σύντροφό του τον οργασμό του αιώνα. Όχι απαραίτητα επειδή δεν υπήρχε κανένα άλλο σήμα που θα μπορούσε να παρατηρήσει, αλλά επειδή αυτά είναι τα μόνα σημάδια που έχει μάθει ή θέλει να αναγνωρίζει και, κυρίως, επειδή αυτή είναι η ερμηνεία που τον επιβεβαιώνει, που τον εξυπηρετεί.

Για χρόνια πολλοί άντρες έμαθαν να θεωρούν γυναικείο οργασμό αυτό που έβλεπαν στην πορνογραφία ή αυτό που κάποτε τους δίδαξαν το ΚΛΙΚ και το MAX: κραυγές, βογκητά, θεατρικότητα, μια σκηνοθεσία γυναικείας ηδονής κατασκευασμένη πρωτίστως για το ανδρικό βλέμμα.

Και γιατί να ψάξεις περισσότερο, όταν αυτό που βλέπεις σου λέει ακριβώς αυτό που θέλεις να ακούσεις;

Ότι είσαι καταπληκτικός εραστής.

Ότι εκείνη πέρασε υπέροχα.

Ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε.

Ότι δεν χρειάζεται να μάθεις τίποτε περισσότερο.

Εδώ ακόμη παλεύουμε να βρούμε εραστή που να μη θεωρεί την αιδοιολειχία προκαταρκτικό των δύο λεπτών, ενώ ταυτόχρονα θεωρεί απολύτως φυσιολογικό η πεολειχία να μπορεί —ή και να πρέπει— να συνεχιστεί μέχρι τον δικό του οργασμό. Ακόμη επιβιώνει η αντίληψη ότι το σεξ αρχίζει με τη στύση και τελειώνει με την ανδρική εκσπερμάτιση.

Τίτλοι τέλους.  Ευχαριστούμε που ήρθατε.

Και στην άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας βρίσκεται μια γυναίκα.

Οι γυναίκες εκπαιδεύτηκαν επί αιώνες να αντιμετωπίζουν την ικανοποίηση του ερωτικού τους συντρόφου ως υποχρέωση, γυναικεία μαγκιά, απόδειξη αγάπης, τρυφερότητας και σεξουαλικής επάρκειας. Να τον κάνουν να αισθανθεί ποθητός. Ικανός. Καλός εραστής. Ακόμη κι όταν οι ίδιες δεν ικανοποιούνται.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στο παράδοξο: μια γυναίκα μπορεί όχι απλώς να υπομένει κάτι που δεν απολαμβάνει, αλλά ενδεχομένως να καταβάλλει και ενεργητική προσπάθεια ώστε ο άλλος να πιστεύει ότι το απολαμβάνει.

Και αυτό μας επιστρέφει ακριβώς στο αρνί.

Γιατί η συμπεριφορά από μόνη της δεν μας λέει πάντοτε τι θέλει ένας άνθρωπος.

Μερικές φορές τρώει επειδή πεινάει και του αρέσει.

Μερικές φορές τρώει από ευγένεια.

Μερικές φορές επειδή φοβάται.

Μερικές φορές επειδή έχει μάθει ότι ο καλός καλεσμένος αδειάζει το πιάτο του.

Και ναι, κάποια στιγμή έχει και ο ίδιος ευθύνη, εφόσον μπορεί, να μάθει να λέει:

«Δεν θέλω άλλο γαμημένο αρνί».

Αλλά όταν εσύ του το σερβίρεις ξανά και ξανά, υπάρχει και μια άλλη ερώτηση.

Τον κοίταξες ποτέ πραγματικά;

Τον ρώτησες ποτέ αν του αρέσει;

Σε ενδιέφερε να μάθεις;

Ή σου αρκούσε κάθε φορά που έβλεπες το άδειο πιάτο να λες:

«Μα αφού πάντα το έτρωγες».

Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν ποτέ μόνο:

«Τι μήνυμα μου έστειλες;»

Ήταν και:

«Ποιο από τα μηνύματα που μου έστειλες επέλεξα εγώ να ακούσω και γιατί;»

Κι εκεί αλλάζει όλο το νόημα του «μα αφού πάντα το έτρωγες».

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Αδελφή μου, σε ακούω. Δεν σου παραδίδω το σφυρί του δικαστή όμως.


 

Το «αδελφή μου, εγώ σε πιστεύω» γεννήθηκε ως κάτι αναγκαίο.

Ως αντίδραση σε αιώνες κατά τους οποίους μια γυναίκα που έλεγε «με βίασε» έπρεπε πρώτα να περάσει από ένα μικρό δικαστήριο χαρακτήρα.

Τι φορούσες;

Γιατί πήγες σπίτι του;

Γιατί ήπιες;

Γιατί δεν φώναξες;

Γιατί δεν έφυγες;

Γιατί ξαναμίλησες μαζί του μετά;

Γιατί το είπες τρεις μήνες αργότερα;

Γιατί δεν έχεις μελανιές;

Και, αν έχεις μελανιές, γιατί βρέθηκες εξαρχής εκεί;

Οπότε ναι: χρειαζόταν ένα αντίβαρο.

Χρειαζόταν κάποιος να πει επιτέλους ότι δεν θα σε εξευτελίσω επειδή μίλησες. Δεν θα ξεκινήσω από την υπόθεση ότι λες ψέματα. Θα σε ακούσω. Θα έχεις πρόσβαση στην αστυνομία, σε γιατρό, σε δικηγόρο, σε ψυχολόγο, σε μια δίκαιη διαδικασία χωρίς να χρειαστεί να αποδείξεις πρώτα ότι είσαι παρθένα, νηφάλια, σεμνά ντυμένη και να έχεις παλέψει μέχρι λιποθυμίας για να δικαιούσαι το όχι σου.

Αυτό είναι αλληλεγγύη.

Όμως κάπου στη διαδρομή το «σε πιστεύω» κινδυνεύει μερικές φορές να αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική σημασία:

«Το είπες, άρα συνέβη. Κατήγγειλες έναν άνθρωπο, άρα είναι ένοχος.»

Γιατί τότε έχουμε ένα μικρό προβληματάκι.

Αύριο μπορώ να πω ότι με βίασε ο πρώην που με παράτησε. Το αφεντικό που με απέλυσε. Ο τριτοξάδελφος με τον οποίο τσακώνομαι για μια κληρονομιά. Ο γείτονας που μου τρώει κάθε μέρα τη θέση του πάρκινγκ.

Και μετά;

Θα μπορώ με μια ανώνυμη καταγγελία σε ένα εξαιρετικά κλειστό και προστατευμένο site να ρίξω το πρώτο σπίρτο και να παρακολουθώ από ασφαλή απόσταση το γαϊτανάκι;

Screenshot.
Share.
«Κυκλοφορεί καταγγελία».
«Έχουν ακουστεί πράγματα».
«Το ξέρουν όλοι».
«Είναι βιαστής».

Και σε λίγες ώρες ένας άνθρωπος μπορεί να έχει χάσει δουλειά, οικογένεια, φίλους, συνεργασίες, υπόληψη, χωρίς κανείς από όσους τον έστησαν στον τοίχο να γνωρίζει αν το αρχικό κείμενο των δέκα σειρών ήταν αλήθεια, χωρίς να γνωρίζει καν αν το κείμενο αυτό το έγραψε όντως μια γυναίκα.

Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.

Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο επειδή ο βιασμός είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έγκλημα να αποδειχθεί.

Σε μια ανθρωποκτονία υπάρχει ένα πτώμα. Σε μια διάρρηξη μια σπασμένη κλειδαριά. Σε έναν ξυλοδαρμό μπορεί να υπάρχει ένα μαυρισμένο μάτι, ένα σπασμένο πλευρό. Στον βιασμό μπορεί να μην υπάρχει τίποτα. Απολύτως τίποτα. Κανένα στοιχείο.

Γιατί δεν είναι όλοι οι βιασμοί τύπου Παπαχρόνη, με έναν παρανοϊκό πίσω από έναν θάμνο που αρπάζει υπό την απειλή μαχαιριού μια άγνωστη γυναίκα μέσα στη νύχτα.

Πολύ συχνά ο βιαστής είναι ένας άνδρας οικείος, κάποιος που η γυναίκα γνωρίζει. Μπορεί να είναι φίλος, σύντροφος, πρώην, συνάδελφος. Μπορεί να τον φίλησε πριν. Μπορεί να πήγε οικειοθελώς σπίτι του. Μπορεί να είχε ξανακάνει σεξ μαζί του.

Και μπορεί να μην πάλεψε καθόλου.

Μπορεί να φοβήθηκε. Να πάγωσε. Να υπέκυψε σε απειλές ή ψυχολογική βία. Να εξαρτάται οικονομικά, επαγγελματικά, κοινωνικά από αυτόν. Μπορεί να έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας το ταβάνι, περιμένοντας τον υπομονετικά να τελειώσει.

Και αυτό πώς στο διάολο αποδεικνύεται;

Και πως αποδεικνύεται ότι ο δράστης είχε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι εκείνη την ώρα βιάζει; 

Γιατί δυστυχώς υπάρχουν και γκρίζες ζώνες στο πως ορίζεται ο βιασμός, τι σημαίνει συναίνεση, στο γιατί η σιωπή δεν ψιθυρίζει απαραιτήτως ένα ναι. Γιατί είναι θέμα νοοτροπιών, κουλτούρας, πεποιθήσεων, οδυνηρών κοινωνικών παρεξηγήσεων το τι καθιστά ανεχτή μια συμπεριφορά.

Εδώ όμως υπάρχει ίσως κάτι που μπορεί να βοηθήσει.

Οι βιαστές συχνά εμφανίζουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς. Κι όταν δεν εμφανίζεται μία γυναίκα αλλά τέσσερις, πέντε, έξι, που δεν συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και περιγράφουν παρεμφερείς συμπεριφορές, τότε έχουμε κάτι πολύ διαφορετικό από μία μεμονωμένη ανώνυμη καταγγελία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πέντε καταγγελίες αποτελούν κάποιο μαγικό μαθηματικό ισοδύναμο καταδίκης. Σημαίνει όμως ότι αρχίζουν να ενώνονται οι τελείες. Και τότε, αν τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες, αν αποδειχθεί ότι κάποιος χρησιμοποιούσε επί χρόνια τη θέση, τη φήμη ή την εξουσία του για να κακοποιεί γυναίκες, ότι αδιαφορούσε συστηματικά για τα θέλω και τα δεν θέλω των γυναικών που τύχαιναν στο διάβα του, τότε δεν πειράζει και τόσο αν χάσει και τις συνεργασίες του και την καριέρα του και το χειροκρότημά μας και  δυσκολεύεται να κυκλοφορήσει στον δρόμο με την μούρη του ακάλυπτη. Ας βάλει στην τελική ένα τσαντόρ.

Αλλά πριν "λιντσάρουμε" κοινωνικά έναν άνθρωπο, πρέπει να είμαστε απόλυτα  σίγουροι ότι όντως βίασε.

Και φυσικά πρέπει να συζητάμε ακόμη και το τι είναι βιασμός. Δεν εννοώ να ξηλώσουμε το νομικό πλαίσιο. Το ακριβώς αντίθετο. Οι νόμοι συζητιούνται, αμφισβητούνται και αλλάζουν για να γίνονται καλύτεροι. Η συναίνεση σήμερα ευτυχώς δεν αντιμετωπίζεται όπως πριν πενήντα χρόνια και μπορεί σε άλλα πενήντα να καταλαβαίνουμε ακόμη περισσότερα.

Αλλά άλλο να συζητάμε τι πρέπει να ορίζεται ως βιασμός και άλλο να λέμε ο Τάδε είναι βιαστής.

Στη δεύτερη περίπτωση η αμφισβήτηση δεν είναι μισογυνισμός. Είναι απαραίτητη.

Γιατί αν μια κατηγορία δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, τότε τι στο διάολο τις χρειαζόμαστε τις δίκες;

Θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε και τα έξοδα.

Καταγγελία → ενοχή → φυλακή.

Μόνο που αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.

Το «αδελφή μου, εγώ σε πιστεύω» λοιπόν, για μένα, δεν σημαίνει «ό,τι πεις έγινε».

Σημαίνει:

Σε ακούω. 

Σε παίρνω στα σοβαρά. 

Δεν θα σε εξευτελίσω. 

Δεν θα ψάξω πόσους γκόμενους είχες ούτε πόσο κοντή ήταν η φούστα σου. 

Θα απαιτήσω να μπορείς να καταγγείλεις έναν βιασμό χωρίς να περάσεις από δεύτερο βιασμό χαρακτήρα. 

Θα απαιτήσω να ερευνηθεί σοβαρά αυτό που λες και να αντιμετωπιστείς με σεβασμό από τους αρμόδιους φορείς και τους εκπροσώπους τους.

Θα απαιτήσω να μην κινδυνεύεις αν ο δράστης κριθεί αθώος να βρεθείς εσύ στο εδώλιο του κατηγορούμενου, όπως έγινε με την Γεωργία Μπίκα.

Αλλά δεν θα απαιτήσω να καταδικαστεί ή να διασυρθεί πριν κριθεί ένοχος ένας άλλος άνθρωπος απλά επειδή εσύ φώναξες "Βιασμός"

Γιατί το αντίθετο του «οι γυναίκες λένε ψέματα, γιατί είναι κακές και κατίνες και εκδικητικές και μυξοκλαίγονται» δεν είναι το «οι γυναίκες λένε πάντα την αλήθεια».

Είναι το:

«Οι γυναίκες δικαιούνται επιτέλους να ακούγονται.»

Και το να ακούω κάποιον είναι πολύ διαφορετικό από το να του παραδίδω το σφυρί του δικαστή.

Ένα ανώνυμο θύμα. Ένας επώνυμος θύτης. Και μια διαδικτυακή κοινωνία σε ρόλο δικαστή



Θα ξεκινήσω από το πιο αντιδημοφιλές πράγμα που μπορεί να πει κανείς σήμερα όταν διαβάζει μια καταγγελία σεξουαλικής βίας:

Κάτι δεν μου κάθεται καλά στην όλη ιστορία. Υπάρχουν μερικά σημεία  τα οποία μου δημιουργούν κάποιους προβληματισμούς.

Και δεν λέω ότι η γυναίκα λέει ψέματα. Δεν ήμουν εκεί. Δεν ξέρω τι συνέβη. Δεν έχω κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσω το προσωπικό της βίωμα, γιατί δεν γνωρίζω ούτε εκείνη ούτε τον άντρα που καταγγέλλει. Ούτε και έχω ακούσει την δική του εκδοχή.

Ακριβώς γι' αυτό δεν μπορώ να ξέρω αν ο Μ. είναι ή δεν είναι βιαστής.

Και το «δεν ξέρω» δεν είναι victim blaming. Είναι ίσως η μόνη έντιμη θέση όταν έχουμε μπροστά μας μία ανώνυμη αφήγηση, έναν εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίσιμο κατηγορούμενο και καμία διαδικασία ελέγχου όσων καταγγέλλονται.

Μπορώ όμως να πω τι μου προκαλεί ερωτήματα.

Και μου προκαλούν πολλά.

Στο δικό μου γίγνεσθαι ο βιασμός και η κακοποιητική σχέση είναι δυο συγγενικές καταστάσεις, αλλά ξεκάθαρα διαφορετικές.

Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στην καταγγελία, σχηματίζεται με σαφήνεια η εικόνα ενός ανθρώπου που δύσκολα θα ανεχόμουν έστω και στο διπλανό τραπέζι.

Εγωπαθής. Εκμεταλλευτής. Αδιάφορος για τις ανάγκες του άλλου. Ένας άνθρωπος που φαίνεται να έχει μάθει ότι ο κόσμος υπάρχει για να τον εξυπηρετεί. Το ίδιο πιθανότατα και οι γυναίκες ως σκεύη ικανοποίησης αποκλειστικά της δικής του ηδονής.  Μιλάμε μάλλον για ένα αρπακτικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζει την ευαλωτότητα και τη χρησιμοποιεί υπέρ του. Ενδεχομένως να υπήρξε grooming. Και ναι, μοιάζει πολύ πιθανό να έχει διαπράξει το σοβαρότατο ηθικό και ποινικό αδίκημα του βιασμού.

Αλλά το «πιθανό» απέχει πολύ από το «αποδεδειγμένο».

Και κυρίως, δεν θεωρώ απόδειξη, ούτε καν ένδειξη βιασμού το γεγονός ότι του άρεσε το βίαιο σεξ.

Εδώ κάπου το αφήγημα που δημιουργεί η ανώνυμη καταγγέλλουσα προσωπικά με ενοχλεί ιδιαίτερα, γιατί φέρνει μια συντηρητική δυσοσμία.

Οι βρισιές, τα χαστούκια, η κυριαρχία, το τράβηγμα των μαλλιών παρουσιάζονται σχεδόν ως τεκμήρια της ενοχής του.

Μόνο που δεν είναι.

Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν πολύ σκληρό σεξ επειδή αυτό ακριβώς τους αρέσει. Γυναίκες και άντρες. Άνθρωποι απολύτως φυσιολογικοί, τρυφεροί, λειτουργικοί, που μέσα στο κρεβάτι θέλουν πράγματα τα οποία κάποιος τρίτος μπορεί να βρίσκει αποκρουστικά. 

Δικαίωμά τους.

Δεν με ενδιαφέρει τι καυλώνει τον καθένα. Με ενδιαφέρει αν το θέλει και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί του.

Αν δεν το θέλει και το έχει καταστήσει σαφές, έχουμε άλλο ζήτημα.

Αν όμως δεν το λέει ποτέ;

Εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.

Ο άλλος δεν είναι υποχρεωμένος να διαβάζει το μυαλό μας

Ξέρω ότι αυτή η πρόταση θα ενοχλήσει.

Αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε αδιάκοπα για συναίνεση και συγχρόνως να αφαιρούμε από τους ενήλικες κάθε ευθύνη να επικοινωνούν.

Η γυναίκα περιγράφει μια σχέση περίπου ενάμιση χρόνου. Επιστρέφει. Τον συναντά. Τον βάζει σπίτι της. Τον μεταφέρει. Τον περιμένει. Του αγοράζει καφέ. Του δανείζει χρήματα. Ανταλλάσσει μαζί του σεξουαλικά μηνύματα. Ξανακάνει σεξ μαζί του. Και, σύμφωνα με όσα η ίδια γράφει, δεν του λέει σχεδόν ποτέ ότι δεν θέλει αυτό που συμβαίνει. Η σημαντική εξαίρεση είναι όταν εκείνος αναφέρει την πιθανότητα σεξ με δεύτερο άντρα. Εκεί φοβάται και λέει όχι. Και μάλιστα όχι μία φορά. Την επόμενη ημέρα τον παίρνει τηλέφωνο για να το ξεκαθαρίσει ξανά. Άρα μπορούσε τουλάχιστον σε εκείνη την περίπτωση να εκφράσει όριο — και το έκανε.

Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει ότι συναινούσε σε οτιδήποτε άλλο. Θα ήταν εξίσου αυθαίρετο συμπέρασμα. Αλλά δημιουργεί ένα ερώτημα:

Πώς ακριβώς περίμενε να γνωρίζει εκείνος ποια πράγματα δεν ήθελε, όταν η ίδια περιγράφει ότι επί μήνες δεν του το έλεγε;

Η σιωπή δεν σημαίνει αυτομάτως «ναι».

Αλλά ούτε μεταφέρει τηλεπαθητικά ένα «όχι».

Και προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις. Αν κάποιος λέει «δεν θέλω σεξ», αν προσπαθεί να απομακρυνθεί, αν αντιστέκεται και ο άλλος συνεχίζει, τότε υπάρχει σαφής παραβίαση ορίου. Μπορεί επίσης να υπάρξει βιασμός μέσα σε μια σχέση. Το ότι έκανες συναινετικά σεξ εκατό φορές δεν δίνει σε κανέναν δικαίωμα στην εκατοστή πρώτη.

Αλλά δεν μπορώ να κάνω και το αντίστροφο: να θεωρήσω κάθε προηγούμενη συνεύρεση βιασμό επειδή χρόνια αργότερα ο ένας άνθρωπος λέει ότι μέσα του δεν την ήθελε.

Και ναι, έχουμε ευθύνη για τα όριά μας

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ταμπού.

Έχουμε φτάσει τόσο σωστά να πολεμάμε το «τα ήθελε και τα έπαθε», ώστε μερικές φορές καταλήγουμε στο άλλο άκρο: ένας ενήλικος άνθρωπος δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για όσα επέτρεψε να του συμβούν μέσα σε μια σχέση.... δια της παραλείψεως.

Δεν μιλάει.

Δεν αντιδρά.

Δεν απομακρύνεται.

Επιστρέφει.

Ξαναεπιστρέφει.

Δίνει.

Εξυπηρετεί.

Ανέχεται.

Και οτιδήποτε συμβεί αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη του άλλου επειδή εκείνος «έπρεπε να καταλάβει».

Όχι.

Δεν λέω ότι ένας άνθρωπος ευθύνεται για τον βιασμό του επειδή δεν αντιστάθηκε. Αυτό θα ήταν τερατώδες.

Λέω κάτι διαφορετικό.

Έχουμε ευθύνη για τη διαχείριση των σχέσεων μας. Για τα όριά μας. Για το να μιλάμε. Για το να ζητάμε. Για το να λέμε όχι. Για το να φεύγουμε όταν μπορούμε και βλέπουμε ότι ένας άνθρωπος μάς χρησιμοποιεί.

Κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε από αυτά, τότε υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα που χρειάζεται να δούμε.

Όχι επειδή «φταίμε». Αλλά επειδή είμαστε τρομακτικά ευάλωτοι στον πρώτο άνθρωπο που θα καταλάβει ότι μπορεί να περνάει από πάνω μας χωρίς αντίσταση.

Και, δυστυχώς, υπάρχουν αρπακτικά που αυτό ακριβώς ψάχνουν.

Αν η γυναίκα πράγματι βίωνε όλες αυτές τις συνευρέσεις ως ανεπιθύμητες αλλά επί ενάμιση χρόνο δεν μπορούσε ούτε να το εκφράσει, ούτε να απομακρυνθεί από έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν συγκατοικούσε, δεν ήταν παντρεμένη, δεν είχε παιδιά, δεν εξαρτιόταν οικονομικά και ο οποίος δεν ήταν εργοδότης ή προϊστάμενός της, ούτε καν ο πρόεδρος του χωριού ή ο παπάς της ενορίας, τότε αυτό κάτι λέει για την δική της τεράστια ψυχική δυσκολία οριοθέτησης.

Και η ίδια, άλλωστε, περιγράφει τον εαυτό της τότε ως εξαιρετικά ευάλωτο.

Αυτό δεν δίνει σε κανέναν άδεια να την εκμεταλλευτεί.

Εξηγεί όμως ίσως γιατί ένας εκμεταλλευτικός άνθρωπος μπορούσε να το κάνει τόσο εύκολα.

Υπήρχε και κάτι άλλο στη μέση;

Υπάρχει ακόμη ένα σημείο που δεν μπορώ να αγνοήσω. 

Πείτε με κακοπροαίρετη, αλλά πολλά έχουν δει τα μάτια μας και έχω κάποιες επιφυλάξεις. Γιατί η γνωριμία δεν ξεκίνησε ερωτικά, για εκείνη τουλάχιστον. Η ίδια γράφει ότι ήθελε να μπει στον επαγγελματικό του χώρο. Εκείνος ήταν καταξιωμένος, μπορούσε να τη συμβουλεύσει και, όπως λέει, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ίσως μπορούσε να της βρει μια επαγγελματική διέξοδο.

Είναι λοιπόν παράλογο να αναρωτηθώ μήπως υπήρχε έστω και κάποιο τόσο δα συμφέρον; Μήπως σκέφτηκε κάποια στιγμή «δεν μου αρέσει, αλλά θα το ανεχτώ γιατί ίσως αυτή η σχέση με βοηθήσει να μπω στον χώρο»;

Δεν ξέρω.

Μπορεί.

Μπορεί και καθόλου.

Και δεν πρόκειται να παρουσιάσω μια υπόθεση του δικού μου μυαλού ως γεγονός.

Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «κάνω σεξ που δεν θέλω επειδή προσδοκώ κάτι από αυτή τη σχέση» και στο «με βιάζει». 

Το πρώτο μπορεί να είναι δυσάρεστο, θλιβερό, ακόμη και αυτοκαταστροφικό. Δεν είναι όμως από μόνο του βιασμός.

Και φυσικά, αν εκείνος χρησιμοποίησε πραγματική επαγγελματική ισχύ για να απαιτήσει σεξ ως αντάλλαγμα, τότε μιλάμε σαφέστατα για σεξουαλική παρενόχληση. Αλλά αυτό πρέπει να προκύπτει από στοιχεία. Όχι από υποθέσεις. Και δεν προκύπτει ούτε και από την καταγγελία της.

Υπάρχουν και κάποια άλλα γεγονότα μέσα στην αφήγηση που κάπως μου κλωτσάνε.

Στον πρώτο καταγγελλόμενο βιασμό, ο άντρας έχει υποστεί ατύχημα και χρειάζεται τη βοήθειά της για να κατέβει και αργότερα να ανέβει τις σκάλες. Λίγο όμως αργότερα ξαφνικά αποκτά αρκετή σωματική ικανότητα ώστε να τη χειριστεί βίαια πάνω στο κρεβάτι.

Μπορεί να εξηγείται απολύτως. Ένα τραυματισμένο πόδι δεν σημαίνει αδύναμα χέρια. Δεν γνωρίζουμε καν τι τραυματισμό είχε. Αλλά μου δημιουργεί ερώτηματα.

Όπως μου δημιουργούν ερώτημα τα δύο περιστατικά με τη ροχάλα. Η γυναίκα περιγράφει έναν όρθιο έχοντα τις αισθήσεις του άνθρωπο, σε δημόσιο χώρο, στον οποίο κάποιος πιέζει με τα δάχτυλα το στόμα ώστε να το ανοίξει και καταφέρνει να φτύσει μέσα του χωρίς εκείνος να απομακρυνθεί εγκαίρως. Και περιγράφει ότι αυτό συνέβη δύο φορές.

Είναι αδύνατον;

Όχι.

Μου φαίνεται πρακτικά δύσκολο;

Ναι.

Και ειδικά εφόσον ένα τουλάχιστον περιστατικό φέρεται να έγινε σε δημόσια εκδήλωση, το πρώτο που θα αναρωτιόμουν είναι αν υπήρχαν άνθρωποι που το είδαν.

Η αμφιβολία δεν είναι καταδίκη του καταγγέλλοντος.

Όπως η καταγγελία δεν είναι καταδίκη του καταγγελλόμενου.

Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο πρόβλημά μου

Η καταγγελία είναι ανώνυμη.

Απολύτως θεμιτό, εφόσον κάποιος θέλει να αφηγηθεί ένα τραυματικό βίωμα χωρίς να εκτεθεί.

Μόνο που ταυτόχρονα η καταγγελία δίνει στοιχεία για τον άντρα.

Αρχικό ονόματος. Επάγγελμα. Χώρος δράσης. Πολιτική και κοινωνική παρουσία. Συγκεκριμένες εκδηλώσεις. Πληροφορίες αρκετές ώστε, όπως φαίνεται, άνθρωποι του συγκεκριμένου χώρου να γνωρίζουν πλέον ποιος είναι. Και εντός ολίγων ωρών να ξέρουμε όλοι ποιος είναι ο Μ.

Και εδώ εγώ έχω ένα σοβαρό ηθικό πρόβλημα.

Αν θέλεις να είσαι ανώνυμη, έχεις κάθε δικαίωμα να είσαι ανώνυμη. Αλλά τότε κράτησε πραγματικά ανώνυμο και εκείνον.

Δεν χρειαζόταν το αρχικό του.

Δεν χρειαζόταν το επάγγελμά του.

Δεν χρειαζόταν κανένα αναγνωριστικό στοιχείο για να αφηγηθεί τι έζησε, να μιλήσει για κακοποίηση, τραυματικό δεσμό ή όσα υπέστη.

Από τη στιγμή όμως που μια ανώνυμη καταγγελία «φωτογραφίζει» έναν πραγματικό άνθρωπο τόσο καθαρά ώστε η κοινότητά του να γνωρίζει ποιος είναι, παύουμε να έχουμε απλώς μια προσωπική εξομολόγηση. Έχουμε δημόσια κατηγορία.

Και μάλιστα για ένα από τα βαρύτερα πράγματα που μπορείς να αποδώσεις σε άνθρωπο.

Κι εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε.

Με μία μόνο κατάθεση.

Ανώνυμη.

Και αν κάποιος τολμήσει να πει «περίμενε, θέλω να ακούσω και την άλλη πλευρά», κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι «δεν πιστεύει τα θύματα».

Όμως το τεκμήριο αθωότητας υπάρχει ακριβώς για τις κατηγορίες που μας προκαλούν αποστροφή.

Δεν έχει κανένα νόημα να το επικαλούμαστε μόνο όταν συμπαθούμε τον κατηγορούμενο.

Μπορεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος να είναι ακριβώς όπως περιγράφεται.

Μπορεί να είναι εκμεταλλευτής.

Μπορεί να είναι αρπακτικό.

Μπορεί να είναι βιαστής.

Δεν ξέρω.

Και αυτό είναι όλο το θέμα.

Δεν ξέρω.

Και δεν πρόκειται να βαφτίσω τη βεβαιότητα αλληλεγγύη.

Ούτε την αμφιβολία μισογυνισμό.

Ούτε μια ανώνυμη καταγγελία δικαστική απόφαση.

Το να παίρνουμε σοβαρά μια γυναίκα που καταγγέλλει βιασμό σημαίνει ότι την ακούμε σοβαρά.

Δεν σημαίνει ότι απενεργοποιούμε την κριτική μας σκέψη.

Και το να υπερασπιζόμαστε το τεκμήριο αθωότητας ενός άντρα δεν σημαίνει ότι τον αθωώνουμε.

Σημαίνει ότι αρνούμαστε να τον καταδικάσουμε χωρίς να ξέρουμε.

Γιατί διαφορετικά δεν έχουμε δικαιοσύνη.

Έχουμε διαδικτυακό λιντσάρισμα.

Με έναν ανώνυμο κατήγορο, έναν αναγνωρίσιμο κατηγορούμενο και ένα πλήθος που έχει ήδη βγάλει απόφαση.

Η καταγγελία ολόκληρη: https://athens.indymedia.org/post/1642341/

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Η Σαξονία έπεσε. Δεν με ακούτε.



Κάθε φορά που η ακροδεξιά κερδίζει ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση στην Ευρώπη, βλέπουμε περίπου το ίδιο έργο.

Σοκ. Ανησυχία. Βαρυσήμαντες αναλύσεις για την επιστροφή των «σκοτεινών εποχών». Και ύστερα η βολική εξήγηση: οι κοινωνίες συντηρητικοποιούνται, ο ρατσισμός αυξάνεται, ο φασισμός επιστρέφει.

Μπορεί.

Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα. Όταν το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται ξανά και ξανά, σε διαφορετικές χώρες και κοινωνικά στρώματα, όταν κόμματα που πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν στο περιθώριο φτάνουν να διεκδικούν ή να συμμετέχουν στην εξουσία, ίσως δεν αρκεί να εξηγούμε στους ψηφοφόρους τους πόσο λάθος ψηφίζουν.

Ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί ψηφίζουν έτσι.

Γιατί η Ευρώπη δεν ξύπνησε ένα πρωί γεμάτη φασίστες. Ξύπνησε όμως ύστερα από δεκαπέντε χρόνια οικονομικών κρίσεων, πανδημίας, μεταναστευτικών πιέσεων, πολέμων, ενεργειακής κρίσης, πληθωρισμού, στεγαστικής ασφυξίας και μιας ολοένα βαθύτερης δυσπιστίας απέναντι στους ανθρώπους που τη διοικούν και στους θεσμούς.

Και κάπου εκεί η ακροδεξιά έμαθε να ακούει ή, τουλάχιστον, έμαθε να προσποιείται πολύ αποτελεσματικά ότι ακούει.

Πόσο κοστίζουν οι «αξίες» όταν έρχεται ο λογαριασμός;

Η πλειονότητα των Ευρωπαίων εξακολουθεί να υποστηρίζει τη βοήθεια προς την Ουκρανία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει δώσει λευκή επιταγή για κάθε πολιτική και οποιοδήποτε οικονομικό κόστος.

Γιατί άλλο είναι να υποστηρίζεις την Ουκρανία κι άλλο να την υποστηρίζεις ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ακριβότερη ενέργεια, μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες και μια σύγκρουση που μπορεί να συνεχιστεί για χρόνια.

Και οι Ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να πιστεύουν ταυτόχρονα ότι η Ρωσία εισέβαλε σε μια ανεξάρτητη χώρα και ότι η Ουκρανία δικαιούται βοήθεια, χωρίς να θεωρούν ότι έχουν υπογράψει λευκή επιταγή για το κόστος αυτής της βοήθειας.

Κι εκεί η ακροδεξιά διαθέτει ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό μήνυμα:

«Οι Βρυξέλλες ανησυχούν για την Ουκρανία, το κλίμα, τη γεωπολιτική και τις κυρώσεις. Εσύ ανησυχείς αν θα μπορέσεις να ζεστάνεις το σπίτι σου και να γεμίσεις το ψυγείο σου.»

Και ύστερα υπάρχει η διαφθορά.

Ο πολίτης ακούει:

«Πρέπει να εμπιστευτείς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.»

Και βλέπει το Qatargate και βαλίτσες με μετρητά.

«Πρέπει να κάνεις θυσίες για τις ευρωπαϊκές αξίες.»

Και βλέπει πολιτικούς μπλεγμένους σε σκάνδαλα.

«Πρέπει να αποδεχτείς δύσκολες αποφάσεις, γιατί εμείς γνωρίζουμε πώς αντιμετωπίζονται οι μεγάλες κρίσεις.»

Και κοιτάζει το νοίκι, το σούπερ μάρκετ και τον λογαριασμό του ρεύματος να καταπίνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος του μισθού του.

Και τότε εμφανίζεται ο ακροδεξιούλης, ο καλούλης, ο κρυφοναζιστούλης και λέει:

«Δεν είσαι εσύ το πρόβλημα. Αυτοί είναι.»

Κι αυτό που ακούνε οι πολίτες τους δικαιώνει, τους ανακουφίζει.

Το αστείο, αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο, είναι ότι η ακροδεξιά δεν είναι υποχρεωτικά λιγότερο διεφθαρμένη από αυτούς που καταγγέλλει, γιατί ο μέσος ψηφοφόρος δεν χρειάζεται να πιστεύει ότι ο καινούργιος είναι άγιος. Του αρκεί που ξέρει ότι ο παλιός είναι απατεώνας και ο αντισυστημικός σωτήρας τον ακούει.

Κι όταν φτάσει στο «κλέφτες είναι όλοι, τουλάχιστον αυτός λέει αυτά που σκέφτομαι», το πρόβλημα δεν είναι πια ένα σκάνδαλο.

Είναι ότι έχει πάψει να περιμένει εντιμότητα από τη δημοκρατία. Έχει πάψει να πιστεύει στην ίδια την δημοκρατία.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο λέγεται μετανάστευση

Ίσως το ισχυρότερο κοινό πολιτικό καύσιμο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Κι εδώ συγκρούονται δύο εξίσου βολικές ιστορίες.

«Οι μετανάστες έφεραν την εγκληματικότητα στην Ευρώπη.»

Δεν προκύπτει έτσι από τα δεδομένα.

«Δεν υπάρχει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα εγκληματικότητας σε ορισμένους μεταναστευτικούς πληθυσμούς και όποιος μιλά γι’ αυτό είναι ρατσιστής.»

Ούτε αυτό προκύπτει.

Σε ορισμένες χώρες και ομάδες υπάρχει πραγματική υπερεκπροσώπηση σε συγκεκριμένες μορφές βίαιης και σεξουαλικής εγκληματικότητας. Μέρος της εξηγείται από την ηλικία, το φύλο, την φτώχεια και  τον κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτό βέβαια, δεν μετατρέπει εκατομμύρια μετανάστες σε εγκληματίες.

Αλλά ούτε η πλήρης άρνηση εξαφανίζει το πρόβλημα.

Και όταν ο πολίτης βλέπει κάτι που υπάρχει και του απαντάς ότι δεν υπάρχει ή ότι είναι ύποπτος για ρατσισμό, απλά επειδή τόλμησε να το παρατηρήσει, κάποιος άλλος θα έρθει να του ψιθυρίσει το αυτί:

«Βλέπεις; Μόνο εμείς τολμάμε να πούμε την αλήθεια.»

Και τότε η ακροδεξιά παίρνει ένα πραγματικό επιμέρους πρόβλημα και το μετατρέπει σε συλλογική ενοχή.

«Ορισμένες ομάδες υπερεκπροσωπούνται» γίνεται «οι μετανάστες είναι εγκληματίες».

Και μετά «οι μετανάστες καταστρέφουν την Ευρώπη».

Μόνο που υπάρχει μια αλήθεια:

Η Ευρώπη χρειάζεται μετανάστες. Γερνάει. Το εργατικό δυναμικό της συρρικνώνεται. Γεωργία, κατασκευές, εστίαση, τουρισμός, μεταφορές, φροντίδα και υγεία δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό.

Και ακόμη και το «οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν αυτές τις δουλειές» σηκώνει συζήτηση.

Δεν τις θέλουν;

Ή δεν τις θέλουν με αυτούς τους μισθούς, αυτά τα ωράρια και αυτές τις συνθήκες;

Γιατί τότε η μετανάστευση γίνεται πολύ βολική για ένα οικονομικό σύστημα που χρειάζεται εργαζομένους με μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη. Ο μετανάστης δέχεται χειρότερους όρους επειδή έχει λιγότερες επιλογές, ο ντόπιος αισθάνεται ότι ο μισθός του πιέζεται και, αντί να στραφούν και οι δύο εναντίον εκείνου που κερδίζει από τη φθηνή εργασία, στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου.

Η ακροδεξιά παίρνει το πρόβλημα και εξαφανίζει την οικονομική του πλευρά. Ένα κομμάτι της προοδευτικής πολιτικής παίρνει τον ρατσισμό και υποβαθμίζει τα προβλήματα ένταξης και ασφάλειας.

Και οι δύο παίρνουν τη μισή πραγματικότητα και την παρουσιάζουν ως ολόκληρη.

Η Ευρώπη θέλει τα χέρια των μεταναστών χωρίς να έχει αποφασίσει τι θα κάνει με τους ανθρώπους στους οποίους ανήκουν αυτά τα χέρια.

Κι απέναντι στην ακροδεξιά, ποιος ακριβώς βρίσκεται;

Εδώ υπάρχει και μια άλλη, πολύ λιγότερο συζητημένη πλευρά της ιστορίας.

Ένας πολίτης μπορεί να βλέπει την ακροδεξιά να ανεβαίνει και να μην επιθυμεί καθόλου να στραφεί προς αυτήν. Να πιστεύει στο κοινωνικό κράτος, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην ισότητα, στην προστασία των εργαζομένων. Να ψάχνει δηλαδή πολιτική εκπροσώπηση στην κεντροαριστερά και στην Αριστερά.

Και τι βλέπει;

Διασπάσεις. Κόμματα που διασπώνται από κόμματα που είχαν ήδη διασπαστεί από άλλα κόμματα. Προέδρους, πρώην προέδρους, επίδοξους προέδρους, εσωκομματικές διαμάχες, προσωπικούς στρατούς, μικρούς εμφυλίους και ακόμη μικρότερα μαγαζιά.

Την ώρα που απέναντί τους οργανώνεται μια πολιτική δύναμη ικανή να αλλάξει την ίδια τη φυσιογνωμία της Ευρώπης, εκείνοι συχνά μοιάζουν περισσότερο απασχολημένοι με το ποιος θα καθίσει στην καρέκλα της ηγεσίας ενός κόμματος που διαρκώς μικραίνει.

Και στον πολίτη δημιουργείται μια πολύ άσχημη υποψία:

«Μήπως τελικά δεν ενδιαφέρεστε τόσο για μένα όσο για την καρέκλα σας;»

Είναι η παλιά ιστορία με την κρίση του Σολομώντα, μόνο που εδώ η εικόνα γίνεται σχεδόν grotesque, γιατί το μωρό είναι οι ίδιοι οι πολίτες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.

Και αντί κάποιος να φωνάξει «μην το κόψετε ρε, δώστε το ολόκληρο στον άλλον, στην τελική την ίδια ιδεολογία έχουμε», βλέπεις δύο, τρεις και τέσσερεις πλευρές να τραβούν η καθεμία από ένα πόδι, ένα χέρι, το κεφάλι, αποφασισμένες να αποδείξουν ότι προτιμούν να διαμελίσουν το μωρό, αρκεί να πάρουν ένα κομμάτι του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει τον θάνατο του. 

Αυτό δεν απογοητεύει μόνο τους ήδη αριστερούς ψηφοφόρους. Αφήνει πολιτικά άστεγο εκείνον που θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα στην ακροδεξιά.

Και η πολιτική, όπως και η φύση, απεχθάνεται το κενό.


Και τελικά: με ακούει κανείς;

Ίσως αυτό να βρίσκεται πίσω από όλα τα προηγούμενα.

Η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται κάπου μακριά και ότι η γνώμη του πολίτη ζητείται κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια, αλλά ενδιαμέσως έχει ελάχιστη σημασία.

Το Ισραήλ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης περίπου δύο στους τρεις —και σε αρκετές χώρες τρεις στους τέσσερις— έχουν πλέον αρνητική άποψη για το Ισραήλ. Και δεν πρόκειται μόνο για αριστερούς: ακόμη και μεταξύ δεξιών πολιτών η αρνητική γνώμη είναι κυρίαρχη σε αρκετές χώρες.

Κι όμως, πολλοί βλέπουν τις κυβερνήσεις τους και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να ακολουθούν μια πολιτική που θεωρούν πολύ πιο επιεική προς την ισραηλινή κυβέρνηση από τη δική τους θέση.

Και τότε το ερώτημα παύει να αφορά το Ισραήλ.

«Αν η πλειοψηφία διαφωνεί, γιατί η πολιτική δεν αλλάζει;»

Και λίγο αργότερα:

«Αν η γνώμη μου δεν επηρεάζει την πολιτική, ποιον ακριβώς εκπροσωπούν αυτοί που κυβερνούν;»

Και ξαφνικά όλα τα προηγούμενα μοιάζουν να ενώνονται.

Ανησυχώ για το μεταναστευτικό χωρίς να θεωρώ κάθε μετανάστη εγκληματία.

Δεν με ακούτε.

Θέλω να στηριχθεί η Ουκρανία, αλλά θέλω να συζητήσω και πόσο μπορώ να πληρώσω.

Δεν με ακούτε.

Διαφωνώ με την πολιτική απέναντι στο Ισραήλ.

Δεν με ακούτε.

Δεν μπορώ να πληρώσω το νοίκι, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ.

Δεν με ακούτε.

Βλέπω σκάνδαλα και ζητώ λογοδοσία.

Δεν με ακούτε.

Κοιτάζω προς αυτούς που υποτίθεται ότι θα αποτελούσαν την προοδευτική εναλλακτική και τους βλέπω να σφάζονται μεταξύ τους για το ποιος θα γίνει αρχηγός.

Και τότε εμφανίζεται κάποιος που μπορεί να σου λέει ψέματα. Να εκμεταλλεύεται τον φόβο σου. Να σου δείχνει αποδιοπομπαίους τράγους. Να μετατρέπει πραγματικά προβλήματα σε εύκολα μίση και σύνθετες κρίσεις σε συνθήματα των πέντε λέξεων.

Αλλά πριν από όλα αυτά κάνει κάτι πολύ απλό.

«Εγώ σε ακούω.»

Και ίσως αυτό πρέπει να καταλάβει η δημοκρατική Ευρώπη πριν αρχίσει για άλλη μία φορά να μαλώνει τους πολίτες της επειδή ψήφισαν λάθος.

Μπορείς να καταγγείλεις την ακροδεξιά εκατό φορές. Να εξηγήσεις τον ρατσισμό της, τον αυταρχισμό της, τις αντιφάσεις και τα ψέματά της. Αλλά όσο ένα ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας πιστεύει ότι εκείνη το ακούει κι εσύ όχι, θα συνεχίσεις να χάνεις.

Και τότε το πιο ανησυχητικό ερώτημα δεν είναι:

«Γιατί ανεβαίνει η ακροδεξιά;»

Αλλά:

«Πόσες φορές πρέπει να σου πει ένας πολίτης “δεν με ακούς”, πριν πάει να ψηφίσει εκείνον που του υποσχέθηκε ότι θα τον ακούσει;»

Η Σαξονία έπεσε. Μαζί της κινδυνεύει να αλωθεί και η δημοκρατία.

Δεν με ακούτε.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Τι ειν' αυτό που το λένε αγάπη;

 



Δεν ξέρω τι είναι η αγάπη.

Και δυσπιστώ λίγο απέναντι σε όποιον ισχυρίζεται ότι ξέρει.

Ξέρω πώς μοιάζει στον κινηματογράφο. Ξέρω πώς ακούγεται στα βιβλία. Ξέρω πώς την έχουμε ζωγραφίσει, μελοποιήσει, εξιδανικεύσει και καταστρέψει εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια.

Ξέρω το κόκκινο φόρεμα, το τρένο που φεύγει, το βλέμμα μέσα από το τζάμι, το γράμμα που έφτασε πολύ αργά, τη γυναίκα που στέκεται στη βροχή, τον άντρα που γυρίζει όταν πια δεν υπάρχει κανείς να τον περιμένει.

Ξέρω τη μουσική που μπαίνει ακριβώς τη στιγμή που πρέπει.

Στη ζωή, δυστυχώς, συνήθως δεν μπαίνει μουσική.

Η Ιουλιέτα πεθαίνει για τον Ρωμαίο.

Η Μήδεια σκοτώνει για τον Ιάσονα — ή, ακριβέστερα, εξαιτίας αυτού που έκανε ο Ιάσονας στην αγάπη της.

Η Σκάρλετ ξοδεύει χρόνια πιστεύοντας ότι αγαπά τον Άσλεϊ, μέχρι να καταλάβει ότι είχε ερωτευτεί περισσότερο μια κατασκευή του μυαλού της παρά έναν πραγματικό άνθρωπο. Ένα ομοίωμα που το έντυσε, το στόλισε και το τοποθέτησε σε βάθρο, κι ύστερα γονάτιζε μπροστά του απορώντας γιατί δεν κατέβαινε ποτέ να την αγκαλιάσει.

Η Μπλανς λαχταρά τόσο απελπισμένα την τρυφερότητα, ώστε κατασκευάζει έναν κόσμο μέσα στον οποίο μπορεί ακόμη να υπάρχει. Δεν θέλει τον γυμνό λαμπτήρα. Θέλει το χάρτινο φαναράκι. Γιατί το άσπρο ηλεκτρικό φως είναι αμείλικτο. Δείχνει τις ρυτίδες, τους λεκέδες στους τοίχους, τη σκόνη στα έπιπλα, όλα όσα η ημίφωτη μαγεία είχε την καλοσύνη να συγχωρεί.

Δεν θέλει τον ρεαλισμό.

Θέλει μαγεία.

Ποιος δεν θέλει;

Και ο Πιπ στις Μεγάλες Προσδοκίες αγαπά την Εστέλλα σχεδόν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: μετατρέποντάς την σε πεπρωμένο. Χτίζει γύρω της όχι μια σχέση αλλά έναν καθεδρικό ναό προσδοκιών και ύστερα κατοικεί μόνος του μέσα σ’ αυτόν.

Ποιος από όλους αυτούς αγαπά πραγματικά;

Ίσως όλοι.

Ίσως κανείς.

Ίσως αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Μας έμαθαν ότι η αγάπη πονάει-love hurts...

Μεγαλώσαμε μέσα σε ιστορίες όπου η μεγάλη αγάπη αποδεικνύεται από το μέγεθος της καταστροφής που προκαλεί.

Αν δεν υπέφερες, δεν αγάπησες αρκετά.

Αν έφυγες, δεν αγάπησες αρκετά.

Αν κουράστηκες, δεν αγάπησες αρκετά.

Αν κάποιος σε πρόδωσε και δεν τον συγχώρεσες, δεν αγάπησες αρκετά.

Η Άννα Καρένινα φτάνει μέχρι τις γραμμές του τρένου. 

Ο Ρικ αφήνει την Ίλσα να φύγει στην Casablanca, γιατί μερικές φορές η αγάπη δεν είναι το χέρι που αρπάζει το μανίκι σου στην πόρτα. Είναι το χέρι που ανοίγει την πόρτα.

Στις Γέφυρες του Μάντισον η Φραντσέσκα κάθεται μέσα στο αυτοκίνητο, στη βροχή, με το χέρι στο χερούλι. Λίγα εκατοστά κίνησης χωρίζουν δύο διαφορετικές ζωές. Ανοίγει την πόρτα και φεύγει με τον άνθρωπο που ερωτεύτηκε ή μένει και επιστρέφει στη ζωή που έχτισε; Καμιά επιλογή δεν είναι εύκολη.

Και στο Eternal Sunshine of the Spotless Mind χρειάζεται ένα ολόκληρο μηχάνημα που σβήνει μνήμες για να κάνει αυτό που όλοι έχουμε ευχηθεί κάποια άθλια νύχτα στις τέσσερις το πρωί:

Βγάλ’ τον από το κεφάλι μου.

Αιώνες τέχνης μάς έμαθαν λοιπόν κάτι αρκετά ύποπτο:

Όσο περισσότερο πονάς, τόσο περισσότερο αγαπάς.

Κι έτσι μπερδέψαμε την ένταση με το βάθος. Την εμμονή με την αφοσίωση. Την αυτοκαταστροφή με το πάθος. Την ανοχή με την πίστη. Την αδυναμία να φύγουμε με το μεγαλείο τού να μένουμε.

Μόνο που εδώ η τέχνη μάς εξαπατά λιγάκι. Γιατί ο πόνος είναι υπέροχος αφηγηματικά. Η ήρεμη αγάπη δεν κάνει καλό σινεμά.

Δύο άνθρωποι που αγαπιούνται, γαμιούνται, γελάνε, μαλώνουν, τα βρίσκουν, βρίζονται επειδή κάποιος άφησε πάλι τα βρεγμένα παπούτσια στο χαλί, αγκαλιάζονται στον ύπνο τους και σαράντα χρόνια αργότερα ξέρουν ακόμη πώς πίνει ο άλλος τον καφέ του, μπορεί να έχουν ζήσει έναν συγκλονιστικό έρωτα.

Απλώς δύσκολα βρίσκεις κάτι από Σαίξπηρ σε όλο αυτό.


Τι είναι λοιπόν πρακτικά η αγάπη;

Εδώ σβήνουν οι προβολείς.

Τελειώνει η μουσική.

Ανάβει εκείνος ο γυμνός λαμπτήρας που μισούσε η Μπλανς.

Και μένουν δύο άνθρωποι μέσα σε ένα δωμάτιο.

Τι κάνουν ο ένας στον άλλον;

Αυτό, τελικά, είναι το ερώτημα.

Γιατί αγάπη είναι ασφαλώς να λαχταράς κάποιον.

Αλλά είναι και να τον κοιτάς.

Πραγματικά.

Να παρατηρείς πότε κουράστηκε. Να καταλαβαίνεις πότε η φωνή του άλλαξε μισό τόνο. Να ξέρεις πότε το «καλά είμαι» σημαίνει πράγματι καλά και πότε σημαίνει «δεν έχω πια κουράγιο να σου εξηγήσω».

Να χαίρεσαι με τη χαρά του χωρίς να την ανταγωνίζεσαι. Να πονάς όταν πονάει, όχι μόνο όταν ο πόνος του αρχίζει να έχει συνέπειες για σένα. Να τον επιθυμείς χωρίς να τον θεωρείς ιδιοκτησία σου. Να τον γνωρίζεις όπως πραγματικά είναι και όχι όπως χρειάζεσαι να είναι για να συνεχιστεί το παραμύθι σου.

Και κυρίως: να πράττεις.

Γιατί το «σ’ αγαπώ» είναι δύο λέξεις με μια απόστροφο να τις χωρίζει.

Μπορούν να ειπωθούν στο κρεβάτι, σ’ ένα αεροδρόμιο, πάνω από ένα πιάτο μακαρόνια, μεθυσμένα στις τρεις το πρωί. Μπορούν επίσης να ειπωθούν χωρίς να σημαίνουν σχεδόν τίποτα.

Μπορείς να λες «σ’ αγαπώ» και να μην είσαι εκεί όταν ο άλλος σε χρειάζεται. Να λες «σ’ αγαπώ» και να τον αφήνεις μόνο. Να λες «σ’ αγαπώ» και να βλέπεις τη στέγη να κατεβαίνει εκατοστό εκατοστό πάνω στο κεφάλι του χωρίς να σηκώνεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι. Μέχρι που κάποτε ακούγεται ένα μουδιασμένο «Φεύγω».

Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο. Το άγαλμα ζωντανεύει. Εκεί που υπήρχε σιωπή, εμφανίζονται λέξεις. Εκεί που υπήρχε αδράνεια, εμφανίζεται πανικός. Ξαφνικά θυμάται. Υπόσχεται. Θυμώνει. Κλαίει. Φοβάται.

Κι εσύ, που περίμενες τόσο καιρό μια αντίδραση, κοιτάζεις αυτή την ξαφνική έκρηξη ζωής και θέλεις απελπισμένα να πιστέψεις ότι αυτό που ξύπνησε είναι η αγάπη.

Ίσως να είναι.

Αλλά υπάρχει μια ερώτηση που πονάει πολύ περισσότερο:

Γιατί δεν ξύπνησε όταν πονούσες εσύ;

Γιατί δεν άπλωσε το χέρι όταν βούλιαζες;

Γιατί χρειάστηκε να κινδυνεύσει να χάσει εσένα για να αντιληφθεί ότι υπήρχες;


Γιατί η απώλεια δεν είναι πάντα αγάπη

Φαντάσου ένα σπίτι.

Χρόνια ο ένας αλλάζει τις λάμπες, κλείνει τις ρωγμές, μαζεύει τα νερά, καρφώνει τα ξύλα που ξεκολλούν. Όταν αρχίζει να υποχωρεί η στέγη, στέκεται από κάτω και τη βαστάει με τα χέρια.

Ο άλλος κατοικεί. Μπαίνει. Βγαίνει. Κοιμάται. Αφήνει τα κλειδιά του στο τραπέζι.

Δεν είναι απαραίτητα τέρας. Απλώς έχει συνηθίσει ότι η στέγη στέκεται. Και η συνήθεια είναι τρομερό αναισθητικό. Μέχρι που εκείνος που κρατάει τη στέγη ανοίγει τα δάχτυλα. Όχι από εκδίκηση. Από εξάντληση.

Και η στέγη πέφτει.

Τότε ο άλλος πετάγεται όρθιος μέσα στη σκόνη.

Το σπίτι μας!

Ναι. Το σπίτι σας. Αλλά ποιος το κρατούσε όρθιο;

Και κυρίως: τώρα πονάς επειδή μάτωσαν τα χέρια του ανθρώπου που τόσα χρόνια κρατούσε τα δοκάρια; Ή επειδή έπεσε η στέγη στο δικό σου κεφάλι;

Αυτή είναι, νομίζω, μία από τις πιο σκληρές ερωτήσεις που μπορούμε να κάνουμε στην αγάπη.

Πονάς επειδή πονάω ή πονάς επειδή με χάνεις;

Το δεύτερο δεν είναι ψεύτικο συναίσθημα. Είναι όμως άλλο συναίσθημα.

Μπορεί να θρηνείς την παρουσία. Τη φροντίδα. Τη βεβαιότητα. Το σώμα στο διπλανό μαξιλάρι. Τα κλειδιά που άκουγες στην πόρτα. Τον άνθρωπο που σήκωνε το τηλέφωνο. Εκείνον που ήξερες ότι, όσο κι αν αδιαφορούσες, θα ήταν εκεί.

Μπορεί να θρηνείς όχι τον άνθρωπο αλλά το σχήμα που είχε αφήσει η παρουσία του στη ζωή σου. Σαν να μετακινείς ύστερα από είκοσι χρόνια το τραπέζι της κουζίνας και να μένει στο πάτωμα εκείνο το παράξενο ανοιχτόχρωμο ορθογώνιο.

Τώρα το βλέπεις.... Επειδή γύρω του όλα έχουν γεμίσει σκόνη.


Και κάπου εδώ μπαίνει η προδοσία

Η προδοσία δεν φοράει πάντοτε ξένο άρωμα. Δεν αφήνει πάντα μήνυμα στο κινητό. Δεν κοιμάται πάντα σε άλλο κρεβάτι.

Μερικές φορές κάθεται απέναντί σου στον καναπέ. Τρώει από το ίδιο ψυγείο. Κοιμάται δίπλα σου. Και απλώς δεν σε βλέπει.

Υπάρχει η θεαματική προδοσία και υπάρχει η προδοσία της καθημερινής εγκατάλειψης. Η δεύτερη δεν κάνει θόρυβο. Μοιάζει περισσότερο με υγρασία.

Στην αρχή μια μικρή σκιά στη γωνία του τοίχου. Μετά ένας λεκές. Μετά ξεφλουδίζει ο σοβάς. Και κάποτε ακουμπάς τον τοίχο και μένει στο χέρι σου.

Αυτό μπορεί να κάνει και η συνήθεια στην αγάπη.

Όχι η όμορφη συνήθεια της οικειότητας. Εκείνη είναι άλλο πράγμα.

Είναι να ξέρεις ποια πλευρά του κρεβατιού θέλει ο άλλος. Να του αφήνεις χωρίς να το σκέφτεσαι το κομμάτι που προτιμά. Να αναγνωρίζεις τα βήματά του στον διάδρομο. Να υπάρχει ένα σώμα που, ύστερα από χρόνια, το χέρι σου βρίσκει μέσα στο σκοτάδι χωρίς να χρειάζεται φως.

Αυτή η συνήθεια είναι σχεδόν τρυφερότητα σε στερεά μορφή.

Η άλλη συνήθεια είναι η σκουριά, η μούχλα, αυτή η τοξική γλίτσα που μπορεί να σου ξεσκίσει τα πνεμόνια.

Είναι το «θα είναι εκεί». Ό,τι κι αν κάνω. Ό,τι κι αν δεν κάνω.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες προδοσίες της αγάπης:

Να πάψεις να επιλέγεις κάποιον επειδή απλά έχεις συνηθίσει ότι εκείνος θα εξακολουθεί να επιλέγει εσένα.


Πότε λοιπόν τελειώνει;

Δεν ξέρω.

Ίσως αυτό να είναι το πιο τρομακτικό.

Δεν υπάρχει ήχος. Δεν ακούγεται ένα κρακ και λες «να, τώρα έσπασε».

Μερικές αγάπες τελειώνουν απότομα. Οι περισσότερες, νομίζω, πεθαίνουν όπως σβήνει ένα σπίτι όταν φεύγουν ένας ένας οι άνθρωποί του.

Πρώτα σταματάει να χρησιμοποιείται ένα δωμάτιο. Μετά άλλο ένα. Κάποτε κλείνουν τα παντζούρια. Συσσωρεύεται σκόνη. Και μια μέρα μπαίνεις μέσα και καταλαβαίνεις ότι εδώ κάποτε κατοικούσε μια ιστορία.

Μπορεί ακόμη να αγαπάς.

Αλλά ποιον;

Αυτόν που βρίσκεται μπροστά σου;

Αυτόν που ήταν πριν από δέκα χρόνια;

Αυτό που ήσουν εσύ όταν σε κοίταζε;

Τη ζωή που είχατε;

Ή εκείνη που περίμενες ότι κάποτε θα αποκτήσετε;

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν χρόνια ερωτευμένοι με το μέλλον μιας σχέσης που δεν ήρθε ποτέ. 

Σαν να κάθονται σε έναν άδειο σταθμό κοιτάζοντας τις γραμμές του τρένου.

Θα έρθει.

Σε λίγο.

Το επόμενο.

Και κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξεις τον σκουριασμένο πίνακα αναχωρήσεων και να δεχτείς ότι το συγκεκριμένο τρένο δεν καθυστέρησε.

Δεν περνάει απλά από εδώ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγάπησες. Σημαίνει ότι κάποτε πρέπει να σταματήσεις να χρησιμοποιείς την αγάπη ως άλλοθι για να μη βλέπεις την πραγματικότητα.

Γιατί υπάρχει και μια μορφή πίστης που γίνεται προδοσία.

Προδοσία προς εσένα.


Πρέπει να αφήσεις τον κουβά

Ίσως για χρόνια κατέβαζες έναν κουβά σ’ ένα πηγάδι. Τον άκουγες να χτυπάει στα πέτρινα τοιχώματα. Τον τραβούσες πάνω.

Άδειο.

Τον ξανακατέβαζες. Λίγο βαθύτερα αυτή τη φορά.

Άδειος πάλι.

Και αντί να σκεφτείς ότι το πηγάδι στέρεψε, άρχισες να ντρέπεσαι για τη δίψα σου.

Μήπως ζητάω πολλά;

Μήπως είμαι δύσκολη;

Μήπως πρέπει να χρειάζομαι λιγότερα;

Κι αυτή είναι μια πολύ επικίνδυνη στιγμή.

Γιατί αρχίζεις να κόβεις κομμάτια από τις ανάγκες σου για να χωρέσεις μέσα σε αυτό που μπορεί να σου δώσει ο άλλος.

Μικραίνεις. Λίγο λίγο. Μέχρι που κάποτε χωράς τέλεια. Μόνο που δεν αναγνωρίζεις πια τον εαυτό σου.

Τότε πρέπει να αφήσεις τον κουβά.

Όχι επειδή δεν διψάς.

Ακριβώς επειδή διψάς.

Και να φύγεις να ψάξεις νερό.

Όχι απαραίτητα άλλον έρωτα.

Νερό.

Ζωή.


Και τι σώζεται όταν χαθεί η αγάπη;

Στην αρχή, τίποτα.

Ας μην κοροϊδευόμαστε.

Όταν τραβάς ένα αγκίστρι από τη σάρκα, δεν αισθάνεσαι «απελευθέρωση».

Αισθάνεσαι πόνο.

Αίμα.

Πληγή.

Κενό.

Το σώμα ψάχνει ακόμη εκείνο που το πλήγωνε επειδή είχε συνηθίσει την παρουσία του. Βγαίνεις από το σπίτι και για λίγο κουβαλάς ακόμη τη μυρωδιά του στα ρούχα σου. Γυρίζεις μηχανικά το κεφάλι.

Κάτι ξέχασα.

Ναι.

Μια ολόκληρη ζωή.

Αλλά περπατάς.

Και ύστερα από λίγο συμβαίνει κάτι σχεδόν γελοία μικρό.

Ανασαίνεις.

Όχι συμβολικά.

Κανονικά.

Ένα πρωί πίνεις καφέ και για δέκα λεπτά δεν σκέφτεσαι τίποτα.

Μια μέρα γελάς και το γέλιο δεν διακόπτεται στη μέση από μια ανάμνηση.

Κάποτε περνάς μπροστά από κάτι που θα ήθελες να του δείξεις και δεν πιάνεις αμέσως το τηλέφωνο.

Ο κόσμος αρχίζει να αποκτά πάλι πράγματα που δεν σχετίζονται μαζί του.

Ένα τραγούδι.

Έναν δρόμο.

Ένα βιβλίο.

Έναν φίλο.

Ένα σκυλί που έχει απλωθεί κάθετα στο κρεβάτι και σου έχει αφήσει είκοσι εκατοστά για να κοιμηθείς. Ένα υγρό βράδυ που φυσάει και μυρίζει χώμα. Και καταλαβαίνεις κάτι που θα έπρεπε ίσως να ξέρουμε από την αρχή:

Η αγάπη δεν ήταν ποτέ ένας άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος ήταν ένας από τους τόπους όπου την κατοίκησες. Ίσως ο σημαντικότερος για ένα διάστημα. Ίσως ο ομορφότερος. Ίσως κι εκείνος που σε πλήγωσε περισσότερο.

Αλλά όχι ο μοναδικός.

Η αγάπη υπάρχει στους φίλους, στους ανθρώπους που έγιναν οικογένεια χωρίς να μοιράζονται το αίμα σου, στα ζώα, στην τέχνη, στη μουσική, στο σώμα, στη δημιουργία, στην περιέργεια, στην παράξενη ανάγκη μας να φροντίζουμε κάτι έξω από τον εαυτό μας.

Και ναι, υπάρχει και στον έρωτα.

Ευτυχώς.

Δεν θέλω να γίνουμε τόσο σοφοί ώστε να πάψουμε να είμαστε ηλίθιοι όταν ερωτευόμαστε.

Θέλω το χάρτινο φαναράκι. Θέλω εκείνη τη μικρή απάτη του φωτός που για λίγο κάνει τον κόσμο ομορφότερο απ’ όσο είναι. Απλώς κάποτε πρέπει να ξέρουμε να ανάβουμε και τη λάμπα.

Να βλέπουμε τις ρωγμές.

Να βλέπουμε τον άλλον.

Να βλέπουμε εμάς.

Και αν αυτό που αντικρίζουμε δεν είναι πια αγάπη, να μην καταστρέφουμε την ίδια τη λέξη προσπαθώντας να την κολλήσουμε πάνω σε κάτι που έχει πεθάνει.

Να μπορούμε να πούμε:

Υπήρξε.

Δεν ήταν ψέμα επειδή τελείωσε. Δεν ήταν αποτυχία επειδή δεν κράτησε για πάντα. Και δεν χρειάζεται να πεθάνουμε μαζί της για να αποδείξουμε ότι ήταν μεγάλη.

Μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι να βγάλεις το αγκίστρι. Να αφήσεις την πληγή να κλείσει. 

Και κάποια στιγμή, χωρίς όρκους, χωρίς βιολιά και χωρίς κανένα γαμημένο ηλιοβασίλεμα στο βάθος, να ανακαλύψεις ότι μπορείς ακόμη να κολυμπήσεις.

Όχι πίσω.

Προς τα έξω.

Προς τα μπρος.

Προς τα μέσα σου.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, ποια είναι η πιο όμορφη;









Η Ιωάννα Παλιοσπύρου είναι η γυναίκα που έμαθε όλο το πανελλήνιο, όταν ένα καθόλου ωραίο πρωί, μια άλλη γυναίκα, μια προφανώς ψυχοπαθολογική προσωπικότητα, της έστησε καρτέρι και την έλουσε από την κορυφή μέχρι τα νύχια με βιτριόλι, απλά και μόνο γιατί πίστευε ότι η Παλιοσπύρου φλέρταρε μέσω κοινωνικών δικτύων με έναν άντρα με τον οποίο είχε, κατά τη δική της φαντασία, σχέση.

Η Παλιοσπύρου παραλίγο να πεθάνει τότε. Το οξύ είχε μπει στους πνεύμονές της, στα σωθικά της. Πέρασε από αδιανόητους πόνους, πόνους που δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να καταλάβουμε. Και υποβλήθηκε σε δεκάδες χειρουργεία. Για σχεδόν δύο χρόνια τα νοσοκομεία ήταν το φυσικό της περιβάλλον, οι οροί προέκταση του σώματός της.

Έπρεπε να μάθει να ζει από την αρχή μέσα σε ένα σώμα που άλλαξε βίαια μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα για το τίποτα. Χωρίς κανένα λόγο.

Και κάπου εδώ θα περίμενε κανείς ότι, αν υπάρχει ένας άνθρωπος στον οποίο η κοινωνία θα έδινε επιτέλους το ελεύθερο να κάνει ό,τι γουστάρει με την υπόλοιπη ζωή του, θα ήταν αυτή.

Αμ δε.

Γιατί σήμερα η ίδια γυναίκα διαβάζει στα social:

«Γουρούνα».

«Τσόκαρο».

«Βίζιτα».

«Πας γυρεύοντας».

«Να σου ρίξουν κι άλλο βιτριόλι».


Και εδώ αρχίζει να έχει ενδιαφέρον το πράγμα.

Όχι το τι κάνει η Παλιοσπύρου.

Αλλά τι στο διάολο συμβαίνει μέσα μας. Γιατί δεν μιλάμε απλώς για μερικούς κακούς ανθρώπους που βρίζουν στο ίντερνετ. Αυτοί πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν.

Το θέμα είναι πώς από το «κουράγιο Ιωάννα» φτάσαμε στο «να σου ξαναρίξουν βιτριόλι».


Κεφάλαιο πρώτο: Το ιδανικό θύμα

Ο Νορβηγός εγκληματολόγος Nils Christie εισήγαγε την έννοια του ideal victim, του «ιδανικού θύματος».

Δεν εννοούσε φυσικά ότι υπάρχει ιδανικός τρόπος να πέσει κανείς θύμα κάποιου εγκλήματος. Περιέγραψε όμως ποια είναι τα χαρακτηριστικά που νομιμοποιούν ένα θύμα στα μάτια της κοινωνίας, που το κάνουν συμπαθές. Το θύμα πρέπει να είναι αδύναμο, αθώο, ευάλωτο, ανήμπορο, χωρίς χαρακτηριστικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του.

Με απλά λόγια, οι κοινωνίες συμπαθούν ένα θύμα που ξέρει να κάθεται φρόνιμα στη θέση του θύματος.

Η Παλιοσπύρου ήταν ένα σχεδόν «ιδανικό θύμα».

Μια νέα γυναίκα που δέχθηκε μια φρικτή επίθεση χωρίς να έχει προκαλέσει την επιτιθέμενη, κινδύνεψε να πεθάνει, υπέφερε, πόνεσε, έχασε την ομορφιά της, χειρουργήθηκε ξανά και ξανά, ταλαιπωρήθηκε.

Αυτήν την Ιωάννα λάτρεψε η κοινωνία.

Υπήρχε μόνο ένας όρος που κανείς δεν μπήκε στον κόπο να της εξηγήσει:

να παραμείνει η καημένη Ιωάννα.

Γιατί η γυναίκα έκανε το κοινωνικό ατόπημα να βγει από τον ρόλο που η κοινωνία ήθελε να υποδυθεί.

Φόρεσε μαγιό, ταξίδεψε, πήγε σε πάρτι, έβγαλε φωτογραφίες, έδειξε τις ουλές της, χαμογέλασε, πάρταρε.

Με λίγα λόγια, επέζησε με κάπως... υπερβολικό ζήλο.

Δεν έμεινε σπίτι να κοιτάζει τη βροχή από το παράθυρο, ώστε εμείς να μπορούμε να την επισκεπτόμαστε διαδικτυακά μία φορά τον χρόνο, να αφήνουμε ένα «είσαι ηρωίδα, καρδούλα, φιλάκι» και να συνεχίζουμε τη ζωή μας με την ευχάριστη βεβαιότητα ότι εμείς είμαστε οι τυχεροί.

Και εδώ το «ιδανικό θύμα» αρχίζει να χαλάει. Γιατί παύει να είναι αντικείμενο οίκτου.


Κεφάλαιο δεύτερο: Η ανάκγη για σύγκριση

Είναι γνωστό στην ψυχολογία ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αξιολογούμε τον εαυτό μας συγκρίνοντάς τον με τους άλλους.

Η κοινωνική ψυχολογία μιλά μεταξύ άλλων για upward και downward social comparison.

Στην καθοδική σύγκριση κοιτάζω κάποιον που βρίσκεται σε χειρότερη θέση από εμένα και αισθάνομαι καλύτερα.

Άσχημο;

Λίγο.

Ανθρώπινο;

Πολύ.

Όσο η Παλιοσπύρου ήταν στο νοσοκομείο, η σύγκριση ήταν εξαιρετικά ασφαλής.

Εγώ έχω το πρόσωπό μου, ενώ εκείνη όχι.

Εγώ βγαίνω έξω, ενώ εκείνη χειρουργείται.

Εγώ έχω τα προβλήματά μου, αλλά κοίτα τι έπαθε αυτή.

Και ξαφνικά η σύγκριση γυρίζει ανάποδα.

Η γυναίκα που λυπόμουν ταξιδεύει. Εγώ; Όχι.

Εκείνη βγαίνει. Εγώ κάθομαι σπίτι.

Φοράει μαγιό χωρίς να ντρέπεται για τις ουλές της. Εγώ μπορεί να ντρέπομαι για πέντε κιλά.

Και κάπου εκεί η συμπόνια κινδυνεύει να μεταμορφωθεί σε φθόνο.

Γιατί άλλο:

«Πω πω, η καημένη».

Και άλλο:

«Μισό λεπτό. Η καημένη πως τολμά να περνάει καλύτερα από μένα;»


Κεφάλαιο τρίτο: Ο φθόνος

Η ψυχολογία διακρίνει διαφορετικές διαστάσεις του φθόνου.

Υπάρχει ο φθόνος που μπορεί να λειτουργήσει σαν κίνητρο:

«Θέλω κι εγώ να καταφέρω αυτό που κατάφερε εκείνος».

Και υπάρχει ο λεγόμενος κακοήθης φθόνος.

Εκεί δεν σκέφτεσαι:

«Πώς θα ανέβω κι εγώ;»

Σκέφτεσαι:

«Πώς θα κατέβεις εσύ;»

Και εδώ εμφανίζεται ξαφνικά το ΣΔΟΕ των social media.

«Πού βρίσκει τα λεφτά;»

«Ποιος πληρώνει τις διακοπές;»

«Έχει γκόμενο που τη σπονσοράρει».

«Παίρνει αναπηρική».

Μάλιστα.....

Εσύ ρε μάγκα πού βρήκες τα λεφτά για το κινητό σου;

Για το αυτοκίνητό σου;

Για την καινούργια τηλεόραση;

Για τα εισιτήρια για Κρήτη με τα παιδιά και το αυτοκίνητο;

Να ανοίξουμε έναν φάκελο και για σένα.

Ε1, Ε9, καταθέσεις, πιστωτικές.

Τι;

Δεν μας αφορά;

Ακριβώς.

Ούτε τα δικά της μας αφορούν.

Σου τα έκλεψε;

Όχι.

Τότε γιατί σε κόφτει;

«Μα παίρνει αναπηρική».

Κι αν παίρνει;

Αν τη δικαιούται, να την παίρνει.

«Μα την πληρώνουμε όλοι εμείς».

Μάλιστα.

Βρέθηκε λοιπόν επιτέλους η τρύπα της ελληνικής οικονομίας.

Η Παλιοσπύρου.

Εκεί χάθηκαν τα δισεκατομμύρια.

Όχι σε φοροδιαφυγή, σκάνδαλα, μίζες, ρουσφέτια και δημόσιο χρήμα που εξαϋλώνεται σαν νερό σε καυτό πεζοδρόμιο.

Το επίδομα μιας γυναίκας με βαριά εγκαύματα ήταν αυτό που μάς γονάτισε.

Να το κοιτάξει άμεσα το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.


Κεφάλαιο τέταρτο: Η υποτίμηση

Εδώ μπαίνει ένας από τους αγαπημένους μηχανισμούς της ανθρώπινης αυτοεκτίμησης.

Αν κάποιος που θεωρούσα «κάτω» από εμένα αρχίσει να βρίσκεται «πάνω» από εμένα σε κάτι που έχει σημασία για μένα, έχω δύο επιλογές.

Να επανεξετάσω τον εαυτό μου ή να επανεξετάσω εκείνον.

Μαντέψτε ποιο είναι ευκολότερο.

«Δεν ταξιδεύει επειδή ξαναέφτιαξε τη ζωή της. Κάποιος την πληρώνει».

«Δεν έχει σύντροφο. Έχει χορηγό».

«Δεν έχει αυτοπεποίθηση. Ψωνίστηκε».

«Δεν συμφιλιώθηκε με το σώμα της. Επιδεικνύεται».

Και φυσικά:

«Βίζιτα».

Γιατί είναι πολύ δύσκολο να κοιταχτείς στον καθρέφτη και να πεις:

«Ζηλεύω μια γυναίκα που κάποτε παραλίγο να πεθάνει από βιτριόλι επειδή σήμερα πηγαίνει περισσότερες διακοπές από μένα».

Υπάρχει κίνδυνος να αντιληφθείς ότι είσαι και πολύ μαλάκας.

Ενώ αν την κάνεις «βίζιτα», έλυσες το πρόβλημα.

Δεν είναι αξιοθαύμαστη.

Είναι ανήθικη.

Δεν είσαι φθονερός.

Είσαι παρατηρητικός.

Τι βολικό πράγμα ο εγκέφαλος!

Ειδικά όταν δεν τον χρησιμοποιείς.


Κεφάλαιο πέμπτο: Η δικαιοσύνη ως προϋπόθεση

Για κάποιον λόγο οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να πιστεύουν ότι ο κόσμος είναι κατά βάση δίκαιος.

Οι καλοί άνθρωποι παθαίνουν καλά πράγματα. Οι κακοί παθαίνουν κακά.

Ο από μηχανής Θεός ένα πράγμα. Η τυφλή δικαιοσύνη. Η Νέμεσις.

Άρα, όταν κάποιος παθαίνει κάτι φρικτό, ο εγκέφαλος ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τι έκανε, πού έφταιξε, γιατί διαφορετικά πρέπει να αποδεχτεί κάτι τρομακτικό: ότι μπορεί να μη φταις καθόλου και παρ' όλα αυτά να καταστραφεί η ζωή σου μια Τρίτη μεσημέρι, έτσι στα ξαφνικά.

Γι' αυτό το victim blaming είναι τόσο ανθεκτικό.

Βιάστηκε;

Τι φορούσε;

Τη χτύπησε;

Γιατί έμενε μαζί του;

Τη λήστεψαν;

Πού κυκλοφορούσε τέτοια ώρα;

Δέχτηκε βιτριόλι;

Ε, κάτι θα έγινε με τον γκόμενο.

Μόνο που εδώ προέκυψε το πρόβλημα.

Δεν έγινε.

Δεν υπήρχε καν το μεγάλο ερωτικό τρίγωνο που θα βόλευε.

Οπότε, αφού δυσκολευτήκαμε να αποδείξουμε ότι έφταιγε τότε, μπορούμε τουλάχιστον να αποδείξουμε ότι φταίει τώρα.

Τώρα προκαλεί. Τώρα επιδεικνύεται, έχει λεφτά,  πάει διακοπές, πάει σε συναυλίες...

Κάπου, διάολε, πρέπει να βρεθεί ένα παράπτωμα. Δεν γίνεται να είναι απλώς θύμα.

Κι αν είναι θύμα, γιατί δεν παίζει αυτόν τον ρόλο;


Κεφάλαιο έκτο: Μισογυνισμός

Και εδώ κάπου μπαίνει και η έμφυλη διάσταση της κατάστασης.

Προσέξτε τις βρισιές.

«Βίζιτα».

«Τσόκαρο».

«Ασχημομούρα».

«Πουτάνα».

Όχι τυχαία.

Μια γυναίκα βγαίνει πολύ;

Πουτάνα.

Έχει πολλούς άντρες;

Πουτάνα.

Δεν έχει άντρα;

Αγάμητη.

Έχει πλούσιο άντρα;

Βίζιτα.

Έχει δικά της λεφτά;

Ύποπτο.

Φοράει μπικίνι;

Προκαλεί.

Δεν φοράει;

Παραμελήθηκε.

Πραγματικά πρόκειται για παιχνίδι στο οποίο οι κανόνες έχουν σχεδιαστεί με αξιοθαύμαστη ακρίβεια ώστε η γυναίκα να χάνει σε κάθε γύρο.

Η Παλιοσπύρου όμως διαπράττει ένα ακόμη σοβαρότερο αδίκημα.

Δεν ντρέπεται για το σώμα της.

Το σώμα που κάποιος άλλος σημάδεψε.

Το δείχνει. Και δεν το δείχνει για να το λυπηθούμε. Το δείχνει ενώ διασκεδάζει. Το αγαπάει αυτό το σώμα.

Εκεί είναι η πραγματική βλασφημία.

Γιατί οι ουλές πάνω σε μια δυστυχισμένη γυναίκα προκαλούν συμπόνια. Οι ίδιες ουλές πάνω σε μια γυναίκα με μπικίνι που γελάει προκαλούν σε κάποιους θυμό.

Δεν τους ενοχλεί η ουλή.

Τους ενοχλεί ότι η γυναίκα που τη φέρει δεν ντρέπεται γι' αυτήν.


Κεφάλαιο έβδομο: Η διαστροφική ευχαρίστηση

Υπάρχει και μια ωραιότατη λέξη: Χαιρεκακία, η ευχαρίστηση που λαμβάνει κανείς από τη δυστυχία του άλλου.

Δεν είναι ευχάριστο να παραδεχόμαστε ότι υπάρχει, αλλά υπάρχει. Και συνδέεται στενά με τον φθόνο, την ζήλια.

Όταν ζηλεύουμε κάποιον, η πτώση του μπορεί να αποκαταστήσει την ισορροπία μέσα μας. Αλλά για να απολαύσουμε την πτώση του χωρίς να νιώσουμε καθάρματα, πρέπει πρώτα να αποφασίσουμε ότι την άξιζε.

Γι' αυτό προηγείται η ηθική κατασκευή.

Είναι «ψωνισμένη»,  «βίζιτα», «Προκαλεί», «Ζει με τα λεφτά μας».

Ωραία. Τώρα επιτρέπεται η τιμωρία.

«Καλά να πάθει».

Και στο τέλος:

«Να της ξαναρίξουν βιτριόλι».

Δεν εύχεσαι πλέον βασανισμό σε ένα αθώο θύμα. Στο κεφάλι σου έχεις ήδη μετατρέψει το θύμα σε ένοχο.

Βολεύει αφάνταστα.


Τελικά, γιατί μας ενοχλεί τόσο η ευτυχία της;

Ίσως γιατί η Παλιοσπύρου έγινε ένας παράξενος καθρέφτης.

Και οι καθρέφτες δεν είναι πάντοτε ευχάριστοι.

Γιατί κοιτάζεις μια γυναίκα που έχασε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα. Και τη βλέπεις χρόνια μετά να ταξιδεύει, να γελά, να ζει.

Και μετά κοιτάζεις τη δική σου ζωή. Και ίσως δεν σου αρέσει πολύ αυτό που βλέπεις.

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης:δεν μας ενοχλεί πάντοτε η δυστυχία του άλλου. 

Μερικές φορές μας ενοχλεί πολύ περισσότερο η ικανότητά του να βγει από αυτήν.

Γιατί όσο υπέφερε, μπορούσαμε να τη λυπόμαστε. Όταν σηκώθηκε, έπρεπε να συγκριθούμε μαζί της. Και κάποιοι δεν άντεξαν τη σύγκριση. Οπότε έκαναν αυτό που κάνει ο κακοήθης φθόνος εδώ και αιώνες:αντί να προσπαθήσουν να σηκωθούν οι ίδιοι, άρχισαν να πετάνε πέτρες σε εκείνον που σηκώθηκε.

Μόνο που εδώ υπάρχει μια ιδιαίτερα αποκρουστική λεπτομέρεια.

Πετάνε πέτρες σε μια γυναίκα που χρειάστηκε δεκάδες χειρουργεία για να μπορέσει απλώς να συνεχίσει να υπάρχει.

Και όταν αυτή η γυναίκα λέει με τη ζωή της:

«Εγώ πάντως θα ζήσω»,

κάποιος από κάτω γράφει:

«Να σου ξαναρίξουν βιτριόλι».

Η κοινωνιολογία ξέρει να βαπτίζει το σύμπτωμα, η κοινωνική ψυχολογία να το εξηγεί.

Όλα είναι χρήσιμα. Όλα μας βοηθούν να καταλάβουμε τον μηχανισμό.

Αλλά αφού τον καταλάβουμε, δεν χρειάζεται και να τον εξωραΐσουμε.

Στην καθημερινή γλώσσα υπάρχει μια πολύ μικρότερη λέξη που πρέπει να γράφεται με τεράστια γράμματα.

Σκατοψυχία.

Και κανένα επιστημονικό paper δεν είναι υποχρεωμένο να μας εμποδίσει να την αναγνωρίσουμε όταν τη βλέπουμε.

Την Ιωάννα δεν την έσωσε ούτε ο πρίγκηπας, ούτε οι επτά νάνοι. Σώθηκε μόνη της και εκεί κάπου μας χάλασε το αφήγημα. Γιατί απέρριψε τον ρόλο της Χιονάτης.