Η φιλία, πάντως, την οποία στα σόσιαλ χρησιμοποιούμε καταχρηστικά, ουδεμία σχέση έχει με το σεξ. Όταν κάποιος σου στέλνει αίτημα φιλίας, δεν σου στέλνει αίτημα για σεξ, σχέση, γάμο ή κοινή φορολογική δήλωση.
Όταν, λοιπόν, μια γυναίκα αποδέχεται ένα αίτημα φιλίας, αποδέχεται ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ.
Και, για να προλάβω τους σχολαστικούς, όχι, δεν θεωρώ ότι οι δύο χιλιάδες διαδικτυακοί μου φίλοι είναι προσωπικοί μου φίλοι. Θεωρώ ότι το Facebook είναι ένα κοινωνικό δίκτυο. Ένα ψηφιακό καφενείο όπου μπορείς να συναντήσεις ανθρώπους, να ανταλλάξεις απόψεις, να διαβάσεις κάτι ενδιαφέρον, να γελάσεις, να διαφωνήσεις, να μάθεις. Δεν είναι παραλιακή περατζάδα όπου αξιολογούνται υποψήφιοι γαμπροί.
Μπορεί, ας πούμε, να αποδεχτώ το αίτημά σου επειδή είδα ότι γράφεις ενδιαφέροντα πράγματα για την εξωτερική πολιτική. Επειδή έχουμε κοινούς γνωστούς. Επειδή μου άρεσε μια φωτογραφία που τράβηξες. Επειδή θέλω να συζητήσουμε αν πρέπει να βάζουμε κιμά στα γεμιστά, αν έχει δίκιο η Βίσση ή ο Καρβέλας ή αν ο ανανάς στην πίτσα αποτελεί γαστρονομική επιλογή ή ποινικό αδίκημα.
Μπορεί και να σε αποδέχτηκα χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Δεν οφείλω να εξηγηθώ.
Αυτό που σίγουρα δεν έκανα είναι να σου δώσω το δικαίωμα να μετατρέψεις την αποδοχή σε απαίτηση προσωπικής πρόσβασης. Να μου στείλεις «καλησπέρα», να μη σου απαντήσω, να επανέλθεις, να ξανα-επανέλθεις και τελικά να απαιτήσεις να μάθεις γιατί δεν σου απαντάω. Ή, ακόμη χειρότερα, να με εγκαλέσεις επειδή δέχτηκα εξαρχής το αίτημά σου.
Τι ακριβώς περιλαμβάνει, δηλαδή, η σύμβαση που υποτίθεται ότι συνάψαμε; Πόσα μηνύματα ημερησίως οφείλω να απαντώ; Σε πόση ώρα; Με πόσα emoji; Υπάρχει και υποχρέωση αποστολής φωτογραφικού υλικού ή αυτό προβλέπεται μόνο στο premium πακέτο;
Και μιας και το αναφέραμε, όχι, δεν ενδιαφέρομαι να δω το πέος σου. Δεν το ζήτησα, δεν μου έλειπε και δεν θεωρώ ότι η αιφνιδιαστική εμφάνισή του στο Messenger αποτελεί κάποιο αξιοσημείωτο επικοινωνιακό επίτευγμα.
Αν θέλεις να επικοινωνήσουμε, υπάρχουν εκατό τρόποι. Μπορείς να σχολιάσεις κάτι που έγραψα. Να διαφωνήσεις. Μπορείς ακόμη και να εκδηλώσεις ευγενικά το ενδιαφέρον σου. Αλλά η επικοινωνία είναι δυνατότητα, όχι οφειλή. Κι ένα μήνυμα που έμεινε αναπάντητο δεν μετατρέπεται, με την πάροδο του χρόνου, σε ληξιπρόθεσμο χρέος.
Κι όμως, υπάρχουν κάμποσοι «καλοπροαίρετοι» συμβουλάτορες που δεν συμμερίζονται αυτή την αλήθεια. Είναι εκείνοι που θα σου εξηγήσουν ότι, αφού δεν θέλεις να μπλέκεις, πρέπει να προσέχεις ποιους αποδέχεσαι.
Εξαιρετική ιδέα. Πώς δεν το σκέφτηκα;
Μόνο που δεν ξέρω προκαταβολικά ποιος θα αποδειχθεί αδιάφορος, ποιος διαμάντι, ποιος πέφτουλας και ποιος τοξικός. Δεν συνοδεύεται το αίτημα φιλίας από ψυχολογική αξιολόγηση, ποινικό μητρώο και πιστοποιητικό στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς. Ούτε διαθέτω κληρονομικό χάρισμα που μου επιτρέπει να διαβάζω το μέλλον κοιτάζοντας μια φωτογραφία προφίλ.
Και είναι κάπως εντυπωσιακό ότι, κάθε φορά που ένας άνθρωπος συμπεριφέρεται πιεστικά, η προτεινόμενη λύση δεν είναι να μάθει εκείνος να σέβεται τα όρια των άλλων. Είναι να αποκτήσω εγώ καλύτερες ικανότητες πρόγνωσης.
Να είμαι κοινωνική, αλλά όχι υπερβολικά. Να δέχομαι γνωριμίες, αλλά μόνο τις σωστές. Να είμαι ευγενική, αλλά να μη δίνω θάρρος. Να μην είμαι απότομη ή αγενής, αλλά να μη δημιουργώ προσδοκίες. Να προβλέπω τον χαρακτήρα ενός αγνώστου, τις προθέσεις του, τις αντιδράσεις του και, ει δυνατόν, τις μελλοντικές του ψυχικές μεταπτώσεις.
Αν γίνουν όλα αυτά και πάλι πέσω έξω, προφανώς δεν πρόσεξα αρκετά.
Σκέφτομαι σοβαρά να ανοίξω σχολή μαντικής. Με ειδίκευση στην αναγνώριση μαλάκα από φωτογραφία προφίλ. Ζήτηση, απ' ό,τι φαίνεται, υπάρχει τεράστια.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι απλώς ότι κάποιος άγνωστος εκδηλώνει ανεπιθύμητο ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον δεν είναι προσβολή. Μπορεί να μου στείλει κάποιος ένα μήνυμα. Μπορεί να μη μου αρέσει. Μπορεί να μη θέλω να απαντήσω. Μέχρι εδώ δεν συνέβη τίποτα τρομερό.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν εκείνος θεωρεί ότι η επιθυμία του να επικοινωνήσει δημιουργεί αυτομάτως και δική μου υποχρέωση να ανταποκριθώ.
Ένα μήνυμα. Δεύτερο. Τρίτο. Κανένα αναπάντητο μήνυμα δεν τον αποθαρρύνει. Ύστερα έρχεται το «Γιατί δεν μου απαντάς;». Και, όταν δεν απαντηθεί ούτε αυτό, το «Τότε γιατί δέχτηκες το αίτημα φιλίας μου;».
Ας μεταφέρουμε για λίγο τη σκηνή στον φυσικό κόσμο. Ένας άγνωστος με πλησιάζει σε ένα μπαρ. Χαμογελάω ευγενικά, παίρνω την τσάντα μου και το ποτό μου και απομακρύνομαι. Έρχεται, λοιπόν, και στο δεύτερο σημείο στο οποίο μετακινήθηκα. Εγώ, χωρίς χαμόγελο, ξαναπαίρνω την τσάντα μου και το ποτό μου και πάω σε τρίτο σημείο του χώρου. Επανέρχεται, λοιπόν, ο τύπος: «Γιατί δεν μου μιλάς;». Δεν απαντώ και πάλι. Ξεβολεύομαι για μια ακόμη φορά και πάω πίσω στην μπάρα. Και στο τέλος έρχεται για μια ακόμη φορά κοντά μου, κολλάει τη μούρη του στη δική μου και με ρωτάει: «Τότε γιατί μου χαμογέλασες;;;;;;;».
Εκεί δεν θα μιλούσαμε πια για αθώο φλερτ. Εγώ τουλάχιστον θα ένιωθα ότι απειλούμαι.
Κι αυτό ακριβώς είναι που αρχίζει να συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Έχω φτάσει στο σημείο να φοβάμαι να αποδεχτώ αιτήματα φιλίας. Όχι επειδή δεν θέλω να γνωρίζω ανθρώπους. Το αντίθετο. Επειδή δεν μπορώ να ξέρω ποιος θα αντιμετωπίσει μια απλή αποδοχή ως ευκαιρία επικοινωνίας και ποιος ως άδεια εισόδου στην προσωπική μου ζωή, με δικαίωμα ελέγχου και απαιτήσεων.
Και κάπως έτσι, εκείνος που δεν σέβεται τα όρια συνεχίζει ανενόχλητος να στέλνει αιτήματα, ενώ εγώ αρχίζω να περιορίζω τη δική μου κοινωνικότητα για να προστατευτώ από τις αντιδράσεις του.
Δεν ξέρω αν το έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά είναι ένα παράδοξο επίτευγμα: καταφέραμε να μεταφέρουμε στο διαδίκτυο όχι μόνο τις δυνατότητες της κοινωνικής ζωής, αλλά και τους λόγους για τους οποίους μια γυναίκα φοβάται να περπατήσει μόνη της σε έναν δρόμο.
Το Facebook υποτίθεται ότι μας δίνει τη δυνατότητα να ανοίγουμε τον κόσμο μας σε περισσότερους ανθρώπους. Δεν σκοπεύω να απολογούμαι επειδή θέλω να χρησιμοποιώ αυτή τη δυνατότητα.
Και, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το κουμπί εξακολουθεί να γράφει «Αποδοχή αιτήματος φιλίας».
Όχι «Αποδοχή επίδοξου μισογύνη».










