Είναι πρωί. Ένα Boeing 737 της Flydubai πετάει από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ. Μια απολύτως συνηθισμένη πτήση. Εκατόν εβδομήντα τέσσερις άνθρωποι μέσα σε έναν μεταλλικό σωλήνα, δέκα χιλιάδες μέτρα πάνω από τη γη, κάνουν αυτό που κάνουμε όλοι στα αεροπλάνα: κοιμούνται, χαζεύουν οθόνες, τρώνε, πίνουν καφέ, συζητούν και περιμένουν να φτάσουν.
Και ξαφνικά εμφανίζεται ο κακός στο πλάνο.
Γιατί κάθε καλή ιστορία χρειάζεται έναν κακό.
Ο κακός στην ιστορία αυτή είναι ο συγκυβερνήτης, ο οποίος επιτίθεται στον πιλότο με μαχαίρι μέσα στο κόκπιτ και τον τραυματίζει σοβαρά. Εν μέσω πάλης και μαχαιρωμάτων, ο αιμόφυρτος πιλότος καταφέρνει να ανοίξει από μέσα την πόρτα του πιλοτηρίου με αποτέλεσμα δράστης και πιλότος να καταλήξουν πεσμένοι στην είσοδό του.
Κάπου εδώ η ταινία αρχίζει να θυμιζει το Speed, μόνο που αντί σε λεωφορείο είμαστε σε αεροπλάνο και στον ρόλο του Keanu Reeves είναι ένας ισραηλινός υδραυλικός που σώζει την κατάσταση, ο οποίος χωρίς να έχει την σωματοδομή του Ράμπο, καταφέρνει να αφοπλίσει και να ακινητοποιήσει τον δράστη σε κλάσματα δευτερολέπτου.
Ενταξει. Συμβαίνουν και ηρωικά πράγματα στη ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιδρούν ψύχραιμα σε ακραίες καταστάσεις.
Μόνο που το αεροπλάνο στο μεταξύ πέφτει. Με τη μύτη προς τα κάτω. Ταχύτατα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που κυκλοφόρησαν, χάνει περίπου 17.000 πόδια μέσα σε περίπου ένα λεπτό, αναπτύσσοντας τεράστιες δυνάμεις εντός της καμπίνας όπου λογικά γίνεται της κακομοίρας.
Θα περίμενε λοιπόν κάθε λογικός άνθρωπος που ξέρει στοιχειώδη φυσική, ότι άνθρωποι, κινητά, τσάντες, καφέδες και ό,τι άλλο δεν είναι βιδωμένο στο πάτωμα έχει αποκτήσει μια... ανεξάρτητη σχέση με τη βαρύτητα σε αυτά τα δραματικά δευτερόλεπτα. Κι όμως, στις εικόνες που είδαμε από το εσωτερικό του αεροπλάνου, όλα ήταν πλήρως τακτοποιημένα και τα ποτηράκια παρέμειναν όρθια στα τραπεζάκια τους.
Ψύχραιμα τα ποτήρια.
Προφανώς δεν έβλεπαν Mayday.
Γιατί ο ήρωας μας έβλεπε.
Προλαβαίνει λοιπόν να αφοπλίσει τον δράστη, να μπει στο πιλοτήριο και επειδή, σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, ήταν λάτρης της τηλεοπτικής σειράς που ερευνά αεροπορικά ατυχήματα και δυστυχήματα Mayday, αποφασίζει ότι ήρθε επιτέλους η ώρα να αξιοποιήσει όλη αυτή τη γνώση.
Εγώ βλέπω House εδώ και χρόνια, αλλά αν κάποιος καταρρεύσει μπροστά μου δεν θα τολμήσω να του κάνω τραχειοτομή.
Ο άνθρωπος μας όμως μπαίνει στο πιλοτήριο και καταφέρνει να επαναφέρει το αεροσκάφος.
Μόνος.
Ένα επιβατικό αεροπλάνο που, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, έχει χάσει χιλιάδες πόδια μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Κι εδώ αρχίζω να έχω μια μικρή απορία.
Πότε ακριβώς πρόλαβαν να συμβούν όλα αυτά;
Γιατί μέσα στο χρονικό διάστημα της απότομης απώλειας ύψους πρέπει ο πιλότος να δεχτεί την επίθεση, να μαχαιρωθεί, να ανοίξει την πόρτα, να βγουν ή να πέσουν έξω από το πιλοτήριο αυτός και ο δράστης, να αντιληφθεί ο επιβάτης τι συμβαίνει, να ορμήσει στον δράστη, να τον ακινητοποιήσει, να καταλάβει ότι πλέον έχουμε κι ένα δεύτερο μικρό προβληματάκι —πέφτει το γαμημένο αεροπλάνο— να μπει στο cockpit, να καταλάβει τι βλέπει μπροστά του και να αναλάβει τον έλεγχο.
Δεν ξέρω.
Μπορεί.
Εγώ πάντως τόση ώρα θέλω για να πάω από το δωμάτιο μου στην κουζίνα του σπιτιού μου για να δω τι έχει το ψυγείο, περπατώντας σε όρθια στάση πάνω σε οριζόντιο δάπεδο, υπό την επίδραση της κανονικής βαρύτητας 1g.
Αλλά ας πάει κι αυτό το παλιάμπελο.
Το επανέφερε ο υδραυλικός το αεροπλάνο. Το δέχομαι.
Ποιος το προσγειώνει όμως;;;;;;;;
Νέο plot twist: όλως τυχαίως, ανάμεσα στους επιβάτες υπάρχουν και δύο πιλότοι.
Διότι, αφού ο υπερήρωας-ράμπο-τηλεκπαιδευμένος πιλότος έκανε το δύσκολο κομμάτι, χρειαζόμαστε και ανθρώπους με κανονική άδεια πιλότου για το φινάλε.
Μπαίνουν λοιπόν κι αυτοί στο cockpit, αναλαμβάνουν το αεροπλάνο και το προσγειώνουν με ασφάλεια.
Τίτλοι τέλους.
Χειροκρότημα.
Μόνο που έχουμε και φωτογραφίες του ήρωα. Με αίματα στις κάλτσες, αλλά —τουλάχιστον στις εικόνες που κυκλοφόρησαν— χωρίς αντίστοιχη εικόνα στα παπούτσια.
Και κάπου εδώ περιμένω να εμφανιστεί ο Σπίλμπεργκ και να πει:
«Ρε παιδιά, λίγο παρατραβηγμένο δεν είναι;»
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα τέτοιο περιστατικό αποκλείεται να συνέβη. Ούτε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος αποκλείεται να επέδειξε πραγματικό θάρρος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα πραγματικό γεγονός αποκτά τόσο γρήγορα τέλεια δραματουργία.
Έναν κακό.
Έναν ήρωα.
Ένα αεροπλάνο γεμάτο αθώους.
Έναν τραυματισμένο πιλότο.
Μια σχεδόν βέβαιη καταστροφή.
Και τον απλό πολίτη που, την κρίσιμη στιγμή, μεταμορφώνεται σε υπεράνθρωπο και σώζει τους πάντες.
Και δύο πιλότους επιβάτες.
Πολύ καλό.
Υπερβολικά καλό.
Και τότε αρχίζει για μένα το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: πού τελειώνει το γεγονός και πού αρχίζει η κατασκευή του αφηγήματος;
Οι πραγματικές ιστορίες έχουν ένα ελάττωμα.
Είναι συνήθως μπάχαλο.
Γι' αυτό και με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο ποιος χρειάζεται αυτή την ιστορία και γιατί τη χρειάζεται τώρα.
Ο Νετανιάχου έχει επενδύσει πολιτικά επί δεκαετίες στην εικόνα του ανθρώπου που προστατεύει το Ισραήλ από έναν κόσμο γεμάτο εχθρούς. Και όταν ένας ηγέτης χρειάζεται ξανά συσπείρωση, όταν η δημοτικότητά του δοκιμάζεται και οι εκλογές πλησιάζουν, ένας κακός που επιτίθεται κι ένας ηρωικός Ισραηλινός που σώζει δεκάδες ζωές είναι σχεδόν υπερβολικά βολική ιστορία.
Ο Νετανιάχου, αν μη τι άλλο, φαίνεται να έχει μελετήσει πολύ καλά τον Χίτλερ. Όχι με τη γελοία έννοια ότι έχει την αφίσα του στο υπνοδωμάτιό του, αλλά με την πολύ πιο σκοτεινή έννοια: έχει καταλάβει εξαιρετικά καλά πώς χρησιμοποιείται πολιτικά ο φόβος. Πώς κατασκευάζεται ένας μόνιμος εχθρός. Πώς συσπειρώνεται ένας λαός γύρω από τον ηγέτη που υπόσχεται να τον προστατεύσει. Πώς ένα πραγματικό γεγονός παύει να είναι απλώς γεγονός και γίνεται αφήγημα.
Και ναι, ο εθνικιστικός, επεκτατικός σιωνισμός είναι ιδεολογικό πρωτοξαδέλφι του ναζισμού. Όταν αρχίζεις να χωρίζεις ανθρώπους σε «εμάς» και «αυτούς», να αποδίδεις διαφορετική αξία και διαφορετικά δικαιώματα ανάλογα με την εθνότητα, την καταγωγή και την γη και να θεωρείς ότι η επιβίωση του δικού σου λαού δικαιολογεί σχεδόν οτιδήποτε συμβεί στον άλλο, η συγγένεια των δυο ιδεολογιών βγάζει μάτι.
Και γι' αυτό μου έρχεται αναπόφευκτα στο μυαλό το Ράιχσταγκ.
Όχι επειδή γνωρίζω ότι κάποιος «έστησε» το περιστατικό του αεροπλάνου. Δεν το γνωρίζω. Όπως άλλο πράγμα είναι το ποιος έβαλε τη φωτιά στο Ράιχσταγκ κι άλλο —ιστορικά απολύτως ουσιώδες— το πώς ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τη φωτιά.
Αυτό ακριβώς είναι που με ενδιαφέρει.
Όχι μόνο αν κάτι συνέβη.
Αλλά ποιος το αφηγείται, πώς το αφηγείται, τι παραλείπει και κυρίως τι κερδίζει από την αφήγηση.
Γιατί αν όντως ένα αεροπλάνο έχασε 17.000 πόδια, ένας πιλότος μαχαιρώθηκε, ένας επιβάτης πάλεψε με τον δράστη, τον ακινητοποίησε, μπήκε στο πιλοτήριο, θυμήθηκε τα επεισόδια του Mayday, επανέφερε μόνος του το αεροσκάφος και στη συνέχεια εμφανίστηκαν ως από μηχανής θεοί δύο πιλότοι για να το προσγειώσουν, ενώ τα ποτήρια παρέμεναν ατάραχα στα τραπεζάκια τους...
Εγώ θα κρατήσω μια πισινή.
Και το House.
Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να το παίξω γιατρός κι εγώ.









.png)
