Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Λέγεται γυναικεία χειραφέτηση κι όχι φεμιναζισμός, μικρέ σεξιστάκο.

 



Κάποτε οι γυναίκες δεν μπορούσαν να ψηφίσουν.

Οι σουφραζέτες χρειάστηκε να αγωνιστούν για δεκαετίες για κάτι που σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο: ότι μια ενήλικη γυναίκα είναι πολίτης και δικαιούται πολιτική φωνή. Στη Βρετανία η πλήρης εκλογική ισότητα με τους άνδρες ήρθε το 1928. Στην Ελλάδα οι γυναίκες ψήφισαν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές το 1956.

Δεν μιλάμε για τον Μεσαίωνα.

Μιλάμε για τις γιαγιάδες μας.

Ακολούθησαν δεκαετίες γυναικείων και φεμινιστικών κινημάτων που διεκδίκησαν κάτι εξαιρετικά απλό: η γυναίκα να αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτος άνθρωπος και πολίτης και όχι ως ακολούθημα ή ιδιοκτησία του πατρός της ή του συζύγου της.

Η Ελλάδα έκανε ένα τεράστιο άλμα προς την πρόοδο τη δεκαετία του 1980, με την καθιέρωση του πολιτικού γάμου, την αναδιαμόρφωση του οικογενειακού δικαίου, την κατάργηση της προίκας, την αποποινικοποίηση της μοιχείας, την νομοθέτηση του συναινετικού διαζυγίου, την ισότητα στις εργασιακές σχέσεις. 

Κι αν νομίζετε ότι όλα αυτά έγιναν επειδή μια ωραία πρωία ξύπνησε ολόκληρη η ελληνική κοινωνία προοδευτική, πλανάστε. Οι αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο συνάντησαν σοβαρές αντιδράσεις. Ο πολιτικός γάμος καταψηφίστηκε από τη ΝΔ και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από την Εκκλησία και όχι μόνο. Μέχρι και ακαδημαϊκοί κύκλοι είχαν ενστάσεις για αυτές τις αλλαγές. Λογικό φυσικά, μιας και τότε η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών εδρών ήταν στην κατοχή κυρίως αντρών. 

Αυτά που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα κάποτε θεωρήθηκαν επικίνδυνες ανατροπές. Κάπως έτσι λειτουργεί όμως συνήθως η κοινωνική πρόοδος. Αρχικά οι γυναίκες που τη διεκδικούν χαρακτηρίζονται ακραίες, ανήθικες και επικίνδυνες και μερικές δεκαετίες αργότερα οι κατακτήσεις τους θεωρούνται τόσο αυτονόητες, ώστε κανείς δεν θυμάται ποια “φεμιναζί” χρειάστηκε να αγωνιστεί για να τις αποκτήσουμε.

Και τώρα λοιπόν έχουμε ισότητα;

Όχι. 

Έχουμε απλά πολύ λιγότερη ανισότητα από αυτήν που βίωσαν οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας. 

Οι γυναίκες αποτελούν σήμερα περίπου το 24% της ελληνικής Βουλής, ενώ οι μέσες ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές των γυναικών είναι περίπου 13% χαμηλότερες από των ανδρών.

Και η ανισότητα δεν βρίσκεται μόνο στους μισθούς, στις δουλειές και στις θέσεις εξουσίας.

Βρίσκεται κυρίως μέσα μας, βρίσκεται στις νοοτροπίες μας.

Σύμφωνα με το EIGE, στην Ελλάδα το 64% των ανδρών θεωρεί απολύτως  αποδεκτό ένας άνδρας να ελέγχει τα χρήματα της γυναίκας του. Τα προσωπικά της χρήματα.

Και πριν αρχίσουμε να δείχνουμε μόνο τους άνδρες με το δάχτυλο, το ίδιο θεωρεί και το 48% των Ελληνίδων. Μία στις 2 γουστάρει να κάνει κουμάντο ένας άντρας στο πορτοφόλι της.

Κι αυτό ίσως εξηγεί καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί η νομική ισότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως κοινωνική χειραφέτηση.

Μπορείς να αλλάξεις έναν νόμο μέσα σε μία νύχτα.

Για να αλλάξεις αντιλήψεις αιώνων χρειάζονται γενιές και γενιές.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια κατηγορία που προσωπικά βρίσκω ιδιαίτερα θλιβερή: οι ίδιες οι γυναίκες που αποκαλούν «φεμινάζι» κάθε γυναίκα που εξακολουθεί να διεκδικεί πλήρη ισότητα.

«Τι άλλο θέλετε πια;»

«Άντρας είναι.»

«Θα κάνει και το κέφι του.»

«Θα πει και μια κουβέντα παραπάνω.»

«Αυτή πήγαινε γυρεύοντας.»

«Τον τύλιξε.»

«Κάτι θα του έκανε κι αυτή.»

Μόνο που αυτές οι αντιλήψεις δεν σκάβουν τον λάκκο κάποιας αφηρημένης «φεμινίστριας».

Σκάβουν τον δικό τους. 

Και των κορών τους. 

Ίσως, με διαφορετικό τρόπο, και των γιων τους.

Γιατί τα παιδιά δεν μαθαίνουν τι σημαίνει άνδρας και γυναίκα μόνο από τα βιβλία.

Ένα αγόρι που μεγαλώνει ακούγοντας «άντρας είναι», «έχει τις ανάγκες του», «θα ξεφύγει και λίγο», ενώ για το κορίτσι ακούει «να προσέχει», «να μην προκαλεί», «να μη δίνει δικαιώματα», δεν γεννιέται βιαστής ή κακοποιητής. Όλοι αυτοί που ξυλοκοπούν, δολοφονούν και βιάζουν έμαθαν ότι μπορούν ή ακόμα και ότι οφείλουν να το κάνουν.

Ο μέσος άνδρας μαθαινει κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο: ότι η ανδρική επιθυμία δικαιολογεί περισσότερα και η γυναικεία ελευθερία οφείλει να περιορίζεται για να τα προλαμβάνει.

Και το κορίτσι μαθαίνει το συμπληρωματικό μάθημα: αν κάποτε κάποιος παραβιάσει τα όριά της, η πρώτη ερώτηση μπορεί να μην είναι «τι σου έκανε;», αλλά «εσύ τι έκανες και τον προκάλεσες;»

Κι εδώ υπάρχει μια ειρωνεία.

Πολλοί από τους ανθρώπους που φρίττουν —και δικαίως— με τους Ταλιμπάν και τις ισλαμιστικές θεοκρατίες, αναπαράγουν μια παρεμφερή εκδοχή της ίδιας πατριαρχικής αντίληψης για την θέση και τον ρόλο των γυναικών.

Προφανώς το «μη φοράς αυτό γιατί προκαλείς» δεν είναι το ίδιο με ένα θεοκρατικό καθεστώς που επιβάλλει στις γυναίκες πώς θα ντυθούν, αν θα μορφωθούν ή αν θα κυκλοφορήσουν.

Η κλίμακα είναι ασύγκριτη.

Η βασική ιδέα όμως έχει συγγένεια: η γυναικεία ελευθερία, αυτοδιάθεση, έκφραση και σεξουαλικότητα θεωρείται κάτι που πρέπει να χαλιναγωγείται για να προσαρμοστεί στα ανδρικά θέλω.

Και μετά, μέσα από αυτό το πλαίσιο γεννιέται και η βία.

Στην Ελλάδα το 37% των γυναικών δηλώνουν ότι έχουν υποστεί σωματική ή/και σεξουαλική βία από την ηλικία των 15 ετών. Παγκοσμίως, περίπου 51.100 γυναίκες και κορίτσια δολοφονήθηκαν το 2023 από σύντροφο ή μέλος της οικογένειάς τους. Μία κάθε δέκα λεπτά.

Μπορεί τα θύματα δολοφονιών παγκοσμίως να είναι κατά κύριο λόγο άνδρες, μόνο που οι άνδρες δολοφονούνται κυρίως από άλλους άνδρες. Στις γυναίκες υπάρχει μια ανατριχιαστική ιδιαιτερότητα: ένας από τους ανθρώπους από τους οποίους μπορεί να κινδυνεύουν περισσότερο είναι αυτός με τον οποίο μοιράζονται το σπίτι και το κρεβάτι τους.

Γι’ αυτό δεν με διασκεδάζει  καθόλου το:«Τι άλλο θέλουν πια οι φεμινίστριες;»

Με κάνει και αηδιάζω.

Γιατί αυτό που θέλουν οι φεμινίστριες  είναι αυτό που πάντα ήθελαν.

Να μην καθορίζει το φύλο μας πόσα θα πληρωνόμαστε, πόσο εύκολα θα φτάσουμε σε μια θέση εξουσίας, πόσο ελεύθερα θα διαθέτουμε το σώμα, τα χρήματα και τη ζωή μας και πόσο πιθανό είναι να υποστούμε βία επειδή γεννηθήκαμε γυναίκες.

Και αφορά και τους άνδρες. Γιατί κι ένα αγόρι αξίζει να μεγαλώσει χωρίς να του μαθαίνουν ότι ανδρισμός σημαίνει κυριαρχία, επιβολή και δικαίωμα πάνω στη γυναίκα.

Η πατριαρχία δεν κληρονομείται μόνο από πατέρα σε γιο. Μπορεί κάλλιστα να κληρονομηθεί και από μάνα σε κόρη — ή από μάνα σε γιο.

Οι σουφραζέτες κέρδισαν την ψήφο. 

Οι επόμενες γενιές κέρδισαν δικαιώματα που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητα.

Δεν μας τα χάρισε κανείς.

Και το γεγονός ότι σήμερα πολλά από αυτά μας φαίνονται αυτονόητα δεν αποδεικνύει ότι ο φεμινισμός έγινε περιττός.

Αποδεικνύει ότι πέτυχε.

Οι αριθμοί αποδεικνύουν απλώς ότι δεν τελείωσε ακόμη τη δουλειά του.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Αχ, καλέ, απαγορευόταν; Δεν το ήξερα! Αμ, δε. Όφειλες να το ξέρεις. Τι είσαι δα; Έλληνας μπάτσος;



Υπάρχει μια υπέροχη απαίτηση που έχει το ελληνικό κράτος από τον πολίτη του: να γνωρίζει τους νόμους. Όλους τους νόμους.

Όχι στο περίπου. Όχι ό,τι είναι λογικό να γνωρίζει ένας μέσος άνθρωπος, π.χ. περί ανθρωποκτονίας, βιασμού, ληστείας κ.ο.κ. Όχι. Οφείλεις να ξέρεις τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται και η άγνοιά σου, κατά κανόνα, δεν αποτελεί μαγικό χαρτάκι απαλλαγής από τις συνέπειες.

Δεν μπορείς κάθε φορά που παρανομείς να εμφανίζεσαι ενώπιον του δικαστή με ύφος μικρού παιδιού που έσπασε το βάζο:

«Αχ, καλέ, απαγορευόταν; Δεν το ήξερα».

Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν αναρωτηθείς ποιος ακριβώς οφείλει να γνωρίζει την ελληνική νομοθεσία σε αυτή τη χώρα.

Εγώ;

Προφανώς.

Ο νομοθέτης;

Η διοίκηση;

Η Αστυνομία που καλείται να εφαρμόσει τον νόμο και να ενημερώσει τον πολίτη;

Γιατί να ξέρουν οι μπάτσοι τους νόμους, καλέ;

Ενώ ο μέσος πολίτης, που δεν έχει σπουδάσει Αστικό, Ποινικό ή οποιοδήποτε άλλο Δίκαιο, οφείλει να κινείται μέσα σε ένα χάος νόμων, τροποποιήσεων, αποφάσεων και εγκυκλίων χωρίς να πατήσει λάθος πλακάκι.

Τότε όμως εσύ, κράτος μου ανεκδιήγητο, οφείλεις τουλάχιστον να ξέρεις τι γράφουν τα ρημάδια τα πλακάκια που εσύ έστρωσες.

Και ποιοι τα συντηρούν.

Δεν μπορείς, κράτος μου αχαρακτήριστο, να απαιτείς από τον πολίτη ακρίβεια χειρουργού και από τους επίσημους θεσμούς σου να πιάνουν με το ζόρι τη βάση.

Κι όμως, φτάνουμε στο σημείο η Ελληνική Αστυνομία να δημοσιεύει ενημερωτικό υλικό για το τι προβλέπει ο νόμος για τα ζώα συντροφιάς στις παραλίες και, ανοίγοντας τον ίδιο τον νόμο, να διαβάζεις άλλα.

Πηγή: Anna Bitsani


Δεν με ενδιαφέρει εδώ αν πρόκειται για σκύλους και παραλίες. Θα μπορούσε να αφορά οτιδήποτε.

Με ενδιαφέρει το παράδοξο:

Αν ο πολίτης καταλάβει λάθος τον νόμο, το πρόβλημα είναι του πολίτη.

Αν η κρατική αρχή τού εξηγήσει λάθος τον νόμο, πάλι το πρόβλημα καταλήγει στον πολίτη.

Μιλάμε και για γαμώ τα συστήματα!

Και μετά έρχεται η συκοφαντική δυσφήμιση και το πράγμα αποκτά σχεδόν ποιητική διάσταση.

Για να καταδικαστεί κάποιος επειδή διέδωσε ένα ψευδές γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη ενός ανθρώπου, δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι αυτό που είπε ήταν ψευδές. 

Πρέπει να αποδειχθεί ότι γνώριζε πως ήταν ψευδές.

Κι εδώ κάπου λατρεύω τη συνέπεια του συστήματος.

Όταν πρόκειται για τον νόμο, εγώ οφείλω να γνωρίζω. 

Όταν πρόκειται για το ψέμα που διαδίδεις για μένα, εγώ πρέπει να αποδείξω ότι εσύ γνώριζες ότι επρόκειτο για ψέμα.

Εγώ δεν μπορώ να πάω στο δικαστήριο και να πω:

«Αχ, δεν ήξερα ότι απαγορευόταν».

Ο άλλος όμως μπορεί να αθωωθεί από τη συκοφαντική δυσφήμιση με το:

«Δεν ήξερα ότι ήταν ψέμα. Έτσι νόμιζα».

Η δική μου άγνοια δεν με σώζει. Η δική του μπορεί.

Ποίηση. Ελληνική νομοθετική ποίηση.

Και το καλύτερο;

Ο απλός άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει τον νόμο. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος νόμος μπορεί να είναι τόσο περίπλοκος, ώστε να χρειάζονται δικηγόροι, δικαστές και δεκάδες σελίδες νομικών συλλογισμών για να αποφασιστεί τι ακριβώς σημαίνει.

Αλλά εσύ όφειλες να ξέρεις.

Εσύ που δεν έχεις σπουδάσει Νομική.

Εσύ που μπορεί να χρειαστεί να πληρώσεις δικηγόρο για να σου εξηγήσει αυτό που, σύμφωνα με το ίδιο το σύστημα, ήσουν εξαρχής υποχρεωμένος να γνωρίζεις.

Κι αν τελικά απαιτείς από εμένα να γνωρίζω τον νόμο καλύτερα από εκείνον που τον γράφει, εκείνον που τον εφαρμόζει και εκείνον που με ενημερώνει γι' αυτόν, έχω μία απορία:

Εμένα γιατί δεν με πληρώνετε;

«Νέο πλαίσιο για την ευζωία των ζώων συντροφιάς – Πρόγραμμα ΑΡΓΟΣ»): ν. 4830/2021 https://pet.gov.gr/wp-content/uploads/2024/03/4830-2021-nomos-zoa-syntrofias.pdf?utm_source=chatgpt.com

Συκοφαντική δυσφήμηση-Ποινικός Κώδικας (ν. 4619/2019), άρθρο 363, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 του ν. 5090/2024https://www.e-nomothesia.gr/docs/web/fek/n50902024-fek.pdf?utm_source=chatgpt.com

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Η τοξικότητα δεν μένει στην οθόνη. Πίσω από τα πληκτρολόγια υπάρχουν άνθρωποι.



 

«Που να σου ρίξει κι άλλο βιτριόλι.»

«Λαθροπιθήκι.»

«Αποτυχημένο τσίρκουλο.»

«Ξεκωλιάρα.»

Πουτάνα, καριόλα, σιχαμένη, χοντροκώλα, αράπη, γύφτουλα...




Κάτω από μια οποιαδήποτε ανάρτηση στα social media υπάρχει πληθώρα τέτοιων σχολίων. Και δεν χρειάζεται καν να αφορά κάποιο από τα παραδοσιακά θέματα-τζηζ, όπως η πολιτική, η μετανάστευση ή η θρησκεία.

Δεν μακιγιάρεται η Ελληνίδα επταθλήτρια Αναστασία Ντραγκομίροβα όπως αρέσει στον κάφρο; Βρίζει.

Ανεβάζει η Effie χαζοχαρούμενα βιντεάκια; Ο κάφρος χυδαιολογεί.

Τολμάει η Αφροελληνίδα Ίντρα Κέην να αναπνέει; Βρισίδια και πάλι.

Κι όχι μόνο.

Κατάρες, απειλές, προτροπές σε βία.

Να βγει, λέει, η καταδικασμένη και να ρίξει κι άλλο βιτριόλι στην Ιωάννα Παλιοσπύρου, επειδή είναι... σπαστικιά. Το «σε βρίσκω εκνευριστική έτσι, απλά επειδή υπάρχεις» μετατρέπεται  με απόλυτη φυσικότητα, σε ευχή για κακούργημα. Απόλυτα λογικό! Και κυρίως εποικοδομητικό.








Όπως λογικό φαίνεται σε κάποιους να πυροβολούν έναν σκύλο μέσα σε περιφραγμένη αυλή, ακόμη και όταν εκεί παίζει ένα παιδί.

Ή να πατούν επίτηδες με το αυτοκίνητο έναν σκύλο που κοιμάται στην μέση ενός επαρχιακού δρόμου.









Ή να δολοφονούν τη σύντροφό τους, νυν ή πρώην.

Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για «τοξικότητα του διαδικτύου».

Δεν είναι πρόβλημα του διαδικτύου. 

Είναι πρόβλημα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο

Πίσω από τα πληκτρολόγια υπάρχουν άνθρωποι.

Ακόμη και πίσω από τα ψεύτικα προφίλ, τις ελληνικές σημαίες, τις Παναγίες, τα λουλούδια και τα ανύπαρκτα ονοματεπώνυμα, υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος.

Και πολλοί δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κρυφτούν.

Βρίζουν με ονοματεπώνυμο.

Απειλούν με φωτογραφία.

Γράφουν ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια έχοντας δίπλα στο όνομά τους τη φάτσα τους, τη δουλειά τους, το χωριό τους, καμιά φορά και φωτογραφία αγκαλιά με τα παιδιά τους.

Δεν ντρέπονται.

Κι αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό απ’ όλα.

Γιατί σημαίνει ότι δεν θεωρούν πως κάνουν κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντραπούν.

Ο άνθρωπος που αποκαλεί μια μαύρη γυναίκα «λαθροπίθηκο» δεν εξαφανίζεται όταν κλείσει το Facebook.

Είναι ο συνάδελφός σου, ο προϊστάμενός σου, ο γείτονάς σου, ο τύπος στο διπλανό τραπέζι, ο σύντροφος της κόρης σου, η μάνα κάποιου παιδιού, ο πατέρας μιας δεκατετράχρονης.

Είναι η κυρία που αύριο το πρωί θα σου πει χαμογελαστή «καλημέρα» στο ασανσέρ.

Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τη διαδικτυακή τοξικότητα σαν να είναι ένα φαινόμενο που γεννήθηκε μέσα στα social media.

Δεν είναι.

Είναι η τοξικότητα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί τα social media.

Το πληκτρολόγιο δεν εμφύτευσε σε κανέναν ρατσισμό, μισογυνισμό, σαδισμό ή περιφρόνηση για τον άλλον. Του έδωσε απλώς έναν εύκολο χώρο για να τα εκφράσει — και, συχνά, του έδωσε και παρέα.

Γράφει ο ένας «πουτάνα».

Δεκαπέντε like.

Ο δεύτερος γράφει κάτι χειρότερο.

Γέλια. Καρδούλες. «Πες τα!»

Και κάπως έτσι η χυδαιότητα γίνεται τρόπος επικοινωνίας.

Η απανθρωπιά αστείο.

Ο ρατσισμός «άποψη».

Η απειλή «νεύρα της στιγμής».

Το bullying «πλάκα».

Και τίποτα από αυτά δεν μένει αναγκαστικά μέσα στην οθόνη.

Γιατί όποιος εξοικειώνεται καθημερινά με το να αντιμετωπίζει τον άλλον σαν σκουπίδι δεν αποκτά μαγικά ενσυναίσθηση μόλις αφήσει το κινητό στο κομοδίνο.

Στον πραγματικό κόσμο αυτή η περιφρόνηση παίρνει διαφορετικές μορφές: κακοποίηση ζώων, ενδοοικογενειακή βία, bullying, ρατσιστική και σεξιστική βία, εξευτελισμό ανθρώπων επειδή είναι χοντροί, θηλυπρεπείς, μαύροι, φτωχοί ή απλώς διαφορετικοί.

Δεν είναι όλα αυτά το ίδιο πράγμα.

Έχουν όμως μια κοινή πρώτη ύλη:

την εξοικείωση με την απανθρωποποίηση του άλλου.

Τη στιγμή που ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται «πίθηκος», «πουτάνα», «ανώμαλος», «σκουπίδι», γίνεται ευκολότερο να τον εξευτελίσεις.

Κι όταν ο εξευτελισμός κανονικοποιείται, το επόμενο όριο μετακινείται λίγο πιο πέρα.

Και μετά λίγο πιο πέρα ακόμη.

Μέχρι που κάποια στιγμή δεν ξέρεις πια πού ήταν το όριο.

Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο όταν διαβάζω τα σχόλια κάτω από τέτοιες αναρτήσεις.

Όχι ότι το ίντερνετ είναι ένας άσχημος τόπος.

Αλλά ότι όλοι αυτοί, μόλις γράψουν το σχόλιό τους, κλείνουν το κινητό και βγαίνουν έξω.

Κυκλοφορούν ανάμεσά μας.

Και ναι.

Είναι επικίνδυνοι.

Συχνά δε είναι οι υπαίτιοι αυτοκτονιών, ειδικά εφήβων.


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Όταν το «Fuck Israel» μεταφράζεται σε «Fuck the Jews»: πώς θολώνει η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική κριτική και τον αντισημιτισμό.

Μπορεί η οργή απέναντι στις πρακτικές του Ισραήλ να μετατραπεί σε αντισημιτισμό; 



Προφανώς μπορεί. 

Το ενδιαφέρον ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν αυτό είναι ηθικά απαράδεκτο. Είναι και πώς δημιουργείται ένας τέτοιος μηχανισμός γενίκευσης και κατά πόσο ορισμένες μορφές δημόσιου λόγου και πράξεων συμβάλλουν, έστω ακούσια, στην ενίσχυσή του.

Αντισημιτισμός. Μια ρατσιστική έννοια.

Ο όρος «αντισημιτισμός» παρουσιάζει μια γλωσσική ιδιομορφία. Οι σημιτικές γλώσσες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα εβραϊκά και τα αραβικά. Ιστορικά, ωστόσο, ο όρος Antisemitismus καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα ειδικά για την εχθρότητα προς τους Εβραίους και με αυτή τη σημασία χρησιμοποιείται σήμερα. Και πρόκειται για ωμό ρατσισμό.

Στην κοινωνική ανθρωπολογία όμως υπάρχει η έννοια του entitativity, δηλαδή ο βαθμός στον οποίο αντιλαμβανόμαστε μια ομάδα ως ενιαία και ομοιογενή οντότητα. Όσο περισσότερο οι «άλλοι» γίνονται αντιληπτοί ως ένα συμπαγές «αυτοί», τόσο ευκολότερα υποχωρεί η ατομική ευθύνη μπροστά στη συλλογική.

Με απλά λόγια, η ανθρώπινη ψυχολογία έχει την τάση να γενικεύει, να τσουβαλιάζει.

Και το τσουβάλιασμα γίνεται ακόμη ευκολότερο όταν η ίδια η ομάδα ή, ακριβέστερα, κάποιοι από εκείνους που μιλούν δημόσια εξ ονόματός της θολώνει τις διαχωριστικές γραμμές.

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.

Μια Ισραηλινή ή Εβραία τουρίστρια ακούει σε κάποια χώρα που έχει πάει για διακοπές και όχι για να κάνει πολιτική προπαγάνδα το σύνθημα «Fuck Israel» και νιώθει την ανάγκη να ανεβάσει ένα βίντεο στο TikTok καταγγέλλοντας την επίθεση που δέχθηκε, βαπτίζοντας την αντισημιτική.

Μόνο που δεν άκουσε «Fuck the Jews».

Άκουσε «Fuck Israel».

Ποιος λοιπόν κάνει πρώτος την εξίσωση;

Γιατί το Ισραήλ είναι κράτος. Η κυβέρνηση Νετανιάχου είναι κυβέρνηση. Ο Ισραηλινός είναι πολίτης ενός κράτους. Και ο Εβραίος είναι άνθρωπος συγκεκριμένης εθνοθρησκευτικής ταυτότητας που μπορεί να ζει στο Τελ Αβίβ, στην Αθήνα, στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη και να έχει οποιαδήποτε πολιτική άποψη.

Δεν είναι συνώνυμα.

Όταν όμως η επίθεση στο Ισραήλ ερμηνεύεται αυτομάτως ως επίθεση στους Εβραίους, αυτός που κάνει την ερμηνεία συγχωνεύει μόνος του τις έννοιες. Αυτοτσουβαλιάζεται.

Και εδώ υπάρχει μια αντίφαση που δεν γίνεται να παραβλέπουμε.

Δεν μπορείς από τη μία να λες στον κόσμο ότι «όταν επιτίθεσαι στο Ισραήλ, επιτίθεσαι στους Εβραίους» και από την άλλη να εξοργίζεσαι όταν ο ίδιος κόσμος αρχίζει να ταυτίζει τους Εβραίους με το Ισραήλ.

Ή οι έννοιες ταυτίζονται ή δεν ταυτίζονται.

Και φυσικά δεν ταυτίζονται.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο μέσα στο σημερινό πλαίσιο. Ο κόσμος παρακολουθεί νεκρούς και τραυματισμένους Παλαιστινίους, παιδιά, κατεστραμμένες γειτονιές, εκτοπισμένους ανθρώπους και μια ανθρωπιστική καταστροφή τεράστιας κλίμακας.

Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα βλέπει έναν Ισραηλινό να εμφανίζεται στα social media να κλαίγεται ως θύμα επειδή κάποιος του φώναξε «Fuck Israel».

Η αυθόρμητη αντίδραση κάποιων θα είναι αναπόφευκτα:

«Αυτό είναι που σε απασχολεί τώρα; Το μικρό εγώ σου και μόνο;»

Και από την ενόχληση στον θυμό η απόσταση είναι μικρή. 

Από τον θυμό στη γενίκευση επίσης.

Δεν λέω ότι καλώς συμβαίνει.

Λέω ότι συμβαίνει.

Ας μεταφέρουμε για μια στιγμή τον ίδιο μηχανισμό σε μια άλλη ιστορική περίοδο, όχι για να εξισώσουμε ιστορικά γεγονότα, αλλά για να δούμε καθαρότερα τη λογική του.

Φανταστείτε έναν Γερμανό το 1942 να ακούει «Fuck the Nazis», ενώ βρίσκεται σε ένα μπαρ στις ΗΠΑ φερ' ειπείν και να καταγγέλλει ότι δέχθηκε ρατσιστική επίθεση ως Γερμανός.

Η πρώτη εύλογη απορία θα ήταν:

Γιατί θεωρείς ότι όταν έβρισαν τους ναζί έβρισαν εσένα; Μήπως γιατί αναγνωρίζεις μέσα σου κάποιο ναζιστικό κομμάτι;

Και αν, ενώ το καθεστώς της χώρας του διέπραττε φρικαλεότητες, εκείνος επέμενε να μιλά αποκλειστικά για τη δική του προσβολή και τη δική του θυματοποίηση, θα ήταν πράγματι τόσο ανεξήγητο αν κάποιος άρχιζε να αισθάνεται αποστροφή όχι μόνο για τους ναζί αλλά και για τον συγκεκριμένο Γερμανό;

Το πρόβλημα αρχίζει στο επόμενο βήμα: όταν «ο συγκεκριμένος Γερμανός» γίνεται «οι Γερμανοί».

Η ανθρωπότητα χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αποσυνδέσει στη συλλογική της συνείδηση τον Γερμανό από τον ναζί. Και σε αυτή την αποσύνδεση συνέβαλαν τελικά αποφασιστικά και οι ίδιοι οι Γερμανοί.

Η μεταπολεμική Γερμανία αναμετρήθηκε με τα εγκλήματα του ναζισμού. Τα δίδαξε. Τα ερεύνησε. Έστησε μνημεία στα θύματά του. Δεν απαίτησε απλώς από τον υπόλοιπο κόσμο να ξεχάσει και να πάψει να την κοιτά με καχυποψία. Έκανε την αυτοκριτική μέρος της μεταπολεμικής της ταυτότητας.

Και αυτό έχει σημασία.

Γιατί το «μη με τσουβαλιάζεις» γίνεται πολύ πιο πειστικό όταν συνοδεύεται από το: «Δεν τσουβαλιάζομαι ούτε εγώ, δεν ταυτίζομαι ούτε στο ελάχιστο με εκείνους που διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα».

Υπάρχουν φυσικά Εβραίοι και Ισραηλινοί που το κάνουν ήδη. 

Καταγγέλλουν τις πολιτικές της κυβέρνησης Νετανιάχου, διαδηλώνουν, αντιδρούν, αρνούνται να επιτρέψουν σε ένα κράτος ή σε μια κυβέρνηση να μονοπωλήσει την ταυτότητά τους. 

Και ακριβώς η ύπαρξή τους αποδεικνύει πόσο παράλογη είναι η εξίσωση Εβραίος = Ισραήλ = κυβέρνηση Νετανιάχου.

Όταν όμως κάποιος ακούει «Israel» και απαντά «Jews», κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Θολώνει ο ίδιος τη γραμμή που αύριο θα χρειαστεί για να προστατευτεί από τη συλλογική ενοχοποίηση.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Δεν μπορεί το Israel = Jews να χρησιμοποιείται όταν πρέπει να καταγγελθεί μια προσβολή ως αντισημιτική και το Israel ≠ Jews όταν πρέπει να απορριφθεί η συλλογική ευθύνη.

Γιατί κάποια στιγμή ο απέναντι μπορεί να δεχτεί την πρώτη εξίσωση.

Η εξήγηση ενός ρατσιστικού αντανακλαστικού δεν αποτελεί δικαιολόγησή του. Αλλά αν πραγματικά θέλουμε να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται τέτοια αντανακλαστικά, πρέπει να εξετάζουμε και τις διαδικασίες που τα τροφοδοτούν.

Και μία από αυτές είναι η συστηματική σύγχυση ανάμεσα στο κράτος του Ισραήλ, την κυβέρνησή του, τους πολίτες του και τους Εβραίους συνολικά.

Τη γραμμή που απαιτείς από τον άλλον να μη διασχίσει, δεν γίνεται να τη σβήνεις εσύ κάθε φορά που σε βολεύει.


Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Να φύγετε! Να πάτε αλλού! Η αλλιώς όταν η κατάσταση ζέχνει (από παντού) ρατσισμό.

«Η Χαμάς χρησιμοποιεί τους αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες».



Υπάρχει ένα σαθρό και απάνθρωπο επιχείρημα που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά απο τους φιλοσιωνιστές κάθε φορά που γίνεται λόγος για τους νεκρούς αμάχους και, κυρίως, για τα νεκρά παιδιά στη Γάζα: «Η Χαμάς χρησιμοποιεί τους αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες».

Και κάπου εκεί, για ορισμένους άνιωθους δίποδους, τελειώνει η συζήτηση. 

Η Χαμάς βρίσκεται ανάμεσα στους αμάχους, άρα για τον θάνατο των αμάχων ευθύνεται η Χαμάς. Το Ισραήλ βομβαρδίζει, αλλά κατά έναν παράδοξο τρόπο δεν ευθύνεται για εκείνους που σκοτώνουν οι βόμβες του. 

Και αν ανάμεσα στους νεκρούς βρίσκονται παιδιά, η απάντηση παραμένει η ίδια: «Τι να κάνει το δύσμοιρο αμυνόμενο κράτος του Ισραήλ; Εκεί κρύβονται οι ισλαμιστές τρομοκράτες που θέλουν να αφανίσουν τους απανταχού Εβραίους».

Ας κάνουμε λοιπόν μια υπόθεση εργασίας.

Έστω ότι ένας Έλληνας εγκληματίας, ένας άνθρωπος που έχει δολοφονήσει, είναι οπλισμένος, καταζητείται και θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνος, καταφεύγει σε ένα νηπιαγωγείο. Μέσα βρίσκονται πενήντα παιδιά. Τι πρέπει να κάνει η αστυνομία; Να ισοπεδώσει το νηπιαγωγείο; Και όταν ανασύρονται από τα συντρίμμια τα διαμελισμένα πτώματα μικρών παιδιών, να ανακοινώσει ότι αποκλειστικά υπεύθυνος για τον θάνατό τους είναι ο εγκληματίας επειδή «τα χρησιμοποίησε ως ανθρώπινες ασπίδες»; 

Προφανώς όχι.

Η παρουσία ενός εγκληματία ανάμεσα σε αθώους ανθρώπους δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση να μετατρέπει τους αθώους σε θεμιτούς στόχους. Αντιθέτως, αυξάνει την υποχρέωση εκείνου που χρησιμοποιεί ένοπλη βία να προστατεύσει τους αμάχους. Αυτή ακριβώς είναι η λογική πάνω στην οποία στηρίζονται οι αρχές της διάκρισης, της αναλογικότητας και των προφυλάξεων στο διεθνές δίκαιο.

Και βέβαια, αν πράγματι μια ένοπλη οργάνωση χρησιμοποιεί σκόπιμα αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες, αυτό αποτελεί από μόνο του σοβαρότατη παραβίαση. Δεν αποτελεί όμως άλλοθι που εξαφανίζει τις υποχρεώσεις της άλλης πλευράς απέναντι στους αμάχους. Ειδικά όταν η άλλη πλευρά ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την νομιμότητα.

«Μα τους προειδοποιούν να φύγουν»

Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι ότι το Ισραήλ προειδοποιεί πριν από τις επιθέσεις που πρόκειται να πραγματοποιήσει εντός αστικού ιστού, με στόχους νοσοκομεία, κατοικίες και σχολεία. Επομένως, αυτό που ισχυρίζονται οι σιωνιστές είναι ότι όποιος παραμένει εκεί αναλαμβάνει περίπου την ευθύνη για ό,τι του συμβεί.

Και κάπου εκεί τίθεται το πιο άθλιο ερώτημα της συζήτησης: «Γιατί δεν φεύγουν οι Παλαιστίνιοι από τη Γάζα;» 

Να πάνε πού ακριβώς;

Και κυρίως: από πότε θεωρούμε αυτονόητο ότι ένας λαός οφείλει να εγκαταλείψει τον τόπο του για να αποδείξει ότι θέλει να ζήσει; 

Ας εφαρμόσουμε λοιπόν το ίδιο ερώτημα στην ευρωπαϊκή ιστορία για να δούμε πόσο στέκει.

Γιατί οι Έλληνες παρέμειναν στην κατεχόμενη Ελλάδα την περίοδο 1941-1944; Γιατί δεν εγκατέλειψαν μαζικά τα σπίτια τους όταν άρχισαν οι εκτελέσεις, τα αντίποινα, οι διώξεις και η πείνα; 

Γιατί οι Πολωνοί δεν εγκατέλειψαν την Πολωνία; 

Γιατί οι Γάλλοι δεν εγκατέλειψαν τη Γαλλία; 

Και, κυρίως, γιατί δεν κατάφεραν να φύγουν όλοι οι Εβραίοι της Γερμανίας και της κατεχόμενης Ευρώπης εγκαίρως; 

Οι προθέσεις του ναζιστικού καθεστώτος δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά το 1940. Ο Χίτλερ είχε δημοσιεύσει το Mein Kampf χρόνια πριν την άνοδό του στην εξουσία. Οι Νόμοι της Νυρεμβέργης θεσπίστηκαν το 1935. Η Νύχτα των Κρυστάλλων το 1938 κατέστησε σαφές τι θα ακολουθούσε.

Κι όμως εκατομμύρια άνθρωποι παρέμειναν. Όχι επειδή επιθυμούσαν να πεθάνουν. Αλλά επειδή οι άνθρωποι δεν είναι πιόνια που τα μετακινείς πάνω σε έναν χάρτη. Έχουν σπίτια. Οικογένειες. Ηλικιωμένους γονείς. Παιδιά. Δουλειές. Περιουσίες. Αναμνήσεις. Ρίζες. Και συχνά δεν έχουν ούτε τα χρήματα ούτε τα έγγραφα ούτε τα μέσα ούτε —το σημαντικότερο— μια χώρα πρόθυμη να τους δεχτεί. 

Εδώ όμως κάπου πρέπει να εξηγηθεί κάτι ακόμη, για να μην υπάρχουν περιθώρια παρερμηνειών. Δεν ήταν όλοι οι Γερμανοί ναζί, ούτε γεννήθηκαν ένα πρωί με την επιθυμία να εξοντώσουν την ανθρωπότητα. Η προπαγάνδα, η επιλεκτική ενημέρωση, η αποσιώπηση των εγκλημάτων του καθεστώτος και η συστηματική κατασκευή ενός εχθρού που παρουσιαζόταν ως υπαρξιακή απειλή συνέβαλαν στο να γίνει το αδιανόητο σταδιακά ανεκτό, ακόμη και «αναγκαίο», στα μάτια μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό οφείλουμε να αναγνωρίζουμε και στο Ισραήλ του Νετανιάχου: όχι για να χαρακτηρίσουμε συλλήβδην τους Ισραηλινούς ή τους Εβραίους, αλλά για να καταλάβουμε πώς η διαρκής επίκληση της υπαρξιακής απειλής, η απανθρωποποίηση του αντιπάλου και η επιλεκτική παρουσίαση της πραγματικότητας μπορούν να κάνουν μια κοινωνία να ανέχεται πράξεις που υπό διαφορετικές συνθήκες θα θεωρούσε αδιανόητες. 

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται με τους ίδιους πρωταγωνιστές· επαναλαμβάνονται όμως επικίνδυνα συχνά οι μηχανισμοί της. 

Και επιστρέφοντας στο σήμερα: όταν κάποιος σου λέει «φύγε από το σπίτι σου γιατί πρόκειται να το βομβαρδίσω», η προειδοποίηση δεν καθιστά ηθικά ή νομικά αποδεκτό οτιδήποτε ακολουθήσει. 

Πέρα όμως από όλα αυτά, υπάρχει και μια αντίφαση που θα ήταν σχεδόν κωμική, αν το θέμα δεν ήταν τόσο τραγικό. 

Ένα μέρος των ανθρώπων που σήμερα ρωτούν αγανακτισμένοι: «Γιατί δεν φεύγουν οι Παλαιστίνιοι;» είναι συχνά οι ίδιοι που, όταν Σύροι, Αφγανοί ή άλλοι πρόσφυγες εγκαταλείπουν έναν πόλεμο, αναρωτιούνται: «Γιατί έφυγαν από την πατρίδα τους; Γιατί δεν έμειναν να πολεμήσουν;» 

Αν μένεις, φταις επειδή δεν έφυγες.  

Αν φύγεις, φταις επειδή εγκατέλειψες τη χώρα σου. 

Αν αντισταθείς, είσαι τρομοκράτης. 

Αν δεν αντισταθείς, είσαι λιπόψυχος.

Με τέτοιους κανόνες το παιχνίδι είναι εξαρχής στημένο, γιατί ό,τι κι αν κάνει ο άμαχος, στο τέλος βρίσκεται ένας τρόπος να θεωρηθεί υπεύθυνος για ολα τα δεινά του.

Η Χαμάς φυσικά και υπάρχει. Και δρα με τρομοκρατικό τρόπο, επίσης κατά αμάχων Ισραηλινών πολιτών. 

Αλλά μιας και μιλάμε για «τρομοκράτες», ας θυμηθούμε ότι οι εθνικές αντιστάσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη ήταν παράνομες στα μάτια των κατακτητών: δρούσαν στην παρανομία, έκαναν σαμποτάζ και πραγματοποιούσαν ένοπλες επιθέσεις. Σήμερα τιμούμε πολλούς από εκείνους τους ανθρώπους ως ήρωες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πράξη στο όνομα της αντίστασης είναι θεμιτή — η σφαγή αμάχων δεν γίνεται αντίσταση επειδή κάποιος την ονομάζει έτσι. Σημαίνει όμως ότι η παρανομία και η ένοπλη δράση δεν αρκούν από μόνες τους για να μετατρέψουν μια αντίσταση σε τρομοκρατία.

Ο Παλαιστινιακός λαός κακοποιείται συστηματικά και διαχρονικά από τις Ισραηλινές δυνάμεις, απο την σιωνιστική πολιτική, που σκοπό έχει όχι μόνο να εκτοπίσει τον παλαιστινιακό λαό από τον τόπο του, αλλά συχνά να τον εξοντώσει.

Όσο για τα εγκλήματα της Χαμάς; Δεν χρειάζεται ούτε να αποσιωπηθούν ούτε να εξωραϊστούν για να υπερασπιστεί κανείς τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Η στοχοποίηση άοπλων πολιτών δεν γίνεται αποδεκτή επειδή προηγουμένως υπήρξε καταπίεση. Η απαγωγή ανθρώπων δεν γίνεται θεμιτή επειδή υπάρχει κατοχή. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός δεν γίνεται προοδευτικός επειδή στρέφεται εναντίον ενός ισχυρού κατακτητή. 

Η ιστορία μάς έχει διδάξει επανειλημμένα ότι η μακροχρόνια κατοχή, η καταπίεση, η ταπείνωση, η απουσία πολιτικής προοπτικής και η πεποίθηση ότι καμία ειρηνική λύση δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για ριζοσπαστικοποίηση και εξτρεμισμό. Αυτό δεν αθωώνει τους εξτρεμιστές. Εξηγεί όμως γιατί εμφανίζονται.

Και για να γυρίσουμε στα αρχικά ζητήματα. Καμιά εξτρεμιστική πράξη βίας δεν δικαιολογεί, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την εξόντωση ενός λαού. Οποιουδήποτε λαού. 

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Είναι ρατσιστικό το σύνθημα "Λευτεριά στην Παλαιστίνη";



 Κάποιοι ζητούν να συλλαμβάνονται, με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο, όσοι διαδηλώνουν, συγκεντρώνονται και φωνάζουν «Λευτεριά στην Παλαιστίνη». Ως αντισημίτες.

Ας το πάρουμε, λοιπόν, από την αρχή, γιατί στο τέλος θα ξεχάσουμε και τη σημασία των λέξεων.

Το σύνθημα «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» δεν εμπεριέχει κανένα απολύτως στοιχείο αντισημιτισμού. Δεν λέει «θάνατος στους Εβραίους». Δεν λέει «έξω οι Εβραίοι». Δεν στρέφεται εναντίον μιας θρησκείας ή μιας εθνικής ή εθνοτικής ομάδας. Ζητά ελευθερία για έναν λαό.

Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με το σύνθημα. Μπορεί να θεωρεί ότι απλοποιεί μια εξαιρετικά περίπλοκη σύγκρουση. Μπορεί να θέλει να συζητήσει τι ακριβώς σημαίνει «ελεύθερη Παλαιστίνη», ποια θα μπορούσε να είναι η πολιτική λύση, ποια σύνορα, ποιες εγγυήσεις ασφαλείας, ποιο μέλλον για Ισραηλινούς και Παλαιστινίους.

Όλα αυτά είναι πολιτική συζήτηση.

Αντισημιτισμός δεν είναι.

Και όσοι εξισώνουν την απαίτηση για ελευθερία και ειρήνη για έναν λαό με το μίσος εναντίον ενός άλλου έχουν σοβαρό πρόβλημα είτε λογικής είτε κατανόησης της ελληνικής γλώσσας. Ενίοτε και τα δύο.

Υπάρχει, βέβαια, αντισημιτισμός. Και πρέπει να τον λέμε με το όνομά του όταν εμφανίζεται.

Αντισημιτισμός είναι να θεωρείς έναν άνθρωπο υπεύθυνο για τις πράξεις της κυβέρνησης του Ισραήλ επειδή είναι Εβραίος. Να επιτίθεσαι σε Εβραίους, σε συναγωγές ή σε εβραϊκές κοινότητες. Να αναπαράγεις θεωρίες συνωμοσίας για τους Εβραίους. Να τους αντιμετωπίζεις συλλογικά ως ενόχους, επικίνδυνους ή κατώτερους λόγω της καταγωγής ή της θρησκείας τους.

Αυτό είναι ρατσισμός. Και δεν χωράει κανένα «ναι, αλλά».

Άλλο πράγμα, όμως, είναι η κριτική στον σιωνισμό ως πολιτική ιδεολογία και —ακόμη περισσότερο— η κριτική στην κυβέρνηση και στις πράξεις του κράτους του Ισραήλ.

Τα κράτη δεν είναι φυλές. Οι κυβερνήσεις δεν είναι θρησκείες. Οι πολιτικές ιδεολογίες δεν είναι εθνότητες.

Και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν είναι «οι Εβραίοι».

Είναι ένας πολιτικός, επικεφαλής μιας κυβέρνησης, και οι πράξεις της κυβέρνησής του μπορούν και πρέπει να κρίνονται όπως κρίνονται οι πράξεις κάθε άλλης κυβέρνησης στον κόσμο. Το να βαφτίζεται κάθε σκληρή κριτική προς το Ισραήλ «αντισημιτισμός» δεν προστατεύει τους Εβραίους από τον πραγματικό αντισημιτισμό. Αντιθέτως, θολώνει επικίνδυνα τη σημασία της ίδιας της λέξης.

Και κάπου εδώ αρχίζει η πολιτική αθλιότητα.

Γιατί, σύμφωνα με μια βολική λογική που έχει αρχίσει να κυκλοφορεί, αν καταγγέλλεις όσα συμβαίνουν στη Γάζα, περίπου οφείλεις προηγουμένως να καταθέσεις πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων.

Να δηλώσεις ότι δεν υποστηρίζεις τη Χαμάς. Ότι δεν συμπαθείς τη Χεζμπολάχ. Ότι δεν είσαι ισλαμιστής. Ότι αναγνωρίζεις το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ. Ότι καταδικάζεις την 7η Οκτωβρίου. Και αφού περάσεις επιτυχώς όλες τις εξετάσεις, ίσως σου επιτραπεί να πεις ότι δεν σου αρέσει να βλέπεις παιδιά να σκοτώνονται.

Όχι.

Δεν λειτουργεί έτσι.

Δεν χρειάζεται να είσαι θιασώτης του Ισλάμ για να φρίττεις με τον θάνατο Παλαιστινίων αμάχων. Δεν χρειάζεται να υποστηρίζεις τη Χαμάς για να απαιτείς την προστασία των παιδιών στη Γάζα. Δεν χρειάζεται να συμφωνείς με την παλαιστινιακή κοινωνία, τη θρησκεία της, τις πολιτικές της οργανώσεις ή τις κοινωνικές της αντιλήψεις για να πιστεύεις ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν ακριβώς τα ίδια ανθρώπινα δικαιώματα με όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Αυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.

Προφανώς δεν είναι.

Και ναι, ανάμεσα στους ανθρώπους που διαδηλώνουν υπέρ της Παλαιστίνης υπάρχουν και αντισημίτες. Όπως υπάρχουν φανατικοί, ηλίθιοι, συνωμοσιολόγοι και άνθρωποι που πράγματι μπορεί να χειροκροτούν εγκλήματα της Χαμάς. Καμία μαζική πολιτική κινητοποίηση δεν διαθέτει πιστοποιητικό ιδεολογικής καθαρότητας για κάθε άνθρωπο που συμμετέχει σε αυτήν.

Αυτό όμως δεν μετατρέπει αυτομάτως εκατομμύρια ανθρώπους που ζητούν κατάπαυση του πυρός, προστασία των αμάχων και ελευθερία για τους Παλαιστινίους σε αντισημίτες.

Όπως ακριβώς η καταδίκη της Χαμάς δεν σε κάνει υποστηρικτή του Νετανιάχου.

Θα έπρεπε να μπορούμε να κρατήσουμε δύο σκέψεις ταυτόχρονα στο κεφάλι μας χωρίς να πάθει βραχυκύκλωμα ο εγκέφαλός μας.

Η δολοφονία Ισραηλινών αμάχων είναι έγκλημα.

Η δολοφονία Παλαιστινίων αμάχων είναι επίσης έγκλημα.

Ένα Ισραηλινό παιδί δεν έχει μεγαλύτερη αξία από ένα Παλαιστίνιο παιδί.

Και ένα Παλαιστίνιο παιδί δεν αποκτά μικρότερη αξία επειδή η Χαμάς διέπραξε εγκλήματα.

Τόσο δύσκολο είναι;

Για τον Νετανιάχου, άλλωστε, έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για κάποιον πολιτικό τον οποίο μερικοί «αντιισραηλινοί» απλώς αντιπαθούν. Υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες και υπάρχει μια διεθνής δικαστική διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί.

Αυτό ακριβώς ζητάμε.

Όχι εκδίκηση. Όχι συλλογική τιμωρία. Όχι να αντικαταστήσουμε έναν ρατσισμό με έναν άλλον.

Να εφαρμοστεί το διεθνές δίκαιο. Να προστατευθούν οι άμαχοι. Να λογοδοτήσουν όσοι κατηγορούνται για διεθνή εγκλήματα. Να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες για όλους, είτε πρόκειται για Παλαιστίνιους είτε για Ισραηλινούς, είτε για τη Χαμάς είτε για την κυβέρνηση του Ισραήλ.

Κυρίως, όμως, να σταματήσουμε αυτή την εξωφρενική αντιστροφή της πραγματικότητας, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος που φωνάζει «μη σκοτώνετε παιδιά» πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δεν είναι ρατσιστής.

Γιατί, αν θέλουμε πράγματι να μιλήσουμε για ρατσισμό, μπορούμε.

Ρατσισμός είναι να πιστεύεις ότι η ζωή κάποιων ανθρώπων αξίζει λιγότερο λόγω της καταγωγής τους.

Ρατσισμός είναι να θεωρείς ολόκληρους πληθυσμούς συλλογικά ενόχους.

Ρατσισμός είναι να μπορείς να κοιτάζεις ένα νεκρό παιδί και, πριν θρηνήσεις τον θάνατό του, να ρωτάς σε ποια πλευρά γεννήθηκε.

Κι αν έχει φτάσει η εποχή που το «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» θεωρείται ρατσιστικό σύνθημα, ενώ η αδιαφορία για τον θάνατο Παλαιστινίων παιδιών παρουσιάζεται περίπου ως πολιτική ευπρέπεια, τότε ίσως το πρόβλημα δεν βρίσκεται σε αυτούς που διαδηλώνουν.

Ίσως βρίσκεται σε αυτούς που αποφάσισαν ότι υπάρχουν παιδιά των οποίων ο θάνατος μπορεί να δικαιολογηθεί.

Και αυτό έχει όνομα.

Απλώς δεν είναι «αντισημιτισμός».

Δεν μου αρέσει ο τρόπος που ζεις. Να σου ρίξω μια βόμβα;


 

Δεν θέλω να πάω να ζήσω στην Παλαιστίνη, φίλε μου. Θέλω οι Παλαιστίνιοι να ζουν στην Παλαιστίνη. Το αν μου αρέσει η κοινωνία στην οποία ζουν είναι ένα άλλο ζήτημα. Και βασικά, αν δεν μου αρέσει, μπορώ πρώτον να πιω ξίδι, από τη στιγμή που δεν ζω εγώ σε αυτήν, και δεύτερον να πω τις απόψεις μου και όχι να ρίχνω βόμβες. Κατάλαβες; 

Δεν θα ήθελα να ζω σε μια κοινωνία όπου η θρησκεία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δημόσια και ιδιωτική ζωή. Δεν μου αρέσει ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, από όπου κι αν προέρχεται. Δεν μου αρέσουν οι κοινωνίες που περιορίζουν τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους άθεους ή οποιονδήποτε δεν χωράει στο κυρίαρχο πρότυπο. Δεν συμφωνώ με τη Χαμάς, ούτε χρειάζεται να συμφωνήσω μαζί της για να θεωρώ αυτονόητο ότι οι Παλαιστίνιοι έχουν δικαίωμα να ζουν στον τόπο τους.

Γιατί εδώ γίνεται μια πολύ βολική λαθροχειρία: «Αφού υποστηρίζεις τους Παλαιστίνιους, πήγαινε να ζήσεις μαζί τους». Γιατί; Από πότε η υπεράσπιση του δικαιώματος ενός λαού να υπάρχει προϋποθέτει ότι εγκρίνεις κάθε πολιτική, θρησκευτική ή κοινωνική αντίληψη που υπάρχει μέσα σε αυτόν;

Δεν χρειάζεται να θέλω να ζω στο Ιράν για να πιστεύω ότι οι Ιρανοί δεν πρέπει να βομβαρδίζονται. Δεν χρειάζεται να εγκρίνω την πολιτική της Σαουδικής Αραβίας για να θεωρώ ότι οι κάτοικοί της έχουν ανθρώπινα δικαιώματα. Και δεν χρειάζεται να συμφωνώ με τις αντιλήψεις ενός Παλαιστίνιου για τη θρησκεία, τη γυναίκα, την οικογένεια ή τη σεξουαλικότητα για να θεωρώ ότι το παιδί του έχει δικαίωμα να μεγαλώσει χωρίς μια βόμβα να του γκρεμίσει το σπίτι. Οτι έχει καταρχάς το δικαίωμα να μεγαλώσει. Σκέτο

Τα ανθρώπινα δικαιώματα, βλέπεις, δεν είναι βραβείο καλής συμπεριφοράς. Δεν τα δικαιούσαι μόνο αν σκέφτεσαι όπως εγώ, ψηφίζεις όπως εγώ, πιστεύεις ό,τι πιστεύω εγώ και έχεις τις ίδιες κοινωνικές αξίες με εμένα. Αν ήταν έτσι, δεν θα ήταν δικαιώματα. Θα ήταν προνόμια που παραχωρούν οι ισχυροί στους «καλούς» και αφαιρούν από τους «κακούς».

Θεωρώ αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κοινωνίας και κάθε λαού να αποφασίζει πώς θέλει να οργανώσει τη ζωή του, όσο αυτή η επιλογή δεν επιβάλλεται σε άλλους λαούς. Κι εγώ έχω εξίσου αναφαίρετο δικαίωμα να κρίνω τις επιλογές του, να τις απορρίπτω, να τις καταγγέλλω, να επιχειρηματολογώ εναντίον τους. Αυτή είναι η πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση σε έναν πολιτισμένο κόσμο.

Γιατί οι ιδέες δεν αλλάζουν με βόμβες. Αλλάζουν με παιδεία, με κοινωνικούς αγώνες, με επαφή, με διάλογο, με πολιτισμό, με την αργή και συχνά βασανιστική εξέλιξη των ίδιων των κοινωνιών. Και, παρεμπιπτόντως, είναι πολύ πιο δύσκολο μια κοινωνία να εξελιχθεί όταν οι άνθρωποί της παλεύουν καθημερινά απλώς για να επιβιώσουν.

Μπορώ λοιπόν ταυτόχρονα να απορρίπτω τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, να διαφωνώ με τη Χαμάς, να απεχθάνομαι συντηρητικές αντιλήψεις που πιθανόν κυριαρχούν σε τμήματα της παλαιστινιακής κοινωνίας και να υπερασπίζομαι το δικαίωμα των Παλαιστινίων στη ζωή, στην πατρίδα και στην αυτοδιάθεση.

Δεν υπάρχει καμία αντίφαση σε αυτό.

Λέγεται συνέπεια.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Ο Ελληνάρας, αυτή η πληγή!

 Ο Ελληνάρας, αυτή η πληγή.

Κάθε φορά που ταξιδεύω στην κεντρική, δυτική και βόρεια Ευρώπη, η Ελλάδα με πληγώνει.

Είχα χρόνια να ταξιδέψω για οικονομικούς λόγους και φέτος πήγα για 5 ημέρες στην Βαρσοβία.

Στην πρώην κομμουνιστική Βαρσοβία, που την δεκαετία του '80 την φανταζόμασταν ως μια φτωχαδερή πόλη, γεμάτη με εξαθλιωμένους ανθρώπους που καταπίεζε το καθεστώς. Αυτό πίστευαν οι περισσότεροι Έλληνες, αφού η κύρια συναναστροφή με Πολωνούς τότε ήταν οι “φυγάδες”, αυτοί που ήθελαν να ξεφύγουν από τον κομμουνιστικό κλοιό. Οι περισσότεροι από αυτούς που ήρθαν εδώ τότε, έγιναν εργάτες και έμοιαζαν τόσο εξοικειωμένοι με την φτώχεια, γεγονός που μας εξέπληττε. Γιατί τότε η Ελλάδα ήταν ακόμα μια φτωχή βαλκάνια υπό ανάπτυξη χώρα. Μια χώρα που ακόμα είχε γκασταρμπάιτερς στα εργοστάσια της Γερμανίας, στα ντάινερς στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία. Μετανάστες που δεν είχαν ακόμη επιστρέψει. Αρα σε αυτήν την χώρα, ένας Πολωνός που θεωρούσε μια φτωχή ζωή προτιμότερη από αυτήν που είχε στην χώρα του, πρέπει να ζούσε στην κόλαση. Η Πολωνία πρέπει να ήταν η ίδια η κόλαση.

Ναι, ναι, τα λέω κάπως υπερβολικά και δεν ταυτίζονται όλοι με αυτή την ανάλυση, ούτε καν εγώ καλά καλά, αλλά αυτή ήταν η αντίληψη του μέσου Έλληνα της δεκαετίας του '80 πάνω κάτω. Του μέσου Έλληνα που δεν είχε ταξιδέψει ιδιαίτερα, άρα δεν είχε και μέτρο σύγκρισης, παρά μόνο από τις ταινίες ή τις ειδήσεις. Ίντερνετ, google και google maps δεν υπήρχαν τότε.

Το αίσθημα περί κατάντιας των χωρών του ανατολικού μπλοκ ενισχύθηκε φυσικά όταν κατέρρευσε το όλο κομμουνιστικό οικοδόμημα και η Ελλάδα ξαφνικά μετατράπηκε από χώρα που εξάγει μετανάστες σε χώρα που εισάγει. Και μια χώρα που εισάγει μετανάστες δεν είναι πια υπό ανάπτυξη. Έχει ήδη αναπτυχθεί ή έτσι τουλάχιστον αντιλαμβανόμασταν τις καταστάσεις. Ήρθαν οι Αλβανές και οι Ουκρανές και μας καθάριζαν τα σπίτια. Το μέσο ελληνικό νοικοκυριό απέκτησε “δουλάρες”, είχε επιτέλους φράγκα να πλερώνει. Ήρθαν οι Βούλγαροι και οι Ρουμάνοι κι έκτιζαν την μια πολυκατοικία πίσω από την άλλη. Ανάπτυξη φίλε. Εμείς είμαστε οι πλούσιοι. Αυτοί οι φτωχάντζες. Οι πλεμπαίοι.

Και πιιστεύαμε ότι είναι και οι χώρες τους και οι πόλεις τους αντίστοιχης αισθητικής, δομής και οργάνωσης.

Κι εδώ κάπου χαλάει το αφήγημα.

Πρώτο χαστούκι η επίσκεψη μου στην Σόφια το 2018.

Σόφια

Τεράστια πεζοδρόμια, τεράστιοι δρόμοι, απίστευτο πράσινο, εξαιρετική συγκοινωνία, κατάφυτα πάρκα παντού, κομψά εστιατόρια, καφέ, μπαρ, που είχαν ωράριο λειτουργίας που ακολουθούσε το ωράριο κοινής ησυχίας. Τα κλαμπ και τα μπουζούκια εκτός οικιστικής ζώνης, εντός του εμπορικού, επιχειρηματικού κομματιού της πόλης κατά κύριο λόγο. Δεν θα κάτσω να αναλύσω αν ήταν εμφανή τα στοιχεία της κακής οικονομίας της Βουλγαρίας εκείνη την περίοδο. Ήταν. Αλλά πέρα από αυτό, ο κομμουνισμός άφησε πίσω του μια δομημένη πόλη. Μια ανθρώπινη πόλη, που με τις σωστές επενδύσεις και την κατάλληλη φροντίδα μπορεί άνετα να μετατραπεί σε.... Βαρσοβία.

Ναι, Βαρσοβία.

Φίλε, γύρισα από την Βαρσοβία κι ένιωσα βλάχα, ανάγωγη, βρομιάρα.

Τι ήταν αυτό!!!!

Δεν έχω δει πιο καθαρή πόλη ποτέ και πουθενά στην ζωή μου. Πιο πράσινη. Δεν μιλάμε για μια πόλη με πράσινο, αλλά για πράσινο που ενδιάμεσα του υπάρχει μια πόλη. Να πω τα ίδια; Δρόμοι, πεζοδρόμια, συγκοινωνία, όμορφα στημένα καφέ, μπαρ, εστιατόρια, απίστευτης αρχιτεκτονικής κτήρια, πουθενά αδέσποτα, παντού σκυλάκια και γατάκια χωρίς υστερικές κυράτσες που ουρλιάζουν ότι θα κολλήσουν έμπολα, ξέρω γω, αν πέσει μια τρίχα ενός σκύλου στον καφέ τους. Άνθρωποι που ξέρουν να σέβονται τους άλλους και δεν γκαρίζουν, χαχανίζουν όπου σταθούν κι όπου βρεθούν λες και ζουν μόνοι, αυτοί και η παρέα τους σε ολόκληρο το σύμπαν. Άνθρωποι που σέβονται τα ωράρια κοινής ησυχίας.

Βαρσοβία

Μιλάμε για μια πολύ ζωντανή πόλη που έχει μεικτές γειτονιές. Σε κάθε γειτονιά υπάρχουν δεκάδες μπαρ, μπιστρό, ρεστωράν. Τα περισσότερα όμως είτε κλείνουν στις 11 το αργότερο, είτε σου απαγορεύουν να κάθεσαι στον εξωτερικό τους χώρο μετά τις 11 και συνεχίζουν την δραστηριότητα τους με κλειστές πόρτες και καλή ηχομόνωση το πολύ μέχρι τη 1. Οποιος θέλει να κλαμπάρει πρέπει να πάει είτε στην παλιά πόλη, το πιο τουριστικό κομμάτι της πόλης, είτε στο νέο κέντρο, στην περιοχή των ουρανοξυστών, εκεί που βρίσκονται τα γραφεία των επιχειρήσεων.

Βαρσοβία


Γιατί οι Πολωνοί και να παρτάρουν μπορούν και να σέβονται τα όρια.

Κάτι που δυστυχώς ο Ελληνάρας, αυτή η πληγή δεν έχει μάθει και μάλλον δεν θα μάθει ποτέ.

Παραπονιούνται οι Λουτρακιώτες επιχειρηματίες που έστησαν τα μαγαζιά τους κάτω από πολυώροφες πολυκατοικίες ότι τους κάνουν απανωτές καταγγελίες οι κάτοικοι γιατί παίζουν τέρμα μουσική στη 1 το βράδυ. Παραπονιούνται. Κι όχι μόνο αυτό. Βρίζουν. Χυδαία. Τους βρομοαθηναίους, τους βρομοτουρίστες που θέλουν να τους καταστρέψουν τις επιχειρήσεις. Βρίζουν αυτούς από τους οποίους κατά κύριο λόγο βιοπορίζονται. Γιατί; 

Λουτράκι

Γιατί ο Ελληνάρας δρα ετσιθελικά. Του ανήκει το σύμπαν. Πετάει τα αποτσίγαρα του στην άμμο, στον δρόμο με τα ξερόχορτα, παρατάει το άδειο μπουκαλάκι με το νερό στην παραλία, γουστάρει να μερακλώσει με Οικονομόπουλο στις 3 τα ξημερώματα, γιατί έχει σεκλέτια, σε μια πλατεία, αδιαφορώντας αν γύρω από την πλατεία μένουν πάνω από 1000 άνθρωποι που ενοχλούνται. Κι όταν λες στον Ελληνάρα “φίλε μαζέψου” σου πετάει ένα ωραιότατο αντε και γαμήσου και συνεχίζει ακάθεκτος. Αν πάλι καλέσεις την αστυνομία, θα σε πει σπιούνο, καταδότη, βαλτό, μπολιασμένο. 


Αθήνα


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

Η Τέχνη είναι σκυταλοδρομία.

 

Θέλω να πω κάτι για την ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με αφορμή την Οδύσσεια του Νόλαν.


Πηγή εικόνας: https://ericdeggans.substack.com/p/the-odyssey-and-the-history-of-storytelling


Ας ξεκινήσουμε από το βασικό: δεν μιλάμε για ιστορικά γεγονότα, αλλά για μύθο.

Αν η Οδύσσεια ήταν ιστορική καταγραφή, προφανώς δεν θα υπήρχαν Κύκλωπες, μάγισσες ή Σειρήνες. Αυτές οι μορφές είναι, στην πιο σοβαρή ανάγνωση, σύμβολα· στην πιο ανάλαφρη, στοιχεία ενός παραμυθιού. Οπότε μου φαίνεται υπερβολικό να γίνεται ολόκληρη συζήτηση για το πώς «ήταν πραγματικά» εμφανισιακά η Ωραία Ελένη.

Θέλετε απόλυτη ιστορική ακρίβεια σε ένα έργο όπου άνθρωποι μεταμορφώνονται σε γουρούνια και εμφανίζονται μονόφθαλμοι γίγαντες; Και, τελικά, πώς ξέρετε πώς ακριβώς φανταζόταν ο ίδιος ο Όμηρος τους Κύκλωπες ή την Ελένη; Έχετε δει καμία... πρόσφατη φωτογραφία τους για να συγκρίνετε την εκδοχή του Νόλαν με την «πραγματικότητα» του Ομήρου;

Σε δεύτερο επίπεδο, ακόμη κι αν μιλούσαμε για ιστορικά γεγονότα, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η πρόσβασή μας στην ιστορία είναι πάντοτε διαμεσολαβημένη από πηγές, μαρτυρίες και ερμηνείες. Η ιστορία δεν καταγράφεται από έναν ουδέτερο, παντογνώστη αφηγητή, αλλά από ανθρώπους που παρατηρούν, επιλέγουν, αξιολογούν και αφηγούνται τα γεγονότα μέσα από τη δική τους οπτική, μέσα απο τους δικούς τους φόβους και απο τις δικές τους εμπειρίες. Γι' αυτό και ακόμη και στην εγκληματολογία γνωρίζουμε ότι δέκα αυτόπτες μάρτυρες μπορούν να περιγράψουν το ίδιο γεγονός με δέκα διαφορετικούς τρόπους.

Και ακόμη κι αν δεχόμασταν ότι υπάρχει μία αντικειμενική ιστορική αλήθεια, η Τέχνη δεν είναι ιστορία. Είναι δημιουργία.

Διαφορετικά, θα έπρεπε να καταδικάσουμε τον Ταραντίνο επειδή τόσο στους Άδοξους Μπάσταρδους όσο και στο Once Upon a Time in Hollywood αναδιαμόρφωσε πλήρως την ιστορική πραγματικότητα, δημιουργώντας έναν δικό του μύθο πάνω σε αληθινά γεγονότα. Κι όμως, κανείς δεν είχε πρόβλημα, γιατί όλοι αποδεχτήκαμε εξαρχής ότι πρόκειται για έργα μυθοπλασίας και όχι για ντοκιμαντέρ.

Εξίσου προβληματικό είναι να κρίνουμε ένα καλλιτεχνικό έργο χωρίς καν να το έχουμε δει, μόνο και μόνο επειδή ένα στοιχείο του δεν μας αρέσει. Ο μέσος Έλληνας κόλλησε στο ότι ο Νόλαν έκανε την Ωραία Ελένη μαύρη. Και εκεί τελείωσε η συζήτηση. Δεν έχει δει την ταινία, αλλά έχει ήδη αποφασίσει ότι είναι κακή.

Κανείς δεν μπορεί να κρίνει ένα καλλιτεχνικό έργο απομονώνοντας ένα μόνο στοιχείο του. Το ερώτημα είναι αν αυτό το στοιχείο λειτουργεί μέσα στο σύνολο και υπηρετεί το όραμα του δημιουργού.

Και εδώ θα κάνω κι εγώ μια παρατήρηση, παρότι δεν έχω δει ακόμη την ταινία. Ξέρω ότι θα είμαι εξαρχής κάπως επιφυλακτική. Από τη στιγμή που ο Νόλαν επέλεξε να παρουσιάσει την ιστορία μέσα στο χωροχρονικό πλαίσιο που περιγράφει ο Όμηρος, θεωρώ ότι, ναι μεν υπάρχουν δημιουργικές ελευθερίες, αλλά υπάρχουν και κάποια όρια που απορρέουν από το ίδιο το ιστορικό περιβάλλον που ο σκηνοθέτης επέλεξε να αναπαραστήσει.

Αν, αντίθετα, είχε μεταφέρει την Οδύσσεια σε έναν άχρονο, άτοπο, εντελώς δικής του έμπνευσης κόσμο — όπως έκανε, για παράδειγμα, ο Μπαζ Λούρμαν στον Ρωμαίο + Ιουλιέτα — τότε σχεδόν κάθε δημιουργική επιλογή θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς να δημιουργεί αυτή την αίσθηση ασυνέπειας.

Εκεί πιστεύω ότι ίσως βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα: όχι στην ύπαρξη δημιουργικών αυθαιρεσιών, αλλά στην επιλεκτική εφαρμογή τους μέσα σε ένα κατά τα άλλα ιστορικοφανές πλαίσιο.

Ίσως, βέβαια, όλες αυτές οι επιλογές να δικαιολογούνται απόλυτα μέσα στην ταινία και να λειτουργούν εξαιρετικά στο σύνολο. Δεν μπορώ να το γνωρίζω αν δεν δω πρώτα το έργο.

Και, τέλος, σχετικά με την «ιερότητα» των αρχαίων κειμένων... give me a break.

Καμία τέχνη δεν θα είχε εξελιχθεί αν οι δημιουργοί δεν χρησιμοποιούσαν το παρελθόν ως αφετηρία για να πουν κάτι καινούργιο. Η Τέχνη δεν είναι μουσείο. Είναι ένας αδιάκοπος διάλογος με ό,τι προηγήθηκε.

Η Τέχνη είναι σκυταλοδρομία.


Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Πήγαινε γυρεύοντας.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Φορούσε καυτό σορτσάκι.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Ξέμεινε με τρεις άντρες.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Ήταν influencer.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Ταξίδευε συχνά στο Ντουμπάι.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Είχε γυρίσει βίντεο με τον σύντροφο της σεξουαλικού περιεχομένου.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Είχε έντονη σεξουαλική ζωή.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Είχε λογαριασμό olny fans.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Έπαιζε σε πορνογραφικές ταινίες.

Πήγαινε γυρεύοντας.

Ήταν σεξεργάτρια.


Πήγαινε γυρεύοντας.

Ήταν γυναίκα.









Γιατί ποτέ μα ποτέ δεν ακούμε για τον παρτουζιάρη, τον πουτανιάρη, παρά μόνο για την παρτουζιάρα και την πουτάνα;

Μόνο που για να υπάρχει η πουτάνα, στο επάγγελμα εννοώ, πρέπει να υπάρχει και η ζήτηση για την πουτάνα, πελατεία.

Ελα όμως που ηθικά κατάπτυστη θεωρείται μόνο η πουτάνα και ποτέ ο πουτανιάρης.


Γιατί τέτοια λύσσα να περιοριστεί η γυναικεία σεξουαλικότητα;

Γιατί είναι ανήθικη η γυναίκα που συμμετέχει σε μια παρτούζα και όχι οι άντρες;

Και γιατί είναι ανήθικη η παρτούζα στην τελική;

Ποιον ενοχλεί;

Δεν εξαναγκάζουμε κανέναν να συμμετέχει αν δεν το θέλει.

Αν τον εξαναγκάσουμε μιλάμε για βιασμό.

Πάει γυρεύοντας ο νεαρός με τους γυμνασμένους κοιλιακούς και γλουτούς, με το στενό τζην και t shirt αν βρεθεί σε ένα σπίτι με δυο ζευγάρια;

Οχι.

Αν τον βιάσουν, κανείς δεν θα πει “πήγαινε γυρεύοντας.” Και καλώς δεν θα το πουν.



Γιατί σοκάρει ότι οι γυναίκες και πίπες παίρνουν και γλειφομούνια κάνουν, και από τον κώλο τον παίρνουν και με δονητές παίζουν και τσόντες βλέπουν;

Γιατί κάμποσοι και κάμποσες νομίζετε οτι προσβάλλετε μια υγιή σεξουαλικά γυναίκα με το να της πείτε ότι παίρνει πίπες;

Στο δικό σας μυαλό υπάρχει η ανωμαλία και μόνο.

Καμιά ανωμαλία δεν αποτυπώνει η πεολειχία.

Τα ένοχα μυστικά κρύβουν μόνο ανωμαλίες. Και απωθημένα. 

Οι καθώς πρέπει νοικοκυραίοι που δεν τους τον έγλειψε ποτέ η γυναίκα τους -γιατί Θεός φυλάξοι δεν θα παντρευόντουσαν σωστοί θεοσεβούμενοι άνθρωποι μια ανωμαλιάρα- και πάνε και ξεχαρμανιάζουν στις σεξεργάτριες με ένα σκασμό ενοχές.

Για αυτό και τις μισούν.

Γιατι τους υπενθυμίζουν πόσο υποκριτές είναι.