Αναλώθηκα τις τελευταίες ημέρες με τα προσωπικά μου. Άνθρωπος είμαι κι εγώ. Πόσους μαλάκες να προλάβω μέσα σε μία εβδομάδα;»
Βεβαίως, υπάρχει μια ουσιώδης λεπτομέρεια. Εγώ δεν είμαι ούτε δημοσιογράφος ούτε ρεπόρτερ. Αρθράκια γνώμης γράφω. Δεν έχω αναλάβει την υποχρέωση να ανακαλύπτω τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες της εξουσίας, να εντοπίζω μάρτυρες, να διασταυρώνω πληροφορίες ή να αποκαλύπτω όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να παραμείνουν στο σκοτάδι. Σχολιάζω όσα συμβαίνουν, με την πολυτέλεια, ενίοτε, να τα σχολιάζω και καθυστερημένα.
Το πρόβλημα αρχίζει με εκείνους που θέλουν να λέγονται δημοσιογράφοι.
Διότι η δημοσιογραφία, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβανόμασταν κάποτε, δεν εξαντλείται στην αναπαραγωγή δηλώσεων, στην υποβολή προεγκεκριμένων ερωτήσεων και στη διατήρηση καλών σχέσεων με τους ανθρώπους της εξουσίας. Έχει μια ελαφρώς πιο ενοχλητική αποστολή: να ανακαλύπτει εκείνο που ο συνομιλητής της δεν επιθυμεί να αποκαλύψει.
Να βγάζει, κατά την παλαιά δημοσιογραφική έκφραση, το λαβράκι.
Στην Ελλάδα του 2026, υπάρχουν όμως κάμποσοι δημοσιογράφοι, κυρίως από εκείνους που αποκαλούμε συστημικούς, οι οποίοι θεωρούν μεγαλύτερη επαγγελματική επιτυχία τη συμπερίληψή τους σε μια θλιβερή κυβερνητική λίστα εξαγοράς τους, που τους εξασφαλίζει προσκλήσεις σε ιδιωτικές δεξιώσεις, παρά την αποκάλυψη ενός σκανδάλου μεγατόνων. Οι δημοσιογράφοι που με τις αποκαλύψεις τους ανεβοκατεβάζουν υπουργούς, κλονίζουν κυβερνήσεις και, όπως αποδεικνύεται, μπορούν να απομακρύνουν ακόμη και πρέσβεις είναι μάλλον είδος προς εξαφάνιση στη χώρα μας.
Η περίπτωση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι αποκαλυπτική. Και όχι μόνο για τους λόγους που θα επιθυμούσε η ίδια.
Η μέχρι πρότινος πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Λευκό Οίκο, έπειτα από σειρά δημοσιευμάτων της Wall Street Journal για ανάρμοστη ή και παράνομη συμπεριφορά.
Σύμφωνα με τα μηνύματα που ήρθαν στη δημοσιότητα, η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε 100.000 δολάρια από υποστηρικτή του Τραμπ προκειμένου να εξοφλήσει λογαριασμό της προσωπικής της πιστωτικής κάρτας. Παράλληλα, τα δημοσιεύματα περιλαμβάνουν καταγγελίες ότι προσέφερε πρόσβαση σε υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης με αντάλλαγμα χρήματα ή άλλες εξυπηρετήσεις, καθώς και ότι αξιοποίησε τη διπλωματική της ιδιότητα για την προώθηση των προσωπικών της συμφερόντων.
Αλλά η ιστορία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν παρακολουθήσει κανείς τη στάση του Μάρκο Ρούμπιο.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών επισκέπτεται στις αρχές Οκτωβρίου την Αθήνα, επαινεί δημοσίως την πρέσβη και, όταν οι δημοσιογράφοι επιμένουν να τον ρωτούν για τις αποκαλύψεις, τους επιπλήττει περίπου επειδή τολμούν να αντιμετωπίζουν ένα δημοσίευμα ως σοβαρό πολιτικό γεγονός.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο ίδιος φέρεται να είναι εξοργισμένος από τις καταγγελίες και να συμμετέχει στις συζητήσεις για την απομάκρυνσή της. Στις 13 Οκτωβρίου ο Λευκός Οίκος ανακοινώνει ότι ζήτησε την παραίτησή της.
Από την άκριτη υποστήριξη στο άδειασμα σε λιγότερο από μία εβδομάδα.
Και όλα αυτά επειδή κάποιοι δημοσιογράφοι, όχι Έλληνες, επέμειναν να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν θεώρησαν ότι η πρόσβαση σε έναν ισχυρό άνθρωπο αποτελεί προνόμιο που πρέπει να προστατεύσουν. Δεν αντιμετώπισαν τις καλές σχέσεις με την πρέσβη ως σημαντικότερες από την είδηση. Έψαξαν, βρήκαν, δημοσίευσαν και συνέχισαν να ρωτούν, ακόμη κι όταν ο υπουργός Εξωτερικών, η κυβέρνηση Τραμπ και το ρεπουμπλικανικό λόμπι δυσανασχετούσαν.
Η διαφορά δεν είναι ότι οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι έχουν κάποια έμφυτη ροπή προς την αλήθεια και οι Έλληνες προς τις δημόσιες σχέσεις. Είναι ότι εδώ έχουμε φτάσει να αντιμετωπίζουμε την εγγύτητα στην εξουσία ως επαγγελματική καταξίωση και την αντιπαράθεση μαζί της ως περίπου αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο δημοσιογράφος που κάποτε καμάρωνε επειδή ένας υπουργός του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα, σήμερα καμαρώνει επειδή του το σηκώνει.
Στην Ελλάδα, η Γκίλφοϊλ αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως lifestyle προσωπικότητα παρά ως διπλωματική εκπρόσωπος μιας υπερδύναμης. Οι δημόσιες εμφανίσεις της, οι ενδυματολογικές επιλογές της, οι συναναστροφές της και η θέση της στην εγχώρια κοσμική ζωή απασχόλησαν ένα σημαντικό τμήμα της δημοσιογραφικής μας παραγωγής με ζήλο που θα ζήλευαν όλα τα διεθνή tabloids.
Δεν είναι, ασφαλώς, η κοσμική δημοσιογραφία το βασικό πρόβλημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ολόκληρη σχεδόν η δημοσιογραφική αντιμετώπιση της εξουσίας αποκτά τις αποχρώσεις του ροζ και του κίτρινου. Όταν η συνέντευξη μετατρέπεται σε δημόσια ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, η κριτική εκλαμβάνεται ως αγένεια και η δύσκολη ερώτηση είτε απαγορεύεται είτε θέτει σε κίνδυνο τη ζωή και την καριέρα του συνεντευκτή.
Η ελληνική δημοσιογραφία μοιάζει να έχει ξεχάσει όχι μόνο πώς βγαίνει το λαβράκι, αλλά και γιατί κάποτε άξιζε τον κόπο να το κυνηγήσει. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην πολιτική δημοσιογραφία.
Στην υπόθεση των Τεμπών, για παράδειγμα, θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να ακούσουμε έναν από τους εργάτες που συμμετείχαν στις εργασίες μπαζώματος. Να μάθουμε ποιος του έδωσε εντολή, τι ακριβώς του ζητήθηκε, ποιοι βρίσκονταν εκεί. Δεν είδαμε ποτέ κάτι τέτοιο.
Αντιθέτως, όταν πρόκειται για κάποιο τηλεοπτικό ξεκατίνιασμα, η ερευνητική δεινότητα της ελληνικής δημοσιογραφίας επανεμφανίζεται με αξιοθαύμαστη ταχύτητα. Εντοπίζεται ο τρίτος ξάδελφος της σερβιτόρας που είχε σερβίρει καφέ στον πρώην της κουμπάρας της τάδε γιατρού, εξασφαλίζεται αποκλειστική δήλωση και, αν χρειαστεί, οργανώνεται και ζωντανή σύνδεση.
Δεν χάθηκε, λοιπόν, το ερευνητικό δαιμόνιο. Απλώς άλλαξε αντικείμενο έρευνας και ενδιαφέροντος.
Ίσως γι' αυτό να μην προκαλεί πλέον εντύπωση το γεγονός ότι η ελληνική δημοσιογραφία θυμίζει όλο και περισσότερο lifestyle magazinο ή reality show μόδας. Ούτε ότι ορισμένοι από τους ανθρώπους που εμφανίζονται να ασκούν δημόσιο διάλογο μοιάζουν να έχουν ως επαγγελματικό πρότυπο τον Λάκη Γαβαλά, ο οποίος κάλεσε την ακροδεξιά φασίστρια Λατινοπούλου και της φέρθηκε με το σεις και με το σας, ακριβώς όπως φερόταν προ δεκαπενταετίας η Χρυσή Αυγή στην Ντόρα Μπακογιάννη. Θα μου πείτε, ο Γαβαλάς δεν είναι δημοσιογράφος. Ακριβώς. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Ότι δεν διακρίνεις πλέον τη διαφορά.
Δεν έχω τίποτα εναντίον της ευγένειας. Αντιθέτως, τη θεωρώ αξιοθαύμαστο πολιτισμικό επίτευγμα. Αρκεί να μην τη συγχέουμε με την απουσία κριτικής. Και κυρίως να μην αντιμετωπίζουμε την πολιτική αντιπαράθεση σαν να πρόκειται για παρεξήγηση μεταξύ καλεσμένων που κινδυνεύει να χαλάσει την ατμόσφαιρα του σουαρέ.
Άλλωστε, η ευγένεια απέναντι στην εξουσία δεν αποτελεί κατ' ανάγκην δείγμα πολιτισμού. Ενίοτε αποτελεί απλώς τον πιο καλαίσθητο τρόπο υποταγής σε αυτήν.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε επιτυχημένη μια συνέντευξη όταν ο καλεσμένος φεύγει ευχαριστημένος, ο οικοδεσπότης έχει εξασφαλίσει την επόμενη πρόσκληση και κανείς δεν έχει αναγκαστεί να απαντήσει σε τίποτα ουσιαστικό.
Η δημοσιογραφία όμως δεν ονομάστηκε τέταρτη εξουσία για να γίνει η καλύτερη φίλη των άλλων τριών. Ούτε δημιουργήθηκε για να εξασφαλίζει μια θέση στο τραπέζι τους. Ο ρόλος της είναι να ελέγχει τι συμβαίνει γύρω από αυτό το τραπέζι και, κυρίως, τι συμφωνείται κάτω από αυτό.










