Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Από το Ράιχσταγκ στο cockpit — ή πώς ο σιωνισμός αντιγράφει το ξαδελφάκι του, τον ναζισμό.



Είναι πρωί. Ένα Boeing 737 της Flydubai πετάει από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ. Μια απολύτως συνηθισμένη πτήση. Εκατόν εβδομήντα τέσσερις άνθρωποι μέσα σε έναν μεταλλικό σωλήνα, δέκα χιλιάδες μέτρα πάνω από τη γη, κάνουν αυτό που κάνουμε όλοι στα αεροπλάνα: κοιμούνται, χαζεύουν οθόνες, τρώνε, πίνουν καφέ, συζητούν και περιμένουν να φτάσουν.

Και ξαφνικά εμφανίζεται ο κακός στο πλάνο.

Γιατί κάθε καλή ιστορία χρειάζεται έναν κακό.

Ο κακός στην ιστορία αυτή είναι ο συγκυβερνήτης, ο οποίος επιτίθεται στον πιλότο με μαχαίρι μέσα στο κόκπιτ και τον τραυματίζει σοβαρά. Εν μέσω πάλης και μαχαιρωμάτων, ο αιμόφυρτος πιλότος καταφέρνει να ανοίξει από μέσα την πόρτα του πιλοτηρίου με αποτέλεσμα δράστης και πιλότος να καταλήξουν πεσμένοι στην είσοδό του.

Κάπου εδώ η ταινία αρχίζει να θυμιζει το Speed, μόνο που αντί σε λεωφορείο είμαστε σε αεροπλάνο και στον ρόλο του Keanu Reeves είναι ένας ισραηλινός υδραυλικός που σώζει την κατάσταση, ο οποίος χωρίς να έχει την σωματοδομή του Ράμπο, καταφέρνει να αφοπλίσει και να  ακινητοποιήσει τον δράστη σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Ενταξει. Συμβαίνουν και ηρωικά πράγματα στη ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιδρούν ψύχραιμα σε ακραίες καταστάσεις.

Μόνο που το αεροπλάνο στο μεταξύ πέφτει. Με τη μύτη προς τα κάτω. Ταχύτατα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που κυκλοφόρησαν, χάνει περίπου 17.000 πόδια μέσα σε περίπου ένα λεπτό,  αναπτύσσοντας τεράστιες δυνάμεις εντός της καμπίνας όπου λογικά γίνεται της κακομοίρας.

Θα περίμενε λοιπόν κάθε λογικός άνθρωπος που ξέρει στοιχειώδη φυσική, ότι άνθρωποι, κινητά, τσάντες, καφέδες και ό,τι άλλο δεν είναι βιδωμένο στο πάτωμα έχει αποκτήσει μια... ανεξάρτητη σχέση με τη βαρύτητα σε αυτά τα δραματικά δευτερόλεπτα. Κι όμως, στις εικόνες που είδαμε από το εσωτερικό του αεροπλάνου, όλα ήταν πλήρως τακτοποιημένα και τα ποτηράκια παρέμειναν όρθια στα τραπεζάκια τους.

Ψύχραιμα τα ποτήρια.

Προφανώς δεν έβλεπαν Mayday.

Γιατί ο ήρωας μας έβλεπε.

Προλαβαίνει λοιπόν να αφοπλίσει τον δράστη, να μπει στο πιλοτήριο και επειδή, σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, ήταν λάτρης της τηλεοπτικής σειράς που ερευνά αεροπορικά ατυχήματα και δυστυχήματα Mayday, αποφασίζει  ότι ήρθε επιτέλους η ώρα να αξιοποιήσει όλη αυτή τη γνώση.

Εγώ βλέπω House εδώ και χρόνια, αλλά αν κάποιος καταρρεύσει μπροστά μου δεν θα τολμήσω να του κάνω τραχειοτομή.

Ο άνθρωπος μας όμως μπαίνει στο πιλοτήριο και καταφέρνει να επαναφέρει το αεροσκάφος.

Μόνος.

Ένα επιβατικό αεροπλάνο που, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, έχει χάσει χιλιάδες πόδια μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Κι εδώ αρχίζω να έχω μια μικρή απορία.

Πότε ακριβώς πρόλαβαν να συμβούν όλα αυτά;

Γιατί μέσα στο χρονικό διάστημα της απότομης απώλειας ύψους πρέπει ο πιλότος να δεχτεί την επίθεση, να μαχαιρωθεί, να ανοίξει την πόρτα, να βγουν ή να πέσουν έξω από το πιλοτήριο αυτός και ο δράστης, να αντιληφθεί ο επιβάτης τι συμβαίνει, να ορμήσει στον δράστη, να τον ακινητοποιήσει, να καταλάβει ότι πλέον έχουμε κι ένα δεύτερο μικρό προβληματάκι —πέφτει το γαμημένο αεροπλάνο— να μπει στο cockpit, να καταλάβει τι βλέπει μπροστά του και να αναλάβει τον έλεγχο.

Δεν ξέρω.

Μπορεί.

Εγώ πάντως τόση ώρα θέλω για να πάω από το δωμάτιο μου στην κουζίνα του σπιτιού μου για να δω τι έχει το ψυγείο, περπατώντας σε όρθια στάση πάνω σε οριζόντιο δάπεδο, υπό την επίδραση της κανονικής βαρύτητας 1g.

Αλλά ας πάει κι αυτό το παλιάμπελο.

Το επανέφερε ο υδραυλικός το αεροπλάνο. Το δέχομαι.

Ποιος το προσγειώνει όμως;;;;;;;;

Νέο plot twist: όλως τυχαίως, ανάμεσα στους επιβάτες υπάρχουν και δύο πιλότοι.

Διότι, αφού ο υπερήρωας-ράμπο-τηλεκπαιδευμένος πιλότος έκανε το δύσκολο κομμάτι, χρειαζόμαστε και ανθρώπους με κανονική άδεια πιλότου για το φινάλε.

Μπαίνουν λοιπόν κι αυτοί στο cockpit, αναλαμβάνουν το αεροπλάνο και το προσγειώνουν με ασφάλεια.

Τίτλοι τέλους.

Χειροκρότημα.

Μόνο που έχουμε και φωτογραφίες του ήρωα. Με αίματα στις κάλτσες, αλλά —τουλάχιστον στις εικόνες που κυκλοφόρησαν— χωρίς αντίστοιχη εικόνα στα παπούτσια.

Και κάπου εδώ περιμένω να εμφανιστεί ο Σπίλμπεργκ και να πει:

«Ρε παιδιά, λίγο παρατραβηγμένο δεν είναι;»

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα τέτοιο περιστατικό αποκλείεται να συνέβη. Ούτε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος αποκλείεται να επέδειξε πραγματικό θάρρος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα πραγματικό γεγονός αποκτά τόσο γρήγορα τέλεια δραματουργία.

Έναν κακό.

Έναν ήρωα.

Ένα αεροπλάνο γεμάτο αθώους.

Έναν τραυματισμένο πιλότο.

Μια σχεδόν βέβαιη καταστροφή.

Και τον απλό πολίτη που, την κρίσιμη στιγμή, μεταμορφώνεται σε υπεράνθρωπο και σώζει τους πάντες.

Και δύο πιλότους επιβάτες.

Πολύ καλό.

Υπερβολικά καλό.

Και τότε αρχίζει για μένα το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: πού τελειώνει το γεγονός και πού αρχίζει η κατασκευή του αφηγήματος;

Οι πραγματικές ιστορίες έχουν ένα ελάττωμα.

Είναι συνήθως μπάχαλο.

Γι' αυτό και με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο ποιος χρειάζεται αυτή την ιστορία και γιατί τη χρειάζεται τώρα.

Ο Νετανιάχου έχει επενδύσει πολιτικά επί δεκαετίες στην εικόνα του ανθρώπου που προστατεύει το Ισραήλ από έναν κόσμο γεμάτο εχθρούς. Και όταν ένας ηγέτης χρειάζεται ξανά συσπείρωση, όταν η δημοτικότητά του δοκιμάζεται και οι εκλογές πλησιάζουν, ένας κακός που επιτίθεται κι ένας ηρωικός Ισραηλινός που σώζει δεκάδες ζωές είναι σχεδόν υπερβολικά βολική ιστορία.

Ο Νετανιάχου, αν μη τι άλλο, φαίνεται να έχει μελετήσει πολύ καλά τον Χίτλερ. Όχι με τη γελοία έννοια ότι έχει την αφίσα του στο υπνοδωμάτιό του, αλλά με την πολύ πιο σκοτεινή έννοια: έχει καταλάβει εξαιρετικά καλά πώς χρησιμοποιείται πολιτικά ο φόβος. Πώς κατασκευάζεται ένας μόνιμος εχθρός. Πώς συσπειρώνεται ένας λαός γύρω από τον ηγέτη που υπόσχεται να τον προστατεύσει. Πώς ένα πραγματικό γεγονός παύει να είναι απλώς γεγονός και γίνεται αφήγημα.

Και ναι, ο εθνικιστικός, επεκτατικός σιωνισμός είναι ιδεολογικό πρωτοξαδέλφι του ναζισμού.  Όταν αρχίζεις να χωρίζεις ανθρώπους σε «εμάς» και «αυτούς», να αποδίδεις διαφορετική αξία και διαφορετικά δικαιώματα ανάλογα με την εθνότητα, την καταγωγή και την γη και να θεωρείς ότι η επιβίωση του δικού σου λαού δικαιολογεί σχεδόν οτιδήποτε συμβεί στον άλλο, η συγγένεια των δυο ιδεολογιών βγάζει μάτι.

Και γι' αυτό μου έρχεται αναπόφευκτα στο μυαλό το Ράιχσταγκ.

Όχι επειδή γνωρίζω ότι κάποιος «έστησε» το περιστατικό του αεροπλάνου. Δεν το γνωρίζω. Όπως άλλο πράγμα είναι το ποιος έβαλε τη φωτιά στο Ράιχσταγκ κι άλλο —ιστορικά απολύτως ουσιώδες— το πώς ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τη φωτιά.

Αυτό ακριβώς είναι που με ενδιαφέρει.

Όχι μόνο αν κάτι συνέβη.

Αλλά ποιος το αφηγείται, πώς το αφηγείται, τι παραλείπει και κυρίως τι κερδίζει από την αφήγηση.

Γιατί αν όντως ένα αεροπλάνο έχασε 17.000 πόδια, ένας πιλότος μαχαιρώθηκε, ένας επιβάτης πάλεψε με τον δράστη, τον ακινητοποίησε, μπήκε στο πιλοτήριο, θυμήθηκε τα επεισόδια του Mayday, επανέφερε μόνος του το αεροσκάφος και στη συνέχεια εμφανίστηκαν ως από μηχανής θεοί δύο πιλότοι για να το προσγειώσουν, ενώ τα ποτήρια παρέμεναν ατάραχα στα τραπεζάκια τους...

Εγώ θα κρατήσω μια πισινή.

Και το House.

Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να το παίξω γιατρός κι εγώ.

Η επιλεκτική ευαισθησία της Δικαιοσύνης: Από την Τουλουπάκη στον Μίχο και στα Τέμπη.

Υπάρχει μια φράση που ακούμε κάθε φορά που η κοινωνία εξοργίζεται με μια δικαστική απόφαση, μια εισαγγελική πρόταση ή έναν χειρισμό που μοιάζει ακατανόητος: «Η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη».

Και έτσι πρέπει. Ή θα έπρεπε.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι από τα τελευταία πράγματα που θα έπρεπε να θέλει κανείς να πειράξει σε μια δημοκρατία. Ο δικαστής δεν μπορεί να αποφασίζει κοιτάζοντας δημοσκοπήσεις, ούτε ο εισαγγελέας να προτείνει καταδίκες επειδή το αλαλάζον πλήθος έξω από το δικαστήριο αυτό απαιτεί.

Μόνο που ανεξαρτησία δεν σημαίνει ασυλία από την κριτική. Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει ότι κάθε πράξη ενός δικαστικού λειτουργού καθαγιάζεται αυτομάτως ως «νομική ερμηνεία» και κάθε ερώτημα γι' αυτήν συνιστά επίθεση στους θεσμούς. Δεν είναι δα και το αλάθητο του Πάπα.

Γιατί η Δικαιοσύνη δεν είναι απλά εξουσία. Έχει εξουσία.

Μπορεί να σου στερήσει την ελευθερία, να σου πάρει το παιδί, να αποφασίσει αν μια καταγγελία αξίζει να ερευνηθεί, αν μια σορός αξίζει να εξεταστεί ξανά, αν ένας άνθρωπος θα καθίσει στο εδώλιο ή αν μια υπόθεση θα μπει στο αρχείο. Μπορεί, με δυο λόγια, να αποφασίσει ποια αλήθεια αξίζει να αναζητηθεί και μέχρι πού.

Ακριβώς γι' αυτό η ανεξαρτησία της δεν μπορεί να σημαίνει ανεξέλεγκτη εξουσία.

Το γράμμα του νόμου και η αναζήτηση της αλήθειας

Στα Τέμπη, συγγενείς θυμάτων ζήτησαν επανειλημμένα εκταφές για να γίνουν εξετάσεις που θεωρούσαν κρίσιμες για τη διερεύνηση των αιτίων θανάτου.

Απορρίφθηκαν. Ξανά και ξανά. Και μετά ξανά.

Έλα όμως που όταν ο Πάνος Ρούτσι έστησε το αντίσκηνό του στο Σύνταγμα, ξεκίνησε απεργία πείνας και το αίτημά του δημιούργησε κοινωνική αναταραχή και ενόχλησε τους ανέμελους τουρίστες, η εκταφή τελικά έγινε δεκτή. Έστω αρχικά μόνο για την ταυτοποίηση DNA.

Για τις τοξικολογικές εξετάσεις; Όχι.

Γιατί υπήρχαν διαδικασίες, αρμοδιότητες, μια ανάκριση που είχε κλείσει και μια σειρά από νομικά επιχειρήματα για το τι μπορούσε και τι δεν μπορούσε πλέον να γίνει. Πράγματα που ο μέσος πολίτης δεν καταλαβαίνει. Και, μεταξύ μας, δικαίως δεν τα καταλαβαίνει. Διότι ο πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για να αναρωτηθεί γιατί ένας πατέρας δεν μπορεί να εξετάσει τη σορό του παιδιού του για να μάθει από τι πέθανε.

Και τότε συνέβη κάτι μαγικό.

Βρέθηκε ο τρόπος.

Ανασύρθηκε παλαιότερη δικογραφία από το αρχείο, άνοιξε νέα προκαταρκτική εξέταση και ο νόμιμος δρόμος, που μέχρι τότε έμοιαζε κλειστός, άνοιξε ώστε να πραγματοποιηθούν τοξικολογικές εξετάσεις χωρίς να ξανανοίξει η κύρια ανάκριση.

Νόμιμα όλα. Και πριν και μετά. Θαύμα.

Μόνο που εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Αν ο δρόμος υπήρχε, γιατί έπρεπε να φτάσει ένας πατέρας σε απεργία πείνας και μια κοινωνία στα κάγκελα για να τον ανακαλύψει η Δικαιοσύνη; Και αν η ίδια η διαδικασία μπορεί να προσφέρει λύση όταν υπάρχει αρκετή πίεση, τότε μήπως προηγουμένως το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν μπορούσε, αλλά ότι κανείς δεν αισθανόταν ιδιαίτερη ανάγκη να ψάξει πώς θα μπορούσε;

Ο ρόλος της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να εξαντλείται στο να μας εξηγεί γιατί δεν γίνεται να αναζητήσουμε ένα αποδεικτικό στοιχείο. Οφείλει να εξαντλεί πρώτα τις δυνατότητες του νόμου για να βρει την αλήθεια.

Ο νόμος είναι εργαλείο της Δικαιοσύνης.

Δεν είναι άλλοθι.

Η επιλεκτική ευαισθησία 

Το 2017 συνελήφθη η Πόλα Ρούπα. Μαζί της βρισκόταν ο εξάχρονος γιος της με τον Νίκο Μαζιώτη.

Οι γονείς του κατηγορούνταν για εξαιρετικά σοβαρά αδικήματα. Το παιδί όμως δεν κατηγορούνταν για τίποτα. Μικρή αλλά μάλλον σημαντική λεπτομέρεια.

Κι όμως, με εντολή της εισαγγελέως Ανηλίκων Μαρίας-Ελένης Νικολού, το εξάχρονο παιδί βρέθηκε στο παιδοψυχιατρικό τμήμα του Παίδων αντί να παραδοθεί άμεσα στους συγγενείς που το ζητούσαν. Ήταν φρουρούμενο λες και ήταν ο Πάσσαρης και η επικοινωνία του με τρίτους τελούσε υπό εισαγγελικό έλεγχο. Οι γονείς του μίλησαν για «εγκλεισμό» και «απομόνωση».

Μπορεί κάποιος να βρει όλες τις θεσμικές λέξεις που χρειάζονται για να περιγράψει αυτή την κατάσταση. «Προσωρινή επιμέλεια». «Προστασία ανηλίκου». «Παιδοψυχιατρική παρακολούθηση». 

Για ένα εξάχρονο παιδί, όμως, υπάρχει και μια απλούστερη περιγραφή: η μαμά και ο μπαμπάς εξαφανίστηκαν, η γιαγιά δεν μπορούσε να το πάρει και το ίδιο βρέθηκε φυλακισμένο στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.

Το παιδί δεν γνωρίζει από νομικούρες. Γνωρίζει απλά την αίσθηση της ανασφάλειας.

Μερικά χρόνια αργότερα, η ίδια εισαγγελική λειτουργός καταγγέλθηκε για τον χειρισμό μιας ακόμη υπόθεσης ανηλίκου. Αυτή τη φορά ενός 11χρονου, μέσα σε μια σύγκρουση επιμέλειας και καταγγελίες του παιδιού για κακοποίηση από τον πατέρα του. Σύμφωνα με την αναφορά που κατατέθηκε σε βάρος της, το παιδί οδηγήθηκε —πάλι— σε παιδοψυχιατρική κλινική και ζητήθηκε παρέμβαση που θα βοηθούσε στην προσαρμογή του στην κατοικία του πατέρα. Ήθελε, δηλαδή, η εισαγγελέας με το στανιό το θύμα να συγκατοικεί με τον κακοποιητή του.

Δεν γνωρίζουμε αν οι καταγγελίες αυτές οδήγησαν σε πειθαρχική καταδίκη της εισαγγελέως.

Αλλά εδώ δεν δικάζουμε τη συγκεκριμένη εισαγγελέα. Αν και ίσως θα έπρεπε.

Ρωτάμε κάτι πολύ πιο ενοχλητικό: πόση βία μπορεί να ασκήσει ένας θεσμός σε ένα παιδί στο όνομα του «συμφέροντος του παιδιού» προτού αναρωτηθεί αν η θεραπεία που επέλεξε είναι τραυματικότερη από την ασθένεια που υποτίθεται ότι θεραπεύει;

Και κυρίως: γιατί αυτή η θεσμική αυστηρότητα φαίνεται να αποκτά παράξενες διακυμάνσεις όταν αλλάζει ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι στο παιδί;

Ένας «έρωτας» με ένα δωδεκάχρονο παιδί

Το 2024 η ίδια εισαγγελέας βρέθηκε στην έδρα της δίκης για τη 12χρονη του Κολωνού.

Ο Ηλίας Μίχος υποστήριζε ότι είχε «ερωτική σχέση» με το παιδί. Η εισαγγελική πρόταση ζήτησε την απαλλαγή του από την κατηγορία του βιασμού. Επιστρατεύτηκε ακόμη και η «πραγματική πλάνη» ως προς την ηλικία: η πιθανότητα, δηλαδή, ο ενήλικος άνδρας να πίστευε ότι το παιδί ήταν μεγαλύτερο.

Και κάπου εδώ η γλώσσα αρχίζει να κάνει θαύματα.

Ένας ενήλικος κλείνει σε ένα δωδεκάχρονο παιδί ραντεβού με άνδρες επί πληρωμή, το ίδιο παιδί με το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει «ερωτική σχέση», και η νομική σκέψη καταφέρνει να ανακαλύψει χώρο για έρωτες, πλάνες, αμφιβολίες και ελαφρύτερους χαρακτηρισμούς. Η γλώσσα, άλλωστε, είναι βολικό πράγμα: αν βρεις τις σωστές λέξεις, μέχρι και η φρίκη μπορεί να αποκτήσει νομική κομψότητα.

Το δικαστήριο, ευτυχώς, δεν ακολούθησε την πρόταση.

Καταδίκασε τον Μίχο για βιασμό.

Δεν υποστηρίζω ότι ένας εισαγγελέας οφείλει να καταδικάζει όποιον η κοινωνία έχει ήδη καταδικάσει. Το ακριβώς αντίθετο. Αν δεν πείθεται από τα στοιχεία, οφείλει να προτείνει αθώωση ακόμη κι αν ολόκληρη η χώρα περιμένει έξω από την αίθουσα για να τον λιντσάρει. Αυτή είναι η ανεξαρτησία που πρέπει να υπερασπιστούμε.

Αλλά είναι δύσκολο να μην παρατηρήσεις την αντίθεση.

Απέναντι σε ένα εξάχρονο παιδί, το κράτος μπορεί να είναι αμείλικτο στο όνομα της προστασίας του. Απέναντι σε ένα 11χρονο μπορεί, σύμφωνα με τις καταγγελίες, να θεωρεί θεραπευτικό να το προετοιμάσει για την επιστροφή στον πατέρα που το ίδιο καταγγέλλει. Και απέναντι στον ενήλικο άνδρα που κατηγορείται για τον βιασμό ενός δωδεκάχρονου, ξαφνικά εμφανίζεται όλη η λεπτότητα, όλη η κατανόηση και όλη η ευαισθησία της νομικής ερμηνείας.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι αυστηρή ή επιεικής.

Είναι με ποιον είναι αυστηρή και με ποιον ανακαλύπτει την επιείκειά της.

Και ύστερα υπάρχει η Τουλουπάκη

Η Ελένη Τουλουπάκη ήταν επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς και ερεύνησε την υπόθεση Novartis, μαζί με πολιτικά πρόσωπα.

Και κάποια στιγμή η εισαγγελέας που ερευνούσε βρέθηκε η ίδια ερευνώμενη.

Ακολούθησαν καταγγελίες, έρευνες, ποινική δίωξη και τελικά παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο. Στο μεταξύ, καταργήθηκε και η Εισαγγελία Διαφθοράς, της οποίας προΐστατο, και ενσωματώθηκε σε νέα εισαγγελική δομή.

Δεν χρειάζεται να δεχτεί κανείς τον ισχυρισμό της Τουλουπάκη ότι υπήρξε οργανωμένη επιχείρηση εξόντωσής της. Αρκεί να κοιτάξει το τέλος της ιστορίας.

Οι βαρύτερες κατηγορίες που είχαν συνδεθεί δημόσια με τον τρόπο που διερεύνησε τη Novartis δεν έφτασαν καν στο ακροατήριο. Παραπέμφθηκε τελικά για ένα πολύ συγκεκριμένο ζήτημα, την καθυστέρηση διαβίβασης στη Βουλή αναφοράς που αφορούσε τον Παναγιώτη Κουρουμπλή. Και το Ειδικό Δικαστήριο την αθώωσε ομόφωνα.

Εδώ η Δικαιοσύνη δεν έδειξε καμία δυσκολία να ερευνήσει τη Δικαιοσύνη. Δεν κρύφτηκε πίσω από το επιχείρημα ότι ένας εισαγγελέας έχει ανεξάρτητη δικανική κρίση. Ο μηχανισμός λογοδοσίας λειτούργησε. Και λειτούργησε μέχρι τέλους.

Καλώς.

Το πρόβλημα είναι γιατί δεν τον βλέπουμε να λειτουργεί πάντοτε με την ίδια προθυμία. Φαίνεται πως και η θεσμική εγρήγορση έχει τις προτιμήσεις της.

Πότε η «ανεξάρτητη δικανική κρίση» είναι ασπίδα και πότε γίνεται αντικείμενο ποινικής έρευνας; Πότε ένα αμφιλεγόμενο εισαγγελικό έργο αποτελεί θεμιτή άσκηση δικαστικής ανεξαρτησίας και πότε γεννά έναν ολόκληρο μηχανισμό διερεύνησης του ίδιου του εισαγγελέα;

Και μήπως τελικά η περίφημη ανεξαρτησία δεν κινδυνεύει μόνο όταν η πολιτική εξουσία τηλεφωνεί σε έναν δικαστή για να του πει τι θα αποφασίσει;

Κινδυνεύει και όταν ο δικαστής ξέρει ποιον είναι ασφαλές να ερευνήσει και ποιον όχι.

«Να έχετε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη»

Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο από όλα.

Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω, η απάντηση είναι περίπου η ίδια: να έχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Σχεδόν σαν να πρόκειται για πίστη και όχι για θεσμό.

Μόνο που η εμπιστοσύνη δεν είναι θεσμική υποχρέωση του πολίτη.

Κερδίζεται.

Και στην Ελλάδα υπάρχει πλέον μετρήσιμο πρόβλημα: σε έρευνα του ΟΟΣΑ, μόλις 39% των Ελλήνων δήλωσε το 2025 ότι εμπιστεύεται τα δικαστήρια.

Ίσως, λοιπόν, κάνουμε λάθος ερώτηση.

Αντί να αναρωτιόμαστε γιατί οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε:

Τι έχει κάνει η Δικαιοσύνη για να αξίζει την εμπιστοσύνη τους;

Δεν αποκτά κύρος ένας θεσμός επειδή απαιτεί σεβασμό. Ούτε επειδή κάθε κριτική εναντίον του βαφτίζεται λαϊκισμός, θεσμική εκτροπή ή επίθεση στην ανεξαρτησία του.

Κύρος αποκτά όταν μπορείς να τον αμφισβητήσεις και έχει απαντήσεις.

Όταν εξηγεί τις αποφάσεις του χωρίς να οχυρώνεται πίσω από νομικίστικα τερτίπια. Όταν διορθώνει τα λάθη του πριν χρειαστεί μια κοινωνία να βγει στον δρόμο. Όταν ελέγχει τους λειτουργούς του χωρίς να τους προστατεύει επειδή είναι «δικοί του», αλλά και χωρίς να τους συντρίβει όταν γίνονται ενοχλητικοί. Όταν επιδεικνύει απέναντι στον ισχυρό την ίδια αποφασιστικότητα που επιδεικνύει απέναντι στον αδύναμο.

Γιατί πίσω από όλα αυτά υπάρχουν ένα εξάχρονο που θέλει τη γιαγιά του, ένα 11χρονο που λέει ότι φοβάται τον πατέρα του, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που κάποιοι κατάφεραν να χωρέσουν στην ίδια πρόταση με τη λέξη “έρωτας”, ένας πατέρας που θέλει, πολύ απλά, να μάθει από τι πέθανε το παιδί του και μια κοινωνία που δεν ζητά από τη Δικαιοσύνη να της κάνει το χατίρι.

Ζητά κάτι πολύ πιο δύσκολο.

Να την πείσει ότι ο νόμος εφαρμόζεται με το ίδιο μέτρο σε όλους και ότι η αναζήτηση της αλήθειας προηγείται της προστασίας του ίδιου του συστήματος.

Αν δεν μπορεί να την πείσει γι' αυτό, τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες έχασαν την πίστη τους στη Δικαιοσύνη.

Το πρόβλημα είναι ότι η Δικαιοσύνη έχασε την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Δικαιοσύνη made in the USA: Σκοτώνουμε τους δολοφόνους γιατί το να σκοτώνεις είναι κακό




Έμαθε τη γεύση του αλκοόλ από όταν ήταν ακόμη έμβρυο.

Ήταν μικρό κορίτσι όταν διδάχθηκε τι σημαίνει σεξουαλική κακοποίηση.

Και στα 11 έμαθε τι σημαίνει να σε προδίδουν.

Τη βίασε ο γείτονας, αλλά κανείς δεν την πίστεψε. 

Κι εκείνη ήταν υποχρεωμένη να τον βλέπει κάθε μέρα στον δρόμο προς το σχολείο.

Έμαθε τι σημαίνει φόβος, εγκατάλειψη, ανημπόρια.

Κι όπως συμβαίνει συχνά σε ανθρώπους που έχουν μάθει να ζουν ως θύματα, στα 17 της βιάστηκε ξανά.

Μέχρι τα δεκαοκτώ της, είχε μάθει με αρκετή συνέπεια τρία πράγματα: ότι οι άνθρωποι μπορούν να σου κάνουν φρικτά πράγματα, ότι εκείνοι που υποτίθεται πως σε προστατεύουν μπορεί απλώς να κοιτάζουν και ότι οι θύτες δεν τιμωρούνται απαραιτήτως.

Δικαιώθηκε;

Όχι.

Την πρόδωσαν οι άνθρωποι που όφειλαν να την προστατεύσουν. Την πρόδωσαν οι θεσμοί που είδαν τα σημάδια και δεν έκαναν αρκετά.

Και τι ακριβώς περιμένουμε να βγει κάποτε από ένα παιδί που το μόνο που έμαθε από τους ανθρώπους ήταν πόνος, βία, φόβος και εγκατάλειψη;

Αγάπη; Ενσυναίσθηση; Εμπιστοσύνη; Σεβασμός για τη ζωή και τον άλλον;

Έτσι λίγο αργότερα το θύμα έγινε θύτης.

Στα δεκαοκτώ της η Christa Pike συμμετείχε στον βασανισμό και τη δολοφονία της 19χρονης Colleen Slemmer. Το έγκλημα ήταν φρικιαστικό. Τελεία.

Η Colleen δεν έφταιγε σε τίποτε για όσα είχε υποστεί η Pike.

Όμως ένα παιδί μαθαίνει ότι μπορούν να του προκαλούν πόνο χωρίς να συμβαίνει απολύτως τίποτε. Οι δικοί του θύτες δεν τιμωρούνται. Κράτος, δικαιοσύνη, νόμοι, ποινές — όλα όσα υποτίθεται ότι υπάρχουν για να το προστατεύουν — αποτελούν στη ζωή του μια ηχηρή απουσία.

Δεν είναι παράλογο να αναρωτηθούμε αν, όταν έγινε η ίδια θύτης, πίστευε κάπου μέσα της ότι ούτε εκείνη θα τιμωρηθεί.

Μόνο που αυτή τη φορά το σύστημα λειτούργησε.

Και λειτούργησε εντυπωσιακά.

Το κορίτσι που δεν είχε καταφέρει να προστατεύσει ήταν πλέον αρκετά μεγάλο ώστε να μπορεί να το καταδικάσει.

Τώρα βρήκαμε ποιος είναι ο κακός. Και ο κακός είναι πλέον ενήλικος.

Η Pike καταδικάστηκε σε θάνατο.

Και εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον ιστορικό δεδομένο. Οι άλλοι άνθρωποι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο στο σύγχρονο Τενεσί για εγκλήματα που διέπραξαν στα 18 είδαν τις ποινές τους να μετατρέπονται σε ισόβια ή ακόμη ελαφρύτερες καταδίκες. Επιπλέον, εδώ και τρεις δεκαετίες, κανένας άλλος 18χρονος δεν έχει καταδικαστεί σε θάνατο στην πολιτεία μετά την Pike.

Για την Pike, όμως, τίποτε από αυτά δεν ίσχυσε. Για ακόμη μία φορά, η δικαιοσύνη και η ισονομία έμοιαζαν να μην την αφορούν. Η δική της νοητική και ψυχολογική κατάσταση, το ιστορικό της και, πολύ περισσότερο, η δυνατότητα θεραπείας και αναμόρφωσής της ως ενήλικης δεν στάθηκαν αρκετά για να αλλάξει η καταδίκη της.

Έτσι πέρασαν τριάντα χρόνια.

Τριάντα χρόνια είναι πολύς χρόνος να περιμένεις να σκοτώσεις κάποιον.

Η 18χρονη έγινε 50χρονη. Έλαβε ψυχιατρική θεραπεία. Σύμφωνα με τους δικηγόρους της, απέκτησε επίγνωση της πράξης της, εξέφρασε βαθιά μεταμέλεια και εξελίχθηκε σε άνθρωπο που βοηθούσε άλλες κρατούμενες.

Η θέση της υπεράσπισής της θα μπορούσε να συμπυκνωθεί σε μία πρόταση:

Η 18χρονη που καταδικάσατε δεν υπάρχει πια.

Και κάπου εδώ αρχίζει να με ενδιαφέρει λιγότερο η Christa Pike και περισσότερο εμείς. Οι καλοί, οι λογικοί, οι ηθικοί.

Τι ακριβώς θέλουμε από την ποινή; Ποιο είναι τελικά το νόημά της;

Αν θέλουμε να προστατεύσουμε την κοινωνία από έναν επικίνδυνο άνθρωπο, η Pike βρίσκεται ήδη στη φυλακή.

Αν θέλουμε αναμόρφωση, τότε θα έπρεπε τουλάχιστον να μας ενδιαφέρει αν αναμορφώθηκε.

Αν όμως δεν μας ενδιαφέρει ούτε το ένα ούτε το άλλο και θεωρούμε ότι πρέπει να πεθάνει επειδή πριν από τριάντα χρόνια βασάνισε και σκότωσε με πραγματικά ειδεχθή τρόπο ένα άλλο κορίτσι, τότε υπάρχει μια παλιά, πολύ απλούστερη λέξη γι' αυτό.

Λέγεται εκδίκηση.

Κρατήστε τη ζωντανή. Πρέπει να πεθάνει.

Στις 30 Σεπτεμβρίου το Τενεσί επιχείρησε τελικά να εκτελέσει την Pike με θανατηφόρα ένεση.

Της χορηγήθηκε πεντοβαρβιτάλη. Δεν πέθανε. Χορηγήθηκε και δεύτερη δόση. Πάλι δεν πέθανε.

Η εκτέλεση σταμάτησε και η Pike μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση.

Και κάπως έτσι φτάσαμε σε μία από εκείνες τις στιγμές όπου η πραγματικότητα και η ειρωνεία γίνονται ένα.

Το κράτος προσπάθησε να τη σκοτώσει. Απέτυχε. Και τώρα οι γιατροί προσπαθούν να τη σώσουν, ώστε πιθανότατα το κράτος να μπορέσει κάποια στιγμή να προσπαθήσει ξανά να τη σκοτώσει.

Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, αν θα υπάρξει τελικά νέα απόπειρα εκτέλεσης. Οι εκτελέσεις στο Τενεσί έχουν προς το παρόν ανασταλεί και διερευνάται τι συνέβη.

Ξέρουμε όμως κάτι άλλο.

Υπάρχουν άνθρωποι που χάρηκαν επειδή υπέφερε.

Καλά να πάθει. Γιατί εκείνη τι έκανε στο θύμα της;

Η Colleen βασανίστηκε. Ας βασανιστεί κι αυτή.

Και κάπου εδώ καλό θα ήταν να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη δικαιοσύνη.

Γιατί αν θεωρούμε θεμιτό να προκαλέσουμε πόνο σε κάποιον επειδή προκάλεσε πόνο, γιατί να σταματήσουμε στη θανατηφόρα ένεση;

Ας τη μαστιγώσουμε.

Ας τη λιθοβολήσουμε.

Ας τη σταυρώσουμε.

Και γιατί όχι δημοσίως; Με εξέδρα, θεατές και ποπ κορν.

Αν ο στόχος είναι ο ένοχος να υποφέρει όσο υπέφερε το θύμα του, η αποστειρωμένη αίθουσα, η σύριγγα και το ιατρικό πρωτόκολλο είναι απλώς ένα εξαιρετικά περίπλοκο σκηνικό για να μη βλέπουμε καθαρά αυτό που κάνουμε.

Η βαρβαρότητα δεν γίνεται πολιτισμός επειδή φοράει λευκά γάντια.

Το «τέρας»

Μας βολεύει πολύ αυτή η λέξη.

Τέρας.

Το τέρας δεν έχει παιδική ηλικία, δεν υπήρξε ποτέ θύμα, δεν χρειάστηκε ποτέ βοήθεια. Απλώς εμφανίστηκε κακό — κι έτσι μπορούμε να το μισήσουμε ανενόχλητοι.

Μόνο που η Christa Pike υπήρχε και πριν γίνει δολοφόνος.

Αυτό δεν αφαιρεί ούτε ένα γραμμάριο από την ευθύνη της για τη δολοφονία της Colleen Slemmer. Αλλά ούτε το έγκλημά της διαγράφει αναδρομικά όσα της συνέβησαν.

Γιατί ο πολιτισμός δεν κρίνεται από το πώς φερόμαστε στον αθώο, στον καλό, στον άνθρωπο που συμπαθούμε. Αυτό είναι εύκολο.

Κρίνεται από το πώς φερόμαστε στον αδύναμο, στο ζώο, στον φυλακισμένο, στον εχθρό μας — και περισσότερο απ' όλους σε εκείνον που έχει κάνει κάτι τόσο αποτρόπαιο ώστε θα θέλαμε να πάψει να θεωρείται άνθρωπος.

Γιατί αν για να τιμωρήσουμε το τέρας πρέπει να γίνουμε τέρατα κι εμείς, ποιος ακριβώς νίκησε;

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Η ταξική συνείδηση δεν έχει κουλτουρόμετρο.



Φαραντούρη: 9/10  Βιτάλη: 7/10. Βίσση: κόβεσαι. ABBA: παραδίδεις κομματική ταυτότητα. 

Υπάρχει ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από κυβερνήσεις και κάθε φορά καταφέρνει να σε βγάλει από τα ρούχα σου.

«Η κίνηση στη Συγγρού είναι ασύλληπτη», «Κορυφώνεται η έξοδος των εκδρομέων», «Υπάρχει κατανάλωση στα σούπερ μάρκετ». Άρα, περίπου, ποια ακρίβεια και ποια φτώχεια; Λεφτά υπάρχουν. Απλώς είστε μίζεροι και γκρινιάρηδες, όπως λέει με μονίμως τσιριχτή φωνή ο Άδωνις και οι συν αυτώ.

Πρόκειται για ένα επιχείρημα εξαιρετικής αθλιότητας. Το ότι ένας άνθρωπος εξακολουθεί να καταναλώνει δεν αποδεικνύει ότι ευημερεί. Μπορεί να κόβει από αλλού. Μπορεί να χρωστάει. Μπορεί να έχει μειώσει δραματικά την ποιότητα όσων αγοράζει. Μπορεί να μαζεύει χρήματα έναν ολόκληρο χρόνο για πέντε μέρες διακοπών. Μπορεί, στην τελική, να αρνείται να υποκύψει στο εκβιαστικό αίτημα της σύγχρονης λιτότητας: να μετατρέψει ολόκληρη τη ζωή του σε αναμονή μέχρι να βελτιωθούν οι οικονομικοί δείκτες.

Κι εντάξει να χρησιμοποιεί η λαϊκίστικη δεξιά αυτού του είδους τα επιχειρήματα και να οδηγείται σε λογικά άλματα ανάλογα με το συμφέρον της. Το πρόβλημα παίρνει άλλες διαστάσεις όταν ένας εκπληκτικά παρόμοιος παραλογισμός επιστρατεύεται από την απέναντι πλευρά, την αριστερή, τη σκεπτόμενη, την κουλτουριάρικη.

Μόνο που εκεί... τροποποιείται το κατηγορητήριο.

Δεν είσαι πια αχάριστος επειδή διασκεδάζεις ενώ υποτίθεται ότι ευημερείς. Είσαι απολίτικος επειδή διασκεδάζεις ενώ θα έπρεπε να εξεγείρεσαι. Εκτός κι αν διασκεδάζεις στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Ωραία τα φεστιβάλ της ΚΝΕ πάντα. Δεν το λέω καθόλου ειρωνικά.

Αν όμως διασκεδάζεις εκτός ΚΝΕ, το ερώτημα μετατρέπεται ως εξής: πώς γίνεται να μαζεύονται τόσες χιλιάδες σε συναυλίες αλλά όχι για τον ΟΠΕΚΕΠΕ; Πώς γίνεται να γεμίζουν τα πανηγύρια αλλά όχι οι δρόμοι; Πώς βρίσκουν λεφτά για ένα εισιτήριο όταν ο μισθός τελειώνει στις 20 του μήνα;

Μισό λεπτό.

Αυτό δεν ήταν το επιχείρημα που μας εξόργιζε όταν το ακούγαμε από τον Άδωνι και τους υπουργούς της κυβέρνησης;

«Πώς γίνεται να λέτε ότι δεν έχετε λεφτά αφού γεμίζουν οι ταβέρνες;»

Τώρα έγινε:

«Πώς γίνεται να λέτε ότι υποφέρετε αφού γεμίζουν οι συναυλίες;»

Φαίνεται ότι η ταξική χυδαιότητα εξαγνίζεται όταν αλλάξει κομματικό ακροατήριο.

Ο συλλογισμός παραμένει ακριβώς ο ίδιος: παίρνω μια στιγμή κατανάλωσης ή απόλαυσης από τη ζωή ενός ανθρώπου και τη χρησιμοποιώ ως τεκμήριο για ολόκληρη την οικονομική, κοινωνική και πολιτική του κατάσταση. Αν το κάνει υπουργός, είναι νεοφιλελεύθερη αναλγησία. Αν το κάνει αριστερός στο Facebook, γίνεται ξαφνικά κοινωνική ανάλυση.

Έχει μια γοητεία η ανθρώπινη συνέπεια.

Και το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν αποκαλύπτεται ότι δεν ενοχλεί ακριβώς η διασκέδαση. Ενοχλεί η λάθος διασκέδαση.

Κάπου εδώ εμφανίζεται ο πολιτιστικός ινστρούχτορας.

Ο πολιτικοποιημένος άνθρωπος φαίνεται ότι οφείλει να διαθέτει και πολιτικώς εγκεκριμένη δισκοθήκη. Λίγη Μαρίζα Κωχ, λίγη Φαραντούρη, ενδεχομένως κάτι αρκετά ψαγμένο, κανά «Σαμποτάζ», ας πούμε, ώστε να μην το γνωρίζουν οι μάζες και, Θεός φυλάξοι, με εξαιρετική προσοχή στην ποπ και στο λαϊκό. Η Βιτάλη περνάει, να ξέρετε. Η Βίσση όχι. Με την καμία.

Διότι η αισθητική προτίμηση έχει μετατραπεί σε τεστ πολιτικών φρονημάτων.

Και κάπως έτσι ένα σωρό αυτοδιορισμένοι μουσικοί εισαγγελείς, άνθρωποι που πιθανότατα δεν ξέρουν καν πού βρίσκεται το σολ ανάμεσα στις νότες, αποφαίνονται με αξιοθαύμαστη βεβαιότητα ποια μουσική είναι «σοβαρή», ποια «σκουπίδι» και —ακόμη πιο ενδιαφέρον— τι είδους άνθρωπος είσαι επειδή την ακούς.

Η ιστορία της ποπ είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές γελοιότητες.

Οι ABBA αντιμετωπίστηκαν για χρόνια από σημαντικό μέρος της μουσικής και πολιτικής κριτικής ως ένα γυαλιστερό, εμπορικό καπιταλιστικό προϊόν. Πολύ ποπ. Πολύ ντίσκο. Πολύ εύπεπτοι. Πολύ επιτυχημένοι.

Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα.

Ιερά τέρατα της rock δεν είχαν ενημερωθεί ότι όφειλαν να τους περιφρονούν.

Ο Pete Townshend των Who είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για το «SOS». Μέλη της βρετανικής rock αριστοκρατίας ήθελαν να τους δουν ζωντανά. Ο Lemmy —άνθρωπος που δύσκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί για υπερβολική αγάπη προς την ευτελή ποπ και ντίσκο— είχε επίσης μιλήσει με θαυμασμό για τους ABBA.

Πράγμα λίγο άβολο όταν ο επιθετικός στόκος του διαδικτύου θέλει να σου εξηγήσει, με κεφαλαία για να καταδείξει το μέγεθος του θυμού του, ότι «ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΣΥΓΚΡΙΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΕΡΑΣΤΙΟΥΣ LED ZEPPELIN ME ΤΟΥΣ ΓΕΛΟΙΟΥΣ ABBA».

Βλακάκο μου, δεν τους συνέκρινε κανείς.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι τιτανομέγιστοι Led Zeppelin δεν φαίνεται να συμμερίζονταν την άποψή σου για τους γελοίους ABBA. Είχαν μάλιστα βάλει μέσο για να εξασφαλίσουν εισιτήρια στις συναυλίες τους στο Γουέμπλεϊ το 1979. Όπως και οι Who.

Και πιθανότατα αυτό συμβαίνει επειδή ένας πραγματικός μουσικός ακούει πράγματα που ο φανατικός οπαδός του είδους δεν ακούει: σύνθεση, ενορχήστρωση, παραγωγή, μελωδία, τεχνική. Δεν χρειάζεται να αποδείξει την ανωτερότητά του περιφρονώντας ένα τραγούδι επειδή χόρεψαν εκατομμύρια άνθρωποι μ' αυτό ή επειδή δεν πραγματεύεται βαθυστόχαστα νοήματα. Για έναν μουσικό, άλλωστε, η πρώτη γλώσσα της μουσικής είναι —τι έκπληξη— η μουσική.

Η πολιτιστική αστυνομία, όμως, έχει κι άλλα προβλήματα.

Ο Καρβέλας είναι κλέφτης.

Ναι. Είναι.

Όπως έχουν κατηγορηθεί βάσιμα για μουσικό δανεισμό, επιρροές που ξεπερνούν την απλή επιρροή ή και κανονική αντιγραφή αναρίθμητοι καλλιτέχνες. Οι εξαιρετικοί και πολυαγαπημένοι Radiohead δεν κατέβηκαν από το όρος Σινά κρατώντας τις πλάκες της μουσικής πρωτοτυπίας.

Και ευτυχώς.

Γιατί η μουσική δεν δημιουργείται σε αποστειρωμένα εργαστήρια. Δανείζεται, κλέβει, μετασχηματίζει, αντιγράφει, συνομιλεί, ανακυκλώνει. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι κάθε φορά τι κάνει με όσα παίρνει.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο διασκεδαστικό στην ταξινόμηση της μουσικής σε ευγενή και ευτελή.

Σε τι ακριβώς διαφέρει, ως προς την υψηλή πνευματική του θεματολογία, το «Έλα γοριλάκι» του πολυαγαπημένου και πολυγραφότατου Λάκη Παπαδόπουλου από το «Τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχά σου»;

Εδώ σας θέλω, μαναράκια μου.

Γιατί όταν ένα τραγούδι έχει ήδη ενταχθεί στο δικό μας πολιτιστικό στρατόπεδο, η ελαφρότητα βαφτίζεται χιούμορ, αυτοσαρκασμός, ευφυΐα, κιτς με επίγνωση. Όταν ανήκει στους άλλους, γίνεται απόδειξη πνευματικής παρακμής.

Και εδώ βρίσκεται τελικά κάτι πολύ πιο ενοχλητικό από μια συζήτηση περί καλού και κακού γούστου.

Η απαίτηση να είναι η τέχνη στρατευμένη δεν περιορίζεται στο να ζητά από τον καλλιτέχνη πολιτική θέση. Ζητά και από τον ακροατή πολιτική συμμόρφωση. Δεν αρκεί να έχεις τις «σωστές» απόψεις. Πρέπει να συγκινείσαι από τα σωστά τραγούδια, να πηγαίνεις στις σωστές συναυλίες, να γελάς με τους σωστούς ανθρώπους και, ει δυνατόν, να διασκεδάζεις με τρόπο που να εγκρίνει ο εκάστοτε θεματοφύλακας της πολιτιστικής ορθότητας.

Η τέχνη όμως δεν είναι κομματική ταυτότητα και η απόλαυση δεν είναι δήλωση πολιτικών φρονημάτων.

Μπορώ να θεωρώ ένα τραγούδι αριστούργημα και τον δημιουργό του μαλάκα. Να λατρεύω έναν δίσκο και να απεχθάνομαι τις πολιτικές απόψεις εκείνου που τον έγραψε. Να ακούω Radiohead χωρίς να υιοθετώ τις θέσεις τους για το Ισραήλ. Να ακούω Ozzy χωρίς να ζητήσω πρώτα πιστοποιητικό ιδεολογικής καθαρότητας. Και να χορεύω με το πιο ελαφρύ, γελοίο, εμπορικό ποπ τραγουδάκι του πλανήτη χωρίς να μειώνεται κατά είκοσι μονάδες η ταξική μου συνείδηση.

Αλλιώς δεν μιλάμε για πολιτική κριτική της τέχνης.

Μιλάμε για αστυνόμευση του γούστου.

Και έχει κάτι σχεδόν κωμικό να βλέπεις ανθρώπους που μιλούν ασταμάτητα για χειραφέτηση να απαιτούν από τον κόσμο να πάρει άδεια για το τι θα ακούσει, πού θα χορέψει και με τι θα περάσει καλά.

Ακόμη πιο κωμικό ή και τραγικό όταν, για να τον μαλώσουν, χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα που τους εξοργίζει όταν το ξεστομίζει ο Άδωνις.

Οι γεμάτες ταβέρνες δεν αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει φτώχεια.

Οι γεμάτες συναυλίες δεν αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική συνείδηση.

Και η ποπ δεν χρειάζεται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.

Ούτε εμείς.

ΥΓ.: Για όποιον θεωρεί ότι οι αναφορές στους ABBA είναι αποκύημα κάποιας ποπ φαντασίωσης, υπάρχει και το ντοκιμαντέρ ABBA: Against the Odds. Πράγματι, μερικές φορές η πραγματικότητα έχει απαράδεκτο γούστο.

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η Βίσση, οι κουλτουριάρηδες και η Κίπερλι Γκίλφοϊλ.

 

90.000 άνθρωποι πήγαν να δουν τη Βίσση.

Και κάπου εκεί, όπως συμβαίνει συνήθως στην Ελλάδα, το γεγονός έπαψε να είναι συναυλία και έγινε κοινωνιολογική μελέτη.

Οι 90.000 έγιναν ξαφνικά απόδειξη της πολιτιστικής μας κατάντιας, της υποκουλτούρας, του ευτελούς θεάματος, της αποβλάκωσης του λαουτζίκου και —αναπόφευκτα— της πολιτικής του απάθειας.

«Για τη Βίσση τρέχουν. Για να διαμαρτυρηθούν δεν σηκώνονται από τον καναπέ».

Κάπου εδώ έχω δύο ενστάσεις.

Η πρώτη αφορά τη Βίσση.

Η δεύτερη, και σοβαρότερη, αφορά τον καναπέ.

Το κουλτουρόμετρο

Δεν ξέρω πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι η μουσική που ακούει κάποιος αποτελεί ασφαλές τεστ ευφυΐας, καλλιέργειας και πολιτικής συνείδησης.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν Μπαχ και είναι ηλίθιοι.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν σκυλάδικα και έχουν διαβάσει περισσότερο από ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη λέξη «υποκουλτούρα» τρεις φορές ημερησίως.

Και ξέρω —επειδή είμαι ένας από αυτούς— ανθρώπους που ακούνε κλασική μουσική, punk, rock, ρεμπέτικα και έχουν περάσει και θαυμάσια στα νιάτα τους με Βίσση.

Δεν υπάρχει κουλτουρόμετρο.

Κυρίως όμως δεν υπάρχει αυτή η «ιεραρχία της τέχνης».

Ιεραρχία υπάρχει στον στρατό.

Μπορείς να θεωρείς τη Βίσση αδιάφορη, κακή, εμπορική, κιτς ή ό,τι άλλο θέλεις. Μπορεί να βγάζεις καντήλες με την αισθητική που εκπροσωπεί. Μπορεί να μην άντεχες ούτε πέντε λεπτά στη συναυλία της. Κανένα πρόβλημα.

Από εκεί μέχρι να αποφασίσεις, όμως, ότι οι άνθρωποι που πήγαν να τη δουν αποτελούν κατώτερο πολιτισμικό είδος, υπάρχει μια απόσταση.

Λέγεται ελιτισμός.

Και ζέχνει.

Και γιατί δεν κατεβαίνουν στον δρόμο;

Εδώ όμως η συζήτηση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί πράγματι υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στην εικόνα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που δέχονται να ταλαιπωρηθούν, να κολλήσουν στην κίνηση, να ασφυκτιούν σαν σαρδέλες από τον συνωστισμό, να πονέσουν τα πόδια και οι μέσες τους από την πολύωρη ορθοστασία για μια συναυλία ή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα —και μάλιστα έχοντας πληρώσει ένα σκασμό λεφτά, με κίνδυνο στο τέλος του μήνα να τους κόψουν το ρεύμα—, ενώ την ίδια στιγμή η χώρα βράζει από προβλήματα χωρίς να βλέπουμε αντίστοιχη μαζική πολιτική κινητοποίηση.

Μόνο που η συναυλία έχει κάτι που η πολιτική σήμερα δεν έχει.

Κάλεσμα.

Ξέρεις πού θα πας.

Ξέρεις πότε.

Ξέρεις τι ώρα.

Ξέρεις γιατί πηγαίνεις.

Κάποιος οργάνωσε τον χώρο, όρισε την ημερομηνία, σου είπε «εδώ θα είμαστε» και σου έδωσε έναν συγκεκριμένο λόγο να σηκωθείς από τον καναπέ σου.

Πού ακριβώς θέλουμε να κατέβει ο πολίτης για όλα τα υπόλοιπα;

Πότε;

Για ποιο από όλα;

Για την ακρίβεια; Για τα ενοίκια; Για τους μισθούς; Για το ΕΣΥ; Για την Παιδεία; Για τα Τέμπη; Για τα εργασιακά; Για τα σπίτια που χάνονται; Για την αστυνομική αυθαιρεσία; Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ;

Τη Δευτέρα ή την Πέμπτη;

Στο Σύνταγμα ή στην Ομόνοια;

Και ποιος τον καλεί;

Η χαζή διασκέδαση είναι επίσης ανάγκη

Υπάρχει και κάτι που η κουλτουριάρικη κριτική συχνά αντιμετωπίζει σχεδόν ως ηθικό ελάττωμα.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να διασκεδάσει.

Και δεν χρειάζεται κάθε φορά η διασκέδασή του να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Υπάρχει η τέχνη που σε αναστατώνει, σε δυσκολεύει, σε κάνει να σκέφτεσαι.

Και υπάρχει και η τέχνη που απλώς σε κάνει να περνάς καλά, να ξεχνιέσαι.

Η χαζή διασκέδαση.

Η εύκολη διασκέδαση.

Ακόμη και η ευτελής διασκέδαση.

Αυτή που καμία ψυχή δεν παιδεύει.

Δεν είναι πολιτική υποχρέωση του ανθρώπου να περνά κάθε ελεύθερη ώρα του ακούγοντας Σοστακόβιτς και διαβάζοντας Γκράμσι, ώστε να δικαιούται μετά να διαμαρτυρηθεί για το νοίκι του.

Ούτε είναι λογικό να κοιτάμε έναν άνθρωπο που δούλεψε όλη την εβδομάδα και το Σάββατο θέλει να πάει στη Βίσση και να του λέμε:

«Α, γι' αυτό έχεις ενέργεια. Για την επανάσταση δεν είχες».

Και κάπου εδώ μπαίνει η Γκίλφοϊλ

Γιατί, όσο εμείς κάνουμε κοινωνιολογική ανάλυση των ανθρώπων που πήγαν στη Βίσση, συμβαίνουν γύρω μας πράγματα που θα έπρεπε να προκαλούν πολιτικό σεισμό.

Φτάνουμε στο σημείο μια Αμερικανίδα πρέσβης, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, να εκτοξεύει απειλές στα μούτρα Ελλήνων αξιωματούχων και να παραδέχεται ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στις πολιτικές καταστάσεις άλλων χωρών, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας κυβερνήσεις, και δεν τρέχει τίποτα. Ούτε για τους κουλτουριάρηδες, ούτε για την κυβέρνηση, ούτε για την αντιπολίτευση.

Και εντάξει, η σημερινή κυβέρνηση πουλημένη είναι, το έχουμε καταλάβει από καιρό.

Οι κουλτουριάρηδες με τα σοβαρά δεν ασχολούνται. Μένουν στο κράξιμο και στη Βίσση. Στα εύκολα.

Αλλά η αντιπολίτευση; Η Αριστερά, τι στο διάολο κάνει;

Σε μεγάλο βαθμό, ασχολείται με τον εαυτό της.

Με συσχετισμούς.

Με αρχηγούς.

Με διασπάσεις.

Με το ποιος θα πάρει 7%, ποιος 9%, ποιος θα κλέψει δύο μονάδες από ποιον και ποιος μισεί περισσότερο τον άνθρωπο με τον οποίο υποτίθεται ότι θα έπρεπε αύριο να συνεργαστεί.

Και μετά κοιτάμε τον πολίτη και τον ρωτάμε:

«Εσύ γιατί δεν κατεβαίνεις στον δρόμο;»

Να πάει πού;

Ποιος μετέτρεψε την οργή του σε πολιτική πρόταση;

Ποιος του έδωσε την αίσθηση ότι, αν κατέβει μαζί με άλλους εκατό χιλιάδες ανθρώπους, την επόμενη μέρα κάτι μπορεί πράγματι να είναι διαφορετικό;

Οι 90.000 δεν είναι το πρόβλημα

Δεν ξέρω πόσοι από τους ανθρώπους που πήγαν στη Βίσση ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία, πόσοι ψηφίζουν Αριστερά, πόσοι δεν ψηφίζουν καθόλου και πόσοι θα κατέβαιναν αύριο σε μια μεγάλη διαδήλωση αν πίστευαν ότι υπάρχει λόγος.

Και δεν το ξέρει ούτε ο κουλτουριάρης που τους κοιτάζει αφ' υψηλού.

Αυτό που ξέρουμε είναι ότι 90.000 άνθρωποι απέδειξαν πως μπορούν να σηκωθούν από τον καναπέ τους.

Μπορούν να μετακινηθούν.

Μπορούν να ταλαιπωρηθούν.

Μπορούν να βρεθούν μαζί με δεκάδες χιλιάδες άλλους ανθρώπους για κάτι που θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο.

Γιατί η Βίσση κατάφερε να τους πει πού, πότε και γιατί.

Και γι' αυτό, προσωπικά, δεν τα έχω με τους 90.000.

Με αυτούς που δεν κατάφεραν να τους καλέσουν κάπου αλλού τα έχω.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Έβρισα την Καρυστιανού και έμαθα επιτέλους τι ψηφίζω: ΝΔ. Αποδεδειγμένα πράγματα.



Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού λειτουργεί με τη λογική τετράχρονου που του πήραν το κουβαδάκι. Αρχίζει να γκαρίζει. Και μάλιστα με στόμα 60χρονου νταλικέρη.

Αν βρίζεις τον Κουτσούμπα, είσαι συριζαίος. Αν βρίζεις τον Τσίπρα, είσαι νεοδημοκράτης. Αν φρίττεις με τα εγκλήματα της ισραηλινής κυβέρνησης, είσαι ισλαμολάγνος. Αν ασκήσεις κριτική σε κάποιον που το εκάστοτε διαδικτυακό κοπάδι έχει ανακηρύξει άγιο, είσαι αυτομάτως με τους απέναντι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουν τι έγραψες. Ούτε φυσικά προσπαθούν να το καταλάβουν. Προς Θεού. Αυτό απαιτεί χρόνο, γνώσεις σύνταξης, γραμματικής και γλώσσας και, ακόμα χειρότερα, αντίληψη.

Δεν μπαίνει σε τέτοιες περιπέτειες σκέψης ο όχλος. Το μόνο που τον απασχολεί είναι ποιον έβρισες.

Και τσουπ, ως δια μαγείας, ο Γιώργος Παπάρας-Κατερίνα Βλαχάκη, δύο σε ένα, οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα απολύτως για εσένα, είδαν μέσα από τη μαγική τους σφαίρα το ψηφοδέλτιο που κρατούσες στα χέρια σου πίσω από το παραβάν.

Το είδα ξανά πρόσφατα με την Καρυστιανού. Έγραψα ένα εμπρηστικό ποστ γι’ αυτήν και μέσα σε χρόνο μηδέν έμαθα ότι είμαι νεοδημοκράτισσα, σφουγγαρίστρα του Άδωνι, του Κυριάκου, πληρωμένο τρολ του Μαξίμου και πιθανότατα κάτι ακόμη που δεν πρόλαβα να διαβάσω.

Το αν όσα έγραψα είχαν βάση ήταν λεπτομέρεια. Το αν η Καρυστιανού, από τη στιγμή που αποκτά πολιτικό ρόλο, μπορεί να κρίνεται ως πολιτικό πρόσωπο επίσης λεπτομέρεια. Το σημαντικό ήταν ότι έβρισα την Καρυστιανού. Άρα είμαι με τους άλλους.

Τόσο απλά. Τόσο ηλίθια.

Αυτή η ανάγκη να χωρέσουμε τους πάντες σε δύο κουτάκια έχει καταλήξει σχεδόν κωμική. Δεν μπορείς να θεωρείς κάποιον γελοίο χωρίς να λατρεύεις τον αντίπαλό του. Δεν μπορείς να συμφωνείς με κάποιον στο Α και να τον θεωρείς ηλίθιο στο Β. Δεν μπορείς, Θεός φυλάξοι, να πιστεύεις ότι δύο αντίπαλες πλευρές λένε ταυτόχρονα μαλακίες.

Και μετά έρχεται το αγαπημένο μου: η επιλεκτική ευθιξία.

Έχω αποκαλέσει τον Άδωνι «μίασμα». Τον Κασιδιάρη «τέρας». Έχω χρησιμοποιήσει για πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα χαρακτηρισμούς που σίγουρα δεν θα περνούσαν τις εξετάσεις καλών τρόπων του savoir vivre.

Και δεν θυμάμαι να συγκλονίστηκε κανείς από τη χυδαιότητα της γλώσσας μου τότε.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε τι απέγινε το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου. Κανείς δεν μου έκανε διάλεξη περί ανθρωποφαγίας. Κανείς δεν έπαθε ξαφνική κρίση πολιτικού πολιτισμού.

Γιατί;

Γιατί έβριζα τον σωστό άνθρωπο.

Μόλις όμως ο επιθετικός χαρακτηρισμός πέσει πάνω σε κάποιον που γουστάρουν, αρχίζει το ξέσκισμα. Κατάρες, βρισίδια, προσωπικές επιθέσεις.

Α, μάλιστα.

Άρα δεν σε πείραξε που είπα «μίασμα».

Σε πείραξε που αυτή τη φορά το μίασμα αφορούσε άτομο που γουστάρεις.

Και κανένα πρόβλημα. Κι εγώ ενοχλούμαι περισσότερο όταν κάποιος βρίζει έναν άνθρωπο που εκτιμώ παρά έναν άνθρωπο που θεωρώ κάθαρμα. Δεν παριστάνω ότι είμαι υπεράνω των συμπαθειών και των αντιπαθειών μου.

Αλλά τουλάχιστον ας μη βαφτίζουμε την προσωπική μας ενόχληση ηθική αρχή.

Αν πιστεύεις ότι οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί ευτελίζουν τον δημόσιο διάλογο, θα πρέπει να σε ενοχλούν κι όταν στο στόχαστρο βρίσκεται ο πολιτικός που σιχαίνεσαι. Αν χειροκροτάς το «τέρας» όταν αφορά τον Κασιδιάρη και παθαίνεις εγκεφαλικό με έναν αντίστοιχο χαρακτηρισμό για τον δικό σου, δεν υπερασπίζεσαι τον πολιτικό πολιτισμό.

Υπερασπίζεσαι την ομάδα σου.

Και κάπου εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα: έχουμε μπερδέψει τόσο πολύ τις απόψεις με τις ταυτότητες, ώστε κάθε διαφωνία αντιμετωπίζεται περίπου σαν δήλωση πολέμου.

Δεν κρίνουμε πια αυτό που διαβάζουμε. Ψάχνουμε να ανακαλύψουμε σε ποια φυλή ανήκει αυτός που το έγραψε.

Με εμάς ή με τους άλλους;

Κι αν η απάντηση είναι «με κανέναν από τους δύο», το σύστημα βραχυκυκλώνει.

Γιατί στο ίντερνετ, αν δεν σου αρέσει η θάλασσα, προφανώς γουστάρεις το βουνό.

Η πιθανότητα να μη γουστάρεις ούτε τη θάλασσα ούτε το βουνό και να θέλεις απλώς να κάτσεις σπίτι σου δεν έχει ακόμη προβλεφθεί από τον αλγόριθμο της ανθρώπινης βλακείας.

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Από τα νανογιλέκα στον άνθρωπο των τριών τύπων. Πόσους τσαρλατάνους χωράει η ελευθερίας της έκφρασης;



Ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε και ξαφνικά σηκώσαμε το χαλί και φρίξαμε με όσα έκρυβε από κάτω.

Τις κηραλοιφές για την φαλάκρα τις ξέραμε προ πολλού. Αυτό που δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ήταν πόσο δαιδαλώδες ήταν το δίκτυο του τσαρλατανισμού. Ανακαλύψαμε μια ολόκληρη παράλληλη αγορά «υγείας»: πλασμαφαιρέσεις για αποτοξίνωση και μακροζωία, αναγεννητικές θεραπείες, υπνοθεραπείες, βιοσυντονισμούς, αποπαρασιτώσεις, «κβαντική ιατρική», νανοτεχνολογία και κάθε λογής θαυματουργές λύσεις για ανθρώπους που φοβούνται τον καρκίνο, τα γηρατειά, την αρρώστια, την τριχόπτωση και κυρίως τον θάνατο.

Το εκπληκτικό δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να τα πουλήσουν.

Απατεώνες υπήρχαν πάντοτε εξάλλου.

Το εκπληκτικό είναι πόσο εύκολα τους αφήσαμε να αποκτήσουν ιατρεία, ιστοσελίδες, τίτλους, συνέδρια, «μελέτες», πελατολόγιο και το απαραίτητο επιστημονικοφανές λεξιλόγιο που μετατρέπει το «πίστεψέ με» σε «έρευνες έχουν δείξει».

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το φρούτο που λέγεται ο Γιώργος Πασχαλίδης.

Από το Δημοτικό στη «Νέα Γνώση»

Σε ένα βιογραφικό του που δημοσιεύθηκε το 2011 δεν προσπαθούσε καν να κρύψει την αφετηρία. Έγραφε ότι είχε φοιτήσει μόνο στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, είχε εργαστεί ως μαραγκός, ηλεκτροσυγκολλητής, χειριστής χωματουργικών μηχανημάτων και γεωργός και ότι το 2002 συνέβη το θαύμα.

Κυριολεκτικά.

Σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, απέκτησε «με υπερβατικό τρόπο» ιδιότητες διόρασης και «ενεργειακής αποκατάστασης ασθενειών».

Και εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας άνθρωπος τελείωσε μόνο το Δημοτικό. Η επιστημονική αλήθεια δεν καθορίζεται μόνο από τα απολυτήρια και τους τίτλους σπουδών.

Ας πάρουμε την περίπτωση της Hedy Lamarr για παράδειγμα. Ήταν ηθοποιός κι όχι μηχανικός τηλεπικοινωνιών. Κι όμως, μαζί με τον George Antheil, επινόησε και κατοχύρωσε στη δεκαετία του ’40 ένα σύστημα εναλλαγής συχνοτήτων — μια ιδέα που θεωρείται πρόδρομος τεχνολογιών πάνω στις οποίες βασίστηκαν πολύ αργότερα σύγχρονα ασύρματα συστήματα, μεταξύ αυτών και το Bluetooth.
Αυτό είναι και το ωραίο με την επιστήμη: δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το βιογραφικό σου όταν τα στοιχεία σου στέκουν.


Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν αρχίζει όταν ένας απόφοιτος Δημοτικού διατυπώνει μια θεωρία.

Αρχίζει όταν η διόραση βαφτίζεται επιστήμη.

Στο παλιό του βιογραφικό ο Πασχαλίδης ισχυριζόταν ότι  θεράπευε ασθενείς ακόμη και εξ αποστάσεως, ότι είχε βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους και ότι, χρησιμοποιώντας τη διόρασή του, ανακάλυψε πως ολόκληρο το ανθρώπινο είδος αποτελείται από τρεις και μόνο τύπους.

Κάπου στην πορεία όμως η διόραση φόρεσε λευκή ποδιά.

Και μαζί με τη λευκή ποδιά ήρθαν και οι τίτλοι.

Το 2016 ο άνθρωπος που στο βιογραφικό του 2011 παρουσιαζόταν ως απόφοιτος Δημοτικού με υπερβατικές ικανότητες εμφανίζεται πλέον ως Δρ. Γιώργος Πασχαλίδης, Διδάκτωρ Ψυχολογίας. Τελείωσε δηλαδή μέσα σε τέσσερα χρόνια γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο, απέκτησε μεταπτυχιακό και διδακτορικό!!! Το οποίο του απονεμήθηκε από το...Education Academy Noosfera της Μόσχας. Μόνο που η ίδια η σημερινή ιστοσελίδα του Πασχαλίδη περιγράφει πλέον τη Noosfera ως μη κυβερνητική οργάνωση  και όχι ως ακαδημία. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιο αναγνωρισμένο ρωσικό πανεπιστήμιο που χορηγεί ακαδημαϊκούς τίτλους και PhD με την έννοια που αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος όταν ακούει «διδάκτωρ Ψυχολογίας».

Και η ιστορία γίνεται ακόμη πιο σουρεαλιστική: η Noosfera , που στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως.... Wellness & Retreat Center, δεν τον έκανε μόνο διδάκτορα. Τον ανακήρυξε και αντιπρύτανη, ενώ αργότερα ο ίδιος εμφανίζεται ως καθηγητής Ψυχολογίας και εκπρόσωπός της στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Γιατί στον μέσο άνθρωπο το «Δρ. Ψυχολογίας» δεν ακούγεται σαν τίτλος που απένειμε μια ΜΚΟ. Ακούγεται σαν πανεπιστήμιο, διδακτορική διατριβή, εξεταστική επιτροπή, ακαδημαϊκή έρευνα και αναγνωρισμένο πτυχίο.

Και αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια.

Είναι ολόκληρη η παράσταση.

Και εγένετο Tri-Anthropo-Type

Στη σημερινή του μορφή, το  μοντέλο Tri-Anthropo-Type δεν παρουσιάζεται ως μεταφυσική αποκάλυψη αλλά με τη γλώσσα της νευροβιολογίας.

Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων: Α, Β και Γ. Υπάρχουν εγκεφαλικές περιοχές. Υπάρχουν εντερότυποι. Βιταμίνες. Μέταλλα. Προσωπικότητες. Ασθένειες.

Ο τύπος Α συνδέεται, μεταξύ άλλων, με Αλτσχάιμερ και σχιζοφρένεια. Ο Β με κατάθλιψη. Ο Γ με άνοια και διπολική διαταραχή. Και η επίσημη παρουσίαση του μοντέλου φτάνει να υποστηρίζει ότι η χορήγηση συγκεκριμένων μετάλλων και βιταμινών ανάλογα με τον ανθρώπινο τύπο μπορεί να οδηγήσει στη βελτίωση της συμπεριφοράς και της υγείας και στη «θεραπεία» του ασθενούς.

Μόνο που ανάμεσα στο «το είδα με τη διόρασή μου» και στο «ανακάλυψα έναν βιολογικό μηχανισμό» υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.

Λέγεται επιστημονική απόδειξη.

Δεν αρκεί να ντύσεις έναν ισχυρισμό με λέξεις όπως «ιππόκαμπος», «αμυγδαλή», «γονίδιο», «σεροτονίνη» και «βιοδείκτης» για να γίνει επιστήμη. Όπως δεν γίνεται ένα μαγαζί πανεπιστήμιο επειδή κρεμάσαμε απέξω μια πινακίδα που γράφει Academy.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό ταλέντο του σύγχρονου τσαρλατάνου.

Δεν σου ζητά πια απλώς να πιστέψεις.

Σου δίνει την αισθητική της απόδειξης. Ένα paper. Ένα συνέδριο. Ένα τίτλο. Ένα μετάλλιο. Μερικές αγγλικές λέξεις. Ένα διάγραμμα του εγκεφάλου. Για τον μέσο άνθρωπο όλα αυτά μοιάζουν με επιστήμη.

Μόνο που στην επιστήμη το ερώτημα δεν είναι αν δημοσίευσες κάτι κάπου. Είναι αν τα δεδομένα σου είναι επαρκή, αν η μεθοδολογία σου στέκει, αν άλλοι ερευνητές μπορούν να επαναλάβουν το αποτέλεσμα, αν υπάρχουν ανεξάρτητες επιβεβαιώσεις και αν οι ισχυρισμοί σου αντέχουν στον έλεγχο ανθρώπων που δεν έχουν κανένα συμφέρον να αποδειχθούν σωστοί.

Η επιστήμη δεν συγκινείται από χαρίσματα.

«Μα καλά, ποιος τα πιστεύει αυτά;»

Πολλοί.

Και εδώ είναι εύκολο να πούμε ότι οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι. Μερικές φορές κάνουν πράγματι εντυπωσιακά ηλίθιες επιλογές. Μπορούν να πληρώσουν δύο χιλιάδες ευρώ για μια διαδικασία που, απογυμνωμένη από το wellness λεξιλόγιο και το πολυτελές περιτύλιγμα, μπορεί να αποδειχθεί πολύ λιγότερο εξωτική απ' όσο νόμιζαν. Η πανάκριβη εντεροθεραπεία φερ' ειπείν δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα απλό κλύσμα των 10 ευρώ.

Ο άνθρωπος όμως που φοβάται ότι θα πεθάνει δεν είναι καταναλωτής που διαλέγει ανάμεσα σε δύο μάρκες απορρυπαντικού. Ο ασθενής βρίσκεται εξ ορισμού σε θέση ευαλωτότητας.

Θέλει να ακούσει ότι υπάρχει ελπίδα.

Ότι υπάρχει κάτι που οι άλλοι γιατροί δεν γνωρίζουν.

Ότι κάποιος ανακάλυψε το μυστικό.

Ότι ο καρκίνος, η κατάθλιψη, το Αλτσχάιμερ, η γήρανση ή ο πόνος μπορούν τελικά να λυθούν αν βρούμε τον σωστό τύπο ανθρώπου, το σωστό μέταλλο, τη σωστή συχνότητα, το σωστό μηχάνημα ή τον σωστό πεφωτισμένο άνθρωπο.

Και η απελπισία δημιουργεί ευκαιρίες. Προς πώληση.

Η ατομική ευθύνη είναι πολύ βολική.

Όταν συμβεί η καταστροφή, μπορούμε φυσικά να ρωτήσουμε γιατί ο ασθενής πήγε.

Γιατί το πίστεψε;

Γιατί πλήρωσε;

Γιατί δεν ρώτησε έναν κανονικό γιατρό;

Έτσι όμως μεταφέρουμε όλο το βάρος στον μοναδικό άνθρωπο της ιστορίας που μπορεί να ήταν φοβισμένος, άρρωστος ή απελπισμένος.

Η ατομική ευθύνη υπάρχει. Αλλά δεν καταργεί την ευθύνη εκείνου που πουλά, εκείνου που διαφημίζει και κυρίως εκείνου που επιτρέπει να δημιουργείται μια αγορά στην οποία ο πολίτης δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την ιατρική από το τσίρκο τεράτων.

Γιατί δεν έχουμε όλοι PhD στη νευροβιολογία.

Γι' αυτό υποτίθεται ότι έχουμε θεσμούς.

Και κάπου εδώ η συζήτηση για την «ατομική ευθύνη» αρχίζει να γίνεται εξοργιστικά βολική. Γιατί ποια ακριβώς είναι η δουλειά του ελεγκτικού μηχανισμού; Να εμφανίζεται μετά τον νεκρό;

Μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε ότι θα έλεγχε το ιατρείο. Από τον έλεγχο προέκυψε, σύμφωνα με τις δημόσιες δηλώσεις του προέδρου του ΙΣΑ, ότι επρόκειτο για συστεγαζόμενο πρωτοβάθμιο παθολογικό ιατρείο και ότι η επιτροπή εισηγήθηκε διοικητικά μέτρα. Ο ίδιος ο Γιώργος Πατούλης δήλωσε ότι μηχάνημα πλασμαφαίρεσης δεν υπήρχε στον φάκελο του ιατρείου.

Ωραία.

Πώς βρέθηκε εκεί;

Και, κυρίως, πόσα ακόμη μηχανήματα βρίσκονται πίσω από πόρτες που κανείς δεν ανοίγει μέχρι να συμβεί κάτι;

Γιατί έλεγχος που ενεργοποιείται όταν έχει ήδη υπάρξει τραγωδία δεν είναι πρόληψη. Είναι αυτοψία.

«Εμείς δεν είμαστε ντετέκτιβ», απάντησε ο πρόεδρος του ΙΣΑ.

Σωστά. Είναι ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών. Δηλαδή ο θεσμός που αδειοδοτεί και ελέγχει τα ιατρεία. Κανείς δεν του ζήτησε να βρει ποιος σκότωσε τον μπάτλερ. Να βρει δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης μέσα σε ένα παθολογικό ιατρείο τού ζητήθηκε.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το αν ένα ιατρείο έχει τη σωστή άδεια κρεμασμένη στον τοίχο. Αφορά ποιος ελέγχει τι πραγματικά προσφέρεται μέσα σε αυτό, τις διαφημίσεις «θεραπειών» και τους ισχυρισμούς περί ίασης. Και ποιος ελέγχει ανθρώπους που δεν είναι καν γιατροί αλλά χρησιμοποιούν γλώσσα, τίτλους και τελετουργικά που στον ασθενή δημιουργούν την εντύπωση ιατρικής αυθεντίας.

Δεν μπορεί το κράτος να απαιτεί από τον καρκινοπαθή, τον ηλικιωμένο, τον χρονίως πάσχοντα ή τον απελπισμένο συγγενή να κάνει μόνος του έρευνα σε επιστημονικά περιοδικά, μητρώα πανεπιστημίων, άδειες λειτουργίας και διεθνείς βάσεις δεδομένων.

Αυτό ακριβώς είναι το νόημα του ελέγχου: να εξασφαλίσει ότι όταν κάτι πωλείται στον πολίτη με το κύρος της ιατρικής και της επιστήμης, κάποιος έχει ελέγξει αν δικαιούται να φορά αυτό το κύρος.

Διαφορετικά, το κράτος δεν προστατεύει τον ασθενή. Απλώς περιμένει να δει ποιος θα είναι ο επόμενος που θα την πατήσει και μετά του εξηγεί ότι έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός.

Μέχρι πού φτάνει η ελευθερία της έκφρασης;

Ο Πασχαλίδης έχει κάθε δικαίωμα να πιστεύει ότι υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων.

Έχει δικαίωμα να πιστεύει ότι απέκτησε διόραση.

Έχει δικαίωμα να πιστεύει ότι τον επισκέφθηκε η συμπαντική γνώση ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 2002.

Μπορεί να πιστεύει και ότι υπάρχουν δεκαεπτά τύποι ανθρώπων και ότι ο Ιπποκράτης επικοινωνεί μαζί του μέσω της τοστιέρας.

Η ελευθερία της έκφρασης σου εξασφαλίζει το δικαίωμα να λες αρλούμπες.

Το πραγματικό ερώτημα αρχίζει όταν η αρλούμπα παύει να είναι απλώς άποψη και μετατρέπεται σε ιατρικό προϊόν. Όταν συνδέεται με ασθένειες. Όταν αποκτά επιστημονικό περιτύλιγμα. Όταν απευθύνεται σε ανθρώπους που αναζητούν θεραπεία. Και όταν γύρω της μπορεί να αναπτυχθεί οικονομική δραστηριότητα.

Εκεί δεν συζητάμε πλέον μόνο για την ελευθερία κάποιου να μιλά.

Συζητάμε και για το δικαίωμα του άλλου να μην εξαπατάται.

Εγώ τον Γιώργο Πασχαλίδη τον θεωρώ τσαρλατάνο. Και θεωρώ ότι αυτό που έχει οικοδομήσει γύρω από τη θεωρία του υπηρετεί πρωτίστως το προσωπικό του οικονομικό όφελος. Αυτή είναι η δική μου κρίση και αναλαμβάνω την ευθύνη της.

Αλλά το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν συμφωνεί κανείς μαζί μου στον χαρακτηρισμό.

Είναι άλλο:

Γιατί χρειάστηκε να πεθάνει ένας άνθρωπος για να αρχίσουμε επιτέλους να ρωτάμε ποιος ελέγχει αυτούς που εμπορεύονται την ελπίδα;

Γιατί ο τσαρλατάνος δεν είναι το πραγματικό μυστήριο.

Τσαρλατάνοι θα υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Το μυστήριο είναι μια κοινωνία που τους προσφέρει μικρόφωνο, αγορά, επιστημονικοφανές λεξιλόγιο και —μέχρι να συμβεί κάτι τραγικό— σχεδόν απεριόριστο χώρο δράσης.

Και μετά ρωτά τον ασθενή γιατί τους πίστεψε.

«Τι κάνεις, κόκλα;» Τον μπετόβλακα κι αν πλένεις, το ποντίκι σου χαλάς



Πριν από κάμποσο καιρό έκανα ένα μάλλον ενδιαφέρον κοινωνικό πείραμα χωρίς να το θέλω.

Έγραψα στο Facebook ότι χώρισα. Γιατί όντως χώρισα.

Έκτοτε το inbox μου απέκτησε μια κινητικότητα που δεν είχα ζητήσει ποτέ. «Τι κάνεις;», «πού μένεις;», «με τι ασχολείσαι;», «στείλε καμιά φωτογραφία να δω πώς είσαι».

Το τελευταίο είναι οριακά σουρεαλιστικό όταν απευθύνεται σε άνθρωπο του οποίου το προφίλ περιέχει πάνω από εκατό φωτογραφικά πορτραίτα.

Και κάπου εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι: πώς γίνεται στην εποχή που έχουμε περισσότερες πληροφορίες από ποτέ για τον άνθρωπο που θέλουμε να προσεγγίσουμε, το φλερτ να γίνεται συχνά σαν να μη γνωρίζουμε απολύτως τίποτα γι’ αυτόν;

Ας γυρίσουμε είκοσι και κάτι χρόνια πίσω.

Δεν υπήρχε Facebook, Instagram, tik tok, stories. Δεν μπορούσες να μάθεις μέσα σε πέντε λεπτά τι δουλειά κάνει κάποιος, τι μουσική ακούει, πού πήγε διακοπές, αν έχει σκύλο, αν διαβάζει Καμύ ή Coelho, αν ψηφίζει ΚΚΕ ή Νέα Δημοκρατία και αν θεωρεί τον Lars von Trier ιδιοφυΐα ή μαλάκα.

Κι όμως, ακόμη και τότε, το φλερτ δεν ξεκινούσε πάντα από το απόλυτο μηδέν.

Αν γνώριζες κάποιον σε ένα μπαρ που έπαιζε συγκεκριμένη μουσική, είχες ήδη μια πρώτη πληροφορία. Αν τον συναντούσες σε μια έκθεση ζωγραφικής, υπήρχε ένας πιθανός κοινός τόπος. Σε μια συναυλία, ακόμη πιο ξεκάθαρος. Σε ένα πάρτι, υπήρχαν κοινοί γνωστοί. Στη σχολή, στη δουλειά, στη γειτονιά, υπήρχε ένα κάποιο κοινό πλαίσιο.

Και υπήρχε και κάτι ακόμη που σήμερα, πίσω από μια οθόνη, συχνά ξεχνάμε: πριν μιλήσεις, συνήθως είχε συμβεί κάτι.

Μια ματιά. Ένα χαμόγελο. Ένα βλέμμα που έμεινε μισό δευτερόλεπτο περισσότερο.

Δεν χρειαζόταν να υπογραφεί σύμβαση συναίνεσης για να καταλάβεις ότι ίσως υπάρχει ένα ενδιαφέρον και αξίζει να πας να πεις μια κουβέντα.

Φυσικά υπήρχε και ο άλλος. Ο μπετόβλακας. Ο ενοχλητικός. Αυτός που ερχόταν από το πουθενά, χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε βλέμμα ούτε χαμόγελο ούτε τίποτα, στεκόταν μπροστά σου και έλεγε:

«Τι κάνεις, κόκλα;»

Και συνήθως έτρωγε άκυρο.

Όχι επειδή οι γυναίκες του 2000 ήταν δύστροπες. Αλλά επειδή και τότε το «τι κάνεις, κούκλα;» δεν αποτελούσε ακριβώς κορυφαίο δείγμα προσπάθειας επικοινωνίας.

Μόνο που σήμερα τα πράγματα θα έπρεπε θεωρητικά να είναι πολύ ευκολότερα.

Μπαίνεις στο προφίλ κάποιου και έχεις μπροστά σου έναν μικρό μάνιουαλ του άλλου. Όχι ολόκληρο τον άνθρωπο, προφανώς. Τα social media είναι επιλεγμένες εκδοχές μας. Αλλά έχεις στοιχεία.

Βλέπεις τη φάτσα του — οπότε δεν χρειάζεται να του ζητήσεις «φωτό».

Βλέπεις, πολλές φορές, πού μένει και με τι ασχολείται — οπότε δεν χρειάζεται η πρώτη σου κουβέντα να θυμίζει απογραφή πληθυσμού ή συνέντευξη.

Κυρίως όμως βλέπεις τι τον ενδιαφέρει.

Τι γράφει. Τι τον θυμώνει. Τι τον κάνει να γελάει. Τι μουσική ακούει. Τι ταινίες βλέπει. Αν ασχολείται με πολιτική, με ζωγραφική, με ποδόσφαιρο, με σκυλιά, με ταξίδια, με μαγειρική, με κηπουρική ή με το πρωτάθλημα β΄ εθνικής του Ουζμπεκιστάν.

Έχεις δηλαδή κάτι που ο άντρας στο μπαρ του 2000 θα σκότωνε για να έχει:

Έτοιμες αφορμές για κουβέντα.

Κι εσύ ως γνήσιος μπαγλαμάς, επιλέγεις να στείλεις ένα ξερό :

«Τι κάνεις;»

Αυτό είναι που μου φαίνεται ενδιαφέρον.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι τελικά ότι δεν ξέρεις τι να πεις.

Είναι ότι δεν μπήκες στον κόπο να δεις σε ποιον το λες.

Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο.

Όταν στέλνεις το ίδιο «γεια, τι κάνεις;» σε δέκα ή είκοσι γυναίκες, δεν φλερτάρεις πραγματικά καμία από αυτές. Κάνεις κάτι που μοιάζει περισσότερο με μαζική αποστολή βιογραφικών.

Κάπου θα κάτσει είτε το βιογραφικό είτε η μπίλια της ρουλέτας. 

Κι αν δεν κάτσει αυτή, υπάρχει η επόμενη. Και η επόμενη. Και η επόμενη.

Ίσως αυτό είναι ένα από τα παράδοξα των social media. 

Μας έδωσαν πρωτοφανή πρόσβαση στους άλλους και, ταυτόχρονα, έκαναν τους άλλους αναλώσιμους.

Γιατί όταν πίσω από κάθε προφίλ υπάρχουν άλλα χίλια, δεν χρειάζεται να επενδύσεις ιδιαίτερα σε κανένα. Δεν χρειάζεται να παρατηρήσεις. Δεν χρειάζεται να σκεφτείς. Δεν χρειάζεται καν να αναρωτηθείς «τι θα μπορούσα να πω σε αυτή τη συγκεκριμένη γυναίκα;».

Στέλνεις ένα «τι κάνεις;» και περιμένεις.

Κι όμως, όλη η γοητεία του φλερτ βρισκόταν ανέκαθεν ακριβώς στο αντίθετο.

Στην αίσθηση ότι μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους κάποιος πρόσεξε εσένα.

Όχι απλώς ότι σε βρήκε εμφανίσιμη.

Ότι σε πρόσεξε.

Το ίδιο ισχύει και σήμερα.

«Διάβασα αυτό που έγραψες και διαφωνώ μαζί σου σ’ αυτό το σημείο.»

«Είδα ότι ακούς System of a Down. Τους έχω δει δύο φορές live.»

«Αυτή η φωτογραφία πού τραβήχτηκε;»

«Μου άρεσε πολύ αυτό που έγραψες για το 17χρονο σκυλάκι σου.»

Δεν χρειάζεται ατάκα. Δεν χρειάζεται πέσιμο. Δεν χρειάζεται να υποδυθείς τον γόη.

Χρειάζεται να έχεις κοιτάξει τον άνθρωπο στον οποίο αποφάσισες να μιλήσεις.

Και ίσως εδώ βρίσκεται τελικά η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο φλερτ και στο άμπαλο ψάρεμα.

Στο δεύτερο πετάς το ίδιο δόλωμα παντού και περιμένεις να τσιμπήσει ότι να ναι, από πέστροφα μέχρι καρχαρίας.

Στο πρώτο υπάρχει απέναντί σου συγκεκριμένος άνθρωπος.

Τα social media μάς έδωσαν περισσότερα εργαλεία από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή για να τον δούμε, να βρούμε έναν κοινό τόπο και να ξεκινήσουμε μια πραγματική κουβέντα.

Κι εμείς, μέσα σε όλον αυτόν τον πλούτο πληροφοριών, καταφέραμε συχνά να επιστρέψουμε στο:

«Τι κάνεις, κόκλα;»

Μόνο που τώρα δεν χρειάζεται καν να σηκωθείς από το τραπέζι σου για να φας το άκυρο ή το ποτό στη μούρη.

Και μια που το ’φερε η κουβέντα: όποιος νομίζει ότι σε αυτό το προφίλ θα βρει καμιά συγκαταβατική γυναικούλα που λέει «ναι, πασά μου, ναι, ραγιά μου», ας πάρει τα παπαράκια του και ας πάει να τα ξεζουμίσει σε άλλη παραλία.

Γκέγκε;

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Πατούλης: Και τι είμαστε εμείς οι γιατροί και μας εμπιστεύεσαι;

 



Με αφορμή την υπόθεση της πλασμαφαίρεσης, ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Γιώργος Πατούλης, έθεσε ένα ερώτημα που υποτίθεται ότι είναι λογικό: αν σου προτείνουν να κάνεις πλασμαφαίρεση, δεν θα ρωτήσεις έναν γιατρό; Δεν θα ψάξεις στο Ίντερνετ;

Εμένα πάλι μου φαίνεται ένα εξαιρετικά προβληματικό ερώτημα.

Γιατί την πλασμαφαίρεση δεν την πρότεινε στον Μαζωνάκη η χαρτορίχτρα της γειτονιάς. Την πρότειναν γιατροί σε νόμιμο και αδειοδοτημένο ιατρείο.

Και αυτό αλλάζει κάπως τα πράγματα.

Ο κάθε άνθρωπος πηγαίνει στον γιατρό ακριβώς επειδή δεν είναι γιατρός ο ίδιος. Επειδή δεν διαθέτει τις γνώσεις για να αξιολογήσει μόνος του αν μια θεραπεία ενδείκνυται για την περίπτωση του και το ιστορικό του, αν είναι ασφαλής, αν υπάρχει επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση ή αν ο χώρος και ο εξοπλισμός είναι κατάλληλοι.

Άρα όταν πάω στον γιατρό και μου προτείνει επικίνδυνες θεραπείες, μαντζούνια και ρέικι, εγώ τι ακριβώς πρέπει να κάνω;

Να πάω σε άλλον γιατρό να τον ρωτήσω αν ο πρώτος γιατρός λέει μαλακίες;

Κι αν ο δεύτερος διαφωνεί, να πάω σε τρίτο;

Και πώς ξέρω ότι ο τρίτος είναι σωστός και όχι οι δύο προηγούμενοι;

Μήπως να κάνω δημοσκόπηση στην ιατρική κοινότητα και να κερδίσει η θεραπεία με 52,7%;

Να γίνω ντετέκτιβ και να ερευνήσω το επιστημονικό παρελθόν του γιατρού; Ρεπόρτερ και να ψάξω ποιος χρηματοδότησε τις έρευνες που επικαλείται; Μαρκετίερ και να κάνω έρευνα αγοράς ανάμεσα σε πέντε ιατρεία; Ή να κατεβάσω μερικούς τόμους Ιατρικής και να τους διαβάζω τα βράδια, ώστε την επόμενη φορά που θα αρρωστήσω να είμαι κατάλληλα προετοιμασμένη;

Γιατροί ήταν αυτοί που πρότειναν την πλασμαφαίρεση εκεί όπου δεν υπήρχε τεκμηριωμένη ένδειξη και σε ακατάλληλο περιβάλλον. Γιατροί είναι αυτοί που μιλούν για την «κβαντική ιατρική» ή διαφημίζουν τη «γαστρονομική ιατρική», τη «βιοανασύνθεση» και το «βιοσυντονισμό». Και το γεγονός ότι πίσω από μια λέξη κολλήσαμε το ουσιαστικό «ιατρική» ή δίπλα της βάλαμε έναν άνθρωπο με πτυχίο δεν την έκανε αυτομάτως επιστήμη.

Για να το πούμε όσο πιο καθαρά γίνεται: όροι όπως «κβαντική ιατρική» και «βιοσυντονισμός», όταν χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς ισχυρισμούς χωρίς επαρκή κλινική τεκμηρίωση, είναι στην καλύτερη περίπτωση μάρκετινγκ ντυμένο με επιστημονικές λέξεις και στη χειρότερη επικίνδυνες πρακτικές.

Και κάπου εδώ φτάνουμε στο ωραιότερο: ψάξ' το στο Google.

Μα αν ο ασθενής οφείλει να γνωρίζει ποια θεραπεία έχει επαρκείς κλινικές μελέτες, ποια ένδειξη είναι εγκεκριμένη, ποια μελέτη είναι σοβαρή, ποια είναι σκουπίδι, ποια επιστημονική εταιρεία είναι αξιόπιστη και ποιος γιατρός πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, τότε γιατί ακριβώς χρειάζεται τον γιατρό; Και, κυρίως, γιατί έχουμε Ιατρικές Σχολές, ειδικότητες, άδειες ασκήσεως επαγγέλματος, ιατρικούς συλλόγους και ελεγκτικούς μηχανισμούς;

Προφανώς ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται. Προφανώς πρέπει να ρωτάει. Και φυσικά μπορεί να ζητήσει δεύτερη γνώμη, ιδιαίτερα πριν από μια σοβαρή ή επεμβατική θεραπεία. Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «ο ενημερωμένος ασθενής συμμετέχει στις αποφάσεις για την υγεία του» και στο «ο ασθενής είναι υπεύθυνος να ανακαλύψει αν ο γιατρός που βρίσκεται απέναντί του ασκεί τεκμηριωμένη ιατρική».

Το πρώτο λέγεται ενημερωμένη συναίνεση.

Το δεύτερο είναι  μετακύλιση της ευθύνης.

Γιατί όταν ένας πολίτης μπαίνει σε ένα ιατρείο, βλέπει απέναντί του έναν αδειοδοτημένο γιατρό και ακούει μια θεραπεία να του προτείνεται ως ιατρική πράξη, δικαιούται να θεωρεί ότι κάποιος πριν από αυτόν έχει κάνει τον έλεγχο.

Όχι ότι πρέπει να τον κάνει ο ίδιος μετά, στο σπίτι, με έναν καφέ και το Google ανοιχτό.

Δεν μπορεί ο ασθενής να είναι ταυτόχρονα ασθενής, γιατρός, ερευνητής, δημοσιογράφος, ντετέκτιβ και ελεγκτικός μηχανισμός.

Κάποια στιγμή πρέπει να μπορεί απλώς να είναι ασθενής.

Κι ο ασθενής δεν είναι πελάτης.

Πελάτες έχουν τα μπουρδέλα και τα γραφεία κηδειών.

Ένας χοντρός, ένας γέρος, μια καθαρίστρια και ένα «αυστηρώς ακατάλληλο» σημείο του γυναικείου σώματος.



Οι λέξεις είναι περίεργα πράγματα. Υποτίθεται ότι τις εφηύραμε για να περιγράφουμε τον κόσμο και τελικά καταλήξαμε να τις δικάζουμε για τον τρόπο που τον περιγράφουν.

Πάρτε έναν χοντρό άνθρωπο.

Συγγνώμη.

Έναν παχύσαρκο άνθρωπο.

Γιατί το «χοντρός» σήμερα θεωρείται αγενές και προσβλητικό. Χρησιμοποιούμε λοιπόν τη λέξη «παχύσαρκος» αντ' αυτού, λες και αλλάζει ο Δείκτης Μάζας Σώματος επειδή άλλαξαν τα γράμματα που περιγράφουν την τιμή του.

Ο άνθρωπος, εν τω μεταξύ, παραμένει ακριβώς ο ίδιος. Εμείς απλώς αισθανόμαστε καλύτερα επειδή αντικαταστήσαμε μια φορτισμένη λέξη με μια άλλη, πιο επιστημονική και αποστειρωμένη.

Και κάπου εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.

Γιατί τι ακριβώς λέει η λέξη «χοντρός»;

Ότι ένας άνθρωπος έχει ΔΜΣ πάνω από 30.

Όπως το «κοντός» λέει ότι κάποιος έχει ανάστημα μικρότερο από 160 εκατοστά, το «ψηλός» ότι είναι ψηλός και το «ξανθός» ότι έχει ξανθά μαλλιά. Κι όμως, αν πεις σε κάποιον «είσαι ψηλός», πιθανότατα δεν θα σου πετάξει το ποτό στα μούτρα. Αν του πεις «είσαι κοντός», αρχίζουμε να περπατάμε σε ναρκοπέδιο.

Γιατί;

Τα εκατοστά είναι εκατοστά. Δεν έχουν ηθική. Εμείς τους τη δώσαμε.

Αν ένας άνθρωπος έχει ύψος 1,55, μπορούμε φυσικά να τον αποκαλέσουμε «άτομο χαμηλού αναστήματος». Θα εξακολουθεί να είναι 1,55. Δεν πρόκειται να ψηλώσει από ευγνωμοσύνη για τη διακριτικότητά μας.

Και γιατί πρέπει να αποφύγουμε τη λέξη;

Τι κακό έχει να είναι κάποιος κοντός;

Το ίδιο συμβαίνει με το «γέρος».

Ένας άνθρωπος είναι 85 ετών. Αν τον πεις «ηλικιωμένο», έκανες μια κόσμια περιγραφή. Αν τον πεις «γέρο», μπορεί να θεωρηθεί ότι τον προσέβαλες. Τα 85 χρόνια του, βέβαια, δεν ενημερώθηκαν για τη γλωσσική μας ευαισθησία και δεν έγιναν 67.

Γιατί όμως είναι προσβολή το να είσαι γέρος;

Ίσως επειδή έχουμε φορτώσει τα γηρατειά με παρακμή, ασχήμια, αδυναμία και ανικανότητα. Κι αντί να ξεφορτωθούμε το στερεότυπο και να ασχοληθούμε με τα πραγματικά προβλήματα που μπορεί να βιώνει ένας μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωπος, επιλέγουμε απλά να ξεφορτωθούμε τη λέξη.

Κρατάμε την προκατάληψη και πετάμε το ουσιαστικό.

Εξαιρετικά βολικό.

Με το γυναικείο σώμα το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Η λέξη «μουνί» περιγράφει ένα σημείο της γυναικείας ανατομίας. Η λέξη «αιδοίο» το ίδιο ακριβώς σημείο. Κι όμως, το «μουνί» μπορεί να είναι πορνογραφικού περιεχομένου, να γίνει χυδαίο ή ακόμα και να μετατραπεί σε βρισιά.

«Θα σου δείξω εγώ, ρε μουνί».

Ακούγεται απολύτως φυσιολογικό μέσα σ' έναν καβγά.

«Θα σου δείξω εγώ, ρε αιδοίο».

Αν ακουγόταν αυτό, πιθανότατα θα σταματούσε για λίγο και ο καβγάς από την αμηχανία.

Το ανατομικό σημείο δεν άλλαξε. Άλλαξε η λέξη και μαζί της ολόκληρη η ηθική και συναισθηματική σημασία της φράσης.

Και έχουμε φυσικά το αριστουργηματικό:

«Τα έκανες μουνί».

Τα έκανες χάλια, δηλαδή. Τα κατέστρεψες. Τα διέλυσες.

Πράγμα αρκετά εντυπωσιακό για ένα ανατομικό όργανο που, από όσο γνωρίζω, δεν ευθύνεται για περισσότερες καταστροφές από έναν αγκώνα.

Και δεν είναι μόνο αυτό.

Η λέξη «στήθος» είναι απολύτως κόσμια. Το «βυζί» αποκτά αμέσως διαφορετικό τόνο. Ο «μαστός», πάλι, έχει ήδη ξαπλώσει στο εξεταστικό κρεβάτι και περιμένει να τον ψηλαφήσουν. Το σώμα παραμένει το ίδιο. Αλλάζοντας τη λέξη, αλλάζει το φορτίο της — όχι αυτό που περιγράφει.

Υπάρχει όμως κι ένα διαφορετικό παράδειγμα, που περιπλέκει λίγο τα πράγματα.

Ο θάνατος.

Λέμε «έφυγε», «έφυγε από κοντά μας», «δεν είναι πια μαζί μας». Σπανιότερα λέμε το απλό και απολύτως ακριβές: πέθανε.

Γιατί το «πέθανε» είναι ξερό, οριστικό, τελεσίδικο. Το «έφυγε» βάζει ένα μικρό γλωσσικό μαξιλάρι ανάμεσα σ' εμάς και σε μια πραγματικότητα που πονάει πολύ για να την κοιτάξουμε κατάματα. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει απαραίτητα υποκρισία. Υπάρχει τρυφερότητα. 

Γιατί άλλο χρησιμοποιώ μια πιο ήπια λέξη για να μην πληγώσω έναν άνθρωπο και άλλο χρειάζομαι μια πιο ήπια λέξη επειδή έχω αποφασίσει ότι αυτό που είναι ο άνθρωπος αποτελεί από μόνο του προσβολή.

Το πρώτο είναι ενσυναίσθηση. Το δεύτερο μπορεί κάλλιστα να είναι προκατάληψη με καλούς τρόπους.

Κάπου εδώ μπαίνει και η κοινωνική τάξη.

Κάποτε είχαμε «καθαρίστριες». Τώρα προτιμάμε το «προσωπικό καθαριότητας».

Και μια χαρά. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον όρο. Απλώς θα είχε ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε γιατί αισθανθήκαμε την ανάγκη να αναβαθμίσουμε γλωσσικά το επάγγελμα.

Μήπως επειδή προηγουμένως το είχαμε υποβαθμίσει κοινωνικά;

Ο άνθρωπος εξακολουθεί να καθαρίζει τις ίδιες τουαλέτες, να κρατάει την ίδια σκουπα και, ενδεχομένως, να αμείβεται με τον ίδιο άθλιο μισθό. Το σφουγγαρόπανο παρέμεινε στη θέση του, η ταξική μας συνείδηση επίσης, αλλά η ορολογία έκανε καριέρα.

Και ίσως αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο σε ολόκληρη αυτή τη συζήτηση. Όχι η ευγένεια. Η ευγένεια είναι χρήσιμη. Η πρόθεση να μην πληγώνεις τον άλλον είναι ακόμη χρησιμότερη. Με ενοχλεί η ψευδαίσθηση ότι αλλάζοντας τις λέξεις αλλάξαμε αυτομάτως και τις αντιλήψεις που βρίσκονται από πίσω τους. Γιατί μπορώ να μη σε αποκαλέσω ποτέ χοντρό. Να χρησιμοποιώ αποκλειστικά την απολύτως ευπρεπή λέξη «παχύσαρκος». Και ταυτόχρονα να σε θεωρώ άσχημο, ανεπιθύμητο, τεμπέλη, λαίμαργο και ανίκανο να ελέγξεις τον εαυτό σου.

Συγχαρητήρια.

Κατάφερα να γίνω μαλάκας με άψογη ορολογία.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν βρίσκεται πάντοτε στη λέξη. Βρίσκεται στο αόρατο φορτίο που της δίνουμε. Και μετά, όταν η λέξη δεν αντέχει άλλο το βάρος, την πετάμε και βρίσκουμε μια καινούργια.

Καθαρή.

Ευγενική.

Αμόλυντη.

Μέχρι να φορτώσουμε και σ' αυτήν ακριβώς τις ίδιες προκαταλήψεις.

Σαν να αλλάζουμε την ταμπέλα ενός απαίσιου ξενοδοχείου και να περιμένουμε να εξαφανιστούν οι κοριοί.

Ίσως λοιπόν η πραγματική ηθική της γλώσσας να μη βρίσκεται σε έναν κατάλογο επιτρεπόμενων και απαγορευμένων λέξεων. Ίσως βρίσκεται στην πρόθεση, στο πλαίσιο, στον τρόπο και κυρίως σε αυτό που πιστεύουμε για αυτό το οποίο περιγράφουμε. Γιατί οι λέξεις πράγματι μπορούν να πληγώσουν. Αλλά πριν αρχίσουμε να τις εξορίζουμε από τα λεξικά μας, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί απέκτησαν τη δύναμη να πληγώνουν.

Γιατί αν θεωρούμε προσβολή να αποκαλέσουμε έναν χοντρό άνθρωπο χοντρό, έναν κοντό άνθρωπο κοντό και έναν γέρο άνθρωπο γέρο, ίσως το πρόβλημα να μην είναι τελικά ότι χρησιμοποιήσαμε λάθος λέξη.

Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως υπάρχει κάτι κακό στο να είσαι αυτό που η λέξη περιγράφει.