Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η Βίσση, οι κουλτουριάρηδες και η Κίπερλι Γκίλφοϊλ.

 

90.000 άνθρωποι πήγαν να δουν τη Βίσση.

Και κάπου εκεί, όπως συμβαίνει συνήθως στην Ελλάδα, το γεγονός έπαψε να είναι συναυλία και έγινε κοινωνιολογική μελέτη.

Οι 90.000 έγιναν ξαφνικά απόδειξη της πολιτιστικής μας κατάντιας, της υποκουλτούρας, του ευτελούς θεάματος, της αποβλάκωσης του λαουτζίκου και —αναπόφευκτα— της πολιτικής του απάθειας.

«Για τη Βίσση τρέχουν. Για να διαμαρτυρηθούν δεν σηκώνονται από τον καναπέ».

Κάπου εδώ έχω δύο ενστάσεις.

Η πρώτη αφορά τη Βίσση.

Η δεύτερη, και σοβαρότερη, αφορά τον καναπέ.

Το κουλτουρόμετρο

Δεν ξέρω πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι η μουσική που ακούει κάποιος αποτελεί ασφαλές τεστ ευφυΐας, καλλιέργειας και πολιτικής συνείδησης.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν Μπαχ και είναι ηλίθιοι.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν σκυλάδικα και έχουν διαβάσει περισσότερο από ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη λέξη «υποκουλτούρα» τρεις φορές ημερησίως.

Και ξέρω —επειδή είμαι ένας από αυτούς— ανθρώπους που ακούνε κλασική μουσική, punk, rock, ρεμπέτικα και έχουν περάσει και θαυμάσια στα νιάτα τους με Βίσση.

Δεν υπάρχει κουλτουρόμετρο.

Κυρίως όμως δεν υπάρχει αυτή η «ιεραρχία της τέχνης».

Ιεραρχία υπάρχει στον στρατό.

Μπορείς να θεωρείς τη Βίσση αδιάφορη, κακή, εμπορική, κιτς ή ό,τι άλλο θέλεις. Μπορεί να βγάζεις καντήλες με την αισθητική που εκπροσωπεί. Μπορεί να μην άντεχες ούτε πέντε λεπτά στη συναυλία της. Κανένα πρόβλημα.

Από εκεί μέχρι να αποφασίσεις, όμως, ότι οι άνθρωποι που πήγαν να τη δουν αποτελούν κατώτερο πολιτισμικό είδος, υπάρχει μια απόσταση.

Λέγεται ελιτισμός.

Και ζέχνει.

Και γιατί δεν κατεβαίνουν στον δρόμο;

Εδώ όμως η συζήτηση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί πράγματι υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στην εικόνα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που δέχονται να ταλαιπωρηθούν, να κολλήσουν στην κίνηση, να ασφυκτιούν σαν σαρδέλες από τον συνωστισμό, να πονέσουν τα πόδια και οι μέσες τους από την πολύωρη ορθοστασία για μια συναυλία ή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα —και μάλιστα έχοντας πληρώσει ένα σκασμό λεφτά, με κίνδυνο στο τέλος του μήνα να τους κόψουν το ρεύμα—, ενώ την ίδια στιγμή η χώρα βράζει από προβλήματα χωρίς να βλέπουμε αντίστοιχη μαζική πολιτική κινητοποίηση.

Μόνο που η συναυλία έχει κάτι που η πολιτική σήμερα δεν έχει.

Κάλεσμα.

Ξέρεις πού θα πας.

Ξέρεις πότε.

Ξέρεις τι ώρα.

Ξέρεις γιατί πηγαίνεις.

Κάποιος οργάνωσε τον χώρο, όρισε την ημερομηνία, σου είπε «εδώ θα είμαστε» και σου έδωσε έναν συγκεκριμένο λόγο να σηκωθείς από τον καναπέ σου.

Πού ακριβώς θέλουμε να κατέβει ο πολίτης για όλα τα υπόλοιπα;

Πότε;

Για ποιο από όλα;

Για την ακρίβεια; Για τα ενοίκια; Για τους μισθούς; Για το ΕΣΥ; Για την Παιδεία; Για τα Τέμπη; Για τα εργασιακά; Για τα σπίτια που χάνονται; Για την αστυνομική αυθαιρεσία; Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ;

Τη Δευτέρα ή την Πέμπτη;

Στο Σύνταγμα ή στην Ομόνοια;

Και ποιος τον καλεί;

Η χαζή διασκέδαση είναι επίσης ανάγκη

Υπάρχει και κάτι που η κουλτουριάρικη κριτική συχνά αντιμετωπίζει σχεδόν ως ηθικό ελάττωμα.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να διασκεδάσει.

Και δεν χρειάζεται κάθε φορά η διασκέδασή του να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Υπάρχει η τέχνη που σε αναστατώνει, σε δυσκολεύει, σε κάνει να σκέφτεσαι.

Και υπάρχει και η τέχνη που απλώς σε κάνει να περνάς καλά, να ξεχνιέσαι.

Η χαζή διασκέδαση.

Η εύκολη διασκέδαση.

Ακόμη και η ευτελής διασκέδαση.

Αυτή που καμία ψυχή δεν παιδεύει.

Δεν είναι πολιτική υποχρέωση του ανθρώπου να περνά κάθε ελεύθερη ώρα του ακούγοντας Σοστακόβιτς και διαβάζοντας Γκράμσι, ώστε να δικαιούται μετά να διαμαρτυρηθεί για το νοίκι του.

Ούτε είναι λογικό να κοιτάμε έναν άνθρωπο που δούλεψε όλη την εβδομάδα και το Σάββατο θέλει να πάει στη Βίσση και να του λέμε:

«Α, γι' αυτό έχεις ενέργεια. Για την επανάσταση δεν είχες».

Και κάπου εδώ μπαίνει η Γκίλφοϊλ

Γιατί, όσο εμείς κάνουμε κοινωνιολογική ανάλυση των ανθρώπων που πήγαν στη Βίσση, συμβαίνουν γύρω μας πράγματα που θα έπρεπε να προκαλούν πολιτικό σεισμό.

Φτάνουμε στο σημείο μια Αμερικανίδα πρέσβης, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, να εκτοξεύει απειλές στα μούτρα Ελλήνων αξιωματούχων και να παραδέχεται ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στις πολιτικές καταστάσεις άλλων χωρών, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας κυβερνήσεις, και δεν τρέχει τίποτα. Ούτε για τους κουλτουριάρηδες, ούτε για την κυβέρνηση, ούτε για την αντιπολίτευση.

Και εντάξει, η σημερινή κυβέρνηση πουλημένη είναι, το έχουμε καταλάβει από καιρό.

Οι κουλτουριάρηδες με τα σοβαρά δεν ασχολούνται. Μένουν στο κράξιμο και στη Βίσση. Στα εύκολα.

Αλλά η αντιπολίτευση; Η Αριστερά, τι στο διάολο κάνει;

Σε μεγάλο βαθμό, ασχολείται με τον εαυτό της.

Με συσχετισμούς.

Με αρχηγούς.

Με διασπάσεις.

Με το ποιος θα πάρει 7%, ποιος 9%, ποιος θα κλέψει δύο μονάδες από ποιον και ποιος μισεί περισσότερο τον άνθρωπο με τον οποίο υποτίθεται ότι θα έπρεπε αύριο να συνεργαστεί.

Και μετά κοιτάμε τον πολίτη και τον ρωτάμε:

«Εσύ γιατί δεν κατεβαίνεις στον δρόμο;»

Να πάει πού;

Ποιος μετέτρεψε την οργή του σε πολιτική πρόταση;

Ποιος του έδωσε την αίσθηση ότι, αν κατέβει μαζί με άλλους εκατό χιλιάδες ανθρώπους, την επόμενη μέρα κάτι μπορεί πράγματι να είναι διαφορετικό;

Οι 90.000 δεν είναι το πρόβλημα

Δεν ξέρω πόσοι από τους ανθρώπους που πήγαν στη Βίσση ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία, πόσοι ψηφίζουν Αριστερά, πόσοι δεν ψηφίζουν καθόλου και πόσοι θα κατέβαιναν αύριο σε μια μεγάλη διαδήλωση αν πίστευαν ότι υπάρχει λόγος.

Και δεν το ξέρει ούτε ο κουλτουριάρης που τους κοιτάζει αφ' υψηλού.

Αυτό που ξέρουμε είναι ότι 90.000 άνθρωποι απέδειξαν πως μπορούν να σηκωθούν από τον καναπέ τους.

Μπορούν να μετακινηθούν.

Μπορούν να ταλαιπωρηθούν.

Μπορούν να βρεθούν μαζί με δεκάδες χιλιάδες άλλους ανθρώπους για κάτι που θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο.

Γιατί η Βίσση κατάφερε να τους πει πού, πότε και γιατί.

Και γι' αυτό, προσωπικά, δεν τα έχω με τους 90.000.

Με αυτούς που δεν κατάφεραν να τους καλέσουν κάπου αλλού τα έχω.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Έβρισα την Καρυστιανού και έμαθα επιτέλους τι ψηφίζω: ΝΔ. Αποδεδειγμένα πράγματα.



Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού λειτουργεί με τη λογική τετράχρονου που του πήραν το κουβαδάκι. Αρχίζει να γκαρίζει. Και μάλιστα με στόμα 60χρονου νταλικέρη.

Αν βρίζεις τον Κουτσούμπα, είσαι συριζαίος. Αν βρίζεις τον Τσίπρα, είσαι νεοδημοκράτης. Αν φρίττεις με τα εγκλήματα της ισραηλινής κυβέρνησης, είσαι ισλαμολάγνος. Αν ασκήσεις κριτική σε κάποιον που το εκάστοτε διαδικτυακό κοπάδι έχει ανακηρύξει άγιο, είσαι αυτομάτως με τους απέναντι.

Δεν χρειάζεται να διαβάσουν τι έγραψες. Ούτε φυσικά προσπαθούν να το καταλάβουν. Προς Θεού. Αυτό απαιτεί χρόνο, γνώσεις σύνταξης, γραμματικής και γλώσσας και, ακόμα χειρότερα, αντίληψη.

Δεν μπαίνει σε τέτοιες περιπέτειες σκέψης ο όχλος. Το μόνο που τον απασχολεί είναι ποιον έβρισες.

Και τσουπ, ως δια μαγείας, ο Γιώργος Παπάρας-Κατερίνα Βλαχάκη, δύο σε ένα, οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα απολύτως για εσένα, είδαν μέσα από τη μαγική τους σφαίρα το ψηφοδέλτιο που κρατούσες στα χέρια σου πίσω από το παραβάν.

Το είδα ξανά πρόσφατα με την Καρυστιανού. Έγραψα ένα εμπρηστικό ποστ γι’ αυτήν και μέσα σε χρόνο μηδέν έμαθα ότι είμαι νεοδημοκράτισσα, σφουγγαρίστρα του Άδωνι, του Κυριάκου, πληρωμένο τρολ του Μαξίμου και πιθανότατα κάτι ακόμη που δεν πρόλαβα να διαβάσω.

Το αν όσα έγραψα είχαν βάση ήταν λεπτομέρεια. Το αν η Καρυστιανού, από τη στιγμή που αποκτά πολιτικό ρόλο, μπορεί να κρίνεται ως πολιτικό πρόσωπο επίσης λεπτομέρεια. Το σημαντικό ήταν ότι έβρισα την Καρυστιανού. Άρα είμαι με τους άλλους.

Τόσο απλά. Τόσο ηλίθια.

Αυτή η ανάγκη να χωρέσουμε τους πάντες σε δύο κουτάκια έχει καταλήξει σχεδόν κωμική. Δεν μπορείς να θεωρείς κάποιον γελοίο χωρίς να λατρεύεις τον αντίπαλό του. Δεν μπορείς να συμφωνείς με κάποιον στο Α και να τον θεωρείς ηλίθιο στο Β. Δεν μπορείς, Θεός φυλάξοι, να πιστεύεις ότι δύο αντίπαλες πλευρές λένε ταυτόχρονα μαλακίες.

Και μετά έρχεται το αγαπημένο μου: η επιλεκτική ευθιξία.

Έχω αποκαλέσει τον Άδωνι «μίασμα». Τον Κασιδιάρη «τέρας». Έχω χρησιμοποιήσει για πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα χαρακτηρισμούς που σίγουρα δεν θα περνούσαν τις εξετάσεις καλών τρόπων του savoir vivre.

Και δεν θυμάμαι να συγκλονίστηκε κανείς από τη χυδαιότητα της γλώσσας μου τότε.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε τι απέγινε το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου. Κανείς δεν μου έκανε διάλεξη περί ανθρωποφαγίας. Κανείς δεν έπαθε ξαφνική κρίση πολιτικού πολιτισμού.

Γιατί;

Γιατί έβριζα τον σωστό άνθρωπο.

Μόλις όμως ο επιθετικός χαρακτηρισμός πέσει πάνω σε κάποιον που γουστάρουν, αρχίζει το ξέσκισμα. Κατάρες, βρισίδια, προσωπικές επιθέσεις.

Α, μάλιστα.

Άρα δεν σε πείραξε που είπα «μίασμα».

Σε πείραξε που αυτή τη φορά το μίασμα αφορούσε άτομο που γουστάρεις.

Και κανένα πρόβλημα. Κι εγώ ενοχλούμαι περισσότερο όταν κάποιος βρίζει έναν άνθρωπο που εκτιμώ παρά έναν άνθρωπο που θεωρώ κάθαρμα. Δεν παριστάνω ότι είμαι υπεράνω των συμπαθειών και των αντιπαθειών μου.

Αλλά τουλάχιστον ας μη βαφτίζουμε την προσωπική μας ενόχληση ηθική αρχή.

Αν πιστεύεις ότι οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί ευτελίζουν τον δημόσιο διάλογο, θα πρέπει να σε ενοχλούν κι όταν στο στόχαστρο βρίσκεται ο πολιτικός που σιχαίνεσαι. Αν χειροκροτάς το «τέρας» όταν αφορά τον Κασιδιάρη και παθαίνεις εγκεφαλικό με έναν αντίστοιχο χαρακτηρισμό για τον δικό σου, δεν υπερασπίζεσαι τον πολιτικό πολιτισμό.

Υπερασπίζεσαι την ομάδα σου.

Και κάπου εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα: έχουμε μπερδέψει τόσο πολύ τις απόψεις με τις ταυτότητες, ώστε κάθε διαφωνία αντιμετωπίζεται περίπου σαν δήλωση πολέμου.

Δεν κρίνουμε πια αυτό που διαβάζουμε. Ψάχνουμε να ανακαλύψουμε σε ποια φυλή ανήκει αυτός που το έγραψε.

Με εμάς ή με τους άλλους;

Κι αν η απάντηση είναι «με κανέναν από τους δύο», το σύστημα βραχυκυκλώνει.

Γιατί στο ίντερνετ, αν δεν σου αρέσει η θάλασσα, προφανώς γουστάρεις το βουνό.

Η πιθανότητα να μη γουστάρεις ούτε τη θάλασσα ούτε το βουνό και να θέλεις απλώς να κάτσεις σπίτι σου δεν έχει ακόμη προβλεφθεί από τον αλγόριθμο της ανθρώπινης βλακείας.

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

Από τα νανογιλέκα στον άνθρωπο των τριών τύπων. Πόσους τσαρλατάνους χωράει η ελευθερίας της έκφρασης;



Ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε και ξαφνικά σηκώσαμε το χαλί και φρίξαμε με όσα έκρυβε από κάτω.

Τις κηραλοιφές για την φαλάκρα τις ξέραμε προ πολλού. Αυτό που δεν είχαμε συνειδητοποιήσει ήταν πόσο δαιδαλώδες ήταν το δίκτυο του τσαρλατανισμού. Ανακαλύψαμε μια ολόκληρη παράλληλη αγορά «υγείας»: πλασμαφαιρέσεις για αποτοξίνωση και μακροζωία, αναγεννητικές θεραπείες, υπνοθεραπείες, βιοσυντονισμούς, αποπαρασιτώσεις, «κβαντική ιατρική», νανοτεχνολογία και κάθε λογής θαυματουργές λύσεις για ανθρώπους που φοβούνται τον καρκίνο, τα γηρατειά, την αρρώστια, την τριχόπτωση και κυρίως τον θάνατο.

Το εκπληκτικό δεν είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να τα πουλήσουν.

Απατεώνες υπήρχαν πάντοτε εξάλλου.

Το εκπληκτικό είναι πόσο εύκολα τους αφήσαμε να αποκτήσουν ιατρεία, ιστοσελίδες, τίτλους, συνέδρια, «μελέτες», πελατολόγιο και το απαραίτητο επιστημονικοφανές λεξιλόγιο που μετατρέπει το «πίστεψέ με» σε «έρευνες έχουν δείξει».

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το φρούτο που λέγεται ο Γιώργος Πασχαλίδης.

Από το Δημοτικό στη «Νέα Γνώση»

Σε ένα βιογραφικό του που δημοσιεύθηκε το 2011 δεν προσπαθούσε καν να κρύψει την αφετηρία. Έγραφε ότι είχε φοιτήσει μόνο στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, είχε εργαστεί ως μαραγκός, ηλεκτροσυγκολλητής, χειριστής χωματουργικών μηχανημάτων και γεωργός και ότι το 2002 συνέβη το θαύμα.

Κυριολεκτικά.

Σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, απέκτησε «με υπερβατικό τρόπο» ιδιότητες διόρασης και «ενεργειακής αποκατάστασης ασθενειών».

Και εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένας άνθρωπος τελείωσε μόνο το Δημοτικό. Η επιστημονική αλήθεια δεν καθορίζεται μόνο από τα απολυτήρια και τους τίτλους σπουδών.

Ας πάρουμε την περίπτωση της Hedy Lamarr για παράδειγμα. Ήταν ηθοποιός κι όχι μηχανικός τηλεπικοινωνιών. Κι όμως, μαζί με τον George Antheil, επινόησε και κατοχύρωσε στη δεκαετία του ’40 ένα σύστημα εναλλαγής συχνοτήτων — μια ιδέα που θεωρείται πρόδρομος τεχνολογιών πάνω στις οποίες βασίστηκαν πολύ αργότερα σύγχρονα ασύρματα συστήματα, μεταξύ αυτών και το Bluetooth.
Αυτό είναι και το ωραίο με την επιστήμη: δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το βιογραφικό σου όταν τα στοιχεία σου στέκουν.


Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν αρχίζει όταν ένας απόφοιτος Δημοτικού διατυπώνει μια θεωρία.

Αρχίζει όταν η διόραση βαφτίζεται επιστήμη.

Στο παλιό του βιογραφικό ο Πασχαλίδης ισχυριζόταν ότι  θεράπευε ασθενείς ακόμη και εξ αποστάσεως, ότι είχε βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπους και ότι, χρησιμοποιώντας τη διόρασή του, ανακάλυψε πως ολόκληρο το ανθρώπινο είδος αποτελείται από τρεις και μόνο τύπους.

Κάπου στην πορεία όμως η διόραση φόρεσε λευκή ποδιά.

Και μαζί με τη λευκή ποδιά ήρθαν και οι τίτλοι.

Το 2016 ο άνθρωπος που στο βιογραφικό του 2011 παρουσιαζόταν ως απόφοιτος Δημοτικού με υπερβατικές ικανότητες εμφανίζεται πλέον ως Δρ. Γιώργος Πασχαλίδης, Διδάκτωρ Ψυχολογίας. Τελείωσε δηλαδή μέσα σε τέσσερα χρόνια γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο, απέκτησε μεταπτυχιακό και διδακτορικό!!! Το οποίο του απονεμήθηκε από το...Education Academy Noosfera της Μόσχας. Μόνο που η ίδια η σημερινή ιστοσελίδα του Πασχαλίδη περιγράφει πλέον τη Noosfera ως μη κυβερνητική οργάνωση  και όχι ως ακαδημία. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιο αναγνωρισμένο ρωσικό πανεπιστήμιο που χορηγεί ακαδημαϊκούς τίτλους και PhD με την έννοια που αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος όταν ακούει «διδάκτωρ Ψυχολογίας».

Και η ιστορία γίνεται ακόμη πιο σουρεαλιστική: η Noosfera , που στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως.... Wellness & Retreat Center, δεν τον έκανε μόνο διδάκτορα. Τον ανακήρυξε και αντιπρύτανη, ενώ αργότερα ο ίδιος εμφανίζεται ως καθηγητής Ψυχολογίας και εκπρόσωπός της στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Γιατί στον μέσο άνθρωπο το «Δρ. Ψυχολογίας» δεν ακούγεται σαν τίτλος που απένειμε μια ΜΚΟ. Ακούγεται σαν πανεπιστήμιο, διδακτορική διατριβή, εξεταστική επιτροπή, ακαδημαϊκή έρευνα και αναγνωρισμένο πτυχίο.

Και αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια.

Είναι ολόκληρη η παράσταση.

Και εγένετο Tri-Anthropo-Type

Στη σημερινή του μορφή, το  μοντέλο Tri-Anthropo-Type δεν παρουσιάζεται ως μεταφυσική αποκάλυψη αλλά με τη γλώσσα της νευροβιολογίας.

Υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων: Α, Β και Γ. Υπάρχουν εγκεφαλικές περιοχές. Υπάρχουν εντερότυποι. Βιταμίνες. Μέταλλα. Προσωπικότητες. Ασθένειες.

Ο τύπος Α συνδέεται, μεταξύ άλλων, με Αλτσχάιμερ και σχιζοφρένεια. Ο Β με κατάθλιψη. Ο Γ με άνοια και διπολική διαταραχή. Και η επίσημη παρουσίαση του μοντέλου φτάνει να υποστηρίζει ότι η χορήγηση συγκεκριμένων μετάλλων και βιταμινών ανάλογα με τον ανθρώπινο τύπο μπορεί να οδηγήσει στη βελτίωση της συμπεριφοράς και της υγείας και στη «θεραπεία» του ασθενούς.

Μόνο που ανάμεσα στο «το είδα με τη διόρασή μου» και στο «ανακάλυψα έναν βιολογικό μηχανισμό» υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια.

Λέγεται επιστημονική απόδειξη.

Δεν αρκεί να ντύσεις έναν ισχυρισμό με λέξεις όπως «ιππόκαμπος», «αμυγδαλή», «γονίδιο», «σεροτονίνη» και «βιοδείκτης» για να γίνει επιστήμη. Όπως δεν γίνεται ένα μαγαζί πανεπιστήμιο επειδή κρεμάσαμε απέξω μια πινακίδα που γράφει Academy.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό ταλέντο του σύγχρονου τσαρλατάνου.

Δεν σου ζητά πια απλώς να πιστέψεις.

Σου δίνει την αισθητική της απόδειξης. Ένα paper. Ένα συνέδριο. Ένα τίτλο. Ένα μετάλλιο. Μερικές αγγλικές λέξεις. Ένα διάγραμμα του εγκεφάλου. Για τον μέσο άνθρωπο όλα αυτά μοιάζουν με επιστήμη.

Μόνο που στην επιστήμη το ερώτημα δεν είναι αν δημοσίευσες κάτι κάπου. Είναι αν τα δεδομένα σου είναι επαρκή, αν η μεθοδολογία σου στέκει, αν άλλοι ερευνητές μπορούν να επαναλάβουν το αποτέλεσμα, αν υπάρχουν ανεξάρτητες επιβεβαιώσεις και αν οι ισχυρισμοί σου αντέχουν στον έλεγχο ανθρώπων που δεν έχουν κανένα συμφέρον να αποδειχθούν σωστοί.

Η επιστήμη δεν συγκινείται από χαρίσματα.

«Μα καλά, ποιος τα πιστεύει αυτά;»

Πολλοί.

Και εδώ είναι εύκολο να πούμε ότι οι άνθρωποι είναι ηλίθιοι. Μερικές φορές κάνουν πράγματι εντυπωσιακά ηλίθιες επιλογές. Μπορούν να πληρώσουν δύο χιλιάδες ευρώ για μια διαδικασία που, απογυμνωμένη από το wellness λεξιλόγιο και το πολυτελές περιτύλιγμα, μπορεί να αποδειχθεί πολύ λιγότερο εξωτική απ' όσο νόμιζαν. Η πανάκριβη εντεροθεραπεία φερ' ειπείν δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα απλό κλύσμα των 10 ευρώ.

Ο άνθρωπος όμως που φοβάται ότι θα πεθάνει δεν είναι καταναλωτής που διαλέγει ανάμεσα σε δύο μάρκες απορρυπαντικού. Ο ασθενής βρίσκεται εξ ορισμού σε θέση ευαλωτότητας.

Θέλει να ακούσει ότι υπάρχει ελπίδα.

Ότι υπάρχει κάτι που οι άλλοι γιατροί δεν γνωρίζουν.

Ότι κάποιος ανακάλυψε το μυστικό.

Ότι ο καρκίνος, η κατάθλιψη, το Αλτσχάιμερ, η γήρανση ή ο πόνος μπορούν τελικά να λυθούν αν βρούμε τον σωστό τύπο ανθρώπου, το σωστό μέταλλο, τη σωστή συχνότητα, το σωστό μηχάνημα ή τον σωστό πεφωτισμένο άνθρωπο.

Και η απελπισία δημιουργεί ευκαιρίες. Προς πώληση.

Η ατομική ευθύνη είναι πολύ βολική.

Όταν συμβεί η καταστροφή, μπορούμε φυσικά να ρωτήσουμε γιατί ο ασθενής πήγε.

Γιατί το πίστεψε;

Γιατί πλήρωσε;

Γιατί δεν ρώτησε έναν κανονικό γιατρό;

Έτσι όμως μεταφέρουμε όλο το βάρος στον μοναδικό άνθρωπο της ιστορίας που μπορεί να ήταν φοβισμένος, άρρωστος ή απελπισμένος.

Η ατομική ευθύνη υπάρχει. Αλλά δεν καταργεί την ευθύνη εκείνου που πουλά, εκείνου που διαφημίζει και κυρίως εκείνου που επιτρέπει να δημιουργείται μια αγορά στην οποία ο πολίτης δυσκολεύεται να ξεχωρίσει την ιατρική από το τσίρκο τεράτων.

Γιατί δεν έχουμε όλοι PhD στη νευροβιολογία.

Γι' αυτό υποτίθεται ότι έχουμε θεσμούς.

Και κάπου εδώ η συζήτηση για την «ατομική ευθύνη» αρχίζει να γίνεται εξοργιστικά βολική. Γιατί ποια ακριβώς είναι η δουλειά του ελεγκτικού μηχανισμού; Να εμφανίζεται μετά τον νεκρό;

Μετά τον θάνατο του Μαζωνάκη, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε ότι θα έλεγχε το ιατρείο. Από τον έλεγχο προέκυψε, σύμφωνα με τις δημόσιες δηλώσεις του προέδρου του ΙΣΑ, ότι επρόκειτο για συστεγαζόμενο πρωτοβάθμιο παθολογικό ιατρείο και ότι η επιτροπή εισηγήθηκε διοικητικά μέτρα. Ο ίδιος ο Γιώργος Πατούλης δήλωσε ότι μηχάνημα πλασμαφαίρεσης δεν υπήρχε στον φάκελο του ιατρείου.

Ωραία.

Πώς βρέθηκε εκεί;

Και, κυρίως, πόσα ακόμη μηχανήματα βρίσκονται πίσω από πόρτες που κανείς δεν ανοίγει μέχρι να συμβεί κάτι;

Γιατί έλεγχος που ενεργοποιείται όταν έχει ήδη υπάρξει τραγωδία δεν είναι πρόληψη. Είναι αυτοψία.

«Εμείς δεν είμαστε ντετέκτιβ», απάντησε ο πρόεδρος του ΙΣΑ.

Σωστά. Είναι ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών. Δηλαδή ο θεσμός που αδειοδοτεί και ελέγχει τα ιατρεία. Κανείς δεν του ζήτησε να βρει ποιος σκότωσε τον μπάτλερ. Να βρει δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης μέσα σε ένα παθολογικό ιατρείο τού ζητήθηκε.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το αν ένα ιατρείο έχει τη σωστή άδεια κρεμασμένη στον τοίχο. Αφορά ποιος ελέγχει τι πραγματικά προσφέρεται μέσα σε αυτό, τις διαφημίσεις «θεραπειών» και τους ισχυρισμούς περί ίασης. Και ποιος ελέγχει ανθρώπους που δεν είναι καν γιατροί αλλά χρησιμοποιούν γλώσσα, τίτλους και τελετουργικά που στον ασθενή δημιουργούν την εντύπωση ιατρικής αυθεντίας.

Δεν μπορεί το κράτος να απαιτεί από τον καρκινοπαθή, τον ηλικιωμένο, τον χρονίως πάσχοντα ή τον απελπισμένο συγγενή να κάνει μόνος του έρευνα σε επιστημονικά περιοδικά, μητρώα πανεπιστημίων, άδειες λειτουργίας και διεθνείς βάσεις δεδομένων.

Αυτό ακριβώς είναι το νόημα του ελέγχου: να εξασφαλίσει ότι όταν κάτι πωλείται στον πολίτη με το κύρος της ιατρικής και της επιστήμης, κάποιος έχει ελέγξει αν δικαιούται να φορά αυτό το κύρος.

Διαφορετικά, το κράτος δεν προστατεύει τον ασθενή. Απλώς περιμένει να δει ποιος θα είναι ο επόμενος που θα την πατήσει και μετά του εξηγεί ότι έπρεπε να είναι πιο προσεκτικός.

Μέχρι πού φτάνει η ελευθερία της έκφρασης;

Ο Πασχαλίδης έχει κάθε δικαίωμα να πιστεύει ότι υπάρχουν τρεις τύποι ανθρώπων.

Έχει δικαίωμα να πιστεύει ότι απέκτησε διόραση.

Έχει δικαίωμα να πιστεύει ότι τον επισκέφθηκε η συμπαντική γνώση ένα ανοιξιάτικο πρωινό του 2002.

Μπορεί να πιστεύει και ότι υπάρχουν δεκαεπτά τύποι ανθρώπων και ότι ο Ιπποκράτης επικοινωνεί μαζί του μέσω της τοστιέρας.

Η ελευθερία της έκφρασης σου εξασφαλίζει το δικαίωμα να λες αρλούμπες.

Το πραγματικό ερώτημα αρχίζει όταν η αρλούμπα παύει να είναι απλώς άποψη και μετατρέπεται σε ιατρικό προϊόν. Όταν συνδέεται με ασθένειες. Όταν αποκτά επιστημονικό περιτύλιγμα. Όταν απευθύνεται σε ανθρώπους που αναζητούν θεραπεία. Και όταν γύρω της μπορεί να αναπτυχθεί οικονομική δραστηριότητα.

Εκεί δεν συζητάμε πλέον μόνο για την ελευθερία κάποιου να μιλά.

Συζητάμε και για το δικαίωμα του άλλου να μην εξαπατάται.

Εγώ τον Γιώργο Πασχαλίδη τον θεωρώ τσαρλατάνο. Και θεωρώ ότι αυτό που έχει οικοδομήσει γύρω από τη θεωρία του υπηρετεί πρωτίστως το προσωπικό του οικονομικό όφελος. Αυτή είναι η δική μου κρίση και αναλαμβάνω την ευθύνη της.

Αλλά το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι αν συμφωνεί κανείς μαζί μου στον χαρακτηρισμό.

Είναι άλλο:

Γιατί χρειάστηκε να πεθάνει ένας άνθρωπος για να αρχίσουμε επιτέλους να ρωτάμε ποιος ελέγχει αυτούς που εμπορεύονται την ελπίδα;

Γιατί ο τσαρλατάνος δεν είναι το πραγματικό μυστήριο.

Τσαρλατάνοι θα υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Το μυστήριο είναι μια κοινωνία που τους προσφέρει μικρόφωνο, αγορά, επιστημονικοφανές λεξιλόγιο και —μέχρι να συμβεί κάτι τραγικό— σχεδόν απεριόριστο χώρο δράσης.

Και μετά ρωτά τον ασθενή γιατί τους πίστεψε.

«Τι κάνεις, κόκλα;» Τον μπετόβλακα κι αν πλένεις, το ποντίκι σου χαλάς



Πριν από κάμποσο καιρό έκανα ένα μάλλον ενδιαφέρον κοινωνικό πείραμα χωρίς να το θέλω.

Έγραψα στο Facebook ότι χώρισα. Γιατί όντως χώρισα.

Έκτοτε το inbox μου απέκτησε μια κινητικότητα που δεν είχα ζητήσει ποτέ. «Τι κάνεις;», «πού μένεις;», «με τι ασχολείσαι;», «στείλε καμιά φωτογραφία να δω πώς είσαι».

Το τελευταίο είναι οριακά σουρεαλιστικό όταν απευθύνεται σε άνθρωπο του οποίου το προφίλ περιέχει πάνω από εκατό φωτογραφικά πορτραίτα.

Και κάπου εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι: πώς γίνεται στην εποχή που έχουμε περισσότερες πληροφορίες από ποτέ για τον άνθρωπο που θέλουμε να προσεγγίσουμε, το φλερτ να γίνεται συχνά σαν να μη γνωρίζουμε απολύτως τίποτα γι’ αυτόν;

Ας γυρίσουμε είκοσι και κάτι χρόνια πίσω.

Δεν υπήρχε Facebook, Instagram, tik tok, stories. Δεν μπορούσες να μάθεις μέσα σε πέντε λεπτά τι δουλειά κάνει κάποιος, τι μουσική ακούει, πού πήγε διακοπές, αν έχει σκύλο, αν διαβάζει Καμύ ή Coelho, αν ψηφίζει ΚΚΕ ή Νέα Δημοκρατία και αν θεωρεί τον Lars von Trier ιδιοφυΐα ή μαλάκα.

Κι όμως, ακόμη και τότε, το φλερτ δεν ξεκινούσε πάντα από το απόλυτο μηδέν.

Αν γνώριζες κάποιον σε ένα μπαρ που έπαιζε συγκεκριμένη μουσική, είχες ήδη μια πρώτη πληροφορία. Αν τον συναντούσες σε μια έκθεση ζωγραφικής, υπήρχε ένας πιθανός κοινός τόπος. Σε μια συναυλία, ακόμη πιο ξεκάθαρος. Σε ένα πάρτι, υπήρχαν κοινοί γνωστοί. Στη σχολή, στη δουλειά, στη γειτονιά, υπήρχε ένα κάποιο κοινό πλαίσιο.

Και υπήρχε και κάτι ακόμη που σήμερα, πίσω από μια οθόνη, συχνά ξεχνάμε: πριν μιλήσεις, συνήθως είχε συμβεί κάτι.

Μια ματιά. Ένα χαμόγελο. Ένα βλέμμα που έμεινε μισό δευτερόλεπτο περισσότερο.

Δεν χρειαζόταν να υπογραφεί σύμβαση συναίνεσης για να καταλάβεις ότι ίσως υπάρχει ένα ενδιαφέρον και αξίζει να πας να πεις μια κουβέντα.

Φυσικά υπήρχε και ο άλλος. Ο μπετόβλακας. Ο ενοχλητικός. Αυτός που ερχόταν από το πουθενά, χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε βλέμμα ούτε χαμόγελο ούτε τίποτα, στεκόταν μπροστά σου και έλεγε:

«Τι κάνεις, κόκλα;»

Και συνήθως έτρωγε άκυρο.

Όχι επειδή οι γυναίκες του 2000 ήταν δύστροπες. Αλλά επειδή και τότε το «τι κάνεις, κούκλα;» δεν αποτελούσε ακριβώς κορυφαίο δείγμα προσπάθειας επικοινωνίας.

Μόνο που σήμερα τα πράγματα θα έπρεπε θεωρητικά να είναι πολύ ευκολότερα.

Μπαίνεις στο προφίλ κάποιου και έχεις μπροστά σου έναν μικρό μάνιουαλ του άλλου. Όχι ολόκληρο τον άνθρωπο, προφανώς. Τα social media είναι επιλεγμένες εκδοχές μας. Αλλά έχεις στοιχεία.

Βλέπεις τη φάτσα του — οπότε δεν χρειάζεται να του ζητήσεις «φωτό».

Βλέπεις, πολλές φορές, πού μένει και με τι ασχολείται — οπότε δεν χρειάζεται η πρώτη σου κουβέντα να θυμίζει απογραφή πληθυσμού ή συνέντευξη.

Κυρίως όμως βλέπεις τι τον ενδιαφέρει.

Τι γράφει. Τι τον θυμώνει. Τι τον κάνει να γελάει. Τι μουσική ακούει. Τι ταινίες βλέπει. Αν ασχολείται με πολιτική, με ζωγραφική, με ποδόσφαιρο, με σκυλιά, με ταξίδια, με μαγειρική, με κηπουρική ή με το πρωτάθλημα β΄ εθνικής του Ουζμπεκιστάν.

Έχεις δηλαδή κάτι που ο άντρας στο μπαρ του 2000 θα σκότωνε για να έχει:

Έτοιμες αφορμές για κουβέντα.

Κι εσύ ως γνήσιος μπαγλαμάς, επιλέγεις να στείλεις ένα ξερό :

«Τι κάνεις;»

Αυτό είναι που μου φαίνεται ενδιαφέρον.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι τελικά ότι δεν ξέρεις τι να πεις.

Είναι ότι δεν μπήκες στον κόπο να δεις σε ποιον το λες.

Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο.

Όταν στέλνεις το ίδιο «γεια, τι κάνεις;» σε δέκα ή είκοσι γυναίκες, δεν φλερτάρεις πραγματικά καμία από αυτές. Κάνεις κάτι που μοιάζει περισσότερο με μαζική αποστολή βιογραφικών.

Κάπου θα κάτσει είτε το βιογραφικό είτε η μπίλια της ρουλέτας. 

Κι αν δεν κάτσει αυτή, υπάρχει η επόμενη. Και η επόμενη. Και η επόμενη.

Ίσως αυτό είναι ένα από τα παράδοξα των social media. 

Μας έδωσαν πρωτοφανή πρόσβαση στους άλλους και, ταυτόχρονα, έκαναν τους άλλους αναλώσιμους.

Γιατί όταν πίσω από κάθε προφίλ υπάρχουν άλλα χίλια, δεν χρειάζεται να επενδύσεις ιδιαίτερα σε κανένα. Δεν χρειάζεται να παρατηρήσεις. Δεν χρειάζεται να σκεφτείς. Δεν χρειάζεται καν να αναρωτηθείς «τι θα μπορούσα να πω σε αυτή τη συγκεκριμένη γυναίκα;».

Στέλνεις ένα «τι κάνεις;» και περιμένεις.

Κι όμως, όλη η γοητεία του φλερτ βρισκόταν ανέκαθεν ακριβώς στο αντίθετο.

Στην αίσθηση ότι μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους κάποιος πρόσεξε εσένα.

Όχι απλώς ότι σε βρήκε εμφανίσιμη.

Ότι σε πρόσεξε.

Το ίδιο ισχύει και σήμερα.

«Διάβασα αυτό που έγραψες και διαφωνώ μαζί σου σ’ αυτό το σημείο.»

«Είδα ότι ακούς System of a Down. Τους έχω δει δύο φορές live.»

«Αυτή η φωτογραφία πού τραβήχτηκε;»

«Μου άρεσε πολύ αυτό που έγραψες για το 17χρονο σκυλάκι σου.»

Δεν χρειάζεται ατάκα. Δεν χρειάζεται πέσιμο. Δεν χρειάζεται να υποδυθείς τον γόη.

Χρειάζεται να έχεις κοιτάξει τον άνθρωπο στον οποίο αποφάσισες να μιλήσεις.

Και ίσως εδώ βρίσκεται τελικά η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο φλερτ και στο άμπαλο ψάρεμα.

Στο δεύτερο πετάς το ίδιο δόλωμα παντού και περιμένεις να τσιμπήσει ότι να ναι, από πέστροφα μέχρι καρχαρίας.

Στο πρώτο υπάρχει απέναντί σου συγκεκριμένος άνθρωπος.

Τα social media μάς έδωσαν περισσότερα εργαλεία από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή για να τον δούμε, να βρούμε έναν κοινό τόπο και να ξεκινήσουμε μια πραγματική κουβέντα.

Κι εμείς, μέσα σε όλον αυτόν τον πλούτο πληροφοριών, καταφέραμε συχνά να επιστρέψουμε στο:

«Τι κάνεις, κόκλα;»

Μόνο που τώρα δεν χρειάζεται καν να σηκωθείς από το τραπέζι σου για να φας το άκυρο ή το ποτό στη μούρη.

Και μια που το ’φερε η κουβέντα: όποιος νομίζει ότι σε αυτό το προφίλ θα βρει καμιά συγκαταβατική γυναικούλα που λέει «ναι, πασά μου, ναι, ραγιά μου», ας πάρει τα παπαράκια του και ας πάει να τα ξεζουμίσει σε άλλη παραλία.

Γκέγκε;

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Πατούλης: Και τι είμαστε εμείς οι γιατροί και μας εμπιστεύεσαι;

 



Με αφορμή την υπόθεση της πλασμαφαίρεσης, ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Γιώργος Πατούλης, έθεσε ένα ερώτημα που υποτίθεται ότι είναι λογικό: αν σου προτείνουν να κάνεις πλασμαφαίρεση, δεν θα ρωτήσεις έναν γιατρό; Δεν θα ψάξεις στο Ίντερνετ;

Εμένα πάλι μου φαίνεται ένα εξαιρετικά προβληματικό ερώτημα.

Γιατί την πλασμαφαίρεση δεν την πρότεινε στον Μαζωνάκη η χαρτορίχτρα της γειτονιάς. Την πρότειναν γιατροί σε νόμιμο και αδειοδοτημένο ιατρείο.

Και αυτό αλλάζει κάπως τα πράγματα.

Ο κάθε άνθρωπος πηγαίνει στον γιατρό ακριβώς επειδή δεν είναι γιατρός ο ίδιος. Επειδή δεν διαθέτει τις γνώσεις για να αξιολογήσει μόνος του αν μια θεραπεία ενδείκνυται για την περίπτωση του και το ιστορικό του, αν είναι ασφαλής, αν υπάρχει επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση ή αν ο χώρος και ο εξοπλισμός είναι κατάλληλοι.

Άρα όταν πάω στον γιατρό και μου προτείνει επικίνδυνες θεραπείες, μαντζούνια και ρέικι, εγώ τι ακριβώς πρέπει να κάνω;

Να πάω σε άλλον γιατρό να τον ρωτήσω αν ο πρώτος γιατρός λέει μαλακίες;

Κι αν ο δεύτερος διαφωνεί, να πάω σε τρίτο;

Και πώς ξέρω ότι ο τρίτος είναι σωστός και όχι οι δύο προηγούμενοι;

Μήπως να κάνω δημοσκόπηση στην ιατρική κοινότητα και να κερδίσει η θεραπεία με 52,7%;

Να γίνω ντετέκτιβ και να ερευνήσω το επιστημονικό παρελθόν του γιατρού; Ρεπόρτερ και να ψάξω ποιος χρηματοδότησε τις έρευνες που επικαλείται; Μαρκετίερ και να κάνω έρευνα αγοράς ανάμεσα σε πέντε ιατρεία; Ή να κατεβάσω μερικούς τόμους Ιατρικής και να τους διαβάζω τα βράδια, ώστε την επόμενη φορά που θα αρρωστήσω να είμαι κατάλληλα προετοιμασμένη;

Γιατροί ήταν αυτοί που πρότειναν την πλασμαφαίρεση εκεί όπου δεν υπήρχε τεκμηριωμένη ένδειξη και σε ακατάλληλο περιβάλλον. Γιατροί είναι αυτοί που μιλούν για την «κβαντική ιατρική» ή διαφημίζουν τη «γαστρονομική ιατρική», τη «βιοανασύνθεση» και το «βιοσυντονισμό». Και το γεγονός ότι πίσω από μια λέξη κολλήσαμε το ουσιαστικό «ιατρική» ή δίπλα της βάλαμε έναν άνθρωπο με πτυχίο δεν την έκανε αυτομάτως επιστήμη.

Για να το πούμε όσο πιο καθαρά γίνεται: όροι όπως «κβαντική ιατρική» και «βιοσυντονισμός», όταν χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς ισχυρισμούς χωρίς επαρκή κλινική τεκμηρίωση, είναι στην καλύτερη περίπτωση μάρκετινγκ ντυμένο με επιστημονικές λέξεις και στη χειρότερη επικίνδυνες πρακτικές.

Και κάπου εδώ φτάνουμε στο ωραιότερο: ψάξ' το στο Google.

Μα αν ο ασθενής οφείλει να γνωρίζει ποια θεραπεία έχει επαρκείς κλινικές μελέτες, ποια ένδειξη είναι εγκεκριμένη, ποια μελέτη είναι σοβαρή, ποια είναι σκουπίδι, ποια επιστημονική εταιρεία είναι αξιόπιστη και ποιος γιατρός πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, τότε γιατί ακριβώς χρειάζεται τον γιατρό; Και, κυρίως, γιατί έχουμε Ιατρικές Σχολές, ειδικότητες, άδειες ασκήσεως επαγγέλματος, ιατρικούς συλλόγους και ελεγκτικούς μηχανισμούς;

Προφανώς ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται. Προφανώς πρέπει να ρωτάει. Και φυσικά μπορεί να ζητήσει δεύτερη γνώμη, ιδιαίτερα πριν από μια σοβαρή ή επεμβατική θεραπεία. Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο «ο ενημερωμένος ασθενής συμμετέχει στις αποφάσεις για την υγεία του» και στο «ο ασθενής είναι υπεύθυνος να ανακαλύψει αν ο γιατρός που βρίσκεται απέναντί του ασκεί τεκμηριωμένη ιατρική».

Το πρώτο λέγεται ενημερωμένη συναίνεση.

Το δεύτερο είναι  μετακύλιση της ευθύνης.

Γιατί όταν ένας πολίτης μπαίνει σε ένα ιατρείο, βλέπει απέναντί του έναν αδειοδοτημένο γιατρό και ακούει μια θεραπεία να του προτείνεται ως ιατρική πράξη, δικαιούται να θεωρεί ότι κάποιος πριν από αυτόν έχει κάνει τον έλεγχο.

Όχι ότι πρέπει να τον κάνει ο ίδιος μετά, στο σπίτι, με έναν καφέ και το Google ανοιχτό.

Δεν μπορεί ο ασθενής να είναι ταυτόχρονα ασθενής, γιατρός, ερευνητής, δημοσιογράφος, ντετέκτιβ και ελεγκτικός μηχανισμός.

Κάποια στιγμή πρέπει να μπορεί απλώς να είναι ασθενής.

Κι ο ασθενής δεν είναι πελάτης.

Πελάτες έχουν τα μπουρδέλα και τα γραφεία κηδειών.

Ένας χοντρός, ένας γέρος, μια καθαρίστρια και ένα «αυστηρώς ακατάλληλο» σημείο του γυναικείου σώματος.



Οι λέξεις είναι περίεργα πράγματα. Υποτίθεται ότι τις εφηύραμε για να περιγράφουμε τον κόσμο και τελικά καταλήξαμε να τις δικάζουμε για τον τρόπο που τον περιγράφουν.

Πάρτε έναν χοντρό άνθρωπο.

Συγγνώμη.

Έναν παχύσαρκο άνθρωπο.

Γιατί το «χοντρός» σήμερα θεωρείται αγενές και προσβλητικό. Χρησιμοποιούμε λοιπόν τη λέξη «παχύσαρκος» αντ' αυτού, λες και αλλάζει ο Δείκτης Μάζας Σώματος επειδή άλλαξαν τα γράμματα που περιγράφουν την τιμή του.

Ο άνθρωπος, εν τω μεταξύ, παραμένει ακριβώς ο ίδιος. Εμείς απλώς αισθανόμαστε καλύτερα επειδή αντικαταστήσαμε μια φορτισμένη λέξη με μια άλλη, πιο επιστημονική και αποστειρωμένη.

Και κάπου εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.

Γιατί τι ακριβώς λέει η λέξη «χοντρός»;

Ότι ένας άνθρωπος έχει ΔΜΣ πάνω από 30.

Όπως το «κοντός» λέει ότι κάποιος έχει ανάστημα μικρότερο από 160 εκατοστά, το «ψηλός» ότι είναι ψηλός και το «ξανθός» ότι έχει ξανθά μαλλιά. Κι όμως, αν πεις σε κάποιον «είσαι ψηλός», πιθανότατα δεν θα σου πετάξει το ποτό στα μούτρα. Αν του πεις «είσαι κοντός», αρχίζουμε να περπατάμε σε ναρκοπέδιο.

Γιατί;

Τα εκατοστά είναι εκατοστά. Δεν έχουν ηθική. Εμείς τους τη δώσαμε.

Αν ένας άνθρωπος έχει ύψος 1,55, μπορούμε φυσικά να τον αποκαλέσουμε «άτομο χαμηλού αναστήματος». Θα εξακολουθεί να είναι 1,55. Δεν πρόκειται να ψηλώσει από ευγνωμοσύνη για τη διακριτικότητά μας.

Και γιατί πρέπει να αποφύγουμε τη λέξη;

Τι κακό έχει να είναι κάποιος κοντός;

Το ίδιο συμβαίνει με το «γέρος».

Ένας άνθρωπος είναι 85 ετών. Αν τον πεις «ηλικιωμένο», έκανες μια κόσμια περιγραφή. Αν τον πεις «γέρο», μπορεί να θεωρηθεί ότι τον προσέβαλες. Τα 85 χρόνια του, βέβαια, δεν ενημερώθηκαν για τη γλωσσική μας ευαισθησία και δεν έγιναν 67.

Γιατί όμως είναι προσβολή το να είσαι γέρος;

Ίσως επειδή έχουμε φορτώσει τα γηρατειά με παρακμή, ασχήμια, αδυναμία και ανικανότητα. Κι αντί να ξεφορτωθούμε το στερεότυπο και να ασχοληθούμε με τα πραγματικά προβλήματα που μπορεί να βιώνει ένας μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωπος, επιλέγουμε απλά να ξεφορτωθούμε τη λέξη.

Κρατάμε την προκατάληψη και πετάμε το ουσιαστικό.

Εξαιρετικά βολικό.

Με το γυναικείο σώμα το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Η λέξη «μουνί» περιγράφει ένα σημείο της γυναικείας ανατομίας. Η λέξη «αιδοίο» το ίδιο ακριβώς σημείο. Κι όμως, το «μουνί» μπορεί να είναι πορνογραφικού περιεχομένου, να γίνει χυδαίο ή ακόμα και να μετατραπεί σε βρισιά.

«Θα σου δείξω εγώ, ρε μουνί».

Ακούγεται απολύτως φυσιολογικό μέσα σ' έναν καβγά.

«Θα σου δείξω εγώ, ρε αιδοίο».

Αν ακουγόταν αυτό, πιθανότατα θα σταματούσε για λίγο και ο καβγάς από την αμηχανία.

Το ανατομικό σημείο δεν άλλαξε. Άλλαξε η λέξη και μαζί της ολόκληρη η ηθική και συναισθηματική σημασία της φράσης.

Και έχουμε φυσικά το αριστουργηματικό:

«Τα έκανες μουνί».

Τα έκανες χάλια, δηλαδή. Τα κατέστρεψες. Τα διέλυσες.

Πράγμα αρκετά εντυπωσιακό για ένα ανατομικό όργανο που, από όσο γνωρίζω, δεν ευθύνεται για περισσότερες καταστροφές από έναν αγκώνα.

Και δεν είναι μόνο αυτό.

Η λέξη «στήθος» είναι απολύτως κόσμια. Το «βυζί» αποκτά αμέσως διαφορετικό τόνο. Ο «μαστός», πάλι, έχει ήδη ξαπλώσει στο εξεταστικό κρεβάτι και περιμένει να τον ψηλαφήσουν. Το σώμα παραμένει το ίδιο. Αλλάζοντας τη λέξη, αλλάζει το φορτίο της — όχι αυτό που περιγράφει.

Υπάρχει όμως κι ένα διαφορετικό παράδειγμα, που περιπλέκει λίγο τα πράγματα.

Ο θάνατος.

Λέμε «έφυγε», «έφυγε από κοντά μας», «δεν είναι πια μαζί μας». Σπανιότερα λέμε το απλό και απολύτως ακριβές: πέθανε.

Γιατί το «πέθανε» είναι ξερό, οριστικό, τελεσίδικο. Το «έφυγε» βάζει ένα μικρό γλωσσικό μαξιλάρι ανάμεσα σ' εμάς και σε μια πραγματικότητα που πονάει πολύ για να την κοιτάξουμε κατάματα. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει απαραίτητα υποκρισία. Υπάρχει τρυφερότητα. 

Γιατί άλλο χρησιμοποιώ μια πιο ήπια λέξη για να μην πληγώσω έναν άνθρωπο και άλλο χρειάζομαι μια πιο ήπια λέξη επειδή έχω αποφασίσει ότι αυτό που είναι ο άνθρωπος αποτελεί από μόνο του προσβολή.

Το πρώτο είναι ενσυναίσθηση. Το δεύτερο μπορεί κάλλιστα να είναι προκατάληψη με καλούς τρόπους.

Κάπου εδώ μπαίνει και η κοινωνική τάξη.

Κάποτε είχαμε «καθαρίστριες». Τώρα προτιμάμε το «προσωπικό καθαριότητας».

Και μια χαρά. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον όρο. Απλώς θα είχε ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε γιατί αισθανθήκαμε την ανάγκη να αναβαθμίσουμε γλωσσικά το επάγγελμα.

Μήπως επειδή προηγουμένως το είχαμε υποβαθμίσει κοινωνικά;

Ο άνθρωπος εξακολουθεί να καθαρίζει τις ίδιες τουαλέτες, να κρατάει την ίδια σκουπα και, ενδεχομένως, να αμείβεται με τον ίδιο άθλιο μισθό. Το σφουγγαρόπανο παρέμεινε στη θέση του, η ταξική μας συνείδηση επίσης, αλλά η ορολογία έκανε καριέρα.

Και ίσως αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο σε ολόκληρη αυτή τη συζήτηση. Όχι η ευγένεια. Η ευγένεια είναι χρήσιμη. Η πρόθεση να μην πληγώνεις τον άλλον είναι ακόμη χρησιμότερη. Με ενοχλεί η ψευδαίσθηση ότι αλλάζοντας τις λέξεις αλλάξαμε αυτομάτως και τις αντιλήψεις που βρίσκονται από πίσω τους. Γιατί μπορώ να μη σε αποκαλέσω ποτέ χοντρό. Να χρησιμοποιώ αποκλειστικά την απολύτως ευπρεπή λέξη «παχύσαρκος». Και ταυτόχρονα να σε θεωρώ άσχημο, ανεπιθύμητο, τεμπέλη, λαίμαργο και ανίκανο να ελέγξεις τον εαυτό σου.

Συγχαρητήρια.

Κατάφερα να γίνω μαλάκας με άψογη ορολογία.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν βρίσκεται πάντοτε στη λέξη. Βρίσκεται στο αόρατο φορτίο που της δίνουμε. Και μετά, όταν η λέξη δεν αντέχει άλλο το βάρος, την πετάμε και βρίσκουμε μια καινούργια.

Καθαρή.

Ευγενική.

Αμόλυντη.

Μέχρι να φορτώσουμε και σ' αυτήν ακριβώς τις ίδιες προκαταλήψεις.

Σαν να αλλάζουμε την ταμπέλα ενός απαίσιου ξενοδοχείου και να περιμένουμε να εξαφανιστούν οι κοριοί.

Ίσως λοιπόν η πραγματική ηθική της γλώσσας να μη βρίσκεται σε έναν κατάλογο επιτρεπόμενων και απαγορευμένων λέξεων. Ίσως βρίσκεται στην πρόθεση, στο πλαίσιο, στον τρόπο και κυρίως σε αυτό που πιστεύουμε για αυτό το οποίο περιγράφουμε. Γιατί οι λέξεις πράγματι μπορούν να πληγώσουν. Αλλά πριν αρχίσουμε να τις εξορίζουμε από τα λεξικά μας, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί απέκτησαν τη δύναμη να πληγώνουν.

Γιατί αν θεωρούμε προσβολή να αποκαλέσουμε έναν χοντρό άνθρωπο χοντρό, έναν κοντό άνθρωπο κοντό και έναν γέρο άνθρωπο γέρο, ίσως το πρόβλημα να μην είναι τελικά ότι χρησιμοποιήσαμε λάθος λέξη.

Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως υπάρχει κάτι κακό στο να είσαι αυτό που η λέξη περιγράφει.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Από το Grexit στο German Exit: Κι αν τελικά το ευρώ το τινάξει στον αέρα η Γερμανία;


Το 2015 κάποιοι φοβόντουσαν ότι ο Τσίπρας θα μας βγάλει από το ευρώ. Ακόμα στοιχειώνει την ελληνική κοινωνία και την πολιτική σκηνή εκείνο το περίφημο δημοψήφισμα. Το 2026 ο ίδιος φόβος έρχεται από αλλού. Από το Βερολίνο.

Για χρόνια, ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευασμένους πολιτικούς μπαμπούλες στην Ελλάδα είχε όνομα, κόμμα και πρόσωπο. Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν ο Τσίπρας, ήταν οι «δραχμιστές» που θα έπαιρναν τη χώρα από το χέρι και θα την οδηγούσαν έξω από το ευρώ και προς την καταστροφή της.

Έντεκα χρόνια μετά, η ιστορία αποκτά εκείνο το φοβερό μαύρο χιούμορ που συνήθως δεν διασκεδάζει καθόλου εκείνους που τη ζουν.

Γιατί ο σοβαρότερος κίνδυνος για το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα μπορεί τελικά να μην έρθει από κάποια μικρή και υπερχρεωμένη χώρα του Νότου, αλλά από την ίδια τη Γερμανία. Και συγκεκριμένα από το AfD, ένα εθνικιστικό ακροδεξιό κόμμα που θέλει τη Γερμανία εκτός ευρώ και, υπό προϋποθέσεις, εκτός της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και το ενδεχόμενο να αποκτήσει κάποτε την πολιτική δύναμη να επιχειρήσει κάτι τέτοιο δεν μοιάζει πλέον καθόλου με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Στις δημοσκοπήσεις αγγίζει το 30% σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Στις 6 Σεπτεμβρίου, στη Σαξονία-Άνχαλτ, το AfD πήρε σχεδόν 44%.  Χθες, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ήρθε ξανά πρώτο με 38,2%, από 16,7% πριν από πέντε χρόνια. Σε δύο κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας, μέσα σε δύο εβδομάδες, ένα κόμμα που αμφισβητεί ανοιχτά το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν εμφανίστηκε απλώς ενισχυμένο. Υπερδιπλασίασε τη δύναμή του.

Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο στην ειρωνεία της ιστορίας. Βρίσκεται σε μια αδυναμία που υπήρχε εξαρχής μέσα στο ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Η οικονομία μιας ένωσης ανεξάρτητων κρατών δεν καθορίζεται απλώς από τις αποφάσεις των κοινών ευρωπαϊκών θεσμών. Εξαρτάται διαρκώς από τις πολιτικές επιλογές που κάνουν οι πολίτες σε καθεμία από τις χώρες που την αποτελούν.

Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ομοσπονδιακό κράτος.

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος ευρωπαϊκός «δήμος» με κοινή ταυτότητα αντίστοιχη εκείνης ενός εθνικού κράτους. Ο Έλληνας δεν αισθάνεται τον Βέλγο συμπατριώτη του και ο Σουηδός δεν μεγαλώνει θεωρώντας τον Βούλγαρο αδελφό. Μπορούμε να αισθανόμαστε Ευρωπαίοι, να μοιραζόμαστε θεσμούς, νόμισμα ή και συμφέροντα. Αυτό όμως απέχει πολύ από το να αποτελούμε έναν λαό.

Και αυτή η διαφορά γίνεται κρίσιμη όταν έρχεται η ώρα του λογαριασμού.

Είναι σχετικά εύκολο να μιλάς για ευρωπαϊκή αλληλεγγύη όταν οι οικονομίες αναπτύσσονται. Πολύ δυσκολότερο όταν ζητάς από έναν λαό να δεχτεί πραγματικό οικονομικό κόστος για να προστατεύσει έναν άλλον. Τότε επανεμφανίζεται αυτό που δεν εξαφανίστηκε ποτέ: το εθνικό συμφέρον.

Οι χώρες που συγκρότησαν την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι διοικητικές περιφέρειες ενός νεοσύστατου κράτους. Είναι παλιά έθνη, με αιώνες ιστορίας, πολέμων, ανταγωνισμών και ισχυρών εθνικών ταυτοτήτων. Και όταν οι πολίτες αισθανθούν ότι πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην ευημερία της χώρας τους και στη σταθερότητα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα επιλέξουν το δεύτερο.

Το είδαμε άλλωστε στην ελληνική κρίση. Οι Γερμανοί ψηφοφόροι δεν ρωτούσαν πρωτίστως τι χρειάζεται ο Έλληνας συνταξιούχος. Ρωτούσαν γιατί πρέπει να πληρώσουν εκείνοι για την Ελλάδα. Και οι Έλληνες δεν αναρωτιούνταν πώς θα προστατευτεί ο Γερμανός φορολογούμενος. Αναρωτιούνταν γιατί το Βερολίνο αποφασίζει για τις δικές τους συντάξεις.

Δεν ήταν κάποια μυστηριώδης αποτυχία της ευρωπαϊκής ιδέας. Ήταν η επιστροφή της εθνικής πολιτικής μέσα σε μια ένωση που προσπάθησε να δημιουργήσει κοινή οικονομική μοίρα χωρίς να δημιουργήσει προηγουμένως κοινή πολιτική ταυτότητα.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευπάθεια του ευρώ.

Έχουμε ένα νόμισμα που ενώνει οικονομίες διαφορετικών κρατών, αλλά οι κυβερνήσεις που καθορίζουν την πορεία αυτών των κρατών εξακολουθούν να εκλέγονται από εθνικά εκλογικά σώματα. Ο Γερμανός ψηφίζει με βάση αυτό που θεωρεί συμφέρον της Γερμανίας. Ο Ιταλός της Ιταλίας. Ο Έλληνας της Ελλάδας.

Και σήμερα αυτή η αντίφαση συναντά ίσως το δυσμενέστερο πολιτικό περιβάλλον των τελευταίων δεκαετιών.

'Οπως έγραφα λίγες ημέρες πριν, η Ευρώπη δεν ξύπνησε ένα πρωί γεμάτη φασίστες. Ξύπνησε όμως ύστερα από δεκαπέντε χρόνια οικονομικών κρίσεων, πανδημίας, μεταναστευτικών πιέσεων, πολέμων, ενεργειακής κρίσης, πληθωρισμού, στεγαστικής ασφυξίας και μια ολοένα βαθύτερης δυσπιστίας απέναντι στους ανθρώπους που την διοικούν και στους θεσμούς. Και κάπου εκεί ακροδεξιά έμαθε να ακούει ή τουλάχιστον έμαθε να προσποιείται πολύ αποτελεσματικά ότι ακούει.

Και ο εθνικισμός έχει μία εξαιρετικά απλή απάντηση σε εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα:

«Γιατί να πληρώνουμε εμείς για τους άλλους;»

Και ακόμη αποτελεσματικότερα:

«Δεν είσαι εσύ το πρόβλημα. Αυτοί είναι.»

Αν αυτή η λογική γίνει κάποτε πλειοψηφική πολιτική θέση στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο γερμανικό.

Γιατί ένα Grexit θα ήταν πρωτίστως μια καταστροφή για την Ελλάδα. Μια γερμανική έξοδος από το ευρώ θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό: ένα σοκ στην ίδια την αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης.

Η άνοδος του AfD προκαλεί ήδη ανησυχία ακόμη και στην Bundesbank, με τον πρόεδρό της, Γιόαχιμ Νάγκελ να προειδοποιεί ότι η ενίσχυση της ακροδεξιάς μπορεί να βλάψει πολιτικά την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Επίσης, μια πραγματική έξοδος από το ευρώ θα πρόσθετε έναν ακόμη, πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο: ένα νέο μάρκο θα μπορούσε να ανατιμηθεί σημαντικά, κάνοντας ακριβότερα τα γερμανικά προϊόντα στο εξωτερικό και πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα μιας οικονομίας που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές.

Και οι συνέπειες δεν θα σταματούσαν στη Γερμανία. Η επιστροφή του μάρκου θα μπορούσε να προκαλέσει μαζικές μετακινήσεις κεφαλαίων πριν ακόμη πραγματοποιηθεί. Το ευρώ χωρίς τη μεγαλύτερη οικονομία του θα δεχόταν ισχυρές πιέσεις και οι αγορές θα άρχιζαν να κάνουν την πιο επικίνδυνη ερώτηση που μπορεί να γίνει για ένα κοινό νόμισμα:

Ποιος φεύγει μετά;

Και τότε χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, θα μπορούσαν να βρεθούν ξανά αντιμέτωπες με αύξηση του κόστους δανεισμού, πιέσεις στα ομόλογα και μια νέα κρίση εμπιστοσύνης — χωρίς αυτή τη φορά να έχουν κάνει απολύτως τίποτα για να την προκαλέσουν.

Εδώ βρίσκεται και η υπέροχη ιστορική ειρωνεία.

Το 2015 η Ελλάδα παρουσιαζόταν περίπου ως ο προβληματικός συγγενής που απειλούσε να τινάξει στον αέρα το ευρωπαϊκό σπίτι. Η Γερμανία ήταν ο αυστηρός ενήλικας που μας εξηγούσε τους κανόνες.

Καταθέσεις. ΑΤΜ. Δραχμή. Grexit. Καταστροφή.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μας έβγαζε από το ευρώ. Ο Τσίπρας θα κατέστρεφε την ευρωπαϊκή μας πορεία. Οι «δραχμιστές» παραμόνευαν.

Και τελικά μπορεί να μη μας βγάλουν από το ευρώ οι «αριστεροί τυχοδιώκτες» και ο Τσίπρας.

Μπορεί να ξυπνήσουμε μια μέρα και να ανακαλύψουμε ότι από το ευρώ αποφάσισαν να φύγουν εκείνοι που κάποτε μας κουνούσαν το δάχτυλο για να μείνουμε.

Λήδα Καφετζή

Γιατί το happy end δεν είναι πάντα το σωστό τέλος μιας ιστορίας. Η περίπτωση του Απέραντου Γαλάζιου.



Υπήρχε κάποτε μια εποχή που ο κινηματογράφος είχε μια σχεδόν ιερή υποχρέωση απέναντι στον θεατή: να τον στείλει σπίτι του ήσυχο.

Το αγόρι θα έβρισκε το κορίτσι. Ο δολοφόνος θα συλλαμβανόταν. Ο καλός θα δικαιωνόταν. Ο σκύλος —εκτός αν ο σεναριογράφος ήταν πραγματικά σαδιστής— θα επιβίωνε. Και κάπου στα τελευταία τρία λεπτά, η μουσική θα γινόταν αρκετά δραματική ώστε να καταλάβουμε ότι όλα μπήκαν επιτέλους στη θέση τους.

Το happy end δεν ήταν απλώς ένας εύκολος τρόπος να τελειώσεις μια ιστορία. Πρόσφερε κάθαρση. Μετά από δύο ώρες αγωνίας, φόβου, εμποδίων και δακρύων, ερχόταν η ανταμοιβή. Κυρίως όμως πρόσφερε κάτι που η πραγματική ζωή έχει την ενοχλητική συνήθεια να αρνείται: την αίσθηση ότι ο κόσμος έχει κάποιο νόημα και ότι, όσο στραβά κι αν πήγαν τα πράγματα, στο τέλος υπάρχει μια τάξη που μπορεί να αποκατασταθεί.

Και φυσικά επιβεβαίωνε τις αξίες της εποχής του.

Στο κλασικό Χόλυγουντ, για παράδειγμα, η ευτυχία είχε συχνά πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές. Έρωτας, γάμος, οικογένεια, κοινωνική αποκατάσταση, επαγγελματική επιτυχία. Στον κλασικό ελληνικό κινηματογράφο τα πράγματα ήταν ακόμη πιο απλά: αν υπήρχαν δύο ελεύθεροι πρωταγωνιστές στην αρχή της ταινίας, υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες μέχρι να πέσει το «ΤΕΛΟΣ» να έχει βρεθεί παπάς, κουμπάρος και νυφικό. Ο γάμος δεν ήταν απλώς ένα πιθανό ευτυχές τέλος. Ήταν σχεδόν σημείο στίξης.

Το happy end λειτουργούσε ως παρηγοριά, ως εκπλήρωση επιθυμίας, ως απόδραση. Και δεν είναι καθόλου αμελητέο αυτό. Σε περιόδους πολέμου, οικονομικής κρίσης ή κοινωνικής ανασφάλειας, ένας κόσμος στον οποίο στο τέλος όλα διορθώνονται μπορεί να είναι εξαιρετικά ανακουφιστικός.

Μόνο που κάποια στιγμή ο θεατής άρχισε να γίνεται δύστροπος. Δεν του αρκούσε πια να του πουν ότι όλα πήγαν καλά.

Χαρακτηριστικό είναι το περίφημο παράδειγμα του Απέραντου Γαλάζιου του Λικ Μπεσόν. Στην ευρωπαϊκή εκδοχή, ο Ζακ Μαγιόλ επιλέγει τελικά τον βυθό, ακολουθώντας το δελφίνι μέσα στο σκοτάδι. Ένα τέλος παράξενο, ποιητικό, μελαγχολικό και απολύτως συνεπές με έναν άνθρωπο που σε ολόκληρη την ταινία μοιάζει να ανήκει περισσότερο στη θάλασσα παρά στην ξηρά.

Και ακριβώς γι' αυτό το τέλος παραμένει ανοιχτό σε μια πολύ πιο σκοτεινή ανάγνωση. Ο Ζακ δεν «πηγαίνει απλώς με τα δελφίνια». Μπορεί να απορρίπτει οριστικά τον πραγματικό κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο ποτέ δεν κατάφερε πραγματικά να ανήκει. Μπορεί η κατάδυσή του να είναι μια έμμεση αυτοκτονία ή αντίθετα, η μοναδική δυνατή επιστροφή στο μέρος που ο ίδιος αισθάνεται ως σπίτι του. Η ταινία δεν μας δίνει απάντηση.

Για την αμερικανική κυκλοφορία, όμως, δημιουργήθηκε διαφορετικό τέλος, στο οποίο ο Ζακ επιστρέφει στην επιφάνεια. Και μαζί του επιστρέφει στην επιφάνεια και ο θεατής, προτού προλάβει να αναρωτηθεί για όλα τα δυσάρεστα πράγματα που άφηνε ανοιχτά το αρχικό τέλος. Η αμφισημία εξαφανίζεται. Δεν χρειάζεται πια να αποφασίσουμε αν είδαμε λύτρωση, φυγή ή αυτοκαταστροφή. Ο ήρωας σώθηκε. Μπορούμε να ανάψουμε τα φώτα.

Και κάπως έτσι φαίνεται σχεδόν εργαστηριακά τι σημαίνει happy end όταν επιβάλλεται απ' έξω. Δεν είναι πλέον η κατάληξη της ιστορίας. Είναι ένα σωσίβιο που της πετάει η βιομηχανία την τελευταία στιγμή.

Μόνο που ο σημερινός θεατής δεν θέλει πάντα να σωθεί ο Ζακ. 

Και, κυρίως, δεν θέλει να σωθεί επειδή κάποιος σε ένα γραφείο αποφάσισε ότι θα στενοχωρηθεί αν δεν σωθεί.

Από την κάθαρση στην καχυποψία

Κάποτε το happy end ήταν σχεδόν υπόσχεση. Σήμερα, όταν είναι υπερβολικά τακτοποιημένο, μπορεί να μοιάζει περισσότερο με υπεκφυγή. Όχι επειδή πάψαμε να θέλουμε ευτυχισμένες καταλήξεις, αλλά επειδή αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε τις ιστορίες που λύνουν μέσα σε πέντε λεπτά όσα οι ίδιες πέρασαν δύο ώρες παρουσιάζοντας ως άλυτα.

Έχουμε δει πάρα πολλές ιστορίες. Ξέρουμε το κόλπο.

Η οικογένεια που πέρασε ολόκληρη την ταινία διαλυμένη ανακαλύπτει ξαφνικά, γύρω από ένα τραπέζι, ότι κατά βάθος αγαπιούνται. Ο αντικοινωνικός ήρωας που δεν έχει αλλάξει ούτε χιλιοστό επί δύο ώρες κάνει μια συγκινητική ομιλία και θεραπεύεται. Μια κοινωνική σύγκρουση που παρουσιάστηκε ως βαθιά και δομική λύνεται επειδή ένας άνθρωπος έκανε το σωστό. Και ο χαρακτήρας που κυνηγούσε επί ενενήντα λεπτά την επιτυχία συνειδητοποιεί στα τελευταία πέντε ότι αυτό που είχε πραγματικά σημασία ήταν οι άνθρωποι γύρω του. 

Ο κινηματογραφικά έμπειρος θεατής αναγνωρίζει πλέον τον μηχανισμό. Και τη στιγμή που βλέπεις τα γρανάζια πίσω από το μαγικό κόλπο, η συγκίνηση κινδυνεύει να γίνει χειραγώγηση.

Γι' αυτό και οι πιο σημαντικές σύγχρονες ιστορίες αρνούνται να παίξουν αυτό το παιχνίδι. Στα Παράσιτα (Parasite) του Μπονγκ Τζουν-χο, το υποτιθέμενο happy end μάς παρουσιάζεται μόνο ως μια μακρινή, σχεδόν ανέφικτη φαντασίωση του πρωταγωνιστή, προτού η κάμερα μας επιστρέψει στην ωμή πραγματικότητα ενός παγωμένου ημιυπογείου. Η ταινία σε αφήνει με μια γροθιά στο στομάχι, ακριβώς επειδή αρνείται να εξαργυρώσει την αγωνία σου με μια εύκολη λύτρωση.

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο. Έχει αλλάξει η σχέση μας με την ίδια την πραγματικότητα. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι κακοί δεν συλλαμβάνονται πάντοτε στο τέλος. Οι καλοί δεν ανταμείβονται επειδή υπήρξαν καλοί. Οι μεγάλοι έρωτες μπορεί να τελειώσουν για ηλίθιους λόγους. Οι άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να έχουν προλάβει να συμφιλιωθούν. Κάποιες ερωτήσεις δεν απαντώνται ποτέ.

Η ζωή, δυστυχώς, δεν έχει σεναριογράφο να μαζεύει τις εκκρεμότητες στο τελευταίο δεκάλεπτο.

Γι' αυτό και ένα ανοιχτό, αμφίσημο ή ακόμη και τραγικό τέλος μπορεί σήμερα να μας φαίνεται περισσότερο αληθινό από ένα ευτυχισμένο.

Όχι επειδή γίναμε όλοι καταθλιπτικοί.

Αλλά επειδή γίναμε πιο καχύποπτοι απέναντι στην παρηγοριά.

Δεν θέλω να τελειώσει καλά. Θέλω να τελειώσει σωστά.

Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή.

Το «ικανοποιητικό τέλος» δεν είναι πλέον συνώνυμο του «ευτυχισμένου τέλους».

Μπορούμε να βγούμε από μια αίθουσα συντετριμμένοι και να πούμε: «Τι καταπληκτικό τέλος».

Παράλογο; 

Καθόλου.

Δεν χαιρόμαστε επειδή πέθανε ο ήρωας, επειδή διαλύθηκε το ζευγάρι ή επειδή το τέρας κέρδισε. Χαιρόμαστε επειδή η ταινία δεν πρόδωσε τον εαυτό της για να μας χαϊδέψει το κεφάλι.

Ένα κακό τέλος μπορεί να είναι βαθιά ικανοποιητικό όταν είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα όσων έχουμε παρακολουθήσει. Και ένα happy end μπορεί να είναι εξοργιστικό όταν μοιάζει κολλημένο πάνω στην ιστορία σαν χαμογελαστό αυτοκόλλητο σε πιστοποιητικό θανάτου. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ανοιχτά τέλη.

Ο παλιός κινηματογράφος συχνά μας έλεγε τι συνέβη. Ο σύγχρονος κινηματογράφος είναι πολύ περισσότερο διατεθειμένος να μας ρωτήσει τι πιστεύουμε ότι συνέβη. Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο: η ταινία τελειώνει στην οθόνη αλλά συνεχίζεται μέσα στο κεφάλι μας. Συζητάμε. Διαφωνούμε. Ψάχνουμε λεπτομέρειες. Ξαναβλέπουμε μια σκηνή. Δέκα χρόνια αργότερα εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς σήμαινε εκείνο το τελευταίο βλέμμα.

Το happy end κλείνει συχνά την πόρτα.

Το αμφίσημο τέλος την αφήνει μισάνοιχτη.

Και ζήσαν αυτοί καλά;

Ίσως λοιπόν το happy end να μην πέθανε. Και μάλλον δεν χρειάζεται να πεθάνει. Όταν προκύπτει οργανικά από μια ιστορία, εξακολουθεί να μπορεί να είναι υπέροχο. Η αισιοδοξία δεν είναι ούτε αφέλεια ούτε καλλιτεχνικό ελάττωμα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ευτυχία γίνεται υποχρεωτική. Γιατί τότε το happy end παύει να είναι τέλος και γίνεται υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών.

«Λυπούμαστε για την ταλαιπωρία που σας προκάλεσαν οι προηγούμενες δύο ώρες. Σας επιστρέφουμε τον ήρωα ζωντανό και σας προσφέρουμε δωρεάν έναν γάμο.»

Ίσως τελικά ο σύγχρονος θεατής να μην έγινε πιο κυνικός. Ίσως απλώς μεγάλωσε.

Και όπως κάποια στιγμή σταματάμε να απαιτούμε από τα παραμύθια να μας διαβεβαιώνουν ότι οι καλοί θα ζήσουν καλά κι εμείς καλύτερα, έτσι σταματήσαμε να απαιτούμε από τον κινηματογράφο να μας προστατεύει από το δυσάρεστο.

Δεν ζητάμε πλέον απαραίτητα να βγει ο Ζακ από τη θάλασσα. Αν όλη η ιστορία μάς έχει δείξει ότι εκεί ανήκει, ίσως προτιμούμε να τον αφήσουμε να ακολουθήσει το δελφίνι.

Γιατί κάπου στην πορεία αλλάξαμε κι εμείς ως θεατές.

Και από το «θέλω η ιστορία να τελειώσει καλά» περάσαμε στο πολύ πιο απαιτητικό:

«Θέλω η ιστορία να τελειώσει σωστά».

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Ποιος ταΐζει το τέρας που λέγεται Κασιδιάρης;

 

Ο Ηλίας Κασιδιάρης βγήκε από τη φυλακή και ανακοίνωσε ότι επιστρέφει στην «πρώτη γραμμή».

Σοκ.

Περίπου όσο σοκαριστικό θα ήταν να αποφυλακιστεί ο Πάμπλο Εσκομπάρ- αν ζούσε- και να ανακοινώσει ότι σκέφτεται να ξανασχοληθεί με το εμπόριο κοκαΐνης.

Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι ο Κασιδιάρης νομίζει πως επιστρέφει στην πολιτική. Πολιτικός άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ. Τραμπούκος με βουλευτική ταυτότητα ήταν. Το ότι εξελέγη στη Βουλή δεν τον έκανε πολιτικό, όπως μια άσπρη μπλούζα δεν σε κάνει γιατρό.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το ελληνικό κράτος, για κάποιον περίεργο λόγο, αντιμετώπισε τελικά τη Χρυσή Αυγή ως εγκληματική και όχι ως τρομοκρατική οργάνωση.

Δεν είμαι νομικός. Αλλά όταν μια οργανωμένη ομάδα ασκεί συστηματική βία με σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο, επιλέγει ως στόχους μετανάστες και πολιτικούς αντιπάλους, επιχειρεί μέσω της βίας να τρομοκρατήσει κομμάτια του πληθυσμού και επιδιώκει την ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής τάξης πραγμάτων, δυσκολεύομαι να καταλάβω τι ακριβώς της λείπει για να τη χαρακτηρίσουμε τρομοκρατική.

Καμιά μολότοφ; Κανένα αμπέχονο; Το σωστό soundtrack;

Αλλά ας αφήσουμε τους νομικούς να προβληματιστούν επ' αυτού του ζητήματος.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο Κασιδιάρης.

Είναι ότι υπάρχει κόσμος που θέλει να τον ψηφίσει.

Τον Κασιδιάρη τον ξέρουμε. Δεν μας ήρθε σε κλειστό κουτί από το Temu και τώρα ψάχνουμε τις οδηγίες χρήσης.

Ξέρουμε τη Χρυσή Αυγή. Ξέρουμε τι έκανε η Χρυσή Αυγή στον Παύλο Φύσσα. Ξέρουμε για τις επιθέσεις, για τα τάγματα εφόδου. Ξέρουμε για τη δίκη και τις καταδίκες.

Η δικαιολογία «δεν ήξερα» έχει λήξει προ πολλού.

Κι όμως υπάρχει ακόμη πελατεία.

Και μας αρέσει να πιστεύουμε ότι αυτή η πελατεία εξαπατήθηκε.

Παρασύρθηκε.

Αγανάκτησε.

Δεν κατάλαβε.

Σαν τη μάνα που βρίσκει μισό κιλό χασίς στο δωμάτιο του κανακάρη της και αποφασίζει ότι τον παρέσυραν οι κακές παρέες.

Μήπως κάποια στιγμή πρέπει να δεχτούμε το πολύ πιο δυσάρεστο;

Ότι κάποιοι ξέρουν μια χαρά τι ψηφίζουν.

Κάποιοι θέλουν πράγματι τον «σκληρό». Τον άντρα, τον πολλά βαρύ, που «θα βάλει τάξη». Εκείνον που δεν αναλώνεται με δικαιώματα, θεσμούς και άλλες τέτοιες ενοχλητικές λεπτομέρειες της δημοκρατίας.

Χτυπάει το χέρι στο τραπέζι; Ηγέτης.

Φωνάζει; Αρχηγός.

Προσβάλλει; Αυθεντικός.

Απειλεί; «Έχει αρχίδια».

Κάποιοι αγαπούν πολύ την πυγμή.

Ιδίως όταν το χέρι της πυγμής πέφτει στο κεφάλι κάποιου άλλου.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα.

Έστω ότι βρίσκουμε τον τρόπο να μπλοκάρουμε ξανά τον Κασιδιάρη.

Οι ψηφοφόροι του πού πάνε;

Γιατί δεν εξαϋλώνονται. Δεν ξυπνούν την επόμενη ημέρα φιλελεύθεροι δημοκράτες επειδή το κόμμα που ήθελαν δεν έχει πια ψηφοδέλτιο.

Ψάχνουν για άλλη πολιτική στέγη.

Τι είναι, λοιπόν, το φαινόμενο Λατινοπούλου;

Ποιοι είναι οι ψηφοφόροι του Βελόπουλου;

Πόσοι είναι πρώην χρυσαυγίτες; Πόσοι είναι παραδοσιακοί δεξιοί που μετακινήθηκαν δεξιότερα; Πόσοι δεν αυτοπροσδιορίστηκαν ποτέ ως ακροδεξιοί, αλλά αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε ένα πολιτικό κοκτέιλ εθνικισμού, ξενοφοβίας, πατρίς-θρησκεία-οικογένεια και μιας γενναίας δόσης «να τελειώνουμε επιτέλους με την πολιτική ορθότητα»;

Και υπάρχει και το ακόμη πιο άβολο ερώτημα.

Πόσοι δεν χρειάζεται καν να φύγουν από τη Νέα Δημοκρατία;

Γιατί η Νέα Δημοκρατία δεν είναι Χρυσή Αυγή και κάθε δεξιός ψηφοφόρος δεν είναι φασίστας. Θα ήταν τόσο ανόητο όσο και βολικό να βαφτίζουμε φασίστα όποιον βρίσκεται δεξιότερα από εμάς.

Αλλά πόσοι από εκείνους που κάποτε έβρισκαν πολιτική έκφραση στη Χρυσή Αυγή μπορούν σήμερα να αναγνωρίσουν κομμάτια της δικής τους πολιτικής γλώσσας στη Νέα Δημοκρατία του τσεκουροφόρου Βορίδη, του υιού του χουντολάγνου  ρατσιστή Πλεύρη, του μονίμως κομμουνιστοφάγου Άδωνι Γεωργιάδη και του Μαρινάκη που ευχαρίστως θα σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια τον Τσίπρα αν ήμασταν στον εμφύλιο;

Εκεί τα σύνορα γίνονται πιο θολά. Κάπου ανάμεσα στη συντηρητική Δεξιά και σε μια ακροδεξιά ρητορική που έμαθε να φοράει κοστούμι, να χαμηλώνει τον τόνο της φωνής και να χωράει πολύ πιο άνετα σε ένα τηλεοπτικό πάνελ.

Γιατί μπορείς να αποκλείσεις τον Κασιδιάρη.

Μπορείς να αποκλείσεις ένα κόμμα.

Μπορείς να βάλεις στη φυλακή έναν άνθρωπο που καταδικάστηκε.

Αλλά δεν μπορείς να αποκλείσεις τον ψηφοφόρο.

Και γι' αυτό ακριβώς το πρόβλημα είναι πολύ δυσκολότερο.

Τα κόμματα διαλύονται, μετονομάζονται, επανιδρύονται, αλλάζουν λογότυπο, παρουσιάζουν νέα πρόσωπα και μαθαίνουν να λένε περίπου τα ίδια πράγματα με άλλο τρόπο.

Η ζήτηση όμως παραμένει.

Και όσο υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων που αναζητά τον επόμενο «σκληρό» που θα καθαρίσει τον τόπο από εκείνους που θεωρεί ανεπιθύμητους, το αν ο Κασιδιάρης προσωπικά θα βρίσκεται στο επόμενο ψηφοδέλτιο είναι σχεδόν δευτερεύον.

Γιατί το πρόβλημα με τα πολιτικά τέρατα είναι ότι κοιτάμε συνέχεια το τέρας.

Και σχεδόν ποτέ εκείνον που το ταΐζει.

Ο Κασιδιάρης μπορεί να επιστρέψει ή να μην επιστρέψει.

Αν δεν είναι αυτός, θα βρεθεί άλλος.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος βρίσκεται πάνω στο ψηφοδέλτιο.

Είναι ποιος βρίσκεται από την άλλη πλευρά του παραβάν.

Και τι ακριβώς ψάχνει να βρει εκεί μέσα.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Δουλειές υπάρχουν, κύριε Μαρινάκη. Ειδικά στη σεξεργασία!!!

 



Ο Παύλος Μαρινάκης θεωρεί ότι το επίδομα ανεργίας δεν πρέπει να διαρκεί περισσότερο από δύο μήνες. Διότι, όπως μας εξήγησε, «δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να βρει δουλειά και να μη βρίσκει».

Ωραία.

Δουλειές υπάρχουν.

Τι δουλειές όμως;

Γιατί κάπου έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε τον άνεργο περίπου σαν αδέσποτο που ταΐζει το κράτος. Του πετάει κάθε μήνα ένα ξεροκόμματο και εκείνος, αντί να φιλήσει το χέρι που τον ταΐζει, έχει και την απαίτηση να συνεχίσει να το παίρνει.

Μόνο που το επίδομα ανεργίας δεν είναι φιλανθρωπία.

Ο εργαζόμενος ασφαλίζεται και καταβάλλονται εισφορές ακριβώς για να υπάρχει προστασία όταν χάσει τη δουλειά του. Όπως δεν σε αποκαλούμε «επιδοματία» όταν η ασφαλιστική πληρώνει το τρακαρισμένο αυτοκίνητό σου, έτσι δεν σου κάνει χάρη κάποιος όταν ενεργοποιείται η προστασία για την οποία ασφαλιζόσουν όσο εργαζόσουν.

Και το επίδομα δεν προστατεύει μόνο τον άνεργο.

Προστατεύει και την πραγματική οικονομία.

Γιατί ο άνθρωπος που απολύθηκε πρέπει την επόμενη μέρα να συνεχίσει να αγοράζει ψωμί, γάλα, βενζίνη, φάρμακα. Να πληρώνει ρεύμα και νοίκι. Αν αύριο χάσουν τη δουλειά τους χίλιοι άνθρωποι μιας πόλης και μηδενιστεί απότομα το εισόδημά τους, το πρόβλημα θα πάψει πολύ γρήγορα να αφορά μόνο τους χίλιους.

Θα αφορά και τον μανάβη και τον περιπτερά και τον χασάπη.

Αυτό ακριβώς κάνει το επίδομα ανεργίας: λειτουργεί ως εξομαλυντής της κατανάλωσης. Δεν αφήνει μια απώλεια εργασίας να μετατραπεί ακαριαία σε μικρό οικονομικό κρατήρα γύρω από κάθε άνεργο.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.

Το επίδομα αγοράζει χρόνο.

Χρόνο για να μη χρειαστεί ένας λογιστής με δεκαπέντε χρόνια εμπειρίας να δεχτεί την πρώτη άσχετη δουλειά που θα βρεθεί μπροστά του επειδή σε δέκα μέρες λήγει το νοίκι.

Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στο περίφημο:

«Μα δουλειές υπάρχουν».

Βεβαίως.

Αύριο μπορεί ένα απολύτως νόμιμο μπουρδέλο να αναζητά εργαζόμενες.

Τι θα κάνει η ΔΥΠΑ;

Θα στείλει μήνυμα σε μια άνεργη γυναίκα;

«Βρέθηκε θέση σεξεργάτριας. Δεν τη θέλετε; Τότε προφανώς δεν θέλετε πραγματικά να εργαστείτε».

Ακραίο παράδειγμα;

Εννοείται.

Γι' αυτό ακριβώς είναι χρήσιμο.

Γιατί αποδεικνύει ότι ούτε εμείς οι ίδιοι πιστεύουμε πραγματικά πως οποιαδήποτε δουλειά είναι κατάλληλη για οποιονδήποτε άνθρωπο.

Υπάρχουν προσόντα. Εμπειρία. Ηλικία. Τόπος κατοικίας. Οικογενειακές υποχρεώσεις. Μισθός. Ωράριο. Σωματικές δυνατότητες. Και, ναι, υπάρχουν προσωπικά όρια και επιθυμίες.

Ο άνθρωπος δεν είναι βίδα να τον ξεβιδώσεις από μια θέση και να τον βιδώσεις στην πρώτη τρύπα που περίσσεψε.

Και αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα ανθρωπισμού. Είναι και ζήτημα παραγωγικότητας.

Τι εργαζόμενο φτιάχνεις όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται τουλάχιστον οκτώ ώρες την ημέρα εγκλωβισμένος σε μια δουλειά που απεχθάνεται, για την οποία δεν έχει ενδιαφέρον ή στην οποία δεν αξιοποιεί τίποτε από όσα ξέρει;

Έναν παραγωγικό εργαζόμενο;

Ή έναν άνθρωπο θυμωμένο, απογοητευμένο, εξαντλημένο, που κάνει τα απολύτως απαραίτητα και κοιτάζει το ρολόι μέχρι να φύγει;

Η σωστή αντιστοίχιση ανθρώπου και θέσης εργασίας δεν συμφέρει μόνο τον εργαζόμενο. Συμφέρει και την επιχείρηση που αποκτά κάποιον κατάλληλο για τη δουλειά και, τελικά, ολόκληρη την οικονομία.

Αλλά υπάρχει και κάτι που δεν χωράει τόσο εύκολα στα οικονομικά κιτάπια.

Τι κοινωνία φτιάχνεις από ανθρώπους μονίμως δυστυχισμένους;

Κοιτάξτε λίγο γύρω σας. Τον θυμό στους δρόμους, την επιθετικότητα στα social media, την τοξικότητα στις καθημερινές σχέσεις. Γυρνάς γύρω σου και βλέπεις ανθρώπους εξαντλημένους, απογοητευμένους, που σταματάνε να ονειρεύονται γύρω στις 20 του μήνα.

Και τώρα φανταστείτε αυτούς τους ανθρώπους να τους στριμώξουμε λίγο ακόμη.

Να τους πούμε ότι αν χάσουν τη δουλειά τους έχουν δύο μήνες να βρουν οτιδήποτε. Όχι κάτι που ταιριάζει στις γνώσεις και στις δυνατότητές τους. Όχι κάτι που θα τους επιτρέπει να ζουν αξιοπρεπώς.

Οτιδήποτε.

Ο δυστυχισμένος εργαζόμενος δεν αφήνει τη δυστυχία του στο συρτάρι του γραφείου όταν σχολάει. Την κουβαλάει στο σπίτι του, στις σχέσεις του, στα παιδιά του, στον τρόπο που συμπεριφέρεται στον διπλανό του.

Και ο άνθρωπος που χάνει εντελώς το έδαφος κάτω από τα πόδια του δεν εξαφανίζεται. Η φτώχεια και η περιθωριοποίηση έχουν κι αυτές τον δικό τους λογαριασμό: αστεγία, προβλήματα υγείας, κοινωνική απομόνωση και, κάποιες φορές, παραβατικότητα.

Και τότε το κράτος θα πληρώσει ξανά.

Ίσως και περισσότερο.

Το επίδομα ανεργίας δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ισόβια σύνταξη. Πρέπει να υπάρχουν κανόνες, έλεγχοι και ενεργητικές πολιτικές επιστροφής στην εργασία.

Αλλά ανάμεσα στο «στηρίζω κάποιον μέχρι να ξανασταθεί στα πόδια του» και στο «δύο μήνες πέρασαν, δουλειές υπάρχουν, κόψε τον λαιμό σου» υπάρχει μια ολόκληρη κοινωνική πολιτική.

Και κυρίως υπάρχει μια ολόκληρη αντίληψη για τον άνθρωπο.

Γιατί ο στόχος μιας σοβαρής πολιτικής στρατηγικής δεν μπορεί να είναι απλώς να σβήσει ένα όνομα από τη λίστα των ανέργων.

Είναι να βοηθήσει έναν άνθρωπο να επιστρέψει σε μια δουλειά στην οποία μπορεί να ζήσει, να σταθεί και να αποδώσει.

Αλλιώς δεν καταπολεμάς την ανεργία.

Απλώς ξεφορτώνεσαι τον άνεργο.