Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Μακάρι μανούλα να ζήσεις όσο το στεγαστικό μου.








Κάποτε ευχόμασταν να πεθάνουν οι 90χρονοι γονείς μας, να κληρονομήσουμε επιτέλους το σπίτι στα 60 μας και να το ανακαινίσουμε όπως γουστάρουμε ή να το πουλήσουμε και να το κάνουμε προκαταβολή για τη μονοκατοικία στο Ζούμπερι που πάντα ονειρευόμασταν.

Σήμερα, αν η μάνα μας βήξει δύο φορές, κλείνουμε κατευθείαν ραντεβού για μαγνητική πνευμόνων. Καλύτερα 50 ευρώ συμμετοχή από το να πρέπει να πληρώσουμε τη ΔΕΗ.

Η κρίση μάς βρήκε κάπου στα τριάντα πέντε. Και μας άφησε στα πενήντα με μισθό 850 ευρώ, άντε πες χίλια, στεγαστικό ή ενοίκιο, παιδιά, πιθανώς ένα διαζύγιο και μια διατροφή που καταπίνει τον μισό μισθό πριν προλάβουμε να τον μυρίσουμε. Η μαμά, από την άλλη, στα ογδόντα της, με κύρια και επικουρική, έχει καταλήξει ο βασικός χρηματοδότης του νοικοκυριού. Παλιά μας έλεγε να βρούμε καμιά δουλειά και να φύγουμε από το πατρικό. Τώρα, αν φύγουμε, ποιος θα αναλάβει το e-banking; Δεν τα βγάζει ούτε και η μάνα πέρα με την ψηφιακή διακυβέρνηση. Χρειάζεται γραμματέα και λογιστή, εκτός από καθαρίστρια, σοφέρ και κάποιον να κουβαλάει τα ψώνια.

Τώρα αν εσύ είσαι άνεργη πενηντάρα με πέντε χιλιάρικα ετήσιο εισόδημα από ενοίκια και επτά χιλιάρικα σε δόσεις δανείων, μη στενοχωριέσαι. Έρχεται η Εφορία, σου προσθέτει τις δόσεις και τον αέρα που αναπνέεις για τεκμήρια και ανακαλύπτεις ότι είσαι πλούσια. Εσύ ψάχνεις ψιλά στις τσέπες των περσινών μπουφάν, αλλά στα χαρτιά είσαι η Μαρία Αντουανέτα. Φάε παντεσπάνι, μωρή. Και πλήρωσε και τον φόρο σου.

Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο που τελευταία ακούμε όλο και πιο συχνά μακάβριες ιστορίες για ανθρώπους που αποκρύπτουν τον θάνατο των γονιών τους, είτε επειδή δεν έχουν να πληρώσουν την κηδεία είτε επειδή χρειάζονται τη σύνταξη. Ίσως και την περίθαλψη. Ανασφάλιστος στα 50 και στα 60 χωρίς ή με χαμηλό εισόδημα μόνο για ντεπόν σε παίρνει.

Προσωπικά, εξετάζω σοβαρά την πλαστική χειρουργική. Όχι για να δείχνω νεότερη. Τι να την κάνω τη νεότητα; Να βγω στα μπαρ να πληρώνω την μπύρα άνευ λες κι είναι ουισκάρα του 2004; Άντε καλέ! Εγώ θέλω να δείχνω τριάντα χρόνια μεγαλύτερη. Να γίνω ίδια η μάνα μου στη φωτογραφία της ταυτότητας. Ρυτίδες, προγούλι, σακούλες, όλο το πακέτο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρω πώς διάολο θα κοντύνω δεκαπέντε εκατοστά. Αλλιώς, φουλ μέσα στην μπίζνα θα ήμουν κι εγώ. Έχω και κήπο, μάλιστα, με κλειστή πίσω αυλή. Από υποδομές είμαι πλήρως εξοπλισμένη.

Μέχρι τότε, μανούλα μου, να προσέχεις. Να τρως, να κοιμάσαι, να παίρνεις τις βιταμίνες σου και μην ακούσω τίποτα χαζομάρες του τύπου «εγώ έζησα τη ζωή μου».

Κι εμείς τι θα ζήσουμε, χρυσή μου;

Με 850 ευρώ και κυμαινόμενο επιτόκιο;

Κάτσε στ' αυγά σου και πιες το ασβέστιό σου. Έχουμε ΕΝΦΙΑ τον Μάρτιο.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Και Α και Ου και ο φασίστας είναι αλλού










Η συντηρητική Δεξιά εξακολουθεί να κυνηγάει κομμουνιστές, την ώρα που η ακροδεξιά τής χτυπάει φιλικά την πλάτη.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης, σε μια έκρηξη νεανικού ενθουσιασμού, ανασύρει από τη ναφθαλίνη τα φοιτητικά συνθήματα της γαλάζιας παράταξης. Μαζί τους και την ακούραστη αντικομμουνιστική του υστερία, η οποία παραμένει αξιοθαύμαστα ακμαία, σε αντίθεση με αρκετά από τα δημόσια νοσοκομεία της χώρας.

Ο κομμουνισμός, βλέπετε, θεωρείται ακόμα η βασική απειλή του δυτικού πολιτισμού από τα αρτηριοσκληρωτικά μυαλά. Μπορεί να κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, να πέρασαν τρεισήμισι δεκαετίες, να άλλαξαν κυβερνήσεις, νομίσματα, τεχνολογίες και τρεις γενιές κινητών τηλεφώνων, αλλά ο κόκκινος κίνδυνος παραμένει. Αθάνατος. Σαν σταρ του σινεμά αποτυπωμένος για πάντα στο σελουλόιντ.

Αρκετά δυτικότερα από τη βλαχοβαλκάνια Αδωνική Ελλάδα, η γαλλική κυβέρνηση, αφού διαπίστωσε ότι η κοινωνική ειρήνη δεν χωράει στον κρατικό προϋπολογισμό, αποφάσισε να κατεβάσει τον στρατό στους δρόμους για να αποκαταστήσει την τάξη και την ασφάλεια των μεγάλων οίκων μόδας. Ο πρωθυπουργός της χώρας δεν παρέλειψε να κατηγορήσει την ακροαριστερά για τα φαινόμενα βίας στους δρόμους της Γαλλίας. Γιατί, είπαμε, η Αριστερά ευθύνεται για όλα τα δεινά που υφίστανται οι έχοντες. Και οι πλεμπαίοι, που για κάποιον λόγο αντιμετωπίζονται ως πολίτες 28ης διαλογής.

Όταν, λοιπόν, οι συντηρητικές κυβερνήσεις δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κοινωνική γαλήνη, στέλνουν τα τανκς, τα οποία, σύμφωνα με τα blue-black αφηγήματα, δεν αφήνουν νεκρούς στο διάβα τους, παρά μόνο στραπατσαρισμένες καγκελόπορτες πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Στο μεταξύ, στη Γερμανία, το AfD ανεβαίνει και η ακροδεξιά αποκτά ολοένα πιο άνετη θέση στο πολιτικό σαλόνι, με τις ευλογίες πολλών επιχειρηματιών και πολιτικών προϊσταμένων. Επικεφαλής του AfD είναι η Άλις Βάιντελ, η οποία ζει με τη σύντροφό της και μεγαλώνουν μαζί δύο παιδιά, ενώ το κόμμα της εξακολουθεί να εξυμνεί την παραδοσιακή οικογένεια και να πολεμά τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών. Ο Ίλον Μασκ, για κάποιον λόγο, τη γουστάρει κάργα την τύπισσα αυτή, κι ας σιχαίνεται τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Προφανώς δεν έχει να κάνει με ιδεολογία η ταύτισή του με το νεοναζιστικό κόμμα, αλλά με συμφέροντα. Θα έχει διαβάσει ίσως για το πώς δημιουργήθηκαν οι κολοσσοί Bosch, Volkswagen και Hugo Boss με την άνοδο του Χίτλερ στη γερμανική καγκελαρία.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Ντόναλντ Τραμπ σιγοντάρει τον Μασκ και παρέα έχουν αναλάβει να αποδείξουν ότι η πολιτική και η τεχνολογία μπορούν να συναντηθούν σε ένα κοινό όραμα: περισσότερη εξουσία για τους ισχυρούς και λιγότερη ενόχληση από τους υπόλοιπους.

Δεν γνωρίζω τι κάνουν τα βράδια. Πιθανολογώ ότι φοράνε λευκές κουκούλες και αυτοϊκανοποιούνται μπροστά από γιγαντοοθόνες που προβάλλουν τα πεπραγμένα της Κου Κλουξ Κλαν.

Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στους Ευρωπαίους συντηρητικούς, που εξακολουθούν να βλέπουν πίσω από κάθε διαδήλωση έναν επίδοξο Λένιν.

Ίσως επειδή ο Λένιν είναι νεκρός και συνεπώς αρκετά ασφαλής ως εχθρός. Ενώ οι πολιτικοί τους γείτονες, λίγο δεξιότερα, είναι ολοζώντανοι, διαθέτουν ψηφοφόρους και ενίοτε προσφέρονται για συνεργασίες.

Άλλωστε, γιατί να φοβηθείς κάποιον που μισεί περίπου τους ίδιους ανθρώπους με σένα;

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η συντηρητική Δεξιά δεν βλέπει τον φασισμό να πλησιάζει. Είναι ότι ένα μέρος της εξακολουθεί να πιστεύει πως, όταν φτάσει, θα χτυπήσει πρώτα την πόρτα των κομμουνιστών. Και ότι μετά θα φύγει ευγενικά, χωρίς να ζητήσει τα κλειδιά.

Μάλλον είναι ανιστόρητοι οι άνθρωποι. Ή απλώς δεν θυμούνται ποιος άνοιξε την πόρτα στον Χίτλερ στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Ο ένοχος έχει μια γκαρσονιέρα. Ή πώς η ευθύνη της στεγαστικής πολιτικής κατέληξε στον κύριο Γιώργο από τα Πατήσια.

 







Ο εχθρός της διπλανής πόρτας

Κατεβαίνουμε στους δρόμους — οι Ευρωπαίοι εννοώ, διότι εμείς οι Έλληνες καταπίνουμε αμάσητο ό,τι μας σερβίρουν, αρκεί να συνοδεύεται από την κατάλληλη ποσότητα σανού — απαιτώντας πλαφόν στα ενοίκια. Οριζόντιο, καθολικό και αδιάκριτο. Τόσο για τον επενδυτικό κολοσσό με τα εκατοντάδες ακίνητα όσο και για τη συνταξιούχο που νοικιάζει το πατρικό της προκειμένου να συμπληρώσει τα εξακόσια ευρώ της σύνταξής της. Μικρή σημασία έχει ποιος θα πληγεί, αρκεί να βρεθεί κάποιος να πληρώσει το μάρμαρο, σπασμένο ή μη. Αρκεί να λυθεί το δικό μας, το απολύτως ανθρώπινο, ξαναλέω, αλλά απολύτως υποκειμενικό πρόβλημα.

Περιέργως, δεν επιδεικνύουμε την ίδια επαναστατική ζέση απαιτώντας πλαφόν στα υπόλοιπα αγαθά που κατοικοεδρεύουν στη βάση της περίφημης πυραμίδας του Μάσλοου. Στη φέτα, στο γάλα, στο ψωμί, στα φρούτα. Ούτε στη βενζίνη, στο πετρέλαιο θέρμανσης, στο ηλεκτρικό ρεύμα ή στο φυσικό αέριο που στην τελική οι τιμές αυτών των αγαθών είναι που καθορίζουν και ολόκληρη την οικονομία και ελέγχονται από ένα καρτέλ μερικών δισεκατομμυριούχων παγκοσμίως.

Γιατί άραγε; Η στέγαση είναι κοινωνικό αγαθό, αλλά η σίτιση πολυτέλεια; Το ενοίκιο πρέπει να προσαρμοστεί στον μισθό μας, αλλά το γάλα μπορεί να συνεχίσει την ανεξέλεγκτη αναρρίχησή του στα χρηματιστηριακά ύψη της φιλελεύθερης παράνοιας;

Και, το κυριότερο, γιατί επιλέγουμε να απαιτήσουμε θυσίες από μια κατηγορία στην οποία συνυπάρχουν μικρομεσαίοι πολίτες και μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, αντί να διεκδικούμε με την ίδια επιμονή παρεμβάσεις σε αγορές που κυριαρχούνται από ισχυρούς ομίλους;

Δεν ισχυρίζομαι ότι κάθε πλαφόν αποτελεί αυτομάτως αποτελεσματική οικονομική πολιτική. Ισχυρίζομαι ότι η επιλεκτικότητα της αγανάκτησής μας είναι αποκαλυπτική.

Μάθαμε για κάποιο περίεργο λόγο ή όχι και τόσο, γιατί είναι πανάρχαιο το ρητό διαίρει και βασίλευε, να αναζητούμε τον υπαίτιο της δυσπραγίας μας στην απέναντι πολυκατοικία. Ο ενοικιαστής εναντίον του ιδιοκτήτη, ο εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα εναντίον του δημοσίου, ο συνταξιούχος εναντίον του νέου, ο μικροεπαγγελματίας εναντίον του μισθωτού. Μια κοινωνία σε διαρκή εμφύλιο μικροσυμφερόντων, όπου ο καθένας διεκδικεί λίγη ανακούφιση από την τσέπη του διπλανού του.

Στο μεταξύ, η πραγματική οικονομική εξουσία παρακολουθεί αυτή την ιδιότυπη κοκορομαχία από την άνεση των θεωρείων της τσιμπολογώντας μπελούγκα συνοδεία Dom Pérignon.

Κι εμείς, αντί να απαιτούμε αξιοπρεπείς μισθούς, αποτελεσματικούς ελέγχους στην αγορά, περιορισμό της αισχροκέρδειας και μια στοιχειωδώς σοβαρή κοινωνική πολιτική, τσακωνόμαστε για το ποιος από τους δύο θα μείνει με λιγότερα στο τέλος του μήνα.

Κάπως έτσι καταλήξαμε να διεκδικούμε κοινωνική δικαιοσύνη όχι από εκείνους που ασκούν οικονομική πολιτική, αλλά από εκείνους που υφίστανται τις συνέπειές της. Και να αποκαλούμε αυτή την ιδεολογική σύγχυση κοινωνικό αγώνα.



Ολίγον από σοσιαλισμό, παρακαλώ. Αλλά χωρίς φόρους.

Και σαν να μην έφτανε αυτή η ιδεολογική ακροβασία, υπάρχει και μια δεύτερη, ακόμη πιο χαριτωμένη. Δεν γίνεται να ψηφίζουμε φιλελεύθερες κυβερνήσεις, να αποθεώνουμε την αγορά ως υπέρτατο ρυθμιστή της οικονομίας και, μόλις φτάσει ο λογαριασμός, να αναζητούμε εναγωνίως τον πλησιέστερο μικροαστό για να του επιβάλουμε τον σοσιαλισμό. Και μάλιστα έναν σοσιαλισμό ιδιωτικής χρηματοδότησης.

Οι ίδιοι άνθρωποι που απαιτούν κρατική παρέμβαση στα ενοίκια ζητούν ταυτόχρονα μείωση της φορολογίας. Θέλουν ένα κράτος αρκετά ισχυρό ώστε να ρυθμίζει την αγορά, να επιδοτεί τη στέγαση και να εγγυάται την κοινωνική προστασία, αλλά αρκετά διακριτικό ώστε να μην τους στέλνει τον λογαριασμό.

Ολίγον από σοσιαλισμό στις δαπάνες, ολίγον από φιλελευθερισμό στα έσοδα. Ένα οικονομικό σύστημα à la carte, με κοινωνικό κράτος σκανδιναβικών προδιαγραφών και φορολογικές υποχρεώσεις φορολογικού παραδείσου.

Δεν είναι, ασφαλώς, αντιφατικό να διεκδικεί κανείς δικαιότερη φορολογία και ισχυρό κοινωνικό κράτος. Αντιφατικό είναι να απαιτεί διαρκώς περισσότερες δημόσιες παροχές χωρίς να ενδιαφέρεται για το πώς χρηματοδοτούνται, ποιος επιβαρύνεται και ποιο οικονομικό μοντέλο τελικά υπερασπίζεται.

Και εδώ ακριβώς θα περίμενε κανείς από την Αριστερά να αναλάβει τον ιστορικό της ρόλο.

Να εξηγήσει στον εξουθενωμένο από την ακρίβεια πολίτη τι σημαίνει ελεύθερη οικονομία, τι σημαίνει σοσιαλιστική οργάνωση, ποια είναι η λειτουργία της φορολογίας, πώς αναδιανέμεται ο πλούτος και γιατί η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να χρηματοδοτείται από το δυάρι του γείτονα.

Να του προσφέρει, δηλαδή, πολιτική παιδεία αντί για συνθήματα εκτόνωσης.

Αντ' αυτού, συχνά προτιμά να σιγοντάρει κάθε έκρηξη δυσαρέσκειας, ανεξαρτήτως του αν τα αιτήματα συγκροτούν μια συνεκτική οικονομική πρόταση. Αρκεί η αγανάκτηση να μετατραπεί σε αντικυβερνητικό ρεύμα. Η ανατροπή μιας κυβέρνησης γίνεται αυτοσκοπός και η επίλυση του προβλήματος μπορεί να περιμένει μέχρι την επόμενη προεκλογική περίοδο.

Μόνο που η υπόθαλψη της οργής, χωρίς κατεύθυνση, γνώση και εφαρμόσιμες προτάσεις, δεν είναι κοινωνική χειραφέτηση. Είναι εκλογική επένδυση πάνω στην απόγνωση. Και συχνά οδηγεί σε εφιαλτικά πολιτικά σενάρια.

Ο ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να πείσει τον φτωχό ότι για τη φτώχεια του ευθύνεται ο ελάχιστα λιγότερο φτωχός. Είναι να του εξηγήσει γιατί είναι και οι δύο φτωχοί.



Και ποιος θα πληρώσει τελικά το μάρμαρο;

Ασφαλώς η στέγη αποτελεί θεμελιώδη κοινωνική ανάγκη. Αυτό, όμως, καθιστά υπεύθυνο πρωτίστως το κράτος, όχι τον συνταξιούχο που συμπληρώνει τη σύνταξή του με ένα νοίκι.

Χρειάζονται ουσιαστικές επιδοτήσεις ενοικίου, δημόσια στεγαστική πολιτική και αξιοπρεπείς φοιτητικές εστίες, καθαρές, σύγχρονες, με υποδομές και κόστος διαμονής έως 200 ευρώ. Όχι ετοιμόρροπα καταλύματα όπου η μούχλα έχει αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από τους φοιτητές.

Και, κυρίως, χρειάζονται μισθοί με τους οποίους να μπορεί κανείς να ζήσει. Διότι με 800 και 1.000 ευρώ τον μήνα δεν ζεις. Απλώς μεταθέτεις τις ανάγκες σου στον επόμενο μήνα, ελπίζοντας ότι κάποτε θα περισσέψει κάτι και για τη ζωή.

Εν κατακλείδι, η στεγαστική κρίση δεν θα λυθεί δαιμονοποιώντας συλλήβδην τους ιδιοκτήτες, ούτε συγχέοντας τον κάτοχο μιας κληρονομημένης γκαρσονιέρας με έναν όμιλο διαχείρισης ακινήτων.

Αν, πάλι, το κράτος αδυνατεί να ασκήσει κοινωνική πολιτική, ας καταργήσει το αρμόδιο υπουργείο κι ας αναθέσει τις αρμοδιότητές του στον κύριο Γιώργο από τα Πατήσια.



Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Η λογοκρισία αναβαθμίστηκε. Αποδεχτείτε τους νέους όρους χρήσης








1. Ο Μεγάλος Αδελφός ενδιαφέρεται για την ασφάλειά μας

Ο Μεγάλος Αδελφός μάς αγαπάει. Είναι φίλος μας. Κάτι σαν τους Γερμανούς στην Κατοχή. Άλλωστε, η καταπίεση υπήρξε ανέκαθεν μια παρεξηγημένη μορφή ενδιαφέροντος. Ο Μεγάλος Αδελφός αγρυπνά για την ασφάλειά μας, φροντίζει για την ψυχική μας γαλήνη και, προκειμένου να μας προστατεύσει, είναι διατεθειμένος να μας απαλλάξει ακόμη και από την ελευθερία της έκφρασης και τον ενοχλητικό κόπο της κριτικής σκέψης.

Από τις 16 Δεκεμβρίου, το Blogger της Goρogle αλλάζει τους όρους περιεχομένου του, βάζοντας στο στόχαστρο την παραπληροφόρηση, την παρενόχληση, τη ρητορική μίσους και την προώθηση βίαιων οργανώσεων. Και μέχρι εδώ, ποιος λογικός άνθρωπος διαφωνεί; Ο Βολταίρος, όσο κι αν τον έχουμε ταλαιπωρήσει με τις κατά καιρούς ερμηνείες μας, δύσκολα θα αναγνώριζε στη διακίνηση υλικού παιδικής πορνογραφίας, στις απειλές ή στην υποκίνηση σε βία κάποια υψηλή κατάκτηση του Διαφωτισμού. Η ελευθερία του λόγου δεν αποτέλεσε ποτέ συγχωροχάρτι για σοβαρά ποινικά αδικήματα εξάλλου.

Οι δημοκρατικές κατακτήσεις όμως, δεν κινδυνεύουν μόνο από εκείνους που τους επιτίθενται κραδαίνοντας τσεκούρια. Κινδυνεύουν και από εκείνους που προσφέρονται ευγενικά να τις συνοδεύσουν μέχρι την έξοδο, για την ασφάλειά τους.

Ενίοτε κινδυνεύουν περισσότερο από τους αυτόκλητους προστάτες τους. Ιδίως όταν ο προστάτης αποφασίζει μόνος του τι απαγορεύεται, τι επιτρέπεται και πότε η ελευθερία μας χρειάζεται λίγη ξεκούραση. Για το καλό της, πάντοτε.

2. Η αρχή της αμφισβήτησης δεν χωρά σε πιστοποιητικά αλήθειας 

Ποιος χαράσσει, λοιπόν, τα όρια; Η διάκριση της παραπληροφόρησης από την αιρετική άποψη, την επιστημονική αμφισβήτηση ή την απλή ανθρώπινη βλακεία προϋποθέτει κάποιον που θα αναλάβει τον ρόλο του κριτή. Κάποιον που θα αποφασίζει, με τα δικά του κριτήρια, ποια θέση είναι συνωμοσιολογική, επικίνδυνη ή κοινωνικά επιβλαβής. Έναν μικρό Θεό με λίγα λόγια, απλά με καλύτερο λογισμικό από το Βατικανό που θα μπορεί να διαγράφει ιστορίες και ανθρώπους από την ψηφιακή δημιουργία με το πάτημα ενός κουμπιού.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τα εμβόλια. Ένα από τα πλέον διχαστικά και πολωτικά ζητήματα που γνώρισε μέχρι στιγμής ο 21ος αιώνας, σε παγκόσμια κλίμακα. Ένας Σουηδός επιστήμονας που διατυπώνει τεκμηριωμένες ενστάσεις για ένα συγκεκριμένο φαρμακευτικό σκεύασμα δεν μπορεί να εξισώνεται με τον Τσέχο φιλόλογο που αμφισβητεί την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, ούτε βεβαίως με τον γραφικό τσομπάνη από τα Γκράβαρα που αναζητά εναγωνίως τα μικροτΖίπ μέσα στη σύριγγα. Καταρχάς, δεν διαθέτουν όλοι την ίδια επιστημονική κατάρτιση. Κυρίως, όμως, προσεγγίζουν το ζήτημα από τρεις εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, ακόμη κι αν οι διαδρομές τους συναντώνται κάπου στην ευρύτερη ζώνη της αμφισβήτησης. Είναι, όμως, δουλειά μιας ιδιωτικής εταιρείας να αποφασίζει ποιος από τους τρεις δικαιούται να καταθέτει την άποψή του και σε ποιο μέσο;

Ακόμη και η ανοησία αποτελεί μέρος της ελευθερίας του λόγου. Το δικαίωμα να λες μια παπαριά δεν συνεπάγεται υποχρέωση των υπολοίπων να την αποδεχθούν. Μπορούν να την αντικρούσουν, να τη γελοιοποιήσουν, να την αποδομήσουν. Να της αφιερώσουν, αν έχουν όρεξη, ακόμη και ολόκληρη επιστημονική διατριβή. Ευτυχώς, η βλακεία δεν είναι ακόμη ποινικό αδίκημα. Θα αντιμετωπίζαμε σοβαρό πρόβλημα υπερπληθυσμού στις φυλακές. Η απάντηση στον παραλογισμό δεν μπορεί όμως να είναι η απαγόρευσή του.

Η αλήθεια, άλλωστε, παραμένει συχνά αντικείμενο αντιπαράθεσης, ακόμη και δικαστικής. Όταν, φέρ' ειπείν, μια εφημερίδα δημοσιεύει μια καταγγελία εναντίον κάποιου δημόσιου προσώπου και εκείνο την αρνείται, η αναδημοσίευση της είδησης μπορεί να χαρακτηριστεί ενημέρωση ή παραπληροφόρηση, ανάλογα με το ποιος αναλαμβάνει να την κρίνει. Θα περιμένουμε την τελεσίδικη δικαστική απόφαση για να σχολιάσουμε την επικαιρότητα; Ωραία πληροφόρηση. Αποτελεσματική και έγκαιρη. Θα δημοσιεύουμε τα νέα όταν θα έχουν γίνει Ιστορία.

Η επιστημονική γνώση δεν προχώρησε ποτέ με την απαγόρευση της αμφισβήτησης, ούτε η δημοσιογραφία υπάρχει για να επικυρώνει τις επίσημες ανακοινώσεις και να παπαγαλίζει δελτία τύπου. Η αλήθεια δεν πρέπει να μετατραπεί σε εταιρικό πιστοποιητικό καταλληλότητας, με σφραγίδα, υπογραφή και αριθμό πρωτοκόλλου. Να στέκεται στην ουρά, κρατώντας έναν φάκελο με τα δικαιολογητικά της, περιμένοντας από κάποιον υπάλληλο να της χορηγήσει άδεια κυκλοφορίας.

3. Ο δικαστής φοράει πλέον εταιρικό καρτελάκι

Η ιδιωτικοποίηση της εξουσίας επί του δημόσιου λόγου είναι μια ακόμη κατάκτηση της σύγχρονης επιχειρηματικότητας. Η Δικαιοσύνη, άλλωστε, γιατί να μείνει έξω από την ελεύθερη αγορά;

Αν γράψω κάτι αιχμηρό για έναν υπουργό, έναν πολιτικό ή οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο, ενδεχομένως κάτι που μπορεί να παρεξηγηθεί, όχι πάντα από κακή πρόθεση, και εκείνο θεωρήσει ότι το συκοφαντώ, υπάρχουν νόμοι, δικαστήρια και διαδικασίες για να διεκδικήσει ο θιγόμενος το δίκιο του. Μπορεί να κληθώ να λογοδοτήσω, αλλά έχω και το δικαίωμα της υπεράσπισής μου. Ο δικαστής, τουλάχιστον, δεν είναι υπάλληλος μιας εταιρείας, τα συμφέροντα της οποίας ενδέχεται να εξυπηρετεί το πολιτικό πρόσωπο που επικρίνω. Και δεν είναι δα και πρωτοφανές να συμπίπτουν τα συμφέροντα μιας πολυεθνικής με εκείνα της πολιτικής εξουσίας. 

Στο Blogger, αντιθέτως, η εταιρεία διατηρεί τη δυνατότητα να αξιολογήσει μια καταγγελία και να επιβάλει κυρώσεις που φτάνουν μέχρι τη διαγραφή ολόκληρου ιστολογίου ή την απενεργοποίηση πρόσβασης στον λογαριασμό της Google. Μπορείς, βεβαίως, να πατήσεις το κουμπί «Υποβολή ένστασης». Είναι λίγο σαν να καταθέτεις προσφυγή σε ένα πηγάδι και να περιμένεις να σου απαντήσει ο αντίλαλος. Η αναμέτρηση ενός μεμονωμένου χρήστη με έναν απρόσωπο εταιρικό μηχανισμό είναι εκ των προτέρων άνιση. Παραμένουν τα ζητήματα του πού μπορεί να απευθυνθεί, με ποιον να συνομιλήσει, ποιος θα του εξηγήσει την απόφαση και ποιος εγγυάται ότι η ένστασή του θα εξεταστεί ουσιαστικά. 

Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για κρατική λογοκρισία με τη στενή νομική έννοια. Πρόκειται όμως για μια ιδιωτική εξουσία με ολοένα μεγαλύτερη δυνατότητα να καθορίζει ποιος ακούγεται και ποιος εξαφανίζεται από τον δημόσιο διάλογο.

Επί αιώνες αγωνιστήκαμε να περιορίσουμε την αυθαιρεσία της κρατικής εξουσίας πάνω στην έκφραση. Θα ήταν ιστορικά ειρωνικό να παραχωρήσουμε αμαχητί την αντίστοιχη εξουσία σε μια χούφτα πολυεθνικές.

Το διαδίκτυο δεν αποτελεί πλέον την ιδιωτική αυλή πέντε επιχειρηματιών. Έγινε η πλατεία, η αγορά, το καφενείο και το βήμα μιας κοινωνίας που μετακόμισε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, πίσω από μια οθόνη.  Έχει εξελιχθεί σε βασική υποδομή της κοινωνικής, επαγγελματικής και πολιτικής ζωής. Και η ιδιοκτησία μιας πλατφόρμας δεν μπορεί να λειτουργεί ως λευκή επιταγή για την ανεξέλεγκτη περιστολή θεμελιωδών ελευθεριών.

4. Πόση μπογιά χρειάζεται για να γίνεις τρομοκράτης;

Εξίσου προβληματική είναι η απαγόρευση προώθησης βίαιων μη κρατικών οργανώσεων και των ιδεολογιών τους. 

Η Ιστορία βρίθει επικίνδυνων ανθρώπων που είχαν την κακή συνήθεια να διεκδικούν δικαιώματα προτού τους επιτραπεί.

Ποιος καθορίζει λοιπόν τι συνιστά βίαιη οργάνωση; 

Ο Ρουβίκωνας, ας πούμε, με τα τρικάκια, τις παρεμβάσεις και τις μπογιές, είναι βίαιη οργάνωση ή συλλογικότητα πολιτικού ακτιβισμού; Η PETA, με τις συχνά προκλητικές διαμαρτυρίες της, περιπλέκει ακόμη περισσότερο την ταξινόμηση. Διότι η πολιτική ανυπακοή δεν κυκλοφορεί πάντοτε με ταμπελάκι που να διευκρινίζει αν πρόκειται για ακτιβισμό, παραβατικότητα ή βία. 

Τα περισσότερα κινήματα που διεκδίκησαν κοινωνικά δικαιώματα και ελευθερίες δεν το έκαναν με σαρντονέ έξω από τα κοινοβούλια. Οι σουφραζέτες, με τις εμπρηστικές και άλλες δυναμικές ενέργειές τους, δεν αποκλείεται σήμερα να φιγουράριζαν σε κάποια λίστα επικίνδυνων οργανώσεων. Η υστεροφημία τους, ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να περάσει από έλεγχο περιεχομένου.  Κι αν οι φοιτητές της δεκαετίας του ’60 έπρεπε να περάσουν τις αντιπολεμικές τους ιδέες από τα φίλτρα των σημερινών κανονισμών περιεχομένου της Google, αναρωτιέμαι πόσες από τις φωνές εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ θα είχαν καταφέρει να ακουστούν. Ίσως ακόμα οι Αμερικανοί να πολεμούσαν τους Βιετκόνγκ.

Και για να το ξεκαθαρίσουμε, δεν χρειάζεται να επικροτούμε τις πρακτικές καμίας οργάνωσης για να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα να συζητούνται οι θέσεις της.

Αν μια συλλογικότητα χαρακτηριστεί –από ποιον;– τελικά βίαιη, η δημοσίευση μιας ανακοίνωσής της συνιστά ενημέρωση ή προπαγάνδα; Και αν η ιδεολογία της απαγορεύεται επίσης, ο περιορισμός δεν αφορά πλέον μόνο τις πράξεις, αλλά επεκτείνεται στην αστυνόμευση των ιδεών.

Παρεμπιπτόντως, γιατί η συγκεκριμένη διάταξη αναφέρεται σε μη κρατικές βίαιες οργανώσεις; Μήπως η βία εξαγνίζεται όταν φοράει στολή, χαιρετά τη σημαία και εκτελεί υπηρεσία;

5. Η ελευθερία λόγου δεν είναι διαγωνισμός συμπάθειας

Ας είμαστε σαφείς: το να υπερασπίζεσαι το δικαίωμα κάποιου να εκφράζεται δεν σημαίνει ότι συμμερίζεσαι τις απόψεις του. Μπορώ να θεωρώ την άρνηση του Ολοκαυτώματος ιστορικά αστήρικτη και ηθικά αποκρουστική, χωρίς να επικροτώ την ποινικοποίησή της. Η Ιστορία δεν χρειάζεται εισαγγελέα για να αποδείξει ότι συνέβη. Ούτε κινδυνεύει να εξαφανιστεί επειδή ένας ηλίθιος αποφάσισε να διαφωνήσει μαζί της. Άλλο, όμως, η έκφραση μιας απεχθούς πεποίθησης και άλλο οι απειλές ή η υποκίνηση σε βία.

Ακριβώς γι' αυτό απαιτούνται σαφή κριτήρια, αναλογικότητα και θεσμικές εγγυήσεις. Δεν μπορούμε να στοιβάζουμε το ψευδές, το προσβλητικό, το ανόητο και το εγκληματικό στο ίδιο καλάθι, ελπίζοντας ότι κάποιος απρόσωπος εταιρικός μηχανισμός θα ξεχωρίσει τα αυγά από τις χειροβομβίδες.

Το πραγματικό μέτρο της ελευθερίας δεν είναι πόσο πρόθυμα επιτρέπουμε στους άλλους να συμφωνούν μαζί μας. Είναι πόση ελευθερία αναγνωρίζουμε σε εκείνους των οποίων οι απόψεις μάς προκαλούν αποστροφή.

Διαφορετικά δεν υπερασπιζόμαστε την ελευθερία της έκφρασης. Υπερασπιζόμαστε την ελευθερία της συμφωνίας.

6. Είμαι καλά, πολύ καλά, για σας το ίδιο επιθυμώ

Υπάρχει, τέλος, μια μορφή λογοκρισίας που δεν χρειάζεται απαγορεύσεις, διαγραφές ή απειλές. Αρκεί να εγκατασταθεί στο μυαλό εκείνου που γράφει.

Ο δημιουργός αρχίζει να μετρά τις λέξεις του. Όχι πια για να βρει την καταλληλότερη, αλλά για να εντοπίσει την επικινδυνότερη. Αντικαθιστά την κριτική με υπαινιγμούς, τη σάτιρα με ευφημισμούς, την άποψη με προσεκτικά διατυπωμένες αοριστίες. Μαθαίνει να γράφει σαν εξόριστος στη Μακρόνησο, που αναζητά τρόπους να επικοινωνήσει με την οικογένειά του χωρίς να ενοχλήσει τη λογοκρισία. Και αρχίζει, φυσικά, κάθε επιστολή του με το καθησυχαστικό «Είμαι καλά, πολύ καλά, για σας το ίδιο επιθυμώ».

Κάπως έτσι, η σιωπή παύει να επιβάλλεται. Γίνεται συνήθεια.

Και το διαδίκτυο, που κάποτε υποσχέθηκε να προσφέρει βήμα σε κάθε φωνή, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν απέραντο χώρο ελεγχόμενης ευπρέπειας, όπου όλοι θα μπορούν να μιλούν ελεύθερα... αρκεί να μην έχουν τίποτα ενοχλητικό να πουν.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

WarGames: Τα έξυπνα όπλα, ο Μασκ και το ρωσικό πετρέλαιο. Παιχνίδι για γερά νεύρα



Οι Ουκρανοί ανακάλυψαν πρόσφατα ότι η λειτουργία των smart drones τους μπορεί να ελεγχθεί εξ αποστάσεως, ακόμη και από την άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Σύμφωνα με το Reuters, οι περιορισμοί στο δορυφορικό σύστημα Starshield επηρέασαν, κατόπιν εντολής του Λευκού Οίκου, ουκρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις που είχαν ως στόχο ρωσικά διυλιστήρια. Ο Ίλον Μασκ έσπευσε να διευκρινίσει ότι το σύστημα ελέγχεται από την αμερικανική κυβέρνηση και ότι εκείνη αποφασίζει για τις παραμέτρους της χρήσης του. Νίπτει, λοιπόν, τας χείρας του. Ο διακόπτης μπορεί να είναι ιδιωτικής κατασκευής, αλλά ο κατασκευαστής του ισχυρίζεται ότι το δάχτυλο που τον κατεβάζει είναι κρατικό. Αν είναι μόνο κρατικό!

Η Ευρώπη, που εν τω μεταξύ έχει επιβάλει εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο, εξακολουθεί να πληρώνει αδρά το τίμημα της ενεργειακής της απεξάρτησης από τη Ρωσία. Οι ΗΠΑ, πάλι, χαλαρώνουν προσωρινά τις κυρώσεις για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στη διεθνή αγορά. Το καύσιμο του Πούτιν, φαίνεται, χάνει κάτι από τις ιμπεριαλιστικές του προθέσεις όταν εξυπηρετεί τις ανάγκες της αμερικανικής οικονομίας. Και στις διαδρομές του εμπορίου μέσω τρίτων, οι μεσάζοντες βρίσκουν ευκαιρίες κέρδους. Με το αζημίωτο, βεβαίως βεβαίως. Οι Ευρωπαίοι πολίτες είναι αυτοί που πληρώνουν το μάρμαρο των παιχνιδιών πολέμου. Business as usual.

Με αυτές τις εξελίξεις στην αμερικανική επιχειρηματική σκακιέρα, οι ΗΠΑ πιέζουν τον Ζελένσκι να περιορίσει τα πλήγματα κατά ρωσικών πετρελαϊκών υποδομών. Εξοπλίζουν, δηλαδή, έναν σύμμαχο, αλλά διεκδικούν λόγο στον τρόπο με τον οποίο εκείνος θα χρησιμοποιήσει τα μέσα που διαθέτει, όταν οι στρατιωτικές του επιλογές προσκρούουν σε ευρύτερους οικονομικούς σχεδιασμούς. Η συμμαχική αλληλεγγύη έχει, προφανώς, και ψιλά γράμματα. Συνήθως, μάλιστα, αναγράφονται στην πίσω πλευρά του τιμολογίου.

Και προτού θεωρήσουμε ότι όλα αυτά αφορούν αποκλειστικά την Ουκρανία, ας ρίξουμε μια ματιά στο δικό μας οπλοστάσιο. Η κατοχή ενός οπλικού συστήματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην και τον επιχειρησιακό του έλεγχο. Δορυφόροι, λογισμικό, επικοινωνίες και δεδομένα μπορούν να μετατρέψουν την τεχνολογική εξάρτηση σε μοχλό πολιτικού καταναγκασμού. Κι εμείς, στην Ελλάδα, αγοράζουμε πανάκριβα έξυπνα όπλα από τους εκάστοτε πρόθυμους προμηθευτές, χωρίς να συζητάμε εξίσου επίμονα πόση αυτονομία αγοράζουμε μαζί τους. Έχουμε εξασφαλίσει ότι, σε μια κρίσιμη στιγμή, θα υπακούσουν στις δικές μας εντολές; Ή θα χρειαστεί να υποβάλουμε αίτημα ενεργοποίησης, συνοδευόμενο από πιστοποιητικό καλής διαγωγής, ζητώντας την έγκριση του κατασκευαστή;

Η εθνική άμυνα δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους συνδρομητικής υπηρεσίας. Ούτε η κυριαρχία να εξαρτάται από το αν ο προμηθευτής μας εξακολουθεί να θεωρεί συμφέρουσα την άσκησή της.

Γιατί τα σύνορα δεν χρειάζεται πάντα να τα παραβιάσει κάποιος για να πάψουν να είναι δικά σου. Αρκεί να κρατάει εκείνος το τηλεχειριστήριο με το οποίο υποτίθεται ότι τα υπερασπίζεσαι.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Οι Αμερικανοί κρέμασαν την Κίμπερλι στα μανταλάκια. Εμείς βγάλαμε σέλφι μαζί της.



Αναλώθηκα τις τελευταίες ημέρες με τα προσωπικά μου. Άνθρωπος είμαι κι εγώ. Πόσους μαλάκες να προλάβω μέσα σε μία εβδομάδα;»

Βεβαίως, υπάρχει μια ουσιώδης λεπτομέρεια. Εγώ δεν είμαι ούτε δημοσιογράφος ούτε ρεπόρτερ. Αρθράκια γνώμης γράφω. Δεν έχω αναλάβει την υποχρέωση να ανακαλύπτω τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες της εξουσίας, να εντοπίζω μάρτυρες, να διασταυρώνω πληροφορίες ή να αποκαλύπτω όσα κάποιοι θα προτιμούσαν να παραμείνουν στο σκοτάδι. Σχολιάζω όσα συμβαίνουν, με την πολυτέλεια, ενίοτε, να τα σχολιάζω και καθυστερημένα.

Το πρόβλημα αρχίζει με εκείνους που θέλουν να λέγονται δημοσιογράφοι.

Διότι η δημοσιογραφία, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβανόμασταν κάποτε, δεν εξαντλείται στην αναπαραγωγή δηλώσεων, στην υποβολή προεγκεκριμένων ερωτήσεων και στη διατήρηση καλών σχέσεων με τους ανθρώπους της εξουσίας. Έχει μια ελαφρώς πιο ενοχλητική αποστολή: να ανακαλύπτει εκείνο που ο συνομιλητής της δεν επιθυμεί να αποκαλύψει.

Να βγάζει, κατά την παλαιά δημοσιογραφική έκφραση, το λαβράκι.

Στην Ελλάδα του 2026, υπάρχουν όμως κάμποσοι δημοσιογράφοι, κυρίως από εκείνους που αποκαλούμε συστημικούς, οι οποίοι θεωρούν μεγαλύτερη επαγγελματική επιτυχία τη συμπερίληψή τους σε μια θλιβερή κυβερνητική λίστα εξαγοράς τους, που τους εξασφαλίζει προσκλήσεις σε ιδιωτικές δεξιώσεις, παρά την αποκάλυψη ενός σκανδάλου μεγατόνων. Οι δημοσιογράφοι που με τις αποκαλύψεις τους ανεβοκατεβάζουν υπουργούς, κλονίζουν κυβερνήσεις και, όπως αποδεικνύεται, μπορούν να απομακρύνουν ακόμη και πρέσβεις είναι μάλλον είδος προς εξαφάνιση στη χώρα μας.

Η περίπτωση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι αποκαλυπτική. Και όχι μόνο για τους λόγους που θα επιθυμούσε η ίδια.

Η μέχρι πρότινος πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από τον Λευκό Οίκο, έπειτα από σειρά δημοσιευμάτων της Wall Street Journal για ανάρμοστη ή και παράνομη συμπεριφορά.

Σύμφωνα με τα μηνύματα που ήρθαν στη δημοσιότητα, η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε 100.000 δολάρια από υποστηρικτή του Τραμπ προκειμένου να εξοφλήσει λογαριασμό της προσωπικής της πιστωτικής κάρτας. Παράλληλα, τα δημοσιεύματα περιλαμβάνουν καταγγελίες ότι προσέφερε πρόσβαση σε υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης με αντάλλαγμα χρήματα ή άλλες εξυπηρετήσεις, καθώς και ότι αξιοποίησε τη διπλωματική της ιδιότητα για την προώθηση των προσωπικών της συμφερόντων.

Αλλά η ιστορία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν παρακολουθήσει κανείς τη στάση του Μάρκο Ρούμπιο.

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών επισκέπτεται στις αρχές Οκτωβρίου την Αθήνα, επαινεί δημοσίως την πρέσβη και, όταν οι δημοσιογράφοι επιμένουν να τον ρωτούν για τις αποκαλύψεις, τους επιπλήττει περίπου επειδή τολμούν να αντιμετωπίζουν ένα δημοσίευμα ως σοβαρό πολιτικό γεγονός.

Λίγες ημέρες αργότερα, ο ίδιος φέρεται να είναι εξοργισμένος από τις καταγγελίες και να συμμετέχει στις συζητήσεις για την απομάκρυνσή της. Στις 13 Οκτωβρίου ο Λευκός Οίκος ανακοινώνει ότι ζήτησε την παραίτησή της.

Από την άκριτη υποστήριξη στο άδειασμα σε λιγότερο από μία εβδομάδα.

Και όλα αυτά επειδή κάποιοι δημοσιογράφοι, όχι Έλληνες, επέμειναν να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν θεώρησαν ότι η πρόσβαση σε έναν ισχυρό άνθρωπο αποτελεί προνόμιο που πρέπει να προστατεύσουν. Δεν αντιμετώπισαν τις καλές σχέσεις με την πρέσβη ως σημαντικότερες από την είδηση. Έψαξαν, βρήκαν, δημοσίευσαν και συνέχισαν να ρωτούν, ακόμη κι όταν ο υπουργός Εξωτερικών, η κυβέρνηση Τραμπ και το ρεπουμπλικανικό λόμπι δυσανασχετούσαν.

Η διαφορά δεν είναι ότι οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι έχουν κάποια έμφυτη ροπή προς την αλήθεια και οι Έλληνες προς τις δημόσιες σχέσεις. Είναι ότι εδώ έχουμε φτάσει να αντιμετωπίζουμε την εγγύτητα στην εξουσία ως επαγγελματική καταξίωση και την αντιπαράθεση μαζί της ως περίπου αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο δημοσιογράφος που κάποτε καμάρωνε επειδή ένας υπουργός του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα, σήμερα καμαρώνει επειδή του το σηκώνει.

Στην Ελλάδα, η Γκίλφοϊλ αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως lifestyle προσωπικότητα παρά ως διπλωματική εκπρόσωπος μιας υπερδύναμης. Οι δημόσιες εμφανίσεις της, οι ενδυματολογικές επιλογές της, οι συναναστροφές της και η θέση της στην εγχώρια κοσμική ζωή απασχόλησαν ένα σημαντικό τμήμα της δημοσιογραφικής μας παραγωγής με ζήλο που θα ζήλευαν όλα τα διεθνή tabloids.

Δεν είναι, ασφαλώς, η κοσμική δημοσιογραφία το βασικό πρόβλημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ολόκληρη σχεδόν η δημοσιογραφική αντιμετώπιση της εξουσίας αποκτά τις αποχρώσεις του ροζ και του κίτρινου. Όταν η συνέντευξη μετατρέπεται σε δημόσια ανταλλαγή φιλοφρονήσεων, η κριτική εκλαμβάνεται ως αγένεια και η δύσκολη ερώτηση είτε απαγορεύεται είτε θέτει σε κίνδυνο τη ζωή και την καριέρα του συνεντευκτή.

Η ελληνική δημοσιογραφία μοιάζει να έχει ξεχάσει όχι μόνο πώς βγαίνει το λαβράκι, αλλά και γιατί κάποτε άξιζε τον κόπο να το κυνηγήσει. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην πολιτική δημοσιογραφία.

Στην υπόθεση των Τεμπών, για παράδειγμα, θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να ακούσουμε έναν από τους εργάτες που συμμετείχαν στις εργασίες μπαζώματος. Να μάθουμε ποιος του έδωσε εντολή, τι ακριβώς του ζητήθηκε, ποιοι βρίσκονταν εκεί. Δεν είδαμε ποτέ κάτι τέτοιο.

Αντιθέτως, όταν πρόκειται για κάποιο τηλεοπτικό ξεκατίνιασμα, η ερευνητική δεινότητα της ελληνικής δημοσιογραφίας επανεμφανίζεται με αξιοθαύμαστη ταχύτητα. Εντοπίζεται ο τρίτος ξάδελφος της σερβιτόρας που είχε σερβίρει καφέ στον πρώην της κουμπάρας της τάδε γιατρού, εξασφαλίζεται αποκλειστική δήλωση και, αν χρειαστεί, οργανώνεται και ζωντανή σύνδεση.

Δεν χάθηκε, λοιπόν, το ερευνητικό δαιμόνιο. Απλώς άλλαξε αντικείμενο έρευνας και ενδιαφέροντος.

Ίσως γι' αυτό να μην προκαλεί πλέον εντύπωση το γεγονός ότι η ελληνική δημοσιογραφία θυμίζει όλο και περισσότερο lifestyle magazinο ή reality show μόδας. Ούτε ότι ορισμένοι από τους ανθρώπους που εμφανίζονται να ασκούν δημόσιο διάλογο μοιάζουν να έχουν ως επαγγελματικό πρότυπο τον Λάκη Γαβαλά, ο οποίος κάλεσε την ακροδεξιά φασίστρια Λατινοπούλου και της φέρθηκε με το σεις και με το σας, ακριβώς όπως φερόταν προ δεκαπενταετίας η Χρυσή Αυγή στην Ντόρα Μπακογιάννη. Θα μου πείτε, ο Γαβαλάς δεν είναι δημοσιογράφος. Ακριβώς. Αυτό είναι και το πρόβλημα. Ότι δεν διακρίνεις πλέον τη διαφορά.

Δεν έχω τίποτα εναντίον της ευγένειας. Αντιθέτως, τη θεωρώ αξιοθαύμαστο πολιτισμικό επίτευγμα. Αρκεί να μην τη συγχέουμε με την απουσία κριτικής. Και κυρίως να μην αντιμετωπίζουμε την πολιτική αντιπαράθεση σαν να πρόκειται για παρεξήγηση μεταξύ καλεσμένων που κινδυνεύει να χαλάσει την ατμόσφαιρα του σουαρέ.

Άλλωστε, η ευγένεια απέναντι στην εξουσία δεν αποτελεί κατ' ανάγκην δείγμα πολιτισμού. Ενίοτε αποτελεί απλώς τον πιο καλαίσθητο τρόπο υποταγής σε αυτήν.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε επιτυχημένη μια συνέντευξη όταν ο καλεσμένος φεύγει ευχαριστημένος, ο οικοδεσπότης έχει εξασφαλίσει την επόμενη πρόσκληση και κανείς δεν έχει αναγκαστεί να απαντήσει σε τίποτα ουσιαστικό.

Η δημοσιογραφία όμως δεν ονομάστηκε τέταρτη εξουσία για να γίνει η καλύτερη φίλη των άλλων τριών. Ούτε δημιουργήθηκε για να εξασφαλίζει μια θέση στο τραπέζι τους. Ο ρόλος της είναι να ελέγχει τι συμβαίνει γύρω από αυτό το τραπέζι και, κυρίως, τι συμφωνείται κάτω από αυτό.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες που δεν έχουμε μαντικές ικανότητες, γαμώτο!











Η λέξη «φίλος» στο Facebook είναι ίσως μία από τις μεγαλύτερες γλωσσικές απάτες της ψηφιακής εποχής. Όταν έχεις διακόσιους φίλους, είσαι περίπου ο δήμαρχος ενός μικρού χωριού. Έχεις πέντε πραγματικούς φίλους, καμιά τριανταριά γνωστούς και οι υπόλοιποι είναι άνθρωποι που απλά συνιστούν τον ευρύτερο κοινωνικό σου κύκλο. Όταν πάλι φτάνεις τους δύο χιλιάδες, κατοικείς πλέον σε κεφαλοχώρι. Δεν γνωρίζεις ούτε τους μισούς εξ όψεως, πόσο μάλλον προσωπικά.

Η φιλία, πάντως, την οποία στα σόσιαλ χρησιμοποιούμε καταχρηστικά, ουδεμία σχέση έχει με το σεξ. Όταν κάποιος σου στέλνει αίτημα φιλίας, δεν σου στέλνει αίτημα για σεξ, σχέση, γάμο ή κοινή φορολογική δήλωση.

Όταν, λοιπόν, μια γυναίκα αποδέχεται ένα αίτημα φιλίας, αποδέχεται ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ.

Και, για να προλάβω τους σχολαστικούς, όχι, δεν θεωρώ ότι οι δύο χιλιάδες διαδικτυακοί μου φίλοι είναι προσωπικοί μου φίλοι. Θεωρώ ότι το Facebook είναι ένα κοινωνικό δίκτυο. Ένα ψηφιακό καφενείο όπου μπορείς να συναντήσεις ανθρώπους, να ανταλλάξεις απόψεις, να διαβάσεις κάτι ενδιαφέρον, να γελάσεις, να διαφωνήσεις, να μάθεις. Δεν είναι παραλιακή περατζάδα όπου αξιολογούνται υποψήφιοι γαμπροί.

Μπορεί, ας πούμε, να αποδεχτώ το αίτημά σου επειδή είδα ότι γράφεις ενδιαφέροντα πράγματα για την εξωτερική πολιτική. Επειδή έχουμε κοινούς γνωστούς. Επειδή μου άρεσε μια φωτογραφία που τράβηξες. Επειδή θέλω να συζητήσουμε αν πρέπει να βάζουμε κιμά στα γεμιστά, αν έχει δίκιο η Βίσση ή ο Καρβέλας ή αν ο ανανάς στην πίτσα αποτελεί γαστρονομική επιλογή ή ποινικό αδίκημα.

Μπορεί και να σε αποδέχτηκα χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Δεν οφείλω να εξηγηθώ.

Αυτό που σίγουρα δεν έκανα είναι να σου δώσω το δικαίωμα να μετατρέψεις την αποδοχή σε απαίτηση προσωπικής πρόσβασης. Να μου στείλεις «καλησπέρα», να μη σου απαντήσω, να επανέλθεις, να ξανα-επανέλθεις και τελικά να απαιτήσεις να μάθεις γιατί δεν σου απαντάω. Ή, ακόμη χειρότερα, να με εγκαλέσεις επειδή δέχτηκα εξαρχής το αίτημά σου.

Τι ακριβώς περιλαμβάνει, δηλαδή, η σύμβαση που υποτίθεται ότι συνάψαμε; Πόσα μηνύματα ημερησίως οφείλω να απαντώ; Σε πόση ώρα; Με πόσα emoji; Υπάρχει και υποχρέωση αποστολής φωτογραφικού υλικού ή αυτό προβλέπεται μόνο στο premium πακέτο;

Και μιας και το αναφέραμε, όχι, δεν ενδιαφέρομαι να δω το πέος σου. Δεν το ζήτησα, δεν μου έλειπε και δεν θεωρώ ότι η αιφνιδιαστική εμφάνισή του στο Messenger αποτελεί κάποιο αξιοσημείωτο επικοινωνιακό επίτευγμα.

Αν θέλεις να επικοινωνήσουμε, υπάρχουν εκατό τρόποι. Μπορείς να σχολιάσεις κάτι που έγραψα. Να διαφωνήσεις. Μπορείς ακόμη και να εκδηλώσεις ευγενικά το ενδιαφέρον σου. Αλλά η επικοινωνία είναι δυνατότητα, όχι οφειλή. Κι ένα μήνυμα που έμεινε αναπάντητο δεν μετατρέπεται, με την πάροδο του χρόνου, σε ληξιπρόθεσμο χρέος.

Κι όμως, υπάρχουν κάμποσοι «καλοπροαίρετοι» συμβουλάτορες που δεν συμμερίζονται αυτή την αλήθεια. Είναι εκείνοι που θα σου εξηγήσουν ότι, αφού δεν θέλεις να μπλέκεις, πρέπει να προσέχεις ποιους αποδέχεσαι.

Εξαιρετική ιδέα. Πώς δεν το σκέφτηκα;

Μόνο που δεν ξέρω προκαταβολικά ποιος θα αποδειχθεί αδιάφορος, ποιος διαμάντι, ποιος πέφτουλας και ποιος τοξικός. Δεν συνοδεύεται το αίτημα φιλίας από ψυχολογική αξιολόγηση, ποινικό μητρώο και πιστοποιητικό στοιχειώδους κοινωνικής συμπεριφοράς. Ούτε διαθέτω κληρονομικό χάρισμα που μου επιτρέπει να διαβάζω το μέλλον κοιτάζοντας μια φωτογραφία προφίλ.



Και είναι κάπως εντυπωσιακό ότι, κάθε φορά που ένας άνθρωπος συμπεριφέρεται πιεστικά, η προτεινόμενη λύση δεν είναι να μάθει εκείνος να σέβεται τα όρια των άλλων. Είναι να αποκτήσω εγώ καλύτερες ικανότητες πρόγνωσης.

Να είμαι κοινωνική, αλλά όχι υπερβολικά. Να δέχομαι γνωριμίες, αλλά μόνο τις σωστές. Να είμαι ευγενική, αλλά να μη δίνω θάρρος. Να μην είμαι απότομη ή αγενής, αλλά να μη δημιουργώ προσδοκίες. Να προβλέπω τον χαρακτήρα ενός αγνώστου, τις προθέσεις του, τις αντιδράσεις του και, ει δυνατόν, τις μελλοντικές του ψυχικές μεταπτώσεις.

Αν γίνουν όλα αυτά και πάλι πέσω έξω, προφανώς δεν πρόσεξα αρκετά.

Σκέφτομαι σοβαρά να ανοίξω σχολή μαντικής. Με ειδίκευση στην αναγνώριση μαλάκα από φωτογραφία προφίλ. Ζήτηση, απ' ό,τι φαίνεται, υπάρχει τεράστια.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι απλώς ότι κάποιος άγνωστος εκδηλώνει ανεπιθύμητο ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον δεν είναι προσβολή. Μπορεί να μου στείλει κάποιος ένα μήνυμα. Μπορεί να μη μου αρέσει. Μπορεί να μη θέλω να απαντήσω. Μέχρι εδώ δεν συνέβη τίποτα τρομερό.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν εκείνος θεωρεί ότι η επιθυμία του να επικοινωνήσει δημιουργεί αυτομάτως και δική μου υποχρέωση να ανταποκριθώ.

Ένα μήνυμα. Δεύτερο. Τρίτο. Κανένα αναπάντητο μήνυμα δεν τον αποθαρρύνει. Ύστερα έρχεται το «Γιατί δεν μου απαντάς;». Και, όταν δεν απαντηθεί ούτε αυτό, το «Τότε γιατί δέχτηκες το αίτημα φιλίας μου;».

Ας μεταφέρουμε για λίγο τη σκηνή στον φυσικό κόσμο. Ένας άγνωστος με πλησιάζει σε ένα μπαρ. Χαμογελάω ευγενικά, παίρνω την τσάντα μου και το ποτό μου και απομακρύνομαι. Έρχεται, λοιπόν, και στο δεύτερο σημείο στο οποίο μετακινήθηκα. Εγώ, χωρίς χαμόγελο, ξαναπαίρνω την τσάντα μου και το ποτό μου και πάω σε τρίτο σημείο του χώρου. Επανέρχεται, λοιπόν, ο τύπος: «Γιατί δεν μου μιλάς;». Δεν απαντώ και πάλι. Ξεβολεύομαι για μια ακόμη φορά και πάω πίσω στην μπάρα. Και στο τέλος έρχεται για μια ακόμη φορά κοντά μου, κολλάει τη μούρη του στη δική μου και με ρωτάει: «Τότε γιατί μου χαμογέλασες;;;;;;;».

Εκεί δεν θα μιλούσαμε πια για αθώο φλερτ. Εγώ τουλάχιστον θα ένιωθα ότι απειλούμαι.

Κι αυτό ακριβώς είναι που αρχίζει να συμβαίνει και στο διαδίκτυο. Έχω φτάσει στο σημείο να φοβάμαι να αποδεχτώ αιτήματα φιλίας. Όχι επειδή δεν θέλω να γνωρίζω ανθρώπους. Το αντίθετο. Επειδή δεν μπορώ να ξέρω ποιος θα αντιμετωπίσει μια απλή αποδοχή ως ευκαιρία επικοινωνίας και ποιος ως άδεια εισόδου στην προσωπική μου ζωή, με δικαίωμα ελέγχου και απαιτήσεων.

Και κάπως έτσι, εκείνος που δεν σέβεται τα όρια συνεχίζει ανενόχλητος να στέλνει αιτήματα, ενώ εγώ αρχίζω να περιορίζω τη δική μου κοινωνικότητα για να προστατευτώ από τις αντιδράσεις του.

Δεν ξέρω αν το έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά είναι ένα παράδοξο επίτευγμα: καταφέραμε να μεταφέρουμε στο διαδίκτυο όχι μόνο τις δυνατότητες της κοινωνικής ζωής, αλλά και τους λόγους για τους οποίους μια γυναίκα φοβάται να περπατήσει μόνη της σε έναν δρόμο.

Το Facebook υποτίθεται ότι μας δίνει τη δυνατότητα να ανοίγουμε τον κόσμο μας σε περισσότερους ανθρώπους. Δεν σκοπεύω να απολογούμαι επειδή θέλω να χρησιμοποιώ αυτή τη δυνατότητα.

Και, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, το κουμπί εξακολουθεί να γράφει «Αποδοχή αιτήματος φιλίας».

Όχι «Αποδοχή επίδοξου μισογύνη».

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Το πληγωμένο ανδρικό εγώ: Από το ερωτικό σονέτο στον υπόνομο

 











Προχθές έκανα το λάθος να διαμαρτυρηθώ δημοσίως για τους επίμονους πέφτουλες του Facebook. Όχι για εκείνους που στέλνουν ένα μήνυμα εκδηλώνοντας ενδιαφέρον. Για τους άλλους. Εκείνους που, έπειτα από τέσσερα αναπάντητα μηνύματα, θεωρούν ότι ήρθε η ώρα να απαιτήσουν εξηγήσεις. «Γιατί δεν μου απαντάς;» Και αφού μείνει κι αυτό αναπάντητο, περνούν στο «Τότε γιατί δέχτηκες το αίτημα φιλίας μου;».

Και τότε άνοιξε η αυλαία. Οι πέφτουλες αποσύρθηκαν διακριτικά στο παρασκήνιο και στη σκηνή ανέβηκε ο θίασος των αυτοδιορισμένων θεματοφυλάκων της γυναικείας ευπρέπειας.

Για να συνεννοούμαστε, το αρχικό μου ποστ δεν ήταν ούτε γκρίνια ούτε κλάψιμο. Ήταν καταγγελία μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς: της εμμονικής, πιεστικής διεκδίκησης που, όταν δεν βρίσκει ανταπόκριση, πολύ συχνά βγάζει γλώσσα. Ενίοτε βγάζει και δόντια. Άλλοτε μαχαίρια και ρόπαλα. Αλλά, ως φαίνεται, τον μέσο Ελληναρά κυρίως —γιατί υπάρχει και η μέση Ελληνοκυράτσα, φυσικά— δεν τον ενοχλούν τα δόντια ούτε τα ρόπαλα. Τον ενοχλεί που είπα μεγαλομαλάκα τον πιεστικό μεγαλομαλάκα.

Μια από αυτές τις καθώς πρέπει υποταγμένες στην τεστοστερόνη μανταμίτσες με ενημέρωσε ότι, από τη στιγμή που αποδέχομαι ένα αίτημα φιλίας, οφείλω να συνομιλώ με εκείνον που μου το έστειλε. Διότι αυτό περιμένει εκείνος από εμένα.

Με την ίδια λογική, αν κάποιος με κεράσει ένα ποτό σε ένα μπαρ, οφείλω να του κάτσω δηλαδή; Ή μήπως πρέπει να έχω κι έναν συμβολαιογράφο μαζί μου για την κατάρτιση ιδιωτικού συμφωνητικού; Στο ένα ποτό πίπα, στα δύο ιεραποστολικό, στα τρία πισωκολλητό;

Μια άλλη, ακόμα χειρότερη, στην οποία εύχομαι να μην πέσει ποτέ θύμα της απύθμενης ηλιθιότητάς της, μου εξήγησε ότι αυτά παθαίνουν όσες δεν προσέχουν και προκαλούν. Κι ένας γνήσιος αντράκλας με συμβούλευσε, αν δεν θέλω να προσελκύω λιγούρηδες, να αλλάξω τη φωτογραφία του προφίλ μου. Να βάλω μία στην οποία να μην είμαι τόσο όμορφη. Να φροντίσω, τέλος πάντων, να μη διαταράσσω την ορμονική ισορροπία του ανδρικού πληθυσμού με την αυθάδη ύπαρξη του προσώπου μου.

Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, μία κοινή συνισταμένη: αυτός που πρέπει να αλλάξει είμαι εγώ. Όχι να μαζευτεί το εμμονικό λιγούρι. Και δεν μιλάμε για ένα. Τριάντα αιτήματα φιλίας ημερησίως και άλλα τόσα μηνύματα στο Messenger. Μια μικρή ψηφιακή πολιορκία, στην οποία, κατά τα φαινόμενα, ο πολιορκημένος οφείλει και να ανοίξει τις πύλες και να προσφέρει αναψυκτικά.

Και, παρεμπιπτόντως, από πότε η αποδοχή ενός αιτήματος φιλίας στο Facebook ισοδυναμεί με εγγραφή σε υπηρεσία γνωριμιών; Το Facebook δεν είναι Tinder, μανάρια μου ζουμπουρλούδικα. Είναι ένα κοινωνικό δίκτυο όπου οι άνθρωποι, μεταξύ άλλων, δημοσιεύουν απόψεις, άρθρα, φωτογραφίες, σχολιάζουν και συζητούν. Αν κάποιος ενδιαφέρεται πραγματικά να επικοινωνήσει μαζί μου, υπάρχει ολόκληρο το δημόσιο προφίλ μου. Μπορεί να διαβάσει κάτι που έγραψα, να σχολιάσει, να διαφωνήσει, να ανοίξει μια κουβέντα. Γιατί επιδιώκει εξαρχής μια επικοινωνία αθέατη από τους υπόλοιπους, ενώ υπάρχει δυνατότητα δημόσιας αλληλεπίδρασης;

Αλλά προφανώς ζητάω πολλά. Αντί να αναρωτηθούμε τι ακριβώς επιδιώκει εκείνος, καλούμαι να απολογηθώ για το τι επιτρέπω εγώ . Γιατί εγώ οφείλω να περιορίσω την κοινωνικότητά μου, εγώ πρέπει να επιτηρώ τη δημόσια εικόνα μου, εγώ να υπολογίζω προληπτικά πώς ενδέχεται να ερμηνεύσει κάποιος άγνωστος την παρουσία μου στο διαδίκτυο. Κι αν είμαι όμορφη, να έχω τουλάχιστον τη στοιχειώδη ευπρέπεια να μην το διαφημίζω. Μια μπούρκα στο κεφάλι ίσως έλυνε αρκετά προβλήματα. Αν και, με την τύχη μου, κάποιος θα έβρισκε προκλητικό ακόμη και το ύφασμα.

Το ενδεχόμενο να μάθει ο επίμονος κάφρος να συμπεριφέρεται δεν τέθηκε προς συζήτηση. Με εξαίρεση μερικούς σκόρπιους λογικούς ανθρώπους, που έμοιαζαν με στατιστικό σφάλμα μέσα σε αυτή την πανηγυρική επίδειξη κοινωνικής παράνοιας.

Το γιατί δέχομαι αιτήματα φιλίας είναι δικό μου θέμα και δεν θα απολογηθώ σε κανέναν, άγνωστο ή και γνωστό, γι' αυτό. Το τι κάνει ο καθένας στη ζωή του δεν αφορά κανέναν άλλον. Για ανακρίσεις, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και διαπιστευτήρια ηθικής, απευθυνθείτε σε κάποια χούντα, ανακριταράδες μου. Εγώ δεν διαθέτω το σχετικό τμήμα εξυπηρέτησης κοινού. Από κει και πέρα, ούτε ηλεκτρονικό υποκατάστημα συνοικεσίων είμαι ούτε θέτω εαυτόν στη διάθεση κάθε αρσενικού που ανακάλυψε το κουμπί «Προσθήκη φίλου». Καμία διάθεση για φλερτ δεν έχω με αγνώστους.

Αλλά ακόμη κι αν είχα; Ακόμη κι αν δεχόμουν το ποτό, καθόμουν στο τραπέζι με έναν τύπο και γελούσα με τα αστεία του, τι θα σήμαινε αυτό; Ότι θα έπρεπε να τον φιλήσω; Να φύγω μαζί του; Να περάσω το βράδυ μου μαζί του;

Από πότε το προηγούμενο «ναι» προϋποθέτει ένα επόμενο;

Εδώ βρίσκεται η ουσία μιας νοοτροπίας που επιβιώνει αξιοθαύμαστα, αλλάζοντας απλώς σκηνικό. Από το μπαρ περάσαμε στο Messenger, όμως η αντίληψη παραμένει η ίδια: η γυναικεία φιλικότητα εκλαμβάνεται ως υπόσχεση διαθεσιμότητας, κυρίως σεξουαλικής, αλλά και γενικότερης. Κι όταν η υπόσχεση αυτή δεν εκπληρώνεται, μολονότι ουδέποτε δόθηκε, ο επίδοξος δικαιούχος αισθάνεται εξαπατημένος.

Κάπως έτσι, το «καλησπέρα, κούκλα μου» μεταμορφώνεται, έπειτα από μερικά αναπάντητα μηνύματα, σε «μωρή καριόλα».

Μια συναισθηματική διαδρομή από το ερωτικό σονέτο στον υπόνομο, με ενδιάμεσο σταθμό το πληγωμένο ανδρικό εγώ.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, από ένα σημείο και μετά παύει να βρίσκεται στον πιεστικό επίδοξο εραστή. Αυτός έπαιξε τον ρόλο του —ή και το πουλί του— και αποσύρθηκε. Εκείνο που μου προκαλεί πραγματική εντύπωση είναι ο πιθηκίζων όχλος που έσπευσε να τον υπερασπιστεί. Όλοι αυτοί που, αντί να αναρωτηθούν γιατί ένας άγνωστος απαιτεί λογοδοσία από μια γυναίκα, έσπευσαν να της υποδείξουν ποιο κομμάτι της ελευθερίας της οφείλει να θυσιάσει για να εξασφαλίσει την ησυχία της.

Βέβαια, το μεγάλο σκάνδαλο ήταν ότι έβρισα έναν άγνωστο σε αυτούς άνθρωπο, το όνομα ή τη φάτσα του οποίου δεν έμαθαν και δεν είδαν ποτέ. Αμφισβήτησαν μέχρι και τη συγγραφική μου ικανότητα. Στον πουρέ που έχουν για μυαλό, ο συγγραφέας οφείλει να είναι κάτι μεταξύ ηθικού στυλοβάτη και οσιομάρτυρα. Τώρα, το ότι οι ίδιοι διαβάζουν και αποδέχονται ένα βιβλίο γεμάτο σφαγές, αιμομιξίες και θεϊκές εντολές εξόντωσης, χωρίς να κλονίζεται η ηθική τους πυξίδα ούτε στο ελάχιστο, είναι ένα άλλο θέμα άξιο απορίας. Μια βρισιά, όμως, τους προκαλεί υπαρξιακό σοκ. Τόσο βαθύ, ώστε άρχισαν να μου εύχονται ψόφους και καρκίνους, αποκαλώντας με ταυτόχρονα αγάμητη και πουτάνα. Η χριστιανική αγάπη, ευγένεια, ηθική και ευπρέπεια σε όλο τους το μεγαλείο.

Πρόκειται για μια παμπάλαια κοινωνική συνταγή, που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά σαν το καλό σερβίτσιο της γιαγιάς. Μόνο που κάθε εποχή προσθέτει το δικό της πιατάκι. Στα «μη φοράς αυτό», «μη χαμογελάς έτσι», «μη γυρίζεις αργά», «μη δίνεις δικαιώματα», προστέθηκε αισίως και το «μη βάζεις τόσο ωραία φωτογραφία στο Facebook».

Η πρόοδος του πολιτισμού: από το μήκος της φούστας περάσαμε στην ανάλυση των pixels.

Έχουμε αναγάγει τη γυναικεία αυτοπροστασία σε ολόκληρη επιστήμη, με κανόνες, εξαιρέσεις, υποσημειώσεις και οδηγίες χρήσεως. Ένα ατελείωτο εγχειρίδιο αυτολογοκρισίας, που ανανεώνεται διαρκώς για να συμβαδίζει πλέον και με την τεχνολογία. Μόνο που, μέσα σε όλη αυτή την εκπαιδευτική υπερπαραγωγή, δεν βρέθηκε ούτε μία διδακτική ώρα για εκείνους που προκαλούν το πρόβλημα. Το μάθημα του στοιχειώδους σεβασμού, προφανώς, δεν περιλαμβάνεται στην εξεταστέα ύλη.

Εγώ προφανώς και θα προσέχω. Όπως προσέχω όταν διασχίζω τον δρόμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι, αν κάποιος παραβιάσει το κόκκινο και με πατήσει, θα συζητάμε αν φορούσα αρκετά φωσφοριζέ ρούχα.

Δεν σκοπεύω να μικρύνω ώστε να χωράω στις προσδοκίες μιας χούφτας αγνώστων.

Δεν θέλω να ζω σε μια κοινωνία που διδάσκει στις γυναίκες πώς να μη γίνονται στόχοι.

Θέλω να ζω σε μια κοινωνία που διδάσκει στους άνδρες ότι οι γυναίκες δεν είναι στόχοι.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Από τον Ντόριαν Γκρέι στην Ελεονώρα Μελέτη: Μια ματαιοδοξία δρόμος.



Ο Όσκαρ Ουάιλντ έγραψε κάποτε στο Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι πως «το μόνο χειρότερο από το να μιλούν για σένα είναι να μη μιλούν καθόλου».

Από τη βικτωριανή ματαιοδοξία του Ουάιλντ στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία, όπου η αγανάκτηση μπορεί να γίνει διαφημιστικό εργαλείο, μεσολάβησαν κάτι λιγότερο από εκατόν πενήντα χρόνια. Και ουκ ολίγοι πολιτικοί έχουν εντρυφήσει στην τέχνη να κάνουν τον κόσμο να τους συζητά, γνωρίζοντας ότι η ευφυΐα, η ορθοκρισία και η στοιχειώδης σοβαρότητα αποτελούν εντελώς προαιρετικά προσόντα.

Μπορείς κάλλιστα να πεις και μια χοντρομαλακία.

Όπως η Ελεονώρα Μελέτη, που ένιωσε την ανάγκη να συμπαρασταθεί και να υπερασπιστεί τους κατατρεγμένους εργοδότες που εκβιάζονται από μερικούς κακούς εργαζόμενους. Πώς τώρα εκβιάζονται, δεν μας το εξήγησε. Γιατί στον ιδιωτικό τομέα μονιμότητα δεν υπάρχει, οπότε, αν δεν σου κάνει ο Μάκης για τη δουλειά του αποθηκάριου και αφήνει τις κούτες σε άλλα ράφια, μπορείς να τον απολύσεις, μάνα μου. Αν πάλι θεωρείς τη χορήγηση αδειών ασθένειας ή την πληρωμή των υπερωριών εκβιασμό, οκέι, διάλεξες τη σωστή μπλε ακρίδα να σε εκπροσωπεί.

Βέβαια, η Μελέτη αναφέρθηκε και στα προβλήματα των εργαζομένων. Αλλά ποιος έχει την πολυτέλεια να ασχολείται με τέτοιες επουσιώδεις λεπτομέρειες; Το θέμα είναι ότι όλοι συζητάμε τη δήλωσή της και κάπως έτσι η πολιτική της παρουσία απέκτησε ακόμη ένα δεκαπεντάλεπτο δημοσιότητας.

Πολύ πριν από τη Μελέτη, ο Άδωνις Γεωργιάδης είχε προτείνει, όπως τον θυμάμαι να λέει προ αμνημονεύτων ετών στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, να στηθεί άγαλμα στον Άγνωστο Επιχειρηματία. Διότι, όπως ο Άγνωστος Στρατιώτης έδωσε τη ζωή του για την πατρίδα, έτσι κι ο επιχειρηματίας δίνει καθημερινά τον δικό του υπέρ πάντων αγώνα, αντιμέτωπος με τα αχάριστα δουλάκια που μισθοδοτεί, τη Λερναία Ύδρα του ΕΦΚΑ, την εφορία και τη νομοθεσία που, γαμώτο, θεωρητικά ισχύει για όλους. Και είναι πια καιρός το έθνος να αποτίσει τον προσήκοντα φόρο τιμής. Αδριάντα 20 μέτρα πρέπει να στήσουμε. Τουλάχιστον.

Και προσφάτως εμπλουτίστηκε η γαλάζια ορνιθοπανίδα με έναν ακόμη νεοδημοκρατικό μπούφο. Τον βουλευτή Πιερίας, Σπύρο Κουλκουδίνα, που μας ενημέρωσε ότι «η γεμάτη λεωφόρος Συγγρού» και η κίνηση στους δρόμους αποτελούν δείκτες οικονομικής αντοχής. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτού του τιτάνα της οικονομικής σκέψης, αν οι άνθρωποι δεν αντέχουν δέκα ευρώ βενζίνη, μπορούν να χρησιμοποιούν τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Καλά, μπορούν να πάνε και με γαϊδούρια, βρε αδελφέ. Οραματίσου την ειδυλλιακή εικόνα: στη θέση των πρατηρίων καυσίμων και των φορτιστών ηλεκτρικών οχημάτων, παχνιά με σανό και γούρνες με νερό. Ο Ντόριαν θα ένιωθε πολύ οικεία με αυτό το σκηνικό!

Ένα πράγμα, πάντως, πέτυχε αυτή η περισπούδαστη οικονομική ανάλυση: έβγαλε τον εμπνευστή της από την πολιτική αφάνεια. Πριν, κανείς μας δεν τον ήξερε τον τύπο, πλην των ψηφοφόρων του. Που και γι' αυτούς δεν είμαι απολύτως σίγουρη ότι τον θυμούνταν.

Έχουμε φυσικά και τη σοφτεξολάγνα Σοφία Βούλτεψη, που δεσπόζει εδώ και χρόνια στο πάνθεον των πολιτικών τηλεοπτικών ευτράπελων. Δεν έχει καταφέρει ακόμη να καταλάβει το απόρθητο φρούριο της αδωνικής πρωτοκαθεδρίας, αλλά η προσπάθειά της είναι αξιομνημόνευτη. Το τι ακριβώς έχει προσφέρει στην πολιτική ζωή του τόπου παραμένει μυστήριο αντάξιο των άλυτων υποθέσεων του Σέρλοκ Χολμς. Η ύπαρξή της, όμως, είναι ουσιώδης. Ειδικά για τη σάτιρα... και τη δημοτικότητα της Νέας Δημοκρατίας.

Γιατί η φράση του Όσκαρ Ουάιλντ, που σε παράφραση σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρνητική δημοσιότητα, αποδεικνύεται κι από τις κοινωνικές επιστήμες. Το 2017, ο William Brady και οι συνεργάτες του έδειξαν ότι το ηθικά φορτισμένο συναίσθημα ενισχύει τη διάδοση πολιτικών μηνυμάτων στα κοινωνικά δίκτυα. Η αγανάκτηση λειτουργεί, δηλαδή, σαν επικοινωνιακός πολλαπλασιαστής, εκτοξεύοντας μια δήλωση πολύ πέρα από το αρχικό της ακροατήριο. Μια άλλη μελέτη, το 2018, ανέδειξε πόσο ευνοεί η έκπληξη τη διάδοση του ψευδούς και του ασυνήθιστου.

Δεν σημαίνει ότι κάθε προκλητική δήλωση είναι προσχεδιασμένη. Συχνά οι δηλώσεις γίνονται από στόματα που βρίσκονται σε ακατοίκητα κρανία. Όταν, όμως, εξοργιζόμαστε, μπορεί, εν αγνοία μας, να αναλάβουμε αμισθί την επικοινωνιακή προώθηση του εμπνευστή μιας επικής μπαρούφας. Η είδηση αναπαράγεται με ρυθμούς επιδημίας, μολύνοντας κάθε διαθέσιμο μέσο ενημέρωσης. Δίκτυο, σόσιαλ, σάιτ, τύπο, τηλεόραση, ραδιόφωνο. Και ο βλάκας γίνεται viral. Και πλέον μιλούν όλοι γι' αυτόν. Ευτυχισμένο το είδωλο στον καθρέπτη.

Το πρόβλημα είναι ότι η συλλογική μας μνήμη εξακολουθεί να πάσχει από επιλεκτική αμνησία.

Ζήσαμε μνημόνια που θα σκίζονταν, επιδόματα που εξατμίστηκαν στον πυρετό του πληθωρισμού προτού προλάβουν να αγγίξουν τις τσέπες μας και υποσχέσεις που περιμένουν στην ουρά.

Εξακολουθούμε να θέλουμε άρτον και θεάματα, κι ας μην έχουμε ούτε φακές να γεμίσουμε το πιάτο.

Άσε που φακές χωρίς φέτα δεν λένε. Και η φέτα κοντεύει να γίνει είδος πολυτελείας.

Δεν πειράζει.

Θα τρώμε μπελούγκα.

Και θα παρακολουθούμε τους πολιτικούς μας να συζητούν τα προβλήματα της ελίτ.


Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Από το Ράιχσταγκ στο cockpit — ή πώς ο σιωνισμός αντιγράφει το ξαδελφάκι του, τον ναζισμό.



Είναι πρωί. Ένα Boeing 737 της Flydubai πετάει από το Ντουμπάι προς το Τελ Αβίβ. Μια απολύτως συνηθισμένη πτήση. Εκατόν εβδομήντα τέσσερις άνθρωποι μέσα σε έναν μεταλλικό σωλήνα, δέκα χιλιάδες μέτρα πάνω από τη γη, κάνουν αυτό που κάνουμε όλοι στα αεροπλάνα: κοιμούνται, χαζεύουν οθόνες, τρώνε, πίνουν καφέ, συζητούν και περιμένουν να φτάσουν.

Και ξαφνικά εμφανίζεται ο κακός στο πλάνο.

Γιατί κάθε καλή ιστορία χρειάζεται έναν κακό.

Ο κακός στην ιστορία αυτή είναι ο συγκυβερνήτης, ο οποίος επιτίθεται στον πιλότο με μαχαίρι μέσα στο κόκπιτ και τον τραυματίζει σοβαρά. Εν μέσω πάλης και μαχαιρωμάτων, ο αιμόφυρτος πιλότος καταφέρνει να ανοίξει από μέσα την πόρτα του πιλοτηρίου με αποτέλεσμα δράστης και πιλότος να καταλήξουν πεσμένοι στην είσοδό του.

Κάπου εδώ η ταινία αρχίζει να θυμιζει το Speed, μόνο που αντί σε λεωφορείο είμαστε σε αεροπλάνο και στον ρόλο του Keanu Reeves είναι ένας ισραηλινός υδραυλικός που σώζει την κατάσταση, ο οποίος χωρίς να έχει την σωματοδομή του Ράμπο, καταφέρνει να αφοπλίσει και να  ακινητοποιήσει τον δράστη σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Ενταξει. Συμβαίνουν και ηρωικά πράγματα στη ζωή. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιδρούν ψύχραιμα σε ακραίες καταστάσεις.

Μόνο που το αεροπλάνο στο μεταξύ πέφτει. Με τη μύτη προς τα κάτω. Ταχύτατα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που κυκλοφόρησαν, χάνει περίπου 17.000 πόδια μέσα σε περίπου ένα λεπτό,  αναπτύσσοντας τεράστιες δυνάμεις εντός της καμπίνας όπου λογικά γίνεται της κακομοίρας.

Θα περίμενε λοιπόν κάθε λογικός άνθρωπος που ξέρει στοιχειώδη φυσική, ότι άνθρωποι, κινητά, τσάντες, καφέδες και ό,τι άλλο δεν είναι βιδωμένο στο πάτωμα έχει αποκτήσει μια... ανεξάρτητη σχέση με τη βαρύτητα σε αυτά τα δραματικά δευτερόλεπτα. Κι όμως, στις εικόνες που είδαμε από το εσωτερικό του αεροπλάνου, όλα ήταν πλήρως τακτοποιημένα και τα ποτηράκια παρέμειναν όρθια στα τραπεζάκια τους.

Ψύχραιμα τα ποτήρια.

Προφανώς δεν έβλεπαν Mayday.

Γιατί ο ήρωας μας έβλεπε.

Προλαβαίνει λοιπόν να αφοπλίσει τον δράστη, να μπει στο πιλοτήριο και επειδή, σύμφωνα με όσα μεταδόθηκαν, ήταν λάτρης της τηλεοπτικής σειράς που ερευνά αεροπορικά ατυχήματα και δυστυχήματα Mayday, αποφασίζει  ότι ήρθε επιτέλους η ώρα να αξιοποιήσει όλη αυτή τη γνώση.

Εγώ βλέπω House εδώ και χρόνια, αλλά αν κάποιος καταρρεύσει μπροστά μου δεν θα τολμήσω να του κάνω τραχειοτομή.

Ο άνθρωπος μας όμως μπαίνει στο πιλοτήριο και καταφέρνει να επαναφέρει το αεροσκάφος.

Μόνος.

Ένα επιβατικό αεροπλάνο που, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, έχει χάσει χιλιάδες πόδια μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Κι εδώ αρχίζω να έχω μια μικρή απορία.

Πότε ακριβώς πρόλαβαν να συμβούν όλα αυτά;

Γιατί μέσα στο χρονικό διάστημα της απότομης απώλειας ύψους πρέπει ο πιλότος να δεχτεί την επίθεση, να μαχαιρωθεί, να ανοίξει την πόρτα, να βγουν ή να πέσουν έξω από το πιλοτήριο αυτός και ο δράστης, να αντιληφθεί ο επιβάτης τι συμβαίνει, να ορμήσει στον δράστη, να τον ακινητοποιήσει, να καταλάβει ότι πλέον έχουμε κι ένα δεύτερο μικρό προβληματάκι —πέφτει το γαμημένο αεροπλάνο— να μπει στο cockpit, να καταλάβει τι βλέπει μπροστά του και να αναλάβει τον έλεγχο.

Δεν ξέρω.

Μπορεί.

Εγώ πάντως τόση ώρα θέλω για να πάω από το δωμάτιο μου στην κουζίνα του σπιτιού μου για να δω τι έχει το ψυγείο, περπατώντας σε όρθια στάση πάνω σε οριζόντιο δάπεδο, υπό την επίδραση της κανονικής βαρύτητας 1g.

Αλλά ας πάει κι αυτό το παλιάμπελο.

Το επανέφερε ο υδραυλικός το αεροπλάνο. Το δέχομαι.

Ποιος το προσγειώνει όμως;;;;;;;;

Νέο plot twist: όλως τυχαίως, ανάμεσα στους επιβάτες υπάρχουν και δύο πιλότοι.

Διότι, αφού ο υπερήρωας-ράμπο-τηλεκπαιδευμένος πιλότος έκανε το δύσκολο κομμάτι, χρειαζόμαστε και ανθρώπους με κανονική άδεια πιλότου για το φινάλε.

Μπαίνουν λοιπόν κι αυτοί στο cockpit, αναλαμβάνουν το αεροπλάνο και το προσγειώνουν με ασφάλεια.

Τίτλοι τέλους.

Χειροκρότημα.

Μόνο που έχουμε και φωτογραφίες του ήρωα. Με αίματα στις κάλτσες, αλλά —τουλάχιστον στις εικόνες που κυκλοφόρησαν— χωρίς αντίστοιχη εικόνα στα παπούτσια.

Και κάπου εδώ περιμένω να εμφανιστεί ο Σπίλμπεργκ και να πει:

«Ρε παιδιά, λίγο παρατραβηγμένο δεν είναι;»

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα τέτοιο περιστατικό αποκλείεται να συνέβη. Ούτε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος αποκλείεται να επέδειξε πραγματικό θάρρος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένα πραγματικό γεγονός αποκτά τόσο γρήγορα τέλεια δραματουργία.

Έναν κακό.

Έναν ήρωα.

Ένα αεροπλάνο γεμάτο αθώους.

Έναν τραυματισμένο πιλότο.

Μια σχεδόν βέβαιη καταστροφή.

Και τον απλό πολίτη που, την κρίσιμη στιγμή, μεταμορφώνεται σε υπεράνθρωπο και σώζει τους πάντες.

Και δύο πιλότους επιβάτες.

Πολύ καλό.

Υπερβολικά καλό.

Και τότε αρχίζει για μένα το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα: πού τελειώνει το γεγονός και πού αρχίζει η κατασκευή του αφηγήματος;

Οι πραγματικές ιστορίες έχουν ένα ελάττωμα.

Είναι συνήθως μπάχαλο.

Γι' αυτό και με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο ποιος χρειάζεται αυτή την ιστορία και γιατί τη χρειάζεται τώρα.

Ο Νετανιάχου έχει επενδύσει πολιτικά επί δεκαετίες στην εικόνα του ανθρώπου που προστατεύει το Ισραήλ από έναν κόσμο γεμάτο εχθρούς. Και όταν ένας ηγέτης χρειάζεται ξανά συσπείρωση, όταν η δημοτικότητά του δοκιμάζεται και οι εκλογές πλησιάζουν, ένας κακός που επιτίθεται κι ένας ηρωικός Ισραηλινός που σώζει δεκάδες ζωές είναι σχεδόν υπερβολικά βολική ιστορία.

Ο Νετανιάχου, αν μη τι άλλο, φαίνεται να έχει μελετήσει πολύ καλά τον Χίτλερ. Όχι με τη γελοία έννοια ότι έχει την αφίσα του στο υπνοδωμάτιό του, αλλά με την πολύ πιο σκοτεινή έννοια: έχει καταλάβει εξαιρετικά καλά πώς χρησιμοποιείται πολιτικά ο φόβος. Πώς κατασκευάζεται ένας μόνιμος εχθρός. Πώς συσπειρώνεται ένας λαός γύρω από τον ηγέτη που υπόσχεται να τον προστατεύσει. Πώς ένα πραγματικό γεγονός παύει να είναι απλώς γεγονός και γίνεται αφήγημα.

Και ναι, ο εθνικιστικός, επεκτατικός σιωνισμός είναι ιδεολογικό πρωτοξαδέλφι του ναζισμού.  Όταν αρχίζεις να χωρίζεις ανθρώπους σε «εμάς» και «αυτούς», να αποδίδεις διαφορετική αξία και διαφορετικά δικαιώματα ανάλογα με την εθνότητα, την καταγωγή και την γη και να θεωρείς ότι η επιβίωση του δικού σου λαού δικαιολογεί σχεδόν οτιδήποτε συμβεί στον άλλο, η συγγένεια των δυο ιδεολογιών βγάζει μάτι.

Και γι' αυτό μου έρχεται αναπόφευκτα στο μυαλό το Ράιχσταγκ.

Όχι επειδή γνωρίζω ότι κάποιος «έστησε» το περιστατικό του αεροπλάνου. Δεν το γνωρίζω. Όπως άλλο πράγμα είναι το ποιος έβαλε τη φωτιά στο Ράιχσταγκ κι άλλο —ιστορικά απολύτως ουσιώδες— το πώς ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τη φωτιά.

Αυτό ακριβώς είναι που με ενδιαφέρει.

Όχι μόνο αν κάτι συνέβη.

Αλλά ποιος το αφηγείται, πώς το αφηγείται, τι παραλείπει και κυρίως τι κερδίζει από την αφήγηση.

Γιατί αν όντως ένα αεροπλάνο έχασε 17.000 πόδια, ένας πιλότος μαχαιρώθηκε, ένας επιβάτης πάλεψε με τον δράστη, τον ακινητοποίησε, μπήκε στο πιλοτήριο, θυμήθηκε τα επεισόδια του Mayday, επανέφερε μόνος του το αεροσκάφος και στη συνέχεια εμφανίστηκαν ως από μηχανής θεοί δύο πιλότοι για να το προσγειώσουν, ενώ τα ποτήρια παρέμεναν ατάραχα στα τραπεζάκια τους...

Εγώ θα κρατήσω μια πισινή.

Και το House.

Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να το παίξω γιατρός κι εγώ.