«Που να σου ρίξει κι άλλο βιτριόλι.»
«Λαθροπιθήκι.»
«Αποτυχημένο τσίρκουλο.»
«Ξεκωλιάρα.»
Πουτάνα, καριόλα, σιχαμένη, χοντροκώλα, αράπη, γύφτουλα...
Κάτω από μια οποιαδήποτε ανάρτηση στα social media υπάρχει πληθώρα τέτοιων σχολίων. Και δεν χρειάζεται καν να αφορά κάποιο από τα παραδοσιακά θέματα-τζηζ, όπως η πολιτική, η μετανάστευση ή η θρησκεία.
Δεν μακιγιάρεται η Ελληνίδα επταθλήτρια Αναστασία Ντραγκομίροβα όπως αρέσει στον κάφρο; Βρίζει.
Ανεβάζει η Effie χαζοχαρούμενα βιντεάκια; Ο κάφρος χυδαιολογεί.
Τολμάει η Αφροελληνίδα Ίντρα Κέην να αναπνέει; Βρισίδια και πάλι.
Κι όχι μόνο.
Κατάρες, απειλές, προτροπές σε βία.
Να βγει, λέει, η καταδικασμένη και να ρίξει κι άλλο βιτριόλι στην Ιωάννα Παλιοσπύρου, επειδή είναι... σπαστικιά. Το «σε βρίσκω εκνευριστική έτσι, απλά επειδή υπάρχεις» μετατρέπεται με απόλυτη φυσικότητα, σε ευχή για κακούργημα. Απόλυτα λογικό! Και κυρίως εποικοδομητικό.
Όπως λογικό φαίνεται σε κάποιους να πυροβολούν έναν σκύλο μέσα σε περιφραγμένη αυλή, ακόμη και όταν εκεί παίζει ένα παιδί.
Ή να πατούν επίτηδες με το αυτοκίνητο έναν σκύλο που κοιμάται στην μέση ενός επαρχιακού δρόμου.
Ή να δολοφονούν τη σύντροφό τους, νυν ή πρώην.
Και κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε για «τοξικότητα του διαδικτύου».
Δεν είναι πρόβλημα του διαδικτύου.
Είναι πρόβλημα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο
Πίσω από τα πληκτρολόγια υπάρχουν άνθρωποι.
Ακόμη και πίσω από τα ψεύτικα προφίλ, τις ελληνικές σημαίες, τις Παναγίες, τα λουλούδια και τα ανύπαρκτα ονοματεπώνυμα, υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος.
Και πολλοί δεν μπαίνουν καν στον κόπο να κρυφτούν.
Βρίζουν με ονοματεπώνυμο.
Απειλούν με φωτογραφία.
Γράφουν ρατσιστικά και σεξιστικά σχόλια έχοντας δίπλα στο όνομά τους τη φάτσα τους, τη δουλειά τους, το χωριό τους, καμιά φορά και φωτογραφία αγκαλιά με τα παιδιά τους.
Δεν ντρέπονται.
Κι αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό απ’ όλα.
Γιατί σημαίνει ότι δεν θεωρούν πως κάνουν κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ντραπούν.
Ο άνθρωπος που αποκαλεί μια μαύρη γυναίκα «λαθροπίθηκο» δεν εξαφανίζεται όταν κλείσει το Facebook.
Είναι ο συνάδελφός σου, ο προϊστάμενός σου, ο γείτονάς σου, ο τύπος στο διπλανό τραπέζι, ο σύντροφος της κόρης σου, η μάνα κάποιου παιδιού, ο πατέρας μιας δεκατετράχρονης.
Είναι η κυρία που αύριο το πρωί θα σου πει χαμογελαστή «καλημέρα» στο ασανσέρ.
Έχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τη διαδικτυακή τοξικότητα σαν να είναι ένα φαινόμενο που γεννήθηκε μέσα στα social media.
Δεν είναι.
Είναι η τοξικότητα της κοινωνίας που χρησιμοποιεί τα social media.
Το πληκτρολόγιο δεν εμφύτευσε σε κανέναν ρατσισμό, μισογυνισμό, σαδισμό ή περιφρόνηση για τον άλλον. Του έδωσε απλώς έναν εύκολο χώρο για να τα εκφράσει — και, συχνά, του έδωσε και παρέα.
Γράφει ο ένας «πουτάνα».
Δεκαπέντε like.
Ο δεύτερος γράφει κάτι χειρότερο.
Γέλια. Καρδούλες. «Πες τα!»
Και κάπως έτσι η χυδαιότητα γίνεται τρόπος επικοινωνίας.
Η απανθρωπιά αστείο.
Ο ρατσισμός «άποψη».
Η απειλή «νεύρα της στιγμής».
Το bullying «πλάκα».
Και τίποτα από αυτά δεν μένει αναγκαστικά μέσα στην οθόνη.
Γιατί όποιος εξοικειώνεται καθημερινά με το να αντιμετωπίζει τον άλλον σαν σκουπίδι δεν αποκτά μαγικά ενσυναίσθηση μόλις αφήσει το κινητό στο κομοδίνο.
Στον πραγματικό κόσμο αυτή η περιφρόνηση παίρνει διαφορετικές μορφές: κακοποίηση ζώων, ενδοοικογενειακή βία, bullying, ρατσιστική και σεξιστική βία, εξευτελισμό ανθρώπων επειδή είναι χοντροί, θηλυπρεπείς, μαύροι, φτωχοί ή απλώς διαφορετικοί.
Δεν είναι όλα αυτά το ίδιο πράγμα.
Έχουν όμως μια κοινή πρώτη ύλη:
την εξοικείωση με την απανθρωποποίηση του άλλου.
Τη στιγμή που ο άλλος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται «πίθηκος», «πουτάνα», «ανώμαλος», «σκουπίδι», γίνεται ευκολότερο να τον εξευτελίσεις.
Κι όταν ο εξευτελισμός κανονικοποιείται, το επόμενο όριο μετακινείται λίγο πιο πέρα.
Και μετά λίγο πιο πέρα ακόμη.
Μέχρι που κάποια στιγμή δεν ξέρεις πια πού ήταν το όριο.
Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο όταν διαβάζω τα σχόλια κάτω από τέτοιες αναρτήσεις.
Όχι ότι το ίντερνετ είναι ένας άσχημος τόπος.
Αλλά ότι όλοι αυτοί, μόλις γράψουν το σχόλιό τους, κλείνουν το κινητό και βγαίνουν έξω.
Κυκλοφορούν ανάμεσά μας.
Και ναι.
Είναι επικίνδυνοι.
Συχνά δε είναι οι υπαίτιοι αυτοκτονιών, ειδικά εφήβων.










.jpg)







