Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ένα ανώνυμο θύμα. Ένας επώνυμος θύτης. Και μια διαδικτυακή κοινωνία σε ρόλο δικαστή



Θα ξεκινήσω από το πιο αντιδημοφιλές πράγμα που μπορεί να πει κανείς σήμερα όταν διαβάζει μια καταγγελία σεξουαλικής βίας:

Κάτι δεν μου κάθεται καλά στην όλη ιστορία. Υπάρχουν μερικά σημεία  τα οποία μου δημιουργούν κάποιους προβληματισμούς.

Και δεν λέω ότι η γυναίκα λέει ψέματα. Δεν ήμουν εκεί. Δεν ξέρω τι συνέβη. Δεν έχω κανένα δικαίωμα να αμφισβητήσω το προσωπικό της βίωμα, γιατί δεν γνωρίζω ούτε εκείνη ούτε τον άντρα που καταγγέλλει. Ούτε και έχω ακούσει την δική του εκδοχή.

Ακριβώς γι' αυτό δεν μπορώ να ξέρω αν ο Μ. είναι ή δεν είναι βιαστής.

Και το «δεν ξέρω» δεν είναι victim blaming. Είναι ίσως η μόνη έντιμη θέση όταν έχουμε μπροστά μας μία ανώνυμη αφήγηση, έναν εμμέσως πλην σαφώς αναγνωρίσιμο κατηγορούμενο και καμία διαδικασία ελέγχου όσων καταγγέλλονται.

Μπορώ όμως να πω τι μου προκαλεί ερωτήματα.

Και μου προκαλούν πολλά.

Στο δικό μου γίγνεσθαι ο βιασμός και η κακοποιητική σχέση είναι δυο συγγενικές καταστάσεις, αλλά ξεκάθαρα διαφορετικές.

Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στην καταγγελία, σχηματίζεται με σαφήνεια η εικόνα ενός ανθρώπου που δύσκολα θα ανεχόμουν έστω και στο διπλανό τραπέζι.

Εγωπαθής. Εκμεταλλευτής. Αδιάφορος για τις ανάγκες του άλλου. Ένας άνθρωπος που φαίνεται να έχει μάθει ότι ο κόσμος υπάρχει για να τον εξυπηρετεί. Το ίδιο πιθανότατα και οι γυναίκες ως σκεύη ικανοποίησης αποκλειστικά της δικής του ηδονής.  Μιλάμε μάλλον για ένα αρπακτικό ως προς τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζει την ευαλωτότητα και τη χρησιμοποιεί υπέρ του. Ενδεχομένως να υπήρξε grooming. Και ναι, μοιάζει πολύ πιθανό να έχει διαπράξει το σοβαρότατο ηθικό και ποινικό αδίκημα του βιασμού.

Αλλά το «πιθανό» απέχει πολύ από το «αποδεδειγμένο».

Και κυρίως, δεν θεωρώ απόδειξη, ούτε καν ένδειξη βιασμού το γεγονός ότι του άρεσε το βίαιο σεξ.

Εδώ κάπου το αφήγημα που δημιουργεί η ανώνυμη καταγγέλλουσα προσωπικά με ενοχλεί ιδιαίτερα, γιατί φέρνει μια συντηρητική δυσοσμία.

Οι βρισιές, τα χαστούκια, η κυριαρχία, το τράβηγμα των μαλλιών παρουσιάζονται σχεδόν ως τεκμήρια της ενοχής του.

Μόνο που δεν είναι.

Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν πολύ σκληρό σεξ επειδή αυτό ακριβώς τους αρέσει. Γυναίκες και άντρες. Άνθρωποι απολύτως φυσιολογικοί, τρυφεροί, λειτουργικοί, που μέσα στο κρεβάτι θέλουν πράγματα τα οποία κάποιος τρίτος μπορεί να βρίσκει αποκρουστικά. 

Δικαίωμά τους.

Δεν με ενδιαφέρει τι καυλώνει τον καθένα. Με ενδιαφέρει αν το θέλει και ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντί του.

Αν δεν το θέλει και το έχει καταστήσει σαφές, έχουμε άλλο ζήτημα.

Αν όμως δεν το λέει ποτέ;

Εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.

Ο άλλος δεν είναι υποχρεωμένος να διαβάζει το μυαλό μας

Ξέρω ότι αυτή η πρόταση θα ενοχλήσει.

Αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε αδιάκοπα για συναίνεση και συγχρόνως να αφαιρούμε από τους ενήλικες κάθε ευθύνη να επικοινωνούν.

Η γυναίκα περιγράφει μια σχέση περίπου ενάμιση χρόνου. Επιστρέφει. Τον συναντά. Τον βάζει σπίτι της. Τον μεταφέρει. Τον περιμένει. Του αγοράζει καφέ. Του δανείζει χρήματα. Ανταλλάσσει μαζί του σεξουαλικά μηνύματα. Ξανακάνει σεξ μαζί του. Και, σύμφωνα με όσα η ίδια γράφει, δεν του λέει σχεδόν ποτέ ότι δεν θέλει αυτό που συμβαίνει. Η σημαντική εξαίρεση είναι όταν εκείνος αναφέρει την πιθανότητα σεξ με δεύτερο άντρα. Εκεί φοβάται και λέει όχι. Και μάλιστα όχι μία φορά. Την επόμενη ημέρα τον παίρνει τηλέφωνο για να το ξεκαθαρίσει ξανά. Άρα μπορούσε τουλάχιστον σε εκείνη την περίπτωση να εκφράσει όριο — και το έκανε.

Αυτό φυσικά δεν αποδεικνύει ότι συναινούσε σε οτιδήποτε άλλο. Θα ήταν εξίσου αυθαίρετο συμπέρασμα. Αλλά δημιουργεί ένα ερώτημα:

Πώς ακριβώς περίμενε να γνωρίζει εκείνος ποια πράγματα δεν ήθελε, όταν η ίδια περιγράφει ότι επί μήνες δεν του το έλεγε;

Η σιωπή δεν σημαίνει αυτομάτως «ναι».

Αλλά ούτε μεταφέρει τηλεπαθητικά ένα «όχι».

Και προφανώς υπάρχουν εξαιρέσεις. Αν κάποιος λέει «δεν θέλω σεξ», αν προσπαθεί να απομακρυνθεί, αν αντιστέκεται και ο άλλος συνεχίζει, τότε υπάρχει σαφής παραβίαση ορίου. Μπορεί επίσης να υπάρξει βιασμός μέσα σε μια σχέση. Το ότι έκανες συναινετικά σεξ εκατό φορές δεν δίνει σε κανέναν δικαίωμα στην εκατοστή πρώτη.

Αλλά δεν μπορώ να κάνω και το αντίστροφο: να θεωρήσω κάθε προηγούμενη συνεύρεση βιασμό επειδή χρόνια αργότερα ο ένας άνθρωπος λέει ότι μέσα του δεν την ήθελε.

Και ναι, έχουμε ευθύνη για τα όριά μας

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ταμπού.

Έχουμε φτάσει τόσο σωστά να πολεμάμε το «τα ήθελε και τα έπαθε», ώστε μερικές φορές καταλήγουμε στο άλλο άκρο: ένας ενήλικος άνθρωπος δεν έχει καμία απολύτως ευθύνη για όσα επέτρεψε να του συμβούν μέσα σε μια σχέση.... δια της παραλείψεως.

Δεν μιλάει.

Δεν αντιδρά.

Δεν απομακρύνεται.

Επιστρέφει.

Ξαναεπιστρέφει.

Δίνει.

Εξυπηρετεί.

Ανέχεται.

Και οτιδήποτε συμβεί αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη του άλλου επειδή εκείνος «έπρεπε να καταλάβει».

Όχι.

Δεν λέω ότι ένας άνθρωπος ευθύνεται για τον βιασμό του επειδή δεν αντιστάθηκε. Αυτό θα ήταν τερατώδες.

Λέω κάτι διαφορετικό.

Έχουμε ευθύνη για τη διαχείριση των σχέσεων μας. Για τα όριά μας. Για το να μιλάμε. Για το να ζητάμε. Για το να λέμε όχι. Για το να φεύγουμε όταν μπορούμε και βλέπουμε ότι ένας άνθρωπος μάς χρησιμοποιεί.

Κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε από αυτά, τότε υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα που χρειάζεται να δούμε.

Όχι επειδή «φταίμε». Αλλά επειδή είμαστε τρομακτικά ευάλωτοι στον πρώτο άνθρωπο που θα καταλάβει ότι μπορεί να περνάει από πάνω μας χωρίς αντίσταση.

Και, δυστυχώς, υπάρχουν αρπακτικά που αυτό ακριβώς ψάχνουν.

Αν η γυναίκα πράγματι βίωνε όλες αυτές τις συνευρέσεις ως ανεπιθύμητες αλλά επί ενάμιση χρόνο δεν μπορούσε ούτε να το εκφράσει, ούτε να απομακρυνθεί από έναν άνθρωπο με τον οποίο δεν συγκατοικούσε, δεν ήταν παντρεμένη, δεν είχε παιδιά, δεν εξαρτιόταν οικονομικά και ο οποίος δεν ήταν εργοδότης ή προϊστάμενός της, ούτε καν ο πρόεδρος του χωριού ή ο παπάς της ενορίας, τότε αυτό κάτι λέει για την δική της τεράστια ψυχική δυσκολία οριοθέτησης.

Και η ίδια, άλλωστε, περιγράφει τον εαυτό της τότε ως εξαιρετικά ευάλωτο.

Αυτό δεν δίνει σε κανέναν άδεια να την εκμεταλλευτεί.

Εξηγεί όμως ίσως γιατί ένας εκμεταλλευτικός άνθρωπος μπορούσε να το κάνει τόσο εύκολα.

Υπήρχε και κάτι άλλο στη μέση;

Υπάρχει ακόμη ένα σημείο που δεν μπορώ να αγνοήσω. 

Πείτε με κακοπροαίρετη, αλλά πολλά έχουν δει τα μάτια μας και έχω κάποιες επιφυλάξεις. Γιατί η γνωριμία δεν ξεκίνησε ερωτικά, για εκείνη τουλάχιστον. Η ίδια γράφει ότι ήθελε να μπει στον επαγγελματικό του χώρο. Εκείνος ήταν καταξιωμένος, μπορούσε να τη συμβουλεύσει και, όπως λέει, είχε αφήσει να εννοηθεί ότι ίσως μπορούσε να της βρει μια επαγγελματική διέξοδο.

Είναι λοιπόν παράλογο να αναρωτηθώ μήπως υπήρχε έστω και κάποιο τόσο δα συμφέρον; Μήπως σκέφτηκε κάποια στιγμή «δεν μου αρέσει, αλλά θα το ανεχτώ γιατί ίσως αυτή η σχέση με βοηθήσει να μπω στον χώρο»;

Δεν ξέρω.

Μπορεί.

Μπορεί και καθόλου.

Και δεν πρόκειται να παρουσιάσω μια υπόθεση του δικού μου μυαλού ως γεγονός.

Αλλά υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «κάνω σεξ που δεν θέλω επειδή προσδοκώ κάτι από αυτή τη σχέση» και στο «με βιάζει». 

Το πρώτο μπορεί να είναι δυσάρεστο, θλιβερό, ακόμη και αυτοκαταστροφικό. Δεν είναι όμως από μόνο του βιασμός.

Και φυσικά, αν εκείνος χρησιμοποίησε πραγματική επαγγελματική ισχύ για να απαιτήσει σεξ ως αντάλλαγμα, τότε μιλάμε σαφέστατα για σεξουαλική παρενόχληση. Αλλά αυτό πρέπει να προκύπτει από στοιχεία. Όχι από υποθέσεις. Και δεν προκύπτει ούτε και από την καταγγελία της.

Υπάρχουν και κάποια άλλα γεγονότα μέσα στην αφήγηση που κάπως μου κλωτσάνε.

Στον πρώτο καταγγελλόμενο βιασμό, ο άντρας έχει υποστεί ατύχημα και χρειάζεται τη βοήθειά της για να κατέβει και αργότερα να ανέβει τις σκάλες. Λίγο όμως αργότερα ξαφνικά αποκτά αρκετή σωματική ικανότητα ώστε να τη χειριστεί βίαια πάνω στο κρεβάτι.

Μπορεί να εξηγείται απολύτως. Ένα τραυματισμένο πόδι δεν σημαίνει αδύναμα χέρια. Δεν γνωρίζουμε καν τι τραυματισμό είχε. Αλλά μου δημιουργεί ερώτηματα.

Όπως μου δημιουργούν ερώτημα τα δύο περιστατικά με τη ροχάλα. Η γυναίκα περιγράφει έναν όρθιο έχοντα τις αισθήσεις του άνθρωπο, σε δημόσιο χώρο, στον οποίο κάποιος πιέζει με τα δάχτυλα το στόμα ώστε να το ανοίξει και καταφέρνει να φτύσει μέσα του χωρίς εκείνος να απομακρυνθεί εγκαίρως. Και περιγράφει ότι αυτό συνέβη δύο φορές.

Είναι αδύνατον;

Όχι.

Μου φαίνεται πρακτικά δύσκολο;

Ναι.

Και ειδικά εφόσον ένα τουλάχιστον περιστατικό φέρεται να έγινε σε δημόσια εκδήλωση, το πρώτο που θα αναρωτιόμουν είναι αν υπήρχαν άνθρωποι που το είδαν.

Η αμφιβολία δεν είναι καταδίκη του καταγγέλλοντος.

Όπως η καταγγελία δεν είναι καταδίκη του καταγγελλόμενου.

Και φτάνουμε στο μεγαλύτερο πρόβλημά μου

Η καταγγελία είναι ανώνυμη.

Απολύτως θεμιτό, εφόσον κάποιος θέλει να αφηγηθεί ένα τραυματικό βίωμα χωρίς να εκτεθεί.

Μόνο που ταυτόχρονα η καταγγελία δίνει στοιχεία για τον άντρα.

Αρχικό ονόματος. Επάγγελμα. Χώρος δράσης. Πολιτική και κοινωνική παρουσία. Συγκεκριμένες εκδηλώσεις. Πληροφορίες αρκετές ώστε, όπως φαίνεται, άνθρωποι του συγκεκριμένου χώρου να γνωρίζουν πλέον ποιος είναι. Και εντός ολίγων ωρών να ξέρουμε όλοι ποιος είναι ο Μ.

Και εδώ εγώ έχω ένα σοβαρό ηθικό πρόβλημα.

Αν θέλεις να είσαι ανώνυμη, έχεις κάθε δικαίωμα να είσαι ανώνυμη. Αλλά τότε κράτησε πραγματικά ανώνυμο και εκείνον.

Δεν χρειαζόταν το αρχικό του.

Δεν χρειαζόταν το επάγγελμά του.

Δεν χρειαζόταν κανένα αναγνωριστικό στοιχείο για να αφηγηθεί τι έζησε, να μιλήσει για κακοποίηση, τραυματικό δεσμό ή όσα υπέστη.

Από τη στιγμή όμως που μια ανώνυμη καταγγελία «φωτογραφίζει» έναν πραγματικό άνθρωπο τόσο καθαρά ώστε η κοινότητά του να γνωρίζει ποιος είναι, παύουμε να έχουμε απλώς μια προσωπική εξομολόγηση. Έχουμε δημόσια κατηγορία.

Και μάλιστα για ένα από τα βαρύτερα πράγματα που μπορείς να αποδώσεις σε άνθρωπο.

Κι εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε.

Με μία μόνο κατάθεση.

Ανώνυμη.

Και αν κάποιος τολμήσει να πει «περίμενε, θέλω να ακούσω και την άλλη πλευρά», κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι «δεν πιστεύει τα θύματα».

Όμως το τεκμήριο αθωότητας υπάρχει ακριβώς για τις κατηγορίες που μας προκαλούν αποστροφή.

Δεν έχει κανένα νόημα να το επικαλούμαστε μόνο όταν συμπαθούμε τον κατηγορούμενο.

Μπορεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος να είναι ακριβώς όπως περιγράφεται.

Μπορεί να είναι εκμεταλλευτής.

Μπορεί να είναι αρπακτικό.

Μπορεί να είναι βιαστής.

Δεν ξέρω.

Και αυτό είναι όλο το θέμα.

Δεν ξέρω.

Και δεν πρόκειται να βαφτίσω τη βεβαιότητα αλληλεγγύη.

Ούτε την αμφιβολία μισογυνισμό.

Ούτε μια ανώνυμη καταγγελία δικαστική απόφαση.

Το να παίρνουμε σοβαρά μια γυναίκα που καταγγέλλει βιασμό σημαίνει ότι την ακούμε σοβαρά.

Δεν σημαίνει ότι απενεργοποιούμε την κριτική μας σκέψη.

Και το να υπερασπιζόμαστε το τεκμήριο αθωότητας ενός άντρα δεν σημαίνει ότι τον αθωώνουμε.

Σημαίνει ότι αρνούμαστε να τον καταδικάσουμε χωρίς να ξέρουμε.

Γιατί διαφορετικά δεν έχουμε δικαιοσύνη.

Έχουμε διαδικτυακό λιντσάρισμα.

Με έναν ανώνυμο κατήγορο, έναν αναγνωρίσιμο κατηγορούμενο και ένα πλήθος που έχει ήδη βγάλει απόφαση.

Η καταγγελία ολόκληρη: https://athens.indymedia.org/post/1642341/

Δεν υπάρχουν σχόλια: