Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Αδελφή μου, σε ακούω. Δεν σου παραδίδω το σφυρί του δικαστή όμως.


 

Το «αδελφή μου, εγώ σε πιστεύω» γεννήθηκε ως κάτι αναγκαίο.

Ως αντίδραση σε αιώνες κατά τους οποίους μια γυναίκα που έλεγε «με βίασε» έπρεπε πρώτα να περάσει από ένα μικρό δικαστήριο χαρακτήρα.

Τι φορούσες;

Γιατί πήγες σπίτι του;

Γιατί ήπιες;

Γιατί δεν φώναξες;

Γιατί δεν έφυγες;

Γιατί ξαναμίλησες μαζί του μετά;

Γιατί το είπες τρεις μήνες αργότερα;

Γιατί δεν έχεις μελανιές;

Και, αν έχεις μελανιές, γιατί βρέθηκες εξαρχής εκεί;

Οπότε ναι: χρειαζόταν ένα αντίβαρο.

Χρειαζόταν κάποιος να πει επιτέλους ότι δεν θα σε εξευτελίσω επειδή μίλησες. Δεν θα ξεκινήσω από την υπόθεση ότι λες ψέματα. Θα σε ακούσω. Θα έχεις πρόσβαση στην αστυνομία, σε γιατρό, σε δικηγόρο, σε ψυχολόγο, σε μια δίκαιη διαδικασία χωρίς να χρειαστεί να αποδείξεις πρώτα ότι είσαι παρθένα, νηφάλια, σεμνά ντυμένη και να έχεις παλέψει μέχρι λιποθυμίας για να δικαιούσαι το όχι σου.

Αυτό είναι αλληλεγγύη.

Όμως κάπου στη διαδρομή το «σε πιστεύω» κινδυνεύει μερικές φορές να αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική σημασία:

«Το είπες, άρα συνέβη. Κατήγγειλες έναν άνθρωπο, άρα είναι ένοχος.»

Γιατί τότε έχουμε ένα μικρό προβληματάκι.

Αύριο μπορώ να πω ότι με βίασε ο πρώην που με παράτησε. Το αφεντικό που με απέλυσε. Ο τριτοξάδελφος με τον οποίο τσακώνομαι για μια κληρονομιά. Ο γείτονας που μου τρώει κάθε μέρα τη θέση του πάρκινγκ.

Και μετά;

Θα μπορώ με μια ανώνυμη καταγγελία σε ένα εξαιρετικά κλειστό και προστατευμένο site να ρίξω το πρώτο σπίρτο και να παρακολουθώ από ασφαλή απόσταση το γαϊτανάκι;

Screenshot.
Share.
«Κυκλοφορεί καταγγελία».
«Έχουν ακουστεί πράγματα».
«Το ξέρουν όλοι».
«Είναι βιαστής».

Και σε λίγες ώρες ένας άνθρωπος μπορεί να έχει χάσει δουλειά, οικογένεια, φίλους, συνεργασίες, υπόληψη, χωρίς κανείς από όσους τον έστησαν στον τοίχο να γνωρίζει αν το αρχικό κείμενο των δέκα σειρών ήταν αλήθεια, χωρίς να γνωρίζει καν αν το κείμενο αυτό το έγραψε όντως μια γυναίκα.

Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.

Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο επειδή ο βιασμός είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο έγκλημα να αποδειχθεί.

Σε μια ανθρωποκτονία υπάρχει ένα πτώμα. Σε μια διάρρηξη μια σπασμένη κλειδαριά. Σε έναν ξυλοδαρμό μπορεί να υπάρχει ένα μαυρισμένο μάτι, ένα σπασμένο πλευρό. Στον βιασμό μπορεί να μην υπάρχει τίποτα. Απολύτως τίποτα. Κανένα στοιχείο.

Γιατί δεν είναι όλοι οι βιασμοί τύπου Παπαχρόνη, με έναν παρανοϊκό πίσω από έναν θάμνο που αρπάζει υπό την απειλή μαχαιριού μια άγνωστη γυναίκα μέσα στη νύχτα.

Πολύ συχνά ο βιαστής είναι ένας άνδρας οικείος, κάποιος που η γυναίκα γνωρίζει. Μπορεί να είναι φίλος, σύντροφος, πρώην, συνάδελφος. Μπορεί να τον φίλησε πριν. Μπορεί να πήγε οικειοθελώς σπίτι του. Μπορεί να είχε ξανακάνει σεξ μαζί του.

Και μπορεί να μην πάλεψε καθόλου.

Μπορεί να φοβήθηκε. Να πάγωσε. Να υπέκυψε σε απειλές ή ψυχολογική βία. Να εξαρτάται οικονομικά, επαγγελματικά, κοινωνικά από αυτόν. Μπορεί να έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας το ταβάνι, περιμένοντας τον υπομονετικά να τελειώσει.

Και αυτό πώς στο διάολο αποδεικνύεται;

Και πως αποδεικνύεται ότι ο δράστης είχε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι εκείνη την ώρα βιάζει; 

Γιατί δυστυχώς υπάρχουν και γκρίζες ζώνες στο πως ορίζεται ο βιασμός, τι σημαίνει συναίνεση, στο γιατί η σιωπή δεν ψιθυρίζει απαραιτήτως ένα ναι. Γιατί είναι θέμα νοοτροπιών, κουλτούρας, πεποιθήσεων, οδυνηρών κοινωνικών παρεξηγήσεων το τι καθιστά ανεχτή μια συμπεριφορά.

Εδώ όμως υπάρχει ίσως κάτι που μπορεί να βοηθήσει.

Οι βιαστές συχνά εμφανίζουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφοράς. Κι όταν δεν εμφανίζεται μία γυναίκα αλλά τέσσερις, πέντε, έξι, που δεν συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και περιγράφουν παρεμφερείς συμπεριφορές, τότε έχουμε κάτι πολύ διαφορετικό από μία μεμονωμένη ανώνυμη καταγγελία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πέντε καταγγελίες αποτελούν κάποιο μαγικό μαθηματικό ισοδύναμο καταδίκης. Σημαίνει όμως ότι αρχίζουν να ενώνονται οι τελείες. Και τότε, αν τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες, αν αποδειχθεί ότι κάποιος χρησιμοποιούσε επί χρόνια τη θέση, τη φήμη ή την εξουσία του για να κακοποιεί γυναίκες, ότι αδιαφορούσε συστηματικά για τα θέλω και τα δεν θέλω των γυναικών που τύχαιναν στο διάβα του, τότε δεν πειράζει και τόσο αν χάσει και τις συνεργασίες του και την καριέρα του και το χειροκρότημά μας και  δυσκολεύεται να κυκλοφορήσει στον δρόμο με την μούρη του ακάλυπτη. Ας βάλει στην τελική ένα τσαντόρ.

Αλλά πριν "λιντσάρουμε" κοινωνικά έναν άνθρωπο, πρέπει να είμαστε απόλυτα  σίγουροι ότι όντως βίασε.

Και φυσικά πρέπει να συζητάμε ακόμη και το τι είναι βιασμός. Δεν εννοώ να ξηλώσουμε το νομικό πλαίσιο. Το ακριβώς αντίθετο. Οι νόμοι συζητιούνται, αμφισβητούνται και αλλάζουν για να γίνονται καλύτεροι. Η συναίνεση σήμερα ευτυχώς δεν αντιμετωπίζεται όπως πριν πενήντα χρόνια και μπορεί σε άλλα πενήντα να καταλαβαίνουμε ακόμη περισσότερα.

Αλλά άλλο να συζητάμε τι πρέπει να ορίζεται ως βιασμός και άλλο να λέμε ο Τάδε είναι βιαστής.

Στη δεύτερη περίπτωση η αμφισβήτηση δεν είναι μισογυνισμός. Είναι απαραίτητη.

Γιατί αν μια κατηγορία δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, τότε τι στο διάολο τις χρειαζόμαστε τις δίκες;

Θα μπορούσαμε να γλιτώσουμε και τα έξοδα.

Καταγγελία → ενοχή → φυλακή.

Μόνο που αυτό δεν είναι δικαιοσύνη.

Το «αδελφή μου, εγώ σε πιστεύω» λοιπόν, για μένα, δεν σημαίνει «ό,τι πεις έγινε».

Σημαίνει:

Σε ακούω. 

Σε παίρνω στα σοβαρά. 

Δεν θα σε εξευτελίσω. 

Δεν θα ψάξω πόσους γκόμενους είχες ούτε πόσο κοντή ήταν η φούστα σου. 

Θα απαιτήσω να μπορείς να καταγγείλεις έναν βιασμό χωρίς να περάσεις από δεύτερο βιασμό χαρακτήρα. 

Θα απαιτήσω να ερευνηθεί σοβαρά αυτό που λες και να αντιμετωπιστείς με σεβασμό από τους αρμόδιους φορείς και τους εκπροσώπους τους.

Θα απαιτήσω να μην κινδυνεύεις αν ο δράστης κριθεί αθώος να βρεθείς εσύ στο εδώλιο του κατηγορούμενου, όπως έγινε με την Γεωργία Μπίκα.

Αλλά δεν θα απαιτήσω να καταδικαστεί ή να διασυρθεί πριν κριθεί ένοχος ένας άλλος άνθρωπος απλά επειδή εσύ φώναξες "Βιασμός"

Γιατί το αντίθετο του «οι γυναίκες λένε ψέματα, γιατί είναι κακές και κατίνες και εκδικητικές και μυξοκλαίγονται» δεν είναι το «οι γυναίκες λένε πάντα την αλήθεια».

Είναι το:

«Οι γυναίκες δικαιούνται επιτέλους να ακούγονται.»

Και το να ακούω κάποιον είναι πολύ διαφορετικό από το να του παραδίδω το σφυρί του δικαστή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: