Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Ποιος Ιονέσκο και ποιος Μπέκετ! Ε.Σ.Υ.... ένα έργο για γερά νεύρα!

Λοιπόν…. Εγώ έχω την χαρά να είμαι ανασφάλιστη, το οποίο σημαίνει ότι κερδίζω κάμποσα χρονάκια ζωής, μιας και δεν πηγαίνω σε γιατρούς παρά μόνο αν ανεβάσω πυρετό πάνω από 40 βαθμούς ή χάσω όλα τα μαλλιά μου. Και τα κερδίζω αυτά τα χρονάκια γιατί δεν αναγκάζομαι να υποστώ τον παραλογισμό του ελληνικού συστήματος υγείας. Βέβαια, εγώ δεν είμαι 60 χρόνων. Δεν έχω ακόμα υπέρταση, χοληστερίνη, καρδιακά ή αναπνευστικά προβλήματα, κι όλα αυτά που παθαίνει ο άνθρωπος στη μέση ηλικία. Οι περισσότεροι 60άρηδες όλο και κάτι παθαίνουν και σε αυτή την ηλικία μπορεί τα όσα παθαίνουν να είναι και αρκετά σοβαρά. Ίσως να χρειάζονται κοστοβόρες εξετάσεις, αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες, περίπλοκες εξετάσεις αίματος και ούρων, μετρήσεις και κόντρα μετρήσεις, υπερηχογραφήματα κι άλλα γραφήματα, πειραματισμοί με διάφορα κοκτέιλ φαρμάκων, γιατί φτιάχνεις το ένα και χαλάει το άλλο, κι άντε να βρεθεί ο σωστός συνδυασμός που θα σε σώσει αντί να σε σκοτώσει. Κι όλα αυτά, καλό είναι να γίνονται συντονισμένα, σε ένα νοσοκομείο για παράδειγμα. Γιατί κι ο τσαγκάρης της γειτονιάς καλός μάστορας είναι, αλλά δεν τον καλύπτει το ταμείο.

Για να πάω στο προκείμενο. Η μητέρα, δικηγόρος εν ενεργεία στο επάγγελμα, με 32 χρόνια ένσημα, που τα πληρώνει όπως όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες από την τσέπη της, δουλεύει δεν δουλεύει, πάνε δεν πάνε καλά οι εισπράξεις, εισήχθη χθες σε κρατικό νοσοκομείο για εξετάσεις. Την απόφαση αυτή, δεν την πήρε μόνη της. Δεν πήγε δηλαδή στο Αμ. Φλέμινγκ κι είπε εγώ αποφάσισα να έρθω να κάνω ολιγοήμερες διακοπές εδώ μέσα, γιατί βαρέθηκα σπίτι μου και θέλω μια αλλαγή. Την απόφαση αυτή την πήρε η επικεφαλής της ενδοκρινολογικής κλινικής, όταν είδε κάποιες από τις εξετάσεις της κι έκρινε ότι η κατάσταση της μητρός χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

Πήγαμε χτες στο νοσοκομείο και στην γραμματεία μας έδωσαν ένα εισιτήριο, αφού προσκομίσαμε το μπλε βιβλιαράκι, το βιβλιάριο υγείας, με όλες τις σφραγίδες που πιστοποιούν ότι η εν λόγω κυρία είναι ασφαλιστικά ενήμερη και έχει καταβάλει και τα ένσημα του 2009 κανονικότατα. Το εισιτήριο αυτό πρέπει εντός 2 ημερών, να κατατεθεί στο ταμείο του ασθενούς, να εκδοθεί μια εγγυητική επιστολή από το ταμείο, που θα κατατεθεί στη συνέχεια στο νοσοκομείο που νοσηλεύεται ο ασφαλισμένος ασθενής. Κι αφού βγει από το νοσοκομείο ο ασθενής, πρέπει πάλι εντός ολίγων ημερών να πάει στο ασφαλιστικό του ταμείο να καταθέσει το εξιτήριο που θα του δώσει το νοσοκομείο, κατά την έξοδο του. Τώρα αν ο ασθενής πεθάνει και δεν πάρει εξιτήριο, δεν ξέρω τι γίνεται.

Η πρώτη απορία που έχω εγώ η ηλίθια είναι η εξής: γιατί πρέπει να πάει το εισιτήριο στο ταμείο για να εκδοθεί εγγυητική επιστολή προς το νοσοκομείο; Δεν ζούμε στην ψηφιακή εποχή; Δεν θα ήταν πιο εύκολο να σταλεί με ένα e-mail το εισιτήριο προς το ταμείο και η εγγυητική στο νοσοκομείο; Αν ο ασθενής δεν έχει κάποιο συγγενή να τον συνοδεύει, γιατί είναι από τα Φάρσαλα, πως στο διάολο θα βγει από το νοσοκομείο να πάει στο ταμείο του να κάνει αυτή την πανηλίθια διαδικασία;

Αλλά, ας πάμε παρακάτω. Η μητέρα είχε συγγενή συνοδό, εμένα δηλαδή που εννοείται ότι παρόλο τον παραλογισμό, κατέβηκα στο ταμείο προνοίας των δικηγόρων Αθηνών, που βρίσκεται στην Χαρ. Τρικούπη. Ανέβηκα στον 5ο όροφο, όπου γινόταν ένας πανικός. Οι μορφωμένοι και καλλιεργημένοι δικηγόροι, σπρώχνονταν, φώναζαν, προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να πάρουν τη σειρά του μπροστινού τους, ενώ οι υπάλληλοι του ταμείου φέρονταν με απαράδεκτο τρόπο σε ανθρώπους που πληρώνουν χρόνια τα ένσημα τους για να έχουν μια στοιχειώδη ιατρική και φαρμακευτική κάλυψη. Μια κυρία είχε δημιουργήσει θέμα, γιατί νοσηλεύτηκε 11 αντί για 10 μέρες σε κρατικό νοσοκομείο και το ταμείο δεν της κάλυπτε την 11η μέρα. Ένας κύριος ζητούσε να καλυφθούν τα έξοδα για εξετάσεις που είχε κάνει, κάτι το οποίο δεν γινόταν, γιατί στην απόδειξη των εξετάσεων δεν αναγραφόταν η διάγνωση. Κι αναρωτιόταν ο άνθρωπος πως θα ήταν δυνατό ένα διαγνωστικό κέντρο να κάνει διάγνωση a priori. «Μα, αν ήξεραν τι έχω, δεν θα με έστελναν για εξετάσεις οι γιατροί. Πως θα κάνει διάγνωση ένας ακτινολόγος; Κάνεις τις εξετάσεις, τις πας στο γιατρό σου και ο γιατρός κάνει τη διάγνωση. Αν θέλετε να σας φέρω τη διάγνωση του γιατρού μου.» Όχι. Η διάγνωση πρέπει να είναι πάνω στην απόδειξη των διαγνωστικών εξετάσεων, αλλιώς ο ασφαλισμένος δεν καλύπτεται. Εγώ σκεφτόμουν πως όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου έχει πάψει από καιρό να είναι κωμικοτραγικό. Είναι απλά μια κατάντια. Κάποια στιγμή έφτασε η σειρά μου για να εξυπηρετηθώ από την υπάλληλο που ασχολείται με τις νοσοκομειακές εισαγωγές. Σημειωτέον, μόλις έφτασα στον 5ο, ρώτησα που πρέπει να πάω για αυτήν την τυπική και πολύ, μα πιο πολύ δεν γίνεται, γνωστή διαδικασία εισαγωγής σε νοσοκομείο και μου είπαν στην τάδε κυρία. Όταν έφτασα στην τάδε κυρία με το μπλε βιβλιαράκι και το εισιτήριο στα χέρια μου, άκουσα την εξής κουλή ερώτηση; «Εσείς είστε η ασφαλισμένη;» Ναι, εγώ είμαι και πετάχτηκα μωρέ από το νοσοκομείο που έκανα εισαγωγή για να μου μετρούν το αίμα κάθε δυο ώρες, την πίεση και την καρδιά, αλλά, δεν πειράζει που θα χάσω περίπου 3 μετρήσεις για να κατέβω στο ταμείο για να υποστώ όλη αυτή την γραφειοκρατική σχιζοφρένεια!!!! Αφού, ενημέρωσα την κυρία ότι η ασφαλισμένη ήταν η μητέρα μου, μου είπε να κατέβω στον 2ο να πάρω την έγκριση του ελεγκτή ιατρού. Τσάμπα περίμενα το μισαωράκι στον 5ο. Είναι φαίνεται απαραίτητη διαδικασία. Γιατί, αν σου πουν ότι πρώτα πρέπει να πας στον 2ο, δεν θα έχει τον απαιτούμενο χαβαλέ η κατάσταση. Πως αλλιώς θα κάνεις τα νεύρα χιλιάδων ασφαλισμένων κρόσσια; Πως αλλιώς θα τους σπάσεις τον τσαμπουκά; Πως αλλιώς θα τους εξαντλήσεις, για να μην έχουν κουράγιο να διαμαρτύρονται και να καταπιούν την κατάσταση αποκαμωμένοι; Πήγα στον 2ο, όπου ένας κύριος κοίταξε το χαρτί του Αμ. Φλέμιγκ, που έγραφε ως αιτία εισαγωγής «Αδένωμα επινεφριδίου», έβαλε μια τζίφρα και τη σφραγίδα του και μου είπε να ανέβω πάλι στον 5ο. Ούτε το βιβλιάριο κοίταξε, να δει ποια είναι αυτή η κυρία που κάνει εισαγωγή, ούτε με ρώτησε κάτι για το ιστορικό της ασφαλισμένης. Δεν έλεγξε με λίγα λόγια τίποτα. Αλλά… ελεγκτής ιατρός!!! Ανεβαίνοντας στον 5ο, κοίταξα την κατακόκκινη σφραγίδα του ελεγκτή ιατρού, που δεν έλεγξε τίποτα. ΓΥΝΑΙΚΟΛΟΓΟΣ!!!!! Κάτω από την ένδειξη εισαγωγής στο ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ του ΑΜ. ΦΛΕΜΙΓΚ φιγουράριζε η σφραγίδα του ελεγκτή γυναικολόγου. Με έπιασαν τα γέλια. Ανέβαινα τις σκάλες και γέλαγα.

Στον 5ο, περίμενα εκ νέου στη σειρά, μισή ωρίτσα ακόμα και βάλε. Φαίνεται όλα τα παιδιά των ασφαλισμένων δικηγόρων είναι άνεργα, σαν κι εμένα και έχουν άπλετο χρόνο να σπαταλούν στο κτήριο του ταμείου. Ξαναέφτασα μπροστά από την υπεύθυνη για τη διαδικασία υπάλληλο με το εισιτήριο ελεγμένο και σφραγισμένο. «Πόσο θα κάτσει μέσα;» Που να ξέρω εγώ πόσο θα κάτσει μέσα; Για εξετάσεις έχει μπει η γυναίκα. Σίγουρα μια βδομάδα, αλλά αν προκύψει κάποιο εύρημα, μπορεί και παραπάνω. «Θα σας βγάλω μια εγγυητική 10 ημερών, αλλά αν καθίσει παραπάνω, δεν θα σας καλύψει το ταμείο.» Μα, πήγα να ψελλίσω… «Και την εγγυητική πρέπει να την πάτε στο νοσοκομείο εντός 2 ημερών, αλλιώς παύει να ισχύει.» Μα, πήγα να ξαναπώ…. «Και όταν βγει, θέλω το εξιτήριο εντός ολίγων ημερών, αλλιώς, θα χρεωθείτε εσείς. Επόμενος.»
Πήρα την εγγυητική επιστολή, που όντως γράφει ότι σε περίπτωση παράταση της νοσηλείας, το ταμείο δεν φέρει καμιά ευθύνη και δεν καλύπτει τον ασφαλισμένο.
Δεν έχω όπως αντιλαμβάνεστε να προσθέσω κάτι ως σχόλιο. Δεν μιλάω καν για μια extreme περίπτωση. Ούτε θα μπω στον κόπο να αναλύσω πως το Αμ. Φλέμιγκ, εξειδικευμένο νοσοκομείο στα ενδοκρινολογικά δεν έχει μαγνητικό τομογράφο, αλλά ούτε και τα κατάλληλα εργαστήρια για να αναλύσει τα αίματα και τα ούρα που παίρνει από τους ασθενείς. Στο τέλος της εβδομάδας, θα πρέπει να πάω να πάρω έναν κουβά ούρα και διάφορα φιαλίδια με αίμα, να τα πάω στο ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο με το οποίο είναι συμβεβλημένο το ταμείο των δικηγόρων. Και καλό θα ήταν να ρωτήσω πρώτα 5-6 υπαλλήλους του ταμείου αν θα πρέπει να τα εγκρίνει ο ελεγκτής ωριλά του ταμείου πρώτα, μην βρεθούμε να χρωστάμε κανά 5χίλιαρο στα ξαφνικά.

Εγώ, πάλι ως ανασφάλιστη, δεν πάω πλέον σε κανένα γιατρό κι έχω ησυχάσει! Και στην τελική, γύρω στα 50, αυτασφαλίζομαι για να έχω αυτή την σχιζοφρενική ιατρική κάλυψη. Σιγά μην πληρώνω 35 χρόνια την παχουλή κυρία γραφειοκρατία και τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

Άτιτλο

Χωματερή ανθρώπων κι ιδεών
τόσα χρόνια η ζωή
Η δική σου η ζωή
Κι ο χρόνος ανηλεής
στο άπειρο χανόταν
Πεινασμένη σκύλα έψαχνες
Μια στάλα ηδονής
Στη μαύρη άμμο που χυνόταν
Από τον ουρανό
Έσκαβες μέσα στις λάσπες
Γύρευες αυτό το κάτι
Άνθρωπο που σε φτιάχνει
Δεν πρόλαβες
Η κλεψύδρα γύρισε

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

Οι Βόγκονς, οι Ελληνες, τα πάντα και τα κοάλα....

.... κι ένας συμπαντικός κώλος με σοβαρή δερματική επιμόλυνση....


Όπου γης και πατρίς...
Η γη ανήκει στο σύμπαν....
Οι άνθρωποι είναι απλά ένα ζωικό είδος του πλανήτη....
Κι αν είναι κάπως έτσι, γιατί σε αυτόν τον πλανήτη τα πράγματα είναι τόσο χάλια;

Όλη τη ζημιά την κάνουν οι πολιτισμοί που παράγουν θρησκείες, κουλτούρες, σημαίες, είδωλα και σύμβολα, τα οποία γεννούν στον άνθρωπο την ψευδαίσθηση της δημιουργικής παντοδυναμίας, θέτουν τον άνθρωπο στη θέση του δημιουργού, του Θεού, του παντογνώστη που πρέπει να αφυπνίσει και τους άλλους ανθρώπους και να τους δωρίσει με το στανιό το δημιούργημα του. Και εκεί κάπου ξεκινά η αλαζονεία της υπεροχής. Πως είναι οι καλλιτέχνες ένα πράγμα, που φτιάχνουν ένα έργο και νομίζουν ότι άπαντες πρέπει να δεχτούν το δώρο της σοφίας τους; Πως μιλάω εγώ τώρα που νομίζω ότι έχω την πιο γαμάτη άποψη και πρέπει να την μοιραστώ με τα υπόλοιπα δίποδα ζώα του είδους μου; Οπότε, χωριζόμαστε σε κουλτούρες, θρησκείες, χώρες, κόμματα, ιδεολογικές ομάδες, επαγγελματικές τάξεις, κλπ..... και μετά εμείς δεν είμαστε ρατσιστές, οι άλλοι είναι μαύροι....

Σε αυτή τη βάση, επιλέγω τον εγωισμό- εγώ είμαι γαμάτη, χωρίς όμως να ανήκω σε καμιά ομάδα, σε κανένα πλαίσιο, ως απόλυτη και ξεχωριστή μονάδα, που σαφώς αυταπατάται όταν νιώθει ότι υπερέχει έναντι των άλλων, αλλά ακριβώς επειδή υπερέχει όλων, δεν μπορεί να συνασπιστεί με κανένα για να αποτελεί απειλή για την ισορροπία του σύμπαντος. Είμαι υπέρ του εγώ φιλοσοφικά και όχι του εμείς. Το εμείς μας έχει γαμήσει, μας ευνουχίζει, μας οδηγεί να κάνουμε πράγματα γιατί “πρέπει” και μας κάνει κομπλεξικούς αλαζόνες που θυσιάζονται και κάνουν το σκατό τους παξιμάδι για το κοινό καλό. Αν καταλαβαίναμε ότι όσα κάνουμε σε κοινωνικό επίπεδο, τα κάνουμε απλά και μόνο για να διευκολύνουμε το εγώ μας, πολλά θα ήταν διαφορετικά. Μαζεύω τα σκατά του σκύλου μου, γιατί δεν θέλω εγώ να πατάω σκατούλες και να τις μεταφέρω σπίτι μου, κι όχι γιατί είμαι ο καλός μαλάκας ενός υπερέχοντα πολιτισμού. Δεν θέλω να υποφέρουν οι άνθρωποι στον πλανήτη, γιατί εγώ δεν θέλω να ζω με εξαθλιωμένους Αφγανούς ούτε και θέλω να υπάρχει η φτώχεια και ο πόλεμος να με απειλούν με την παρουσία τους. Με το να μην βλέπω τους Αφγανούς στα πεζοδρόμια της Αθήνας, δεν νιώθει λιγότερο απειλούμενο το εγώ μου, γιατί ξέρω ότι υπάρχουν σε αυτόν τον πλανήτη άνθρωποι όπως κι εγώ, που έτυχε να ανήκουν σε μια φυλή, σε μια χώρα, σε μια θρησκεία που για χ,ψ λόγους αυτή την εποχή είναι υπό αναδιαμόρφωση. ¨όπως ξέρω ότι η κυριαρχία έχει κάνει πολλά ταξίδια στον παγκόσμιο χάρτη από τότε που γεννήθηκε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Και πάντα αυτή η κυριαρχία ταξίδευε με όπλο την ψευδαίσθηση της πολιτιστικής υπεροχής και τον αφανισμό των άλλων πολιτισμών. Και μέσα μου υπάρχει ο φόβος πως ίσως μια μέρα, να βρεθώ εγώ κυνηγημένη, μετανάστρια, φτωχή και πεινασμένη, γιατί έτυχε να γεννηθώ στην Γαμιολάδα (Ελλάδα), να ανήκω στην ινδοευρωπαϊκή φυλή(λευκή κοινώς), στην ορθόδοξη πίστη(με το στανιό)...
Οπότε, για να σώσω το τομάρι μου, προτιμώ να είμαι μια εγωκεντρική που τους βλέπει όλους ως ανθρώπους και μόνο.

Υ.Γ.1 Και για να στανιάρετε λίγο, πάρτε το «Γυρίστε τον Γαλαξία με ωτοστόπ» του Ντάγκλας Άνταμς, λιώστε στο γέλιο πρώτα κι έπειτα αναρωτηθείτε για το τι είναι ο άνθρωπος, η γη, το σύμπαν και τα πάντα. Για τα κοάλα μην ψάχνετε απαντήσεις. Αλήθεια οι Βόγκονς πότε θα έρθουν να καταστρέψουν τη γη?
Υ.Γ.2 Και Τομ Ρόμπινς να διαβάσετε παίδες. Να συνειδητοποιήσετε πως δεν είστε τίποτα άλλο από ένα μπιμπίκι στον κώλο του σύμπαντος κι όχι εξέχοντες και υπερέχοντες εκπρόσωποι ανώτερων πολιτισμών.

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΠΟΤΕ.

17 Νοέμβρη 1985…. Ο Μιχάλης Καλτεζάς πέφτει νεκρός στα Εξάρχεια.
Έχω μια πολύ θολή εικόνα του γεγονότος. Ήμουν μόλις 9 χρονών. Κάποιοι θα σπεύσουν να πουν ότι και που το θυμάμαι ως γεγονός είναι πολύ για την ηλικία που ήμουν όταν συνέβη. Κι όμως, θα έπρεπε να ξέρω πιο πολλά. Κόρη αριστερών, που αγωνίστηκαν στην χούντα ως φοιτητές κι αργότερα ασχολήθηκαν με τα κοινά, κάτοικος περιοχής Ερυθρού Σταυρού, μαθήτρια στο 12ο και αργότερα στο 57ο, συμμαθήτρια με την αδελφή του Μιχάλη. Όσο κι αν δεν ήξερα, δεν καταλάβαινα, δεν με ένοιαζε στα 9 μου χρόνια, η εκτέλεση του Μιχάλη ήταν ένα συμβάν που με περιτριγύριζε και με τσάντιζε, κι αργότερα το 1990 που ο Μελίστας αθωώθηκε στο εφετείο μ’ εξόργισε, όπως μ’ εξόργισε η άνανδρη δολοφονία του Τεμπονέρα λίγο αργότερα. Κι έπειτα…
Έπειτα, ξέχασα. Μπήκα στο ρυθμό της ζωής, του μπαρ, του club, του γκόμενου, των σπουδών, της καριέρας, του, του, του….

6 Δεκεμβρίου 2008, μια συνηθισμένη μέρα αποχαύνωσης και μιζέριας, ένα Σαββάτο που το μπαρ και το club έμοιαζαν πλέον μακρινό παρελθόν, όπως και ο γκόμενος και οι σπουδές και η καριέρα, ένα Σαββάτο που καθόμουν με τις πυτζάμες μου στο σπίτι, βλέποντας ένα άθλιο παιδικό πρόγραμμα στο ALTER, έχοντας ξεχάσει πως είναι να ονειρεύεσαι, να ελπίζεις, να διεκδικείς, να τσαντίζεσαι, να αντιδράς, έχοντας λησμονήσει το Μιχάλη και τον Τεμπονέρα, έχοντας ολισθήσει στη λήθη, δυο πυροβολισμοί, εις εξ’ αυτών μοιραίος, λειτούργησαν σαν τον πρίγκιπα της Χιονάτης…
6 Δεκεμβρίου 2008, ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος πέφτει νεκρός στη συμβολή των οδών Μεσολογγίου και Τζαβέλα. Αυτουργός ο ειδικός φρουρός Επ. Κορκονέας.
Και τότε σαν να ‘ρθε το πνεύμα του Μιχάλη να αναμοχλεύει τα πράγματα στο σεντούκι των αναμνήσεων, ψάχνοντας με μανία τα αποκόμματα των εφημερίδων, τις φωτογραφίες, όπου το αίμα πότιζε το τσιμέντο, τα συνθήματα στους τοίχους του σχολείου. Και το φάντασμα τούτο με κοίταζε στα μάτια και ήταν λυπημένο, απογοητευμένο.
Ένιωσα τόσο φτηνή, μα τόσο φτηνή πουτάνα. Ντράπηκα. Ντρέπομαι που ξέχασα τόσο εύκολα, που ξεπουλήθηκα τόσο αβίαστα στη ρουτίνα και το μικροβόλεμα, που έπαψα να ψάχνω την αλήθεια πίσω από τα ψεύδη που μας πασάρουν τα ΜΜΕ. Ντρέπομαι που ξέχασα το Μιχάλη Καλτεζά, που έκλεισα τα μάτια, που δεν αγωνίστηκα ενάντια στην αστυνομική βία. Ντρέπομαι.

Μην ξεχάσεις ποτέ τον Αλέξανδρο, μικρό μου φιλαράκι. Σε σένα μιλάω, σε σένα που είσαι 10 χρονών και σε σένα που είσαι 20 και 30 και 60. Μην ξεχάσεις ποτέ. Ενημερώσου, δες τι συμβαίνει γύρω σου. Ο θάνατος αυτού του παιδιού δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Από τύχη δεν είναι πιο συχνά μοιραία αυτά τα γεγονότα. Και αν είναι μοιραία, δεν τα μαθαίνουμε… Λαθρομετανάστες και πρεζάκια, πειστικές ζαρντινιέρες πιθανόν χωρίς βίντεο ντοκουμέντο. Τι μας νοιάζει, ε; Κι όμως με νοιάζει και σε νοιάζει, φίλε μου. Μην επιτρέπεις την αστυνομική βία και την κρατική καταστολή σε καμιά περίπτωση. Μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να την δεχτεί ως δεδομένο. Μην εγκαταλείψεις, μην αφεθείς, μην βαρεθείς. Σκέψου πως αν ξεχάσεις, σκέψου πως αν συμβεί ξανά μια τέτοια δολοφονία κι εσύ δεν κάνεις τίποτα για να την αποτρέψεις, θα έχεις γίνει ένας κατάπτυστος μηχανισμός στο σύστημα της αλλοτρίωσης.

Ένας κατάπτυστος μηχανισμός στο σύστημα της αλλοτρίωσης!

Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ποινή και είναι ισόβια και δυσβάσταχτη.

Πίστεψε με, φιλαράκι, εγώ σαν ισοβίτισσα, σου μιλάω εκ πείρας.

ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΙΣ ΠΟΤΕ!

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Κάλό ταξίδι μικρέ....

Πριν τρία χρόνια τον είχα σκυλοβρίσει και αυτόν και τον Αντωνάκη, που με τόσο θράσος έκαναν κόντρες-ψευτοκόντρες δηλαδή στην κρυφή παραλία μικρά παιδιά, αμούστακα ακόμα. Και πιο πολύ με είχε σοκάρει η αντίδραση τους, η σιγουριά τους πως θα τους έκλανα τα αρχίδια, μιας και τα αυτοκίνητα τα είχαν πάρει με τις ευλογίες του μπαμπά και της μαμάς κι όχι στα κρυφά, κι από ότι φάνηκε λίγα λεπτά μετά το θερμό μας επεισόδιο και με τις ευλογίες της ελληνικής αστυνομίας.

«Θέλω να σας αναφέρω ότι στην Κρυφή παραλία ανήλικοι οδηγούν και μάλιστα κάνουν μαγκιές και κόντρες.»
«Κι εμείς τι θέλετε να κάνουμε μαντάμ;»
Αυτή ήταν η απάντηση που έλαβα από τον αστυνομικό βάρδιας του τμήματος Κορίνθου εκείνο το βράδυ.

Με τις ευλογίες όλων, αυτά τα παιδιά οδηγούν αυτοκίνητα, αγροτικά, μηχανάκια, γουρούνες… πλην του Χρηστάκου. Ο Χρηστάκος πια δεν οδηγεί. Ο Χρήστος απλά δεν ζει.
Ξεκίνησε το πρωί από τα Ίσθμια να πάει στο φροντιστήριο στην Κόρινθο. Πήρε τη γουρούνα που του είχε κάνει προ διετίας δώρο ο πατέρας του για ν α τον επιβραβεύσει για την εξαιρετικές του μαθητικές επιδόσεις και ακολούθησε- για να αποφύγει τα μπλόκα της τροχαίας του Σαββάτου, τον γνωστό επαρχιακό δρόμο-καρμανιόλα, για να βγει στην γνωστή άθλια διασταύρωση με την παλιά εθνική οδό Αθηνών Κορίνθου και απλά εξαϋλώθηκε.

Ήταν μόνο 17 χρονών.
Δεν πρόλαβε μάλλον να καταλάβει τίποτα. Η Μερσεντές έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Ο Χρήστος δεν ήταν αλήτης. Το αντίθετο μάλιστα. Εξαιρετικός μαθητής, αθλητικός τύπος, πανέμορφο κατάξανθο μούτρο, δουλευταράς… αλλά… χωρίς καμιά εμπειρία στη ζωή. Ήταν ένας καυλωμένος πιτσιρικάς, που το έπαιζε έξυπνος, όπως όλοι οι έφηβοι που αγνοούν τους κινδύνους. Που δεν μπορούν να φανταστούν ότι θα βρεθεί στο δρόμο τους ένας μαλάκας που τρέχει με 200. Που δεν μπορούν να φανταστούν πόσοι πολλοί είναι οι μαλάκες που τρέχουν με 200. Που δεν ξέρουν ότι στην γαμημένη σκατοχώρα μας τα τροχαία δυστυχήματα είναι η δεύτερη αιτία θανάτου…

Καλό ταξίδι Χρήστο
Μακάρι, να είσαι το τελευταίο ανήλικο θύμα στην άσφαλτο.
Μακάρι κάποτε να βάλουμε μυαλό και να καταλάβουμε ότι τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια είναι μεταφορικά μέσα για τη γη κι όχι για την κόλαση.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Νοσοκομείο Ζώων-Πικέρμι: Η απαράδεκτη βιομηχανία.


Πριν από ένα μήνα ακριβώς η Μιρέλλα, η τετράποδη κόρη μου ήταν ολοζώντανη. Η φωτογραφία της τραβήχτηκε στις 16/10/2009 στις 4 το απόγευμα. Είχε ένα επίμονο στομαχικό έλκος, που την ταλαιπωρούσε πάνω από χρόνο, με σχετικά συχνές κρίσεις. Είχαμε δοκιμάσει διάφορες θεραπείες, tagamet, zantac, peptonorm , είχαμε κάνει εξετάσεις για ελικοβακτηρίδιο και είχαν βγει αρνητικές. Ένα μήνα και δυο μήνες νωρίτερα από σήμερα, η Μιρέλλα έπαθε μια από τις στομαχικές της κρίσεις. Εγώ και η μητέρα μου αποφασίσαμε να κάνουμε όλες τις δυνατές εξετάσεις στο κοριτσάκι μας, μιας και κάθε φορά η ίαση φαινόταν όλο και πιο δύσκολη. Μας συμβούλεψε και ο κτηνίατρος μας να της κάνουμε γαστροσκόπηση, μην τυχόν είχε κανά κρυφό καρκίνο ή κάποια υπερπλασία, που θα μπορούσε με τον καιρό να αποδειχθεί επικίνδυνη.

16/10/2009 γύρω στις 12:00 το πρωί βρεθήκαμε με την ξενηστικωμένη, αλλά τρελιάρα Μιρέλλα στο Νοσοκομείο Ζώων στο Πικέρμι. Ξεκινήσαμε με ψηλάφηση και εξετάσεις αίματος, που πιο άψογες δεν μπορούσαν να είναι. Μας είπαν να της κάνουμε έναν υπέρηχο, να δούμε τι στο καλό συμβαίνει και το σκυλί δεν κρατάει ούτε το νερό ούτε την τροφή του. Συμφωνήσαμε και περιμέναμε την ειδική γιατρό-χειρίστρια του υπέρηχου. Εν τω μεταξύ, γνωρίσαμε όλο το προσωπικό του νοσοκομείου, όλα τα ζωάκια που μπήκαν και βγήκαν στο διάστημα των 5 ωρών που ήμασταν στην αίθουσα αναμονής. Πήγαμε βόλτα στη γύρω γύρω περιοχή και με το δικό μας τρελιάρικο τρόπο γίναμε το αγαπημένο pet της ημέρας, χορέψαμε βαλς με διάφορους γιατρούς, γλείψαμε τα πόδια των νοσοκόμων και τρελάναμε ένα παπαγάλο, μια γάτα και κάμποσα σκυλάκια. Η Μιρελίτσα παρόλη τη στέρηση νερού για πάνω από δεκαπέντε ώρες και την στέρηση τροφής για πάνω από 2 24ώρα ήταν μες την καλή χαρά και την αταξία.
Κάποια στιγμή ήρθε η ειδική γιατρός και κάναμε τον υπέρηχο και το κοριτσάκι μου ήταν τόσο, μα τόσο συνεργάσιμο, σαν να καταλάβαινε πως αυτό το τέντωμα λες και ήταν αρνί για σούβλισμα και το κρύο παχύρευστο ζελέ, γινόταν για να την απαλλάξει από τον πόνο που βίωνε. Η γιατρός, την ώρα που έκανε την εξέταση μας είπε πως ήταν λάθος να γίνεται ο υπέρηχος σε άδειο στομάχι, αλλά παρόλα αυτά δεν φαινόταν πουθενά κάποια κακοήθεια, αλλά μια ελαφριά πάχυνση των τοιχωμάτων του στομάχου και πως μόνο με ενδοσκόπηση θα μπορούσαμε να έχουμε μια σαφή εικόνα. Η ώρα ήταν πλέον λίγο μετά τις 5. Το σκυλί ήταν σαφώς αφυδατωμένο, αλλά, αφού το είπα σε 2-3 γιατρούς και κανείς τους δεν το θεώρησε επικίνδυνο, θεώρησα πως απλά είμαι υπερβολική. Κατά τις 6, την ανέλαβε ο Χριστόπουλος, ο επικεφαλής του νοσοκομείου, για να της κάνει την μοιραία, όπως αποδείχθηκε γαστροσκόπηση. Την ώρα που την νάρκωνε, ήμουν παρούσα. Της έβαλε κι έναν ορό. Τι είδους δεν ξέρω. Μετά με έδιωξε από το χειρουργείο.

Λίγο μετά τις 7 άρχισα να ανησυχώ. Έχω κάνει άπειρες στειρώσεις σε σκυλιά, όπως και μέθη για εξετάσεις. Το χρονικό διάστημα παραήταν μεγάλο για μια εξέταση. Αλλά και πάλι είπα πως είμαι υπερβολική. Στις 7:40 με φώναξαν να πάω να την πάρω, γιατί συνερχόταν. Όντως πήγα στο υπόγειο, που είναι τα χειρουργεία και είδα μια Μιρέλλα να προσπαθεί να συνέλθει και να κουτουλάει το κεφάλι της από δω κι από κει, να δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της, αλλά μου φάνηκε αστείο. Την αγκάλιασα τρυφερά κάνοντας της πλάκα. Εγώ ανέλαβα να φέρω το αυτοκίνητο στην πίσω πόρτα για να την βάλουμε μέσα, η μητέρα μου πήγε να πληρώσει το λογαριασμό. Όταν γύρισα μετά από 7-8 λεπτά, η μητέρα μου με ενημέρωσε πως η Μιρέλλα είχε τρία μικρά έλκη και πως της είχαν πάρει ιστό για βιοψία. Η Μιρέλλα εν τω μεταξύ δεν έλεγε να συνέλθει. Είχε ξαπλώσει μες τη μέση του διαδρόμου και βογκούσε. Φωνάξαμε το γιατρό, ο οποίος μας είπε πως είμαστε μέσες άκρες υστερικές και πως το σκυλί απλά συνερχόταν από τη νάρκωση. Άρχισε να της δίνει χαστουκάκια για να συνέλθει. Η Μιρέλλα δεν αντιδρούσε. Προσπαθούσα να την σηκώσω με το ζόρι, αλλά ήταν αδύνατο να σταθεί στα πόδια της. Η ώρα ήταν πλέον 8. «Μερικά σκυλιά δυσκολεύονται με την νάρκωση», μου είπε μια άλλη γιατρός. «Θα συνέλθει, μη κάνετε έτσι.» Είχα αρχίσει να φρικάρω. Δεν είχα μπροστά μου ένα ζώο που αργούσε να συνέλθει από την νάρκωση, είχα μπροστά μου ένα ζώο, που λεπτό-λεπτό χανόταν σε έναν επίπονο λήθαργο. Το βογκητό ήταν το μόνο σημάδι αντίδρασης και γινόταν ολοένα και πιο δυνατό. Πριν προλάβω να φωνάξω τον Χριστόπουλο, εκνευρισμένη, που το σκυλί μου κείτονταν στον διάδρομο κι όχι σε κάποιο από τα εξεταστήρια με έναν ορό και με κάποιον να με βοηθήσει, ειδικά μετά τα 1000 € που είχαμε δώσει, η Μιρέλλα έβγαλε από τον πρωκτό της με ένα ουρλιαχτό κομμάτια και αίμα, κομμάτια που έμοιαζαν με ταλιατέλες, μακριά πλακέ κιτρινωπά με άφθονο κόκκινο αίμα. Τότε κατάλαβα πως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά ότι κι αν έλεγαν όλοι αυτοί οι αδιάφοροι χρηματολάγνοι γιατροί. Γιατί, μπορεί σε μένα να έλεγαν «όλα καλά, βλέννα είναι. Πως κάνετε έτσι;», αλλά τον πανικό στα μάτια τους τον είδα. Μου την πήραν από τα χέρια, την πήγαν σε ένα χειρουργικό τραπέζι, η Μιρέλλα αιμορραγούσε αταμάτητα, ο διάδρομος του υπογείου είχε γέμισε με αίμα, βλέννες, ο ήχος από το βογκητό της κάλυπτε τα πάντα. Δέκα γιατροί προσπαθούσαν να της βάλουν ορό. Ο Χριστόπουλος άρχισε τις χριστοπαναγίες, εγώ έτρεμα κι έκλαιγα. «Δεν βοηθάς έτσι» μου είπε. Άρχισε να την τσιμπάει με διάφορα αιχμηρά αντικείμενα στις πατούσες της. Δεν αντιδρούσε. Της φώναζε, την ταρακουνούσε. Δεν αντιδρούσε. Καμιά αντίδραση, ούτε καν από αντανακλαστικό. Μόνο βογκούσε κι έβγαζε αυτό το φρικτό μίγμα από τον ποπό της. Δέκα διαφορετικοί γιατροί την τρύπαγαν στις φλέβες και αίμα δεν έβρισκαν. Η ώρα ήταν περίπου 8:30. Ρωτούσα τι συμβαίνει, «θα μου πει, κάποιος γαμώ το στανιό μου τι συμβαίνει;» φώναξα εν μέσω λυγμών κάποια στιγμή. «Το ζώο έχει μια πάρα πολύ σοβαρή υπόταση κυρία μου.» ήταν η απάντηση που έλαβα από τον Χριστόπουλο.

Τα όσα ακολούθησαν ήταν ένας εφιάλτης. Τι σήμαινε το ζώο έχει μια σοβαρή υποθερμία; Θα επιζούσε; Τι πιθανότητες είχε; Κατά τις 11 το βράδυ πια, εκλιπαρούσα τον Χριστόπουλο να της κάνει ευθανασία, χωρίς να λάβω ποτέ, μα ποτέ μια εξήγηση για το τι συνέβαινε. Την πήραν, την έβαλαν σε ένα κλουβί, τοποθέτησαν λάμπες για να την κρατάνε ζεστή γιατί ήταν παγωμένη από την υπόταση και την υποθερμία και την άφησαν να πέφτει όλο και πιο βαθειά στο λήθαργο της μέσα στους ιστούς της και το αίμα της, χωρίς ούτε ένα παυσίπονο, χωρίς ούτε ένα φάρμακο, ούτε μια προσπάθεια, χωρίς να σταματήσουν την βιομηχανία τους ούτε για πέντε λεπτά για να μας μιλήσουν, να μας εξηγήσουν, να μας ενημερώσουν, να μας προετοιμάσουν. Αν και η εικόνα της Μιρέλας μας προετοίμασε από μόνη της. Για καμιά ώρα καθόμουν δίπλα της, της κρατούσα το χέρι μέσα από τα κάγκελα του κλουβιού και της μιλούσα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μια νοσηλεύτρια, μου είπε πως θα έπρεπε να φύγω, γιατί με αυτά που κάνω απλά δυσκολεύω την κατάσταση, πως ενοχλούσα τα άλλα σκυλιά στα διπλανά κλουβιά και πως εκεί ήταν νοσοκομείο. Δεν έκλαιγα πια, αλλά δεν είχα κουράγιο να τσακωθώ. Ζήτησα να την μεταφέρουν σε κάποιο από τα πολλά άδεια εξεταστήρια και να με αφήσουν να μείνω δίπλα της. «Κυρία μου, σταματήστε τα δραματικά σας παρακαλώ. Το σκυλί είναι σε κώμα. Δεν καταλαβαίνει ότι είστε εδώ.» Κι όμως καταλάβαινε. Το ξέρω. Όποτε άφηνα το ποδαράκι της, το βογκητό γινόταν πιο έντονο. Την παρακάλεσα. «Αν θέλετε πάρτε την σπίτι υπ’ ευθύνη σας. Να μείνετε εδώ αποκλείεται.» Κι έκλεισε το φως του θαλάμου. Δεν σηκώθηκα από τη θέση μου. Θα έμενα εκεί μέσα στο σκοτάδι χωρίς να μιλάω, χωρίς να ενοχλώ τα άλλα ζωάκια. Ήθελα απλά να της κρατάω το χεράκι της, γιατί της είχα υποσχεθεί ότι στην περίπτωση που θα έφευγε κάποια στιγμή, θα ήμουν εκεί. Η νοσηλεύτρια έκανε μεταβολή και επανεμφανίστηκε με τον Χριστόπουλο, ο οποίος μου είπε πως αυτά που κάνω είναι ξεφτιλίκια και πως αν θεωρούσα το ζώο νεκρό, μπορούσα κάλλιστα να το πάρω σπίτι μου. «Πείτε μου, σας παρακαλώ.» του είπα και μου είπε να πάω σπίτι μου και να τους αφήσω να κάνουν τη δουλειά τους. «Μα εδώ και 4 ώρες, δεν κάνετε τίποτα για τη Μιρέλλα. Για ποια δουλειά μιλάμε;» Προσεβλήθη ο κύριος Χριστόπουλος. «Η θα φύγετε ή θα την πάρετε μαζί σας. Τελεία.» 12:20 έφυγα. Την άφησα εκεί, με μόνο σκεπτικό τη γαμημένη ελπίδα. Λίγο πριν φτάσω στα ίσθμια, την ένιωσα να φεύγει. Ήταν λίγο μετά τη μία. 1:50 μας πήραν τηλέφωνο. Η Μιρέλλα είχε ξεψυχήσει, μόνη της, βογκώντας δυνατά, μέσα στα αίμα της και τους ιστούς της.

Γιατί δεν με άφησαν να μείνω δίπλα της; Γιατί; Γιατί η μόνη στιγμή που ο κύριος Χριστόπουλος μας δέχτηκε στο γραφείο του ήταν όταν έκανε την ανάλυση του λογαριασμού μας; Γιατί δεν έκατσε να μου εξηγήσει;

Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Έψαξα στο Google. Και το βρήκα. Οξύ υποτασικό σοκ, σπάνια επιπλοκή της νάρκωσης, κατάσταση μη αναστρέψιμη στο 99% των περιπτώσεων. Ο θάνατος έρχεται μέσα στο 6ωρο. Γιατί δεν μπόρεσε να κάτσει να μου το εξηγήσει αυτό ο Χριστόπουλος; Γιατί αφού ήξερε ότι θα πέθαινε δεν της έκανε ευθανασία, αλλά την άφησε να υποφέρει για 6 ώρες; Γιατί δε της είχε βάλει ορό από νωρίς; Η αφυδάτωση δημιουργεί υπόταση. Σε ένα ζώο που κάνει εμετούς δύο μέρες το πρώτο πράγμα που κάνεις, είναι να βάλεις ορό. Γιατί της έκανε τη νάρκωση ενώ ο οργανισμός της ήταν καταβεβλημένος κι αφυδατωμένος; Γιατί της έκανε υπέρηχο ενώ ήταν νηστική; Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Το επόμενο πρωί, αποκαμωμένη, ζήτησα να μου φέρουν το Μιρελάκι για να την θάψω δίπλα στον φίλο της, το Φοιβάκι μου. Θα πλήρωνα εξτρά, τους είπα και ζήτησα να ακυρώσουν τις εξετάσεις που δεν έγιναν και θα γινόντουσαν από Δευτέρα και να μου επιστρέψουν τα αντίστοιχα χρήματα. «Α, δεν θα κάνετε την βιοψία τελικά και τις χ εξετάσεις;» Δουλευόμαστε; Στο νεκρό ζώο; Το σκοτώσατε το σκυλί μου και θέλετε από πάνω να μου χρεώσετε εξετάσεις που δεν έχουν κανένα νόημα να γίνουν; Στείλτε μου το σκυλί μου σας παρακαλώ και ακυρώστε τις εξετάσεις που δεν έγιναν και δεν θα γίνουν. «Α, θα πρέπει να μιλήσετε με τον κύριο Χριστόπουλο.» Δεν θα μιλούσα με κανένα Χριστόπουλο. «Ακυρώνω τις εξετάσεις, γιατί έτσι είναι το λογικό να γίνει και θα μου επιστρέψετε το ανάλογο τίμημα στο λογαριασμό μου.» Να μην πλατειάζω, το απόγευμα μου είπαν ότι θα μου την έστελναν την Τετάρτη. Ήταν Σάββατο απόγευμα. Και για τις εξετάσεις, θα έπρεπε να τηλεφωνήσω Δευτέρα πρωί, πριν σταλούν στο εργαστήριο, γιατί αλλιώς θα τις χρεωνόμουν. Δεν γαμιόμαστε καλύτερα; Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να πάρω τη Μιρέλλα μου, να την θάψω, να ηρεμήσει κι αυτή κι εμείς. Μου την έδωσαν σε μια σακούλα σκουπιδιών, αγκυλωμένη με το κεφάλι της να κρέμεται σχεδόν ανάποδα, ακαθάριστη, μέσα στα αίματα και τις βλέννες. Σαν ένα σκουπίδι.

Ένα μήνα μετά, σαφώς δεν πήρα τα χρήματα μου πίσω, αλλά ούτε και με ειδοποίησε κανείς για τα αποτελέσματα των εξετάσεων που προφανώς, για να μην μου επιστρέψουν τα χρήματα έγιναν. Που φυσικά δεν έγιναν. Μην κοροϊδευόμαστε. Ούτε έλαβα ποτέ από τον κύριο Χριστόπουλο ή κάποιον άλλον γιατρό ή κάποιον από το διοικητικό προσωπικό μια εξήγηση για το θάνατο της Μιρέλας, ούτε το πιστοποιητικό θανάτου, που ζήτησα, έλαβα.
Δεν έχω κουράγιο να τα βάλω με τον κύριο αυτόν. Φαντάζομαι ότι έτσι, με αυτές τις τακτικές και συμπεριφορές, αγοράζονται τα cayenne, σαν κι αυτό που έχει ο εν λόγω κύριος και φαντάζομαι ότι έτσι θα έχει και τον αντίστοιχο δικηγόρο. Δεν είναι τα 200 ή 300 ευρώ το θέμα μου. Είναι η όλη συμπεριφορά και η ληστρική λογική και ο κανιβαλισμός πάνω από ένα νεκρό ζώο και δύο ανθρώπους που δεν μπορούν να ξεκατινιασθούν και δεν θέλουν πάνω στο πτώμα του παιδιού τους.
Η Μιρέλλα ήταν 8,5 χρονών. Δεν ξέρω αν θα γινόταν 9, 12 ή αν ήταν να φύγει εκείνη τη μέρα. Αλλά ποτέ μα ποτέ δεν θα συγχωρήσω στον χρηματολάγνο αυτόν χασάπη τον τρόπο που της φέρθηκε όταν πια ήξερε ότι έφευγε.

Αντίο κοριτσάκι μου και συγγνώμη που αθέτησα την υπόσχεση μου.
Συγγνώμη που έφυγες μόνη σου.
Μου λείπεις πολύ πολύ.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Ελευθερία

Χωρίς περιεχόμενο.
Κενή.
Σε αυτόν τον κόσμο
που η βαρύτητα διέπει
Δυσβάσταχτη γεννιέται
η Ελευθερία.
Να την μαντρώσεις στην καρδιά
σου λέω μάταια προσπαθείς.

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

28η Οκτωβρίου- Μια γιορτή του πολέμου και του έθνους.

28η Οκτωβρίου 1940. Ο Ιωάννης Μεταξάς απορρίπτει το τελεσίγραφο του Ιταλού πρεσβευτή Εμανουέλο Γκράτσι που ζητούσε παραχώρηση ελληνικών εδαφών για στρατιωτική χρήση από τις δυνάμεις του Άξονα. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 η Ελλάδα βγαίνει από την ουδετερότητα και συντάσσεται με τους Συμμάχους. Το ΟΧΙ του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο σήμανε το ΝΑΙ στον πόλεμο.

Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τις άλλες συμμαχικές χώρες, ο εορτασμός δεν γίνεται στην επέτειο της λήξης του πολέμου, αλλά στην επέτειο της έναρξης του. Μια ιστορική ανάλυση, θέλει αυτή την μικρή αγροτική χώρα να μετατρέπεται στο Βατερλό του Χίτλερ. Οι προθέσεις του φύρερ ήταν να ξεμπερδέψει με έναν ολιγοήμερο πόλεμο με την πάρτη μας, για να μπορέσει με ακόμα πιο ενισχυμένο γόητρο να στραφεί εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Η αντίσταση που παρουσίασε η φτωχή, στρατιωτικά υπανάπτυκτη Ελλαδίτσα ήταν μη αναμενόμενη και πλήγωσε βαθύτατα την κυριαρχία των δυνάμεων του Άξονα. Η Ελλάδα λοιπόν, νιώθει υπερήφανη για την εμπλοκή της στον πόλεμο, αφού κάποιοι αναλυτές εκτιμούν, πως αν ο Μεταξάς δεν είχε πει εκείνο το περιβόητο ΟΧΙ, ο ρους της ιστορίας θα είχε αλλάξει με μάλλον δραματικό τρόπο. Γιορτάζουμε λοιπόν και χαιρόμαστε που ως ‘Έλληνες συμβάλαμε δυναμικά στην ανατροπή της παγκόσμιας επικράτησης του Άξονα, με την ενεργότατη συμμετοχή μας σε έναν άκρως αιματοβαμμένο πόλεμο.

Κι εδώ κάπου κάνουμε ένα τραγικό και μοιραίο λάθος. Τρέφουμε το εθνικιστικό «εγώ» μας με πολεμόχαρα συστατικά. Αντί να γιορτάζουμε και να πανηγυρίζουμε τη λήξη του πολέμου και την επικράτηση της ειρήνης, προτιμούμε να τιμήσουμε την συμμετοχή μας στον πόλεμο, τη συμμετοχή που άφησε παιδιά ορφανά, γυναίκες χήρες, ανθρώπου ανάπηρους ψυχικά και σωματικά. Γιατί, ίσως , αν εμείς οι Έλληνες δεν είχαμε πει εκείνο το Όχι, ίσως τότε η εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας να ήταν πολύ, μα πολύ διαφορετική. Μήπως όμως τελικά γιορτάζουμε όλα τα πιθανά κι απίθανα ίσως και αν; Μήπως γαλουχούμε γενιές, μαθαίνοντας τους πόσο σημαντικό και καλό πράγμα είναι ο πόλεμος; Μήπως μετατρέπουμε τα παιδιά μας σε αιμοδιψή σωβινιστικά στρατιωτάκια; Σειρά, για ένα νέο ίσως τώρα, δικό μου αυτή τη φορά… Ίσως, αν ο εορτασμός συνέπιπτε με με την επέτειο λήξης του πολέμου, ίσως τότε το να κρατήσει ένα αλλοδαπό παιδί την ελληνική σημαία στην μαθητική παρέλαση, να μην μας πείραζε. Ίσως, να το επιθυμούσαμε κιόλας. Γιορτή της ειρήνης, πανηγύρι για τη λήξη ενός παγκοσμίου πολέμου, παγκόσμια ειρήνη και συμμετοχή πολιτών του κόσμου. Γιορτάζουμε όμως την εμπλοκή μας στον πόλεμο, όπου στον πόλεμο, όλα τα πατριωτικά και εθνικιστικά αισθήματα είναι και πρέπει να είναι στο ζενίθ. Δεν χωρούν τα ωραία στον πόλεμο. Δεν χωρά η αδελφοσύνη των λαών, η ανοχή στην διαφορετικότητα. Το έθνος οφείλει να γίνει ένα ενιαίο και δυνατό σώμα ενάντια στην έξωθεν απειλή. Δεν μπορεί την ελληνική σημαία να την κρατά ένας ξένος. Η ελληνική σημαία είναι ένα σύμβολο εθνικό, όχι παγκόσμιο. Την εθνική σημαία κατεβάζει ο κατακτητής. Ο ξένος δεν θα πολεμήσει για την δικιά μου πατρίδα. Τον ξένο δεν τον πληγώνει η έπαρση μιας ξένης σημαίας στον ιερό βράχο της ακρόπολης…

Αυτό δεν είναι το μήνυμα; Τον πόλεμο γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου κι όχι την ειρήνη. Το αν δημιουργούνται εθνικιστικές νοοτροπίες δεν μας νοιάζει, ακόμα και σε μιαν άλλη εποχή, όπου η επικοινωνία μεταξύ των λαών έχει πάρει άλλες διαστάσεις, όπου η έννοια έθνος, αν όχι άχρηστη, αποδεικνύεται πολύ επικίνδυνη. Ο Έλληνας όμως θέλει να διατηρήσει αυτή την γιορτή και θέλει να διατηρήσει τον εθνικισμό του. Νοοτροπία είναι. Είναι μια νοοτροπία που θα πάρει χρόνια για να αλλάξει, αν αλλάξει ποτέ.

Ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν τον β' Παγκόσμιο Πόλεμο.. Η γιαγιά μου, ακούει Γερμανία και φρίττει. Πέρασαν δυο γενιές και οι μνήμες είναι ακόμα νωπές. Εδώ είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από το 1922. Λόγω γεωπολιτικής θέσης, αλλά κι εξαιτίας του πολύ νέου κράτους στο οποίο κατοικούμε, η ανάπτυξη μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας είναι μάλλον πρόσφατη. Και πριν προλάβουν να την χωνέψουν 2-3γενίές, η τεχνολογική επανάσταση στην επικοινωνία, τις μεταφορές και τις μετακινήσεις, η διεθνής τρομοκρατία, η παγκοσμιοποίηση, έφεραν τον έλληνα μπροστά σε μια απειλή, τη διάρρηξη της εθνικής του ταυτότητας, που δεν έχει προλάβει να απολαύσει. Εγώ μεγάλωσα στον απόηχο της δικτατορίας. Οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν εναντίον αυτού του καθεστώτος, αν και αριστερών πεποιθήσεων, είχαν έντονα εθνικά αισθήματα, ήθελαν να ζήσουν και να φτιάξουν έναν τόπο όχι απλά βιώσιμο, αλλά τον τόπο τους, που μια ο ένας εχθρός, τούρκος ή γερμανός, μια ο άλλος, άγγλος ή αμερικανός, δεν τον άφηνε. Η Ελλάδα μπήκε σε πρώτο πλάνο πάλι στην μεταπολίτευση. Η χώρα, το έθνος, μετά από όσα είχε τραβήξει έπρεπε να στηθεί και πάλι από την αρχή. Και για να στήσεις μια χώρα, χρειάζεσαι την ομοψυχία των κατοίκων της, εν προκειμένω των Ελλήνων, που τότε έστεκαν μονάχοι πάνω στην ελληνική γη. Το απόλυτο έθνος. Το καθαρό έθνος. Η πατρίδα και οι πατριώτες της. Μόνο που τότε δεν ξέραμε τις έννοιες ρατσισμός και ξενοφοβία, παρά μόνο από τις αμερικανικές ταινίες. Τότε ακόμα δεν πολεμούσαμε φαντάσματα και πλάσματα της εφιαλτικής μας φαντασίας, αλλά μόλις είχαμε ξεφορτωθεί τους εχθρούς μας κι όλα αυτά τα αισθήματα και οι έννοιες έμοιαζαν απόλυτα θεμιτά.

Η μάνα μου μεγάλωσε με το φάντασμα του β' Παγκοσμίου Πολέμου, εγώ με το φάντασμα της χούντας, η επόμενη γενιά μεγαλώνει με το φάντασμα της παγκόσμιας τρομοκρατίας. Τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα κι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκωδικοποιήσεις και να ερμηνεύσεις τα τρέχοντα. Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός υπήρχαν πάντα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά μόλις πριν λίγα χρόνια η τόσο κοντινή διάδραση με άλλους λαούς σε τόσο μαζικό επίπεδο σήμαινε είτε ότι πρωταγωνιστείς σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας είτε ότι βρίσκεσαι σε πόλεμο, άντε στην καλύτερη σε κάποιο διεθνές φεστιβάλ.
Πέρα όμως από την πλάκα, οι φόβοι και οι φοβίες, που προέρχονται από παρελθούσες μνήμες, εκτός από τη διαιώνιση τους μέσω του λόγου και της εικόνας, μέσω της καλής ή κακής χρήσης της ιστορίας, περνούν αταβιστικά από γενιά σε γενιά με φθίνουσα όμως τάση. Όλη αυτή η ρατσιστική υστερία είναι εξηγήσιμη. Προσωπικά, έχοντας αναπτύξει μια πολύ πιο ευρεία θεώρηση κι αντιμετώπιση του κόσμου μας, όπου το limit up δεν είναι ο άνθρωπος και η γη, αλλά το άπειρο σύμπαν, όλα αυτά τα πατριωτικά και εθνικιστικά κατάλοιπα, παρελάσεις, σημαίες, κλπ θεωρώ ότι δεν με αφορούν. Καταλαβαίνω τον τρόπο όμως που σκέφτονται οι μικρόμυαλοι συμπολίτες μας και νομίζω ότι το μεταναστευτικό κύμα που «έπληξε» την Ελλάδα, ήρθε πολύ γρήγορα σε μια χώρα που έχει ακόμα πολλές ανοιχτές πληγές από το παρελθόν.

Τι θα συμβεί στο μέλλον, κανείς δεν το ξέρει. Εύχομαι, οι νεότερες γενιές, να ακούνε όλα αυτά τα εθνικιστικά παραληρήματα και να λαμβάνουν τις μνήμες που τους δίνονται ξεφτισμένες από τους παλαιότερους ως γραφικές νοσταλγίες. Για να αλλάξουν τα πράγματα, πρέπει και η γενιά του πολυτεχνείου και η γενιά της μεταπολίτευσης να αποσυρθούν από τα κοινά, από την πολιτική, από τα καθηγητηλίκια, από τα δημοσιογραφικά πόστα, από τα τηλεπαράθυρα, από το υπουργείο Παιδείας, από τις θέσεις κλειδιά που διαμορφώνουν νοοτροπίες . Είναι οι τελευταίοι με ζωντανές εθνικές μνήμες ενάντια σε κάποιον εχθρό που απειλεί την πατρίδα. Γιατί, οι οικονομικοί και πολιτικοί μετανάστες δεν απειλούν την εθνική μας ταυτότητα, που έτσι κι αλλιώς είναι μια ταυτότητα πλαστή, φτιαχτή δηλαδή. Και η σημαία δεν είναι παρά ένα λογότυπο μιας πατρίδας-φίρμας, που διαφημίζεται από τον ΕΟΤ ως “a place you can afford”, ένα οικονομικό προϊόν για κατανάλωση και μόνο…

Όπου γης πατρίς.
Κόκα κόλα και ψωμί Βενέτης.
Και η Μακεδονία είναι απλά μακεδονική παίδες!

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Το χωριό αυτό λεγόταν Ελλάδα

Μια φορά κι ένα καιρό
Σε ένα μικρό χωριό… υπήρχε ο γαλατάς, ο μανάβης, ο κρεοπώλης, ο κτηνοτρόφος, ο αγρότης, ο δάσκαλος, ο συγγραφέας, ο τραγουδιστής, ο ράφτης, οι μαθητές, οι άντρες, οι γυναίκες… Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα μικρό χωριό με όλα τα είδη ανθρώπων, μόνο που σε αυτό το χωριό δεν υπήρχαν δικαστήρια, αστυνομία, δήμαρχος ή κυβερνήτης, μέχρι που… Μέχρι που κάποια δυσάρεστα γεγονότα συνέβησαν.

Ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα, ένας 35 χρόνος κάτοικος του χωριού τρελάθηκε. Βρισκόταν στο καφενείο, σε ένα τραπέζι κάτω από έναν γεροπλάτανο κι έπινε ουζάκι. Ξαφνικά, έβγαλε από την τσέπη του ένα μαχαίρι κι επιτέθηκε στον άντρα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Τον μαχαίρωσε δυνατά πολλές φορές. Οι συμπολίτες του ορμήξαν πάνω του σοκαρισμένοι. Μα εκείνος δεν χαμπάριαζε. Μαχαίρωσε πολλούς, κάποιοι και δεν ήταν λίγοι πέθαναν. Οι γυναίκες βγήκαν στα μπαλκόνια και φώναζαν βοήθεια, τα παιδιά τσίριζαν. Δεν άργησε πολύ και η πλατεία βάφτηκε με αίμα. Ποιος είχε καταφέρει άραγε το τελειωτικό χτύπημα στον τρελαμένο άντρα; Κείτονταν κι αυτός νεκρός μαζί με κάποιους άλλους χωριανούς. Κι όλοι οι άντρες του χωριού κρατούσαν μαχαίρια.
Το φονικό αυτό ήταν πρωτόγνωρο για το χωριό αυτό. Ποτέ πριν κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Κι οι κάτοικοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε γίνει. Κανείς δεν ένιωθε θλίψη για το θάνατο του φονιά, κανείς δεν ένιωθε πως είχε γίνει πια κι ο ίδιος φονιάς σκοτώνοντας τον φονιά. Μα, δεν μπορούσαν να βρουν το λόγο που είχε γίνει ένα τέτοιο κακό. Κι αυτό, αλήθεια, τους παίδευε.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι ήρθε στο χωριό ένας παράξενος ταξιδιώτης που τους είπε μια ιστορία για ένα παλληκάρι από μια μακρινή πόλη που κάποιοι ξένοι του σκότωσαν την οικογένεια και του έκλεψαν όλο τον χρυσό από το σεντούκι. Μονάχα αυτόν και την αδελφή του, που ήταν παιδιά μικρά, άφησαν οι φονιάδες να ζήσουν. Το παλληκάρι αυτό ζητούσε εκδίκηση, λεγόταν Μάρκος, τους πληροφόρησε ο ξένος και οι δολοφόνοι των γονιών του, των θειάδων και των παππούδων του κατάγονταν από το χωριό αυτό. Και τον χρυσό που έκλεψαν τον έκαναν μποστάνια και στάβλους και μαγαζιά ωραία και θα χει περισσέψει τουλάχιστον ένα τσουβάλι. Οι χωριανοί γελάσανε. «Μεγάλη φαντασία έχεις.» είπανε στον ταξιδιώτη. «Εμάς ο τόπος μας δεν βγάζει τέτοιους φονιάδες.» Του είπαν για το Μάρκο και για το κακό που είχε συμβεί. «Φονιάδες είναι αυτοί που ζουν εκεί, στην πόλη. Ο φίλος σου ήταν τρελός κι είχε όπως κι εσύ μεγάλη φαντασία.» Ο ταξιδιώτης επέμεινε στην ιστορία του κι οι χωριανοί θίχτηκαν με τις κατηγορίες. «Να φύγεις από τον τόπο μας.» του είπαν. Ο ταξιδιώτης έφυγε, μα ήταν πολύ ταραγμένος. Ήξερε πως θα γινόταν ακόμα πιο μεγάλο κακό, σα μάθαινε τα νέα αυτά η αδελφή του Μάρκου, η Στέλλα. Και τους προειδοποίησε, πως όσο το χωριό καλύπτει τους φονιάδες, δεν θα έβρισκε ησυχία.

Το φονικό είχε ξεχαστεί, όπως κι ο παράξενος ταξιδιώτης. Που και που, οι χωριανοί τον θυμόντουσαν σαν ένα καλαμπούρι. Ήταν μελαχρινός και παράξενα ντυμένος. Ίσως να ήταν τρελός, να το είχε σκάσει από κάπου. Πρωί Σαββάτου ήταν που έφτασε στην πλατεία μια μαυροφορεμένη νεαρή γυναίκα. Στάθηκε στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο, κρατώντας ένα πιστόλι και ζήτησε να δει το φονιά του Μάρκου, του αδελφού της. Οι χωριανοί τότε θυμήθηκαν την μαύρη προφητεία που είχε πει εκείνος ο ταξιδιώτης. Μαζεύτηκαν γύρω της. «Έλα στα συγκαλά σου.» «Είσαι τρελή για δέσιμο.» «Ντροπή κορίτσι πράγμα.» «Όλοι μας σκοτώσαμε εκείνο το ζαβό.» Στο άκουσμα όλων αυτών, τυφλωμένη από τον πόνο και το μίσος, άδειασε το πιστόλι της πάνω στα κορμιά τους. Σαν σίγασαν οι κρότοι κι ακοόυστηκε η ησυχία, «Σκοτώστε με.» τους ζήτησε, μα εκείνοι αρνήθηκαν. «Δεν είμαστε φονιάδες.» Εκείνη τότε κλαίγοντας ζήτησε να την τιμωρήσουν. «Συλλάβετε με». Μα σε εκείνο το χωριό, δεν υπήρχαν φυλακές, ούτε και αστυνόμος. «Να κάνουμε συμβούλιο.» είπε μια γυναίκα. Και το χωριό ολόκληρο μαζεύτηκε στην πλατεία κι έκανε συμβούλιο. Αποφάσισαν πως κάποιος θα έπρεπε να γίνει αστυνόμος, ένας άλλος δικαστής και κάποιος κυβερνήτης να παίρνει τις δύσκολες αυτές αποφάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να παρατάνε τις δουλειές τους κάθε τρεις και λίγο όλοι να λύνουν τα προβλήματα αυτά. Ούτε και να κινδυνεύουν με κάθε τρελό που ερχόταν από την πόλη στο χωριό τους.
Έτσι κι έγινε. Τρεις από τους κατοίκους του χωριού, πήραν αυτά τα αξιώματα και στο σπίτι του αστυνόμου, που πριν ήταν γελαδάρης, ο στάβλος έγινε φυλακή.
Ο κυβερνήτης γρήγορα αποφάσισε πως έπρεπε να γραφτούν κάποιοι νόμοι και τους έγραψε μόνος του. Όταν θέλησε να τους μοιραστεί με το χωριό, οι χωριανοί του είπαν πως του είχαν εμπιστοσύνη, δική του ήταν πια η δουλειά αυτή και θα έπρεπε να την κάνει χωρίς να τους ενοχλεί. Κάλεσε τότε τον αστυνόμο και τον δικαστή ο κυβερνήτης και τους ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Όποιος είχε σκοτώσει άνθρωπο έπρεπε να μπει για όλη του τη ζωή φυλακή. Ο αστυνόμος, τότε συνέλαβε όλους τους άντρες του χωριού, αλλά και την αδελφή του Μάρκου κι ο δικαστής τους καταδίκασε σε ισόβια φυλάκιση, αφού έτσι έλεγε ο νόμος.

Μόλις έμαθαν τα νέα οι γυναίκες και τα παιδιά, μαζεύτηκαν έξω από τη φυλακή κάνοντας μεγάλη φασαρία. Ποιος θα έκανε τις βαριές δουλειές; Θα μεγαλώναν σαν ορφανά όλα τα παιδιά; «Οι άντρες μας δεν σκότωσαν. Μονάχα αμυνθήκαν.» φώναζαν οι γυναίκες. Κι έκαναν φασαρία πολλή. Ο αστυνόμος, που ήξερε όλους τους νόμους που είχε φτιάξει ο κυβερνήτης προσπάθησε να συλλάβει τα γυναικόπαιδα για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Έβγαλε την γκλίτσα του κι άρχισε να βαρά όπου έβρισκε. Τότε ένα παιδί πήρε μια πέτρα και του άνοιξε το κεφάλι. Ο αστυνόμος έπεσε αιμόφυρτος κάτω στο χώμα. Μπορεί και να σωζόταν, αλλά αν τον έσωζαν, οι άντρες όλοι θα έμεναν για πάντα φυλακή. Έτσι προτίμησαν να τον αφήσουν αβοήθητο να ψυχορραγεί. Χωρίς αστυνόμο να φυλάει πια τη φυλακή, το πλήθος μπορούσε με άνεση να ελευθερώσει όλους τους κρατουμένους που ήταν στοιβαγμένοι χειρότερα από τις αγελάδες στον μικρό στάβλο. Τους άφησαν όλους να φύγουν, εκτός από την αδελφή του Μάρκου. «Εσύ κι ο αδελφός σου φταίτε για όλα μωρή.» της φώναξαν αγριεμένοι και την κλειδώσαν στο κοτέτσι. Το πλήθος σε έξαλλη κατάσταση πήγε στο σπίτι του κυβερνήτη, ο οποίος δεν είχε πάρει χαμπάρι για το σαματά. Σχεδίαζε να κάνει ένα ξενοδοχείο μαζί με έναν ξάδελφο που είχε κληρονομήσει αναπάντεχα ένα τσουβάλι χρυσό από έναν μακρινό θείο. Σαν άκουσε τις φωνές από το αγριεμένο πλήθος, βγήκε στο μπαλκόνι να μάθει τι συμβαίνει. Οι χωριανοί του είπαν το πρόβλημα που είχαν. «Θα καταρρεύσει το χωριό. Δεν γίνεται να κάνουν οι γυναίκες τις δουλειές αυτές. Αυτές είναι για άντρες.» Ο κυβερνήτης σκέφτηκε πως θα μπορούσαν να φέρουν άντρες από άλλα χωριά να κάνουν τα σκληρά επαγγέλματα. «Είδες τι κακό μας φέρνουν οι ξένοι.» Ο κυβερνήτης τότε τους είπε πως ήταν φονιάδες. «Μα εμείς βρισκόμασταν σε νόμιμη άμυνα.» του είπαν οι άντρες. Αφού το σκέφτηκε ο κυβερνήτης συμφώνησε μαζί τους. Δεν σκότωσαν τον Μάρκο γιατί το ήθελαν, αλλά γιατί τους απειλούσε. Αυτός και η αδελφή του ήταν οι φονιάδες. Αν, βέβαια ήθελε να είναι δίκαιος, θα έπρεπε να ψάξει αν τα λεγόμενα εκείνου του παράξενου ταξιδιώτη έστεκαν. Κι αποφάσισε να διατάξει έρευνα. Πήγε μέχρι τον αστυνόμο και τον βρήκε μες τα αίματα να κείτεται νεκρός. Ρώτησε τότε όλο το χωριό ποιος είχε κάνει αυτή την πράξη, μα απάντηση δεν πήρε από κανένα. Κανείς δεν του είπε πως ο μικρός φονιάς ήταν ο γιος του ξαδέλφου του που είχε το τσουβάλι γεμάτο από χρυσό. Ο κυβερνήτης σκέφτηκε πως η έρευνα ήταν δουλειά της αστυνομίας. Διόρισε τότε για αστυνομικό τον ξάδελφο του. Του ζήτησε να ερευνήσει τα δυο μυστήρια φονικά…

Το χωριό αυτό λεγόταν Ελλάδα.

Μια ιδέα που μου ήρθε στο μυαλό. Δεν την έχω δουλέψει καθόλου. Έίναι ουσιαστικά το πρώτο γραπτό. Ρίξτε και καμιά ιδέα να θέλετε.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Και πάει κλαίγοντας....

Οι γονείς χρησιμοποιούν την απόρριψη ως αποδειχτικό στοιχείο για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους έναντι των παιδιών τους, τα οποία είναι καταδικαστέα a priori και είναι δεδομένο πως αυτά κάνουν το λάθος. "Για να σε απορρίπτω, κάτι έχεις κάνει λάθος." Η ενοχή των παιδιών είναι πάντα αυταπόδεικτη.

Όταν τα παιδιά, ασχέτως ηλικίας, απορρίπτουν τους γονείς, αυτή η απόρριψη παύει να λειτουργεί ως αποδεικτικό στοιχείο υπεράσπισης στην συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα είναι μια παραπάνω απόδειξη της ενοχής τους, η οποία δεν παύει ποτέ να χάνει τον αυταπόδεικτο χαρακτήρα της. " Για να με απορρίπτεις είσαι γαιδούρι, άρα λάθος."

Το παιδί λοιπόν μπορεί να βιώσει την έννοια της αθωότητας μόνο αν ενστερνιστεί το ρόλο του γονιού, που είπαμε έχει πάντα το τεκμήριο της αθωότητας στο τσεπάκι του. Γίνεται λοιπόν από παιδί γονιός για να μπορέσει να ξεπλύνει την ενοχή του ή για να εκτίσει την ποινή που η τυφλή δικαιοσύνη του γονεικού συστήματος του έχει επιβάλει. Κατ' αυτό τον τρόπο αφενός δικαιώνει το υφιστάμενο σύστημα απονομής ευθυνών, ποινών και δικαιοσύνης κι αφετέρου δικαιώνει τους γονείς του και τον τρόπο που χρησιμοποιούν την έννοια της απόρριψης και της ενοχής, αφού μοιραία θα ακολουθήσει το ίδιο ακριβώς μοντέλο.

Ως γονιός το παιδί μπορεί πλέον ελεύθερα κι απενοχοποιημένα να απορρίπτει το δικό του παιδί, να το δικάζει και να το καταδικάζει με μόνο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο την ίδια την απόρριψη. «Αφού σε απορρίπτω, κάτι έχεις κάνει λάθος.» Το πρώην παιδί που έχει γίνει γονιός μπορεί επιτέλους να απολαμβάνει την αθωότητα του έναντι ενός άλλου πλάσματος, του παιδιού του, μπορεί επιτέλους να ορίζει τη ζωή του και να την επιβάλει, χωρίς να το απορρίπτουν ή να το καταπιέζουν. Το δικό του παιδί μοιραία για να μπορέσει να ξεφύγει από το ρόλο του παιδιού άρα και του ισοβίτη, θα πρέπει να κάνει ένα παιδί.... Και πάει κλαίγοντας....