Όταν η υποκειμενικότητα μεταμφιέζεται σε αντικειμενικότητα και καταλήγει χανζαπλάστ από το περίπτερο.
Φυσικά και όλοι μας κρίνουμε εξ ιδίων τα αλλότρια.
Όποιος υποστηρίζει ότι δεν το κάνει είτε είναι σοφός είτε ηλίθιος. Γιατί οι άνθρωποι αναλύουν γεγονότα και καταστάσεις βάσει των δικών τους εμπειριών, πεποιθήσεων και γνώσεων και, ακόμη κι αν είναι οι πιο ενσυναισθητικοί άνθρωποι σε ολόκληρο το σύμπαν, δύσκολα μπορούν πραγματικά να αισθανθούν ή να καταλάβουν κάτι που δεν έχουν βιώσει ποτέ.
Φυσικά και μπορούν να αναθεωρούν ή να εμπλουτίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τον ηθικό τους κώδικα.
Ο τρόπος που ερμηνεύουμε τον κόσμο είναι αναπόφευκτα υποκειμενικός, όσο κι αν θέλουμε να νομίζουμε ότι εμείς είμαστε αντικειμενικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι και η πραγματικότητα είναι υποκειμενική. Υποκειμενική είναι η ματιά μας πάνω της.
Και η αντικειμενικότητα δεν είναι αφετηρία. Είναι μέθοδος. Προκύπτει από την προσπάθειά μας, όχι από την πεποίθηση ότι η δική μας αλήθεια είναι η αντικειμενική αλήθεια.
Από την προσπάθειά μας να ακούσουμε, καταρχάς, ένα επιχείρημα που δεν έχουμε σκεφτεί, μια διάσταση που δεν μας εξυπηρετεί, μια εμπειρία που δεν έχουμε ζήσει, χωρίς εμπάθεια και προκαταλήψεις. Και να δεχτούμε ακόμη και την πιθανότητα ότι μπορεί να χρειαστεί να αναθεωρήσουμε κάτι από όσα μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσαμε αυτονόητα.
Πολύ δύσκολο. Εξαιρετικά δύσκολο.
Και γίνεται ακόμη δυσκολότερο όταν, αντί να εξετάζουμε αυτό που πραγματικά λέει ο άλλος, του κολλάμε ταμπέλες.
Οι ταμπέλες έχουν γίνει κάτι σαν χανζαπλάστ μαζικής παραγωγής από το περίπτερο: τραβάς μία, την κολλάς πάνω στον άλλον και ξεμπέρδεψες. Victim blamer. Μισογύνης. Φεμιναζί. Απολογητής βιαστών. Υπέρμαχος της πατριαρχίας. Διαλέγεις ανάλογα με το στρατόπεδο και την περίσταση.
Και φυσικά, όταν το κάνουμε αυτό σε οποιονδήποτε τολμήσει να εκφράσει αμφιβολία όχι απαραίτητα για ένα γεγονός, αλλά ακόμη και για τον τρόπο με τον οποίο εμείς το κρίνουμε, κάνουμε ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι προσπαθούμε να αποφύγουμε: ερμηνεύουμε τη θέση του άλλου μέσα από τη δική μας υποκειμενικότητα και τις δικές μας προκαταλήψεις.
Ακόμη χειρότερα όταν, από ένα ολόκληρο σκεπτικό, απομονώνουμε μία λέξη ή μία φράση. Την απομονώνουμε από όσα προηγούνται και όσα ακολουθούν, από τα επιχειρήματα που τη στηρίζουν, από τις διευκρινίσεις και τις διακρίσεις που κάνει ο άλλος, και την εξετάζουμε σαν να αποτελεί από μόνη της ολόκληρη τη θέση του.
Και μετά δεν απαντάμε πλέον σε αυτό που είπε.
Απαντάμε σε αυτό που εμείς οι ίδιοι αποφασίσαμε να ακούσουμε.
Κάπως έτσι πεθαίνει ο διάλογος. Γιατί δεν υπάρχει πλέον επιχείρημα απέναντι σε επιχείρημα. Υπάρχει μια λέξη, μια ταμπέλα και μια βεβαιότητα.
Και όλη αυτή η διαδικασία της προσπάθειας προς την αντικειμενικότητα επιτυγχάνεται μόνο με διάλογο. Με επιχειρήματα, παραδείγματα, εξηγήσεις, αναλύσεις και αντίλογο.
Όχι, φυσικά, με τσιτάτα.
Γιατί το τσιτάτο μπορεί να συνοψίσει ένα επιχείρημα. Δεν μπορεί να το αντικαταστήσει.
Και κάπου εδώ ερχόμαστε σε αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες δύο ημέρες.
Με αφορμή την καταγγελία που αναρτήθηκε στο Indymedia, έχει γίνει ένας μικρός χαμός στα social media. Από τη μία, εξαιρετικά εποικοδομητικός. Γιατί συζητάμε. Συζητάμε τι είναι βιασμός, τι σημαίνει συναίνεση, πώς τίθενται τα όρια, τι είναι τοξική αρρενωπότητα, τι έχουμε μάθει να θεωρούμε φυσιολογικό μέσα στις ερωτικές μας σχέσεις και τι ίσως πρέπει να αρχίσουμε να επανεξετάζουμε.
Από την άλλη, όμως, η συζήτηση γίνεται σε ορισμένα σημεία εξαιρετικά επικίνδυνη.
Γιατί ακούω ολοένα και περισσότερο ότι, εφόσον μια γυναίκα δηλώσει ότι βιάστηκε, οφείλουμε να αποδεχτούμε ασυζητητί την κραυγή της ως αληθή.
Και μέχρι εκεί, εγώ θα πω: οκ. Να σταθώ στο θύμα. Να ακούσω όσα έχει να πει χωρίς να ξεκινήσω ρωτώντας γιατί πήγε, γιατί έμεινε, γιατί δεν έφυγε, γιατί δεν φώναξε.
Γιατί κι εγώ, εξάλλου, έχω υπάρξει θύμα βιασμού και έχω βγει δημόσια και έχω μοιραστεί την εμπειρία μου. http://ledakafetzi.blogspot.com/2023/01/blog-post.html
Η διαφορά είναι —και εδώ φυσικά και παρεισφρέει η δική μου υποκειμενικότητα και προσωπική εμπειρία στην ανάλυση— ότι εγώ δεν φωτογράφισα τον δράστη. Μπορεί να ανέφερα το όνομά του —παίζει πολύ τελικά αυτό το όνομα— αλλά από ένα σκέτο μικρό όνομα δεν μπορεί κανείς να καταλάβει σε ποιον αναφέρομαι.
Και κάπου εκεί, μέσα πάλι από το δικό μου πρίσμα, προκύπτει για μένα ένα τεράστιο πρόβλημα.
Όταν ο άνθρωπος που κατηγορείται είναι αναγνωρίσιμος και καταλήγει να δικάζεται δημόσια και να καταδικάζεται ερήμην, χωρίς να έχει ακουστεί καν η δική του πλευρά και χωρίς να έχουν εξεταστεί και αναλυθεί τα γεγονότα, τότε έχει καταστρατηγηθεί μία από τις παλαιότερες και βασικότερες αρχές της έννοιας του δικαίου:
«Μηδενὶ δίκην δικάσῃς, πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς.»
Μην κρίνεις μια υπόθεση πριν ακούσεις και τις δύο πλευρές.
Και πώς φτάνουμε εκεί;
Σε μεγάλο βαθμό, επειδή κάνουμε ακριβώς αυτό για το οποίο μιλούσα προηγουμένως: παίρνουμε σύνθετες νομικές, ηθικές και ανθρώπινες έννοιες και τις μετατρέπουμε, μέσα από την προσωπική μας υποκειμενικότητα, σε συνθήματα. Και ύστερα χρησιμοποιούμε τα συνθήματα ως εργαλεία ερμηνείας της πραγματικότητας.
Έρχεται, λοιπόν, ο νομοθέτης και λέει ότι χωρίς συναίνεση η σεξουαλική πράξη συνιστά βιασμό. Και αυτό μεταφράζεται, σε επίπεδο κοινωνικού συνθήματος, στο «χωρίς ναι, είναι όχι».
Και πολλοί μένουν εκεί.
Χωρίς να αναρωτηθούν τι σημαίνει πραγματικά συναίνεση. Πώς εκφράζεται; Πρέπει να είναι λεκτική; Η σιωπή σημαίνει πάντοτε όχι; Μπορεί η συναίνεση να προκύπτει από τη συμπεριφορά; Μπορεί κάποιος να συμμετέχει φαινομενικά ενώ στην πραγματικότητα έχει παγώσει ή φοβάται; Και, αντιστρόφως, μπορεί κάποιος να συμμετέχει ενεργά και ελεύθερα χωρίς να έχει προφέρει ποτέ τη λέξη «ναι»;
Γιατί, αν δεχτούμε ότι κάθε σεξουαλική πράξη που δεν προηγήθηκε από ένα ρητό λεκτικό «ναι» είναι βιασμός, τότε καήκαμε. Οι περισσότερες και οι περισσότεροι έχουμε βιαστεί και εξακολουθούμε να βιαζόμαστε και να βιάζουμε κατ’ εξακολούθηση.
Το σεξ δεν είναι έπιπλο του ΙΚΕΑ ώστε να συνοδεύεται από οδηγίες συναρμολόγησης: «Βήμα 1: ρωτήστε. Βήμα 2: λάβετε λεκτικό ναι. Βήμα 3: προχωρήστε».
Η ανθρώπινη σεξουαλική επικοινωνία είναι πολύ πιο σύνθετη από αυτό. Δεν εξαντλείται σε δύο λεκτικές εντολές, «ναι» και «όχι». Υπάρχουν λόγια, πρωτοβουλίες, ανταπόκριση, άγγιγμα, αμοιβαιότητα, απομάκρυνση, ακινησία, δισταγμός, φόβος, πάγωμα — και όλα αποκτούν νόημα μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά «ειπώθηκε η λέξη ναι;». Είναι αν υπήρχε πραγματική και ελεύθερη συμμετοχή, πώς αυτή εκφράστηκε, αν στη συνέχεια έπαψε να υπάρχει και αν ο άλλος αντιλήφθηκε ή, με βάση όσα συνέβαιναν, είχε λόγο να αντιληφθεί αυτή τη μεταβολή.
Και εδώ επιστρέφουμε ακριβώς στην αρχή.
Στο πώς προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα και στο πόσο εύκολα συγχέουμε τη δική μας ερμηνεία με την αντικειμενική αλήθεια.
Όταν παίρνουμε μια τόσο δύσκολη αρχή και την εγκλωβίζουμε, με φρικτά κυριολεκτικό τρόπο, σε μια φράση τεσσάρων λέξεων, δεν έχουμε λύσει το πρόβλημα της συναίνεσης. Έχουμε απλώς σταματήσει να το σκεφτόμαστε.
Και όταν στη συνέχεια χρησιμοποιούμε αυτή τη φράση ως έτοιμο φίλτρο μέσα από το οποίο ερμηνεύουμε κάθε πραγματική περίπτωση, χωρίς να εξετάζουμε το πλαίσιο, τις συμπεριφορές, τις αντιφάσεις, τα δεδομένα και τις εναλλακτικές ερμηνείες, τότε κάνουμε ακριβώς αυτό που κατηγορούμε τους άλλους ότι κάνουν: κρίνουμε εξ ιδίων τα αλλότρια και βαφτίζουμε την προσωπική μας ερμηνεία αντικειμενική αλήθεια.
Η διαφορά είναι ότι όλοι θα κρίνουμε ως έναν βαθμό εξ ιδίων. Αυτό είναι ανθρώπινο και αναπόφευκτο.
Το ζητούμενο είναι τι κάνουμε αφού το συνειδητοποιήσουμε.
Αν θα ακούσουμε. Αν θα ρωτήσουμε. Αν θα εξετάσουμε. Αν θα δεχτούμε ότι ένα γεγονός μπορεί να έχει περισσότερες διαστάσεις από αυτή που είδαμε εμείς πρώτη. Αν θα επιτρέψουμε σε ένα επιχείρημα να μας δυσκολέψει αντί να το απορρίψουμε επειδή δυσκολεύει την ήδη σχηματισμένη άποψή μας.
Αυτό είναι η προσπάθεια προς την αντικειμενικότητα.
Και γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται διάλογος.
Όχι τσιτάτα. Και κυρίως όχι ταμπέλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου