Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Μα το διάβασα στο Katinablog.com!

Πώς το πατροπαράδοτο κουτσομπολιό απέκτησε Wi-Fi, έγινε «είδηση» και άρχισε να ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός.



Θέλω να αφήσω στην άκρη την υπόθεση της καταγγελίας που δημοσιεύτηκε στο Indymedia. 

Δεν θέλω να εξετάσω άλλο ούτε τη συγκεκριμένη καταγγελία ούτε τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτή. 

Μου έδωσε όμως την αφορμή να σκεφτώ κάτι πολύ ευρύτερο και, κατά τη γνώμη μου, πολύ ενδιαφέρον: τι συμβαίνει όταν μια φήμη μπαίνει στο διαδίκτυο;

Γιατί οι φήμες δεν γεννήθηκαν μαζί με το Facebook, το Χ ή τα sites. Υπήρχαν πάντα. Το κουτσομπολιό είναι πιθανότατα τόσο παλιό όσο και η ανθρώπινη κοινωνία. Εκείνο που άλλαξε είναι η ταχύτητα, η εμβέλεια και, κυρίως, η επίφαση εγκυρότητας που μπορεί να αποκτήσει μια πληροφορία από τη στιγμή που θα εμφανιστεί γραμμένη σε μια οθόνη.

Ας κάνουμε λοιπόν ένα εντελώς υποθετικό πείραμα.

Κάπου εμφανίζεται η πληροφορία:

«Η Λ.Κ., πενηντάρα, γνωστή αριστερή από τα Ίσθμια, σκοτώνει σκυλιά».

Κάποιος από την περιοχή κάνει τη σύνδεση. Λ.Κ., αριστερή, Ίσθμια;

«Η Λήδα Καφετζή θα είναι».

Και κάπως έτσι, χωρίς να έχει προστεθεί ούτε ένα στοιχείο στην αρχική πληροφορία, η φήμη αποκτά ονοματεπώνυμο:

«Η Λήδα Καφετζή κατηγορείται ότι σκοτώνει σκυλιά».

Σε ένα χωριό αυτό θα ήταν το κλασικό πατροπαράδοτο κουτσομπολιό. Θα περνούσε από στόμα σε στόμα, πιθανότατα θα αποκτούσε στην πορεία και μερικές έξτρα λεπτομέρειες, ότι ξέρω ΄γω τα τεμαχίζω κιόλας και τα τρώω —οι φήμες έχουν αυτή τη θαυμαστή ικανότητα να εμπλουτίζονται μόνες τους— και μπορεί εγώ, δηλαδή η υποτιθέμενη δολοφόνος σκύλων, να μην το μάθαινα ποτέ.

Το κουτσομπολιό όμως κάποτε είχε ένα φυσικό φρένο: έπρεπε να μεταφερθεί από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Το διαδίκτυο αφαίρεσε το φρένο και τον αερόσακο και πάτησε μόνο γκάζι.

Η ίδια φήμη μπορεί τώρα μέσα σε λίγες ώρες να βρεθεί μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους που δεν με γνωρίζουν, δεν έχουν βρεθεί ποτέ στα Ίσθμια και δεν έχουν κανέναν απολύτως τρόπο να κρίνουν αν αυτό που διαβάζουν έχει οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα.

Κάποιος κάνει screenshot. Κάποιος το ανεβάζει σε μια φιλοζωική ομάδα. Κάποιος άλλος το αναδημοσιεύει γράφοντας «αν ισχύει, είναι φρικτό». Στην επόμενη αναδημοσίευση μπορεί να χαθεί και το «αν». 

Και φυσικά κάποια στιγμή θα εμφανιστεί ο Dikaios Agonistis, συνήθως ανώνυμος, με φωτογραφία προφίλ έναν λύκο που αλυχτά στο φεγγαρόφωτο, για να πληροφορήσει το κοινό ότι η τριτοξάδερφη της γυναίκας του με έχει δει να κλωτσάω σκύλο.

Και ξαφνικά η φήμη αποκτά «μαρτυρία».

Μπορεί να ακολουθήσουν απειλητικά μηνύματα. Μπορεί να αναπαραχθεί από φιλοζωικές σελίδες. Μπορεί κάποιος να δημοσιεύσει τη φωτογραφία μου. Κάποια συλλογικότητα να με "επικηρύξει". Και άνθρωποι που μέχρι χθες δεν γνώριζαν καν την ύπαρξή μου να είναι πλέον απολύτως βέβαιοι για ένα πράγμα σχετικά με εμένα:

«Η Λήδα Καφετζή σκοτώνει σκυλιά».

Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι αν μπορώ να αποδείξω ότι δεν σκοτώνω σκυλιά.

Το ενδιαφέρον είναι πώς έφτασαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι σκοτώνω.

Διάλεξα επίτηδες το συγκεκριμένο παράδειγμα επειδή η πραγματική μου ζωή βρίσκεται στο άλλο άκρο: εδώ και περίπου 25 χρόνια έχω φροντίσει, περιθάλψει σιτίσει, αποπαρασιτώσει, στειρώσει περισσότερα από 30 σκυλιά και γάτες και έχω υιοθετήσει πάνω από 15 αδέσποτα. Υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι που το γνωρίζουν. Και υπάρχουν και αποδείξεις και πειστήρια και φωτογραφίες.

Πόσοι όμως από εκείνους που θα διαβάσουν την αρχική ανάρτηση θα μπουν στον κόπο να ψάξουν ποια είμαι;

Ελάχιστοι.

Και δεν χρειάζεται καν να είναι κακοπροαίρετοι.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κάνουν δημοσιογραφική έρευνα κάθε φορά που ανοίγουν το κινητό τους. Διαβάζουν έναν τίτλο, ένα post, δύο παραγράφους, κάνουν scroll και συνεχίζουν τη ζωή τους.

Μόνο που κάτι μένει. Και αυτό το κάτι δεν σβήνεται ποτέ από το διαδίκτυο.

«Λήδα Καφετζή... σκυλιά... κάτι είχε γίνει με αυτή».

Και αυτό είναι αρκετό για να μετατραπεί μια φήμη σε κάτι που μοιάζει με γνώση.

Δεν είναι βέβαια καινούργιος μηχανισμός.

Πριν από το διαδίκτυο υπήρχε η μαγική φράση:

«Το είπαν στην τηλεόραση».

Για δεκαετίες, αυτό αποτελούσε σχεδόν πιστοποιητικό αλήθειας. Αν μάλιστα υπήρχε και εικόνα και ήχος, ακόμη καλύτερα.

«Το είδα με τα μάτια μου».

Μόνο που ακόμη και αυτό που «βλέπουμε με τα μάτια μας κι ακούμε με τα αυτιά μας» μπορεί να είναι προϊόν επιλογής, αποκοπής, μοντάζ ή πλαισίωσης.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα ήταν το πρώτο βίντεο-ντοκουμέντο που μετέδωσε το MEGA μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Στο βίντεο ακούγονταν ήχοι επεισοδίων, δημιουργώντας την εντύπωση ενός σκηνικού γενικευμένης έντασης γύρω από τους αστυνομικούς. Οι ήχοι αυτοί όμως δεν υπήρχαν. Είχαν προστεθεί στο μοντάζ. Ηταν ψεύτικοι.

Ο τηλεθεατής δεν είχε κανέναν λόγο να το γνωρίζει ή να το αμφισβητεί.

Έβλεπε και άκουγε ένα «βίντεο-ντοκουμέντο» σε ένα μεγάλο, έγκυρο τηλεοπτικό κανάλι. Άκουγε τις εκρήξεις με τα ίδια του τα αυτιά.

Άρα ήταν εκεί.

Αυτό ακριβώς το κύρος που κάποτε είχε σχεδόν αποκλειστικά η τηλεόραση έχει σήμερα διαχυθεί σε χιλιάδες διαφορετικές μορφές.

Ένα άρθρο.

Ένα post.

Ένα screenshot.

Ένα βίντεο τριάντα δευτερολέπτων.

Μια ανάρτηση που αρχίζει με τη φράση «ΣΟΚ — ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΠΡΙΝ ΤΟ ΚΑΤΕΒΑΣΟΥΝ».

Το ακόμη πιο ύπουλο είναι ότι η συνεχής αναπαραγωγή δημιουργεί την ψευδαίσθηση της διασταύρωσης.

Βλέπεις την ίδια πληροφορία σε ένα site. Μετά σε δεύτερο. Μετά σε τρίτο. Μετά στο Facebook. Μετά στο Χ.

«Μα το γράφουν παντού».

Μπορεί όμως  ένας άνθρωπος να το έγραψε στις 10:00, πέντε sites να αντέγραψαν το ένα το άλλο μέχρι τις 10:30 και πριν το μεσημέρι να έχουν δημιουργηθεί πεντακόσιες αναρτήσεις που ανακυκλώνουν την ίδια μοναδική πηγή.

Δεν έχουμε πεντακόσιες επιβεβαιώσεις.

Έχουμε ένα κουτσομπολιό με εξαιρετικά γρήγορο Wi-Fi.

Και κάπου εδώ αρχίζει να γίνεται λίγο άβολη η συζήτηση.

Γιατί όλοι γελάμε με τους ψεκ.

Ο Ομπάμα τρώει παιδιά. Η Χίλαρι πίνει αδρενοχρώμιο βρεφών. Η Γη είναι επίπεδη. Ο τάδε πέθανε «από τα μπόλια» — κι ας μην είχε εμβολιαστεί καν.

Και αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να πιστεύει τέτοιες ανοησίες.

Μόνο που ίσως η απόσταση ανάμεσα σε εμάς και στα ψεκ ορκ να μην είναι τόσο μεγάλη όσο νομίζουμε.

Γιατί η διαδρομή δεν ξεκινάει από την επίπεδη Γη.

Ξεκινάει από κάτι πολύ πιο αθώο:

«Το διάβασα κάπου».

Και κάποια στιγμή, χωρίς καν να καταλάβουμε πότε έγινε η μετάβαση, το: «διάβασα ότι συνέβη» έχει γίνει: «συνέβη».

Το διαδίκτυο μας έδωσε τη δυνατότητα να έχουμε μπροστά μας μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα περισσότερη πληροφορία απ' όση μπορούσε να καταναλώσει ένας άνθρωπος σε ολόκληρη ζωή πριν από μερικούς αιώνες.

Δεν μας έκανε όμως αυτομάτως καλύτερους στο να ξεχωρίζουμε την πληροφορία από το γεγονός.

Γι' αυτό ίσως, μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, χρειάζεται να ξαναμάθουμε μια πολύ απλή ερώτηση.

Όχι:

«Πού το διάβασες;»

Αλλά:

«Αυτός που το έγραψε, από πού το ξέρει;»

Γιατί το γεγονός ότι κάτι είναι γραμμένο σε ένα site, σε ένα post ή σε μια οθόνη αποδεικνύει με απόλυτη βεβαιότητα μόνο ένα πράγμα:

ότι κάποιος το έγραψε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: