Ο εχθρός της διπλανής πόρτας
Κατεβαίνουμε στους δρόμους — οι Ευρωπαίοι εννοώ, διότι εμείς οι Έλληνες καταπίνουμε αμάσητο ό,τι μας σερβίρουν, αρκεί να συνοδεύεται από την κατάλληλη ποσότητα σανού — απαιτώντας πλαφόν στα ενοίκια. Οριζόντιο, καθολικό και αδιάκριτο. Τόσο για τον επενδυτικό κολοσσό με τα εκατοντάδες ακίνητα όσο και για τη συνταξιούχο που νοικιάζει το πατρικό της προκειμένου να συμπληρώσει τα εξακόσια ευρώ της σύνταξής της. Μικρή σημασία έχει ποιος θα πληγεί, αρκεί να βρεθεί κάποιος να πληρώσει το μάρμαρο, σπασμένο ή μη. Αρκεί να λυθεί το δικό μας, το απολύτως ανθρώπινο, ξαναλέω, αλλά απολύτως υποκειμενικό πρόβλημα.
Περιέργως, δεν επιδεικνύουμε την ίδια επαναστατική ζέση απαιτώντας πλαφόν στα υπόλοιπα αγαθά που κατοικοεδρεύουν στη βάση της περίφημης πυραμίδας του Μάσλοου. Στη φέτα, στο γάλα, στο ψωμί, στα φρούτα. Ούτε στη βενζίνη, στο πετρέλαιο θέρμανσης, στο ηλεκτρικό ρεύμα ή στο φυσικό αέριο που στην τελική οι τιμές αυτών των αγαθών είναι που καθορίζουν και ολόκληρη την οικονομία και ελέγχονται από ένα καρτέλ μερικών δισεκατομμυριούχων παγκοσμίως.
Γιατί άραγε; Η στέγαση είναι κοινωνικό αγαθό, αλλά η σίτιση πολυτέλεια; Το ενοίκιο πρέπει να προσαρμοστεί στον μισθό μας, αλλά το γάλα μπορεί να συνεχίσει την ανεξέλεγκτη αναρρίχησή του στα χρηματιστηριακά ύψη της φιλελεύθερης παράνοιας;
Και, το κυριότερο, γιατί επιλέγουμε να απαιτήσουμε θυσίες από μια κατηγορία στην οποία συνυπάρχουν μικρομεσαίοι πολίτες και μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, αντί να διεκδικούμε με την ίδια επιμονή παρεμβάσεις σε αγορές που κυριαρχούνται από ισχυρούς ομίλους;
Δεν ισχυρίζομαι ότι κάθε πλαφόν αποτελεί αυτομάτως αποτελεσματική οικονομική πολιτική. Ισχυρίζομαι ότι η επιλεκτικότητα της αγανάκτησής μας είναι αποκαλυπτική.
Μάθαμε για κάποιο περίεργο λόγο ή όχι και τόσο, γιατί είναι πανάρχαιο το ρητό διαίρει και βασίλευε, να αναζητούμε τον υπαίτιο της δυσπραγίας μας στην απέναντι πολυκατοικία. Ο ενοικιαστής εναντίον του ιδιοκτήτη, ο εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα εναντίον του δημοσίου, ο συνταξιούχος εναντίον του νέου, ο μικροεπαγγελματίας εναντίον του μισθωτού. Μια κοινωνία σε διαρκή εμφύλιο μικροσυμφερόντων, όπου ο καθένας διεκδικεί λίγη ανακούφιση από την τσέπη του διπλανού του.
Στο μεταξύ, η πραγματική οικονομική εξουσία παρακολουθεί αυτή την ιδιότυπη κοκορομαχία από την άνεση των θεωρείων της τσιμπολογώντας μπελούγκα συνοδεία Dom Pérignon.
Κι εμείς, αντί να απαιτούμε αξιοπρεπείς μισθούς, αποτελεσματικούς ελέγχους στην αγορά, περιορισμό της αισχροκέρδειας και μια στοιχειωδώς σοβαρή κοινωνική πολιτική, τσακωνόμαστε για το ποιος από τους δύο θα μείνει με λιγότερα στο τέλος του μήνα.
Κάπως έτσι καταλήξαμε να διεκδικούμε κοινωνική δικαιοσύνη όχι από εκείνους που ασκούν οικονομική πολιτική, αλλά από εκείνους που υφίστανται τις συνέπειές της. Και να αποκαλούμε αυτή την ιδεολογική σύγχυση κοινωνικό αγώνα.
Ολίγον από σοσιαλισμό, παρακαλώ. Αλλά χωρίς φόρους.
Και σαν να μην έφτανε αυτή η ιδεολογική ακροβασία, υπάρχει και μια δεύτερη, ακόμη πιο χαριτωμένη. Δεν γίνεται να ψηφίζουμε φιλελεύθερες κυβερνήσεις, να αποθεώνουμε την αγορά ως υπέρτατο ρυθμιστή της οικονομίας και, μόλις φτάσει ο λογαριασμός, να αναζητούμε εναγωνίως τον πλησιέστερο μικροαστό για να του επιβάλουμε τον σοσιαλισμό. Και μάλιστα έναν σοσιαλισμό ιδιωτικής χρηματοδότησης.
Οι ίδιοι άνθρωποι που απαιτούν κρατική παρέμβαση στα ενοίκια ζητούν ταυτόχρονα μείωση της φορολογίας. Θέλουν ένα κράτος αρκετά ισχυρό ώστε να ρυθμίζει την αγορά, να επιδοτεί τη στέγαση και να εγγυάται την κοινωνική προστασία, αλλά αρκετά διακριτικό ώστε να μην τους στέλνει τον λογαριασμό.
Ολίγον από σοσιαλισμό στις δαπάνες, ολίγον από φιλελευθερισμό στα έσοδα. Ένα οικονομικό σύστημα à la carte, με κοινωνικό κράτος σκανδιναβικών προδιαγραφών και φορολογικές υποχρεώσεις φορολογικού παραδείσου.
Δεν είναι, ασφαλώς, αντιφατικό να διεκδικεί κανείς δικαιότερη φορολογία και ισχυρό κοινωνικό κράτος. Αντιφατικό είναι να απαιτεί διαρκώς περισσότερες δημόσιες παροχές χωρίς να ενδιαφέρεται για το πώς χρηματοδοτούνται, ποιος επιβαρύνεται και ποιο οικονομικό μοντέλο τελικά υπερασπίζεται.
Και εδώ ακριβώς θα περίμενε κανείς από την Αριστερά να αναλάβει τον ιστορικό της ρόλο.
Να εξηγήσει στον εξουθενωμένο από την ακρίβεια πολίτη τι σημαίνει ελεύθερη οικονομία, τι σημαίνει σοσιαλιστική οργάνωση, ποια είναι η λειτουργία της φορολογίας, πώς αναδιανέμεται ο πλούτος και γιατί η κοινωνική πολιτική δεν μπορεί να χρηματοδοτείται από το δυάρι του γείτονα.
Να του προσφέρει, δηλαδή, πολιτική παιδεία αντί για συνθήματα εκτόνωσης.
Αντ' αυτού, συχνά προτιμά να σιγοντάρει κάθε έκρηξη δυσαρέσκειας, ανεξαρτήτως του αν τα αιτήματα συγκροτούν μια συνεκτική οικονομική πρόταση. Αρκεί η αγανάκτηση να μετατραπεί σε αντικυβερνητικό ρεύμα. Η ανατροπή μιας κυβέρνησης γίνεται αυτοσκοπός και η επίλυση του προβλήματος μπορεί να περιμένει μέχρι την επόμενη προεκλογική περίοδο.
Μόνο που η υπόθαλψη της οργής, χωρίς κατεύθυνση, γνώση και εφαρμόσιμες προτάσεις, δεν είναι κοινωνική χειραφέτηση. Είναι εκλογική επένδυση πάνω στην απόγνωση. Και συχνά οδηγεί σε εφιαλτικά πολιτικά σενάρια.
Ο ρόλος της Αριστεράς δεν είναι να πείσει τον φτωχό ότι για τη φτώχεια του ευθύνεται ο ελάχιστα λιγότερο φτωχός. Είναι να του εξηγήσει γιατί είναι και οι δύο φτωχοί.
Και ποιος θα πληρώσει τελικά το μάρμαρο;
Ασφαλώς η στέγη αποτελεί θεμελιώδη κοινωνική ανάγκη. Αυτό, όμως, καθιστά υπεύθυνο πρωτίστως το κράτος, όχι τον συνταξιούχο που συμπληρώνει τη σύνταξή του με ένα νοίκι.
Χρειάζονται ουσιαστικές επιδοτήσεις ενοικίου, δημόσια στεγαστική πολιτική και αξιοπρεπείς φοιτητικές εστίες, καθαρές, σύγχρονες, με υποδομές και κόστος διαμονής έως 200 ευρώ. Όχι ετοιμόρροπα καταλύματα όπου η μούχλα έχει αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από τους φοιτητές.
Και, κυρίως, χρειάζονται μισθοί με τους οποίους να μπορεί κανείς να ζήσει. Διότι με 800 και 1.000 ευρώ τον μήνα δεν ζεις. Απλώς μεταθέτεις τις ανάγκες σου στον επόμενο μήνα, ελπίζοντας ότι κάποτε θα περισσέψει κάτι και για τη ζωή.
Εν κατακλείδι, η στεγαστική κρίση δεν θα λυθεί δαιμονοποιώντας συλλήβδην τους ιδιοκτήτες, ούτε συγχέοντας τον κάτοχο μιας κληρονομημένης γκαρσονιέρας με έναν όμιλο διαχείρισης ακινήτων.
Αν, πάλι, το κράτος αδυνατεί να ασκήσει κοινωνική πολιτική, ας καταργήσει το αρμόδιο υπουργείο κι ας αναθέσει τις αρμοδιότητές του στον κύριο Γιώργο από τα Πατήσια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου