Και έτσι πρέπει. Ή θα έπρεπε.
Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι από τα τελευταία πράγματα που θα έπρεπε να θέλει κανείς να πειράξει σε μια δημοκρατία. Ο δικαστής δεν μπορεί να αποφασίζει κοιτάζοντας δημοσκοπήσεις, ούτε ο εισαγγελέας να προτείνει καταδίκες επειδή το αλαλάζον πλήθος έξω από το δικαστήριο αυτό απαιτεί.
Μόνο που ανεξαρτησία δεν σημαίνει ασυλία από την κριτική. Πολύ περισσότερο, δεν σημαίνει ότι κάθε πράξη ενός δικαστικού λειτουργού καθαγιάζεται αυτομάτως ως «νομική ερμηνεία» και κάθε ερώτημα γι' αυτήν συνιστά επίθεση στους θεσμούς. Δεν είναι δα και το αλάθητο του Πάπα.
Γιατί η Δικαιοσύνη δεν είναι απλά εξουσία. Έχει εξουσία.
Μπορεί να σου στερήσει την ελευθερία, να σου πάρει το παιδί, να αποφασίσει αν μια καταγγελία αξίζει να ερευνηθεί, αν μια σορός αξίζει να εξεταστεί ξανά, αν ένας άνθρωπος θα καθίσει στο εδώλιο ή αν μια υπόθεση θα μπει στο αρχείο. Μπορεί, με δυο λόγια, να αποφασίσει ποια αλήθεια αξίζει να αναζητηθεί και μέχρι πού.
Ακριβώς γι' αυτό η ανεξαρτησία της δεν μπορεί να σημαίνει ανεξέλεγκτη εξουσία.
Το γράμμα του νόμου και η αναζήτηση της αλήθειας
Στα Τέμπη, συγγενείς θυμάτων ζήτησαν επανειλημμένα εκταφές για να γίνουν εξετάσεις που θεωρούσαν κρίσιμες για τη διερεύνηση των αιτίων θανάτου.
Απορρίφθηκαν. Ξανά και ξανά. Και μετά ξανά.
Έλα όμως που όταν ο Πάνος Ρούτσι έστησε το αντίσκηνό του στο Σύνταγμα, ξεκίνησε απεργία πείνας και το αίτημά του δημιούργησε κοινωνική αναταραχή και ενόχλησε τους ανέμελους τουρίστες, η εκταφή τελικά έγινε δεκτή. Έστω αρχικά μόνο για την ταυτοποίηση DNA.
Για τις τοξικολογικές εξετάσεις; Όχι.
Γιατί υπήρχαν διαδικασίες, αρμοδιότητες, μια ανάκριση που είχε κλείσει και μια σειρά από νομικά επιχειρήματα για το τι μπορούσε και τι δεν μπορούσε πλέον να γίνει. Πράγματα που ο μέσος πολίτης δεν καταλαβαίνει. Και, μεταξύ μας, δικαίως δεν τα καταλαβαίνει. Διότι ο πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για να αναρωτηθεί γιατί ένας πατέρας δεν μπορεί να εξετάσει τη σορό του παιδιού του για να μάθει από τι πέθανε.
Και τότε συνέβη κάτι μαγικό.
Βρέθηκε ο τρόπος.
Ανασύρθηκε παλαιότερη δικογραφία από το αρχείο, άνοιξε νέα προκαταρκτική εξέταση και ο νόμιμος δρόμος, που μέχρι τότε έμοιαζε κλειστός, άνοιξε ώστε να πραγματοποιηθούν τοξικολογικές εξετάσεις χωρίς να ξανανοίξει η κύρια ανάκριση.
Νόμιμα όλα. Και πριν και μετά. Θαύμα.
Μόνο που εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Αν ο δρόμος υπήρχε, γιατί έπρεπε να φτάσει ένας πατέρας σε απεργία πείνας και μια κοινωνία στα κάγκελα για να τον ανακαλύψει η Δικαιοσύνη; Και αν η ίδια η διαδικασία μπορεί να προσφέρει λύση όταν υπάρχει αρκετή πίεση, τότε μήπως προηγουμένως το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν μπορούσε, αλλά ότι κανείς δεν αισθανόταν ιδιαίτερη ανάγκη να ψάξει πώς θα μπορούσε;
Ο ρόλος της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να εξαντλείται στο να μας εξηγεί γιατί δεν γίνεται να αναζητήσουμε ένα αποδεικτικό στοιχείο. Οφείλει να εξαντλεί πρώτα τις δυνατότητες του νόμου για να βρει την αλήθεια.
Ο νόμος είναι εργαλείο της Δικαιοσύνης.
Δεν είναι άλλοθι.
Η επιλεκτική ευαισθησία
Το 2017 συνελήφθη η Πόλα Ρούπα. Μαζί της βρισκόταν ο εξάχρονος γιος της με τον Νίκο Μαζιώτη.
Οι γονείς του κατηγορούνταν για εξαιρετικά σοβαρά αδικήματα. Το παιδί όμως δεν κατηγορούνταν για τίποτα. Μικρή αλλά μάλλον σημαντική λεπτομέρεια.
Κι όμως, με εντολή της εισαγγελέως Ανηλίκων Μαρίας-Ελένης Νικολού, το εξάχρονο παιδί βρέθηκε στο παιδοψυχιατρικό τμήμα του Παίδων αντί να παραδοθεί άμεσα στους συγγενείς που το ζητούσαν. Ήταν φρουρούμενο λες και ήταν ο Πάσσαρης και η επικοινωνία του με τρίτους τελούσε υπό εισαγγελικό έλεγχο. Οι γονείς του μίλησαν για «εγκλεισμό» και «απομόνωση».
Μπορεί κάποιος να βρει όλες τις θεσμικές λέξεις που χρειάζονται για να περιγράψει αυτή την κατάσταση. «Προσωρινή επιμέλεια». «Προστασία ανηλίκου». «Παιδοψυχιατρική παρακολούθηση».
Για ένα εξάχρονο παιδί, όμως, υπάρχει και μια απλούστερη περιγραφή: η μαμά και ο μπαμπάς εξαφανίστηκαν, η γιαγιά δεν μπορούσε να το πάρει και το ίδιο βρέθηκε φυλακισμένο στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου.
Το παιδί δεν γνωρίζει από νομικούρες. Γνωρίζει απλά την αίσθηση της ανασφάλειας.
Μερικά χρόνια αργότερα, η ίδια εισαγγελική λειτουργός καταγγέλθηκε για τον χειρισμό μιας ακόμη υπόθεσης ανηλίκου. Αυτή τη φορά ενός 11χρονου, μέσα σε μια σύγκρουση επιμέλειας και καταγγελίες του παιδιού για κακοποίηση από τον πατέρα του. Σύμφωνα με την αναφορά που κατατέθηκε σε βάρος της, το παιδί οδηγήθηκε —πάλι— σε παιδοψυχιατρική κλινική και ζητήθηκε παρέμβαση που θα βοηθούσε στην προσαρμογή του στην κατοικία του πατέρα. Ήθελε, δηλαδή, η εισαγγελέας με το στανιό το θύμα να συγκατοικεί με τον κακοποιητή του.
Δεν γνωρίζουμε αν οι καταγγελίες αυτές οδήγησαν σε πειθαρχική καταδίκη της εισαγγελέως.
Αλλά εδώ δεν δικάζουμε τη συγκεκριμένη εισαγγελέα. Αν και ίσως θα έπρεπε.
Ρωτάμε κάτι πολύ πιο ενοχλητικό: πόση βία μπορεί να ασκήσει ένας θεσμός σε ένα παιδί στο όνομα του «συμφέροντος του παιδιού» προτού αναρωτηθεί αν η θεραπεία που επέλεξε είναι τραυματικότερη από την ασθένεια που υποτίθεται ότι θεραπεύει;
Και κυρίως: γιατί αυτή η θεσμική αυστηρότητα φαίνεται να αποκτά παράξενες διακυμάνσεις όταν αλλάζει ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι στο παιδί;
Ένας «έρωτας» με ένα δωδεκάχρονο παιδί
Το 2024 η ίδια εισαγγελέας βρέθηκε στην έδρα της δίκης για τη 12χρονη του Κολωνού.
Ο Ηλίας Μίχος υποστήριζε ότι είχε «ερωτική σχέση» με το παιδί. Η εισαγγελική πρόταση ζήτησε την απαλλαγή του από την κατηγορία του βιασμού. Επιστρατεύτηκε ακόμη και η «πραγματική πλάνη» ως προς την ηλικία: η πιθανότητα, δηλαδή, ο ενήλικος άνδρας να πίστευε ότι το παιδί ήταν μεγαλύτερο.
Και κάπου εδώ η γλώσσα αρχίζει να κάνει θαύματα.
Ένας ενήλικος κλείνει σε ένα δωδεκάχρονο παιδί ραντεβού με άνδρες επί πληρωμή, το ίδιο παιδί με το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει «ερωτική σχέση», και η νομική σκέψη καταφέρνει να ανακαλύψει χώρο για έρωτες, πλάνες, αμφιβολίες και ελαφρύτερους χαρακτηρισμούς. Η γλώσσα, άλλωστε, είναι βολικό πράγμα: αν βρεις τις σωστές λέξεις, μέχρι και η φρίκη μπορεί να αποκτήσει νομική κομψότητα.
Το δικαστήριο, ευτυχώς, δεν ακολούθησε την πρόταση.
Καταδίκασε τον Μίχο για βιασμό.
Δεν υποστηρίζω ότι ένας εισαγγελέας οφείλει να καταδικάζει όποιον η κοινωνία έχει ήδη καταδικάσει. Το ακριβώς αντίθετο. Αν δεν πείθεται από τα στοιχεία, οφείλει να προτείνει αθώωση ακόμη κι αν ολόκληρη η χώρα περιμένει έξω από την αίθουσα για να τον λιντσάρει. Αυτή είναι η ανεξαρτησία που πρέπει να υπερασπιστούμε.
Αλλά είναι δύσκολο να μην παρατηρήσεις την αντίθεση.
Απέναντι σε ένα εξάχρονο παιδί, το κράτος μπορεί να είναι αμείλικτο στο όνομα της προστασίας του. Απέναντι σε ένα 11χρονο μπορεί, σύμφωνα με τις καταγγελίες, να θεωρεί θεραπευτικό να το προετοιμάσει για την επιστροφή στον πατέρα που το ίδιο καταγγέλλει. Και απέναντι στον ενήλικο άνδρα που κατηγορείται για τον βιασμό ενός δωδεκάχρονου, ξαφνικά εμφανίζεται όλη η λεπτότητα, όλη η κατανόηση και όλη η ευαισθησία της νομικής ερμηνείας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Δικαιοσύνη πρέπει να είναι αυστηρή ή επιεικής.
Είναι με ποιον είναι αυστηρή και με ποιον ανακαλύπτει την επιείκειά της.
Και ύστερα υπάρχει η Τουλουπάκη
Η Ελένη Τουλουπάκη ήταν επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς και ερεύνησε την υπόθεση Novartis, μαζί με πολιτικά πρόσωπα.
Και κάποια στιγμή η εισαγγελέας που ερευνούσε βρέθηκε η ίδια ερευνώμενη.
Ακολούθησαν καταγγελίες, έρευνες, ποινική δίωξη και τελικά παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο. Στο μεταξύ, καταργήθηκε και η Εισαγγελία Διαφθοράς, της οποίας προΐστατο, και ενσωματώθηκε σε νέα εισαγγελική δομή.
Δεν χρειάζεται να δεχτεί κανείς τον ισχυρισμό της Τουλουπάκη ότι υπήρξε οργανωμένη επιχείρηση εξόντωσής της. Αρκεί να κοιτάξει το τέλος της ιστορίας.
Οι βαρύτερες κατηγορίες που είχαν συνδεθεί δημόσια με τον τρόπο που διερεύνησε τη Novartis δεν έφτασαν καν στο ακροατήριο. Παραπέμφθηκε τελικά για ένα πολύ συγκεκριμένο ζήτημα, την καθυστέρηση διαβίβασης στη Βουλή αναφοράς που αφορούσε τον Παναγιώτη Κουρουμπλή. Και το Ειδικό Δικαστήριο την αθώωσε ομόφωνα.
Εδώ η Δικαιοσύνη δεν έδειξε καμία δυσκολία να ερευνήσει τη Δικαιοσύνη. Δεν κρύφτηκε πίσω από το επιχείρημα ότι ένας εισαγγελέας έχει ανεξάρτητη δικανική κρίση. Ο μηχανισμός λογοδοσίας λειτούργησε. Και λειτούργησε μέχρι τέλους.
Καλώς.
Το πρόβλημα είναι γιατί δεν τον βλέπουμε να λειτουργεί πάντοτε με την ίδια προθυμία. Φαίνεται πως και η θεσμική εγρήγορση έχει τις προτιμήσεις της.
Πότε η «ανεξάρτητη δικανική κρίση» είναι ασπίδα και πότε γίνεται αντικείμενο ποινικής έρευνας; Πότε ένα αμφιλεγόμενο εισαγγελικό έργο αποτελεί θεμιτή άσκηση δικαστικής ανεξαρτησίας και πότε γεννά έναν ολόκληρο μηχανισμό διερεύνησης του ίδιου του εισαγγελέα;
Και μήπως τελικά η περίφημη ανεξαρτησία δεν κινδυνεύει μόνο όταν η πολιτική εξουσία τηλεφωνεί σε έναν δικαστή για να του πει τι θα αποφασίσει;
Κινδυνεύει και όταν ο δικαστής ξέρει ποιον είναι ασφαλές να ερευνήσει και ποιον όχι.
«Να έχετε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη»
Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο από όλα.
Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι από τα παραπάνω, η απάντηση είναι περίπου η ίδια: να έχουμε εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Σχεδόν σαν να πρόκειται για πίστη και όχι για θεσμό.
Μόνο που η εμπιστοσύνη δεν είναι θεσμική υποχρέωση του πολίτη.
Κερδίζεται.
Και στην Ελλάδα υπάρχει πλέον μετρήσιμο πρόβλημα: σε έρευνα του ΟΟΣΑ, μόλις 39% των Ελλήνων δήλωσε το 2025 ότι εμπιστεύεται τα δικαστήρια.
Ίσως, λοιπόν, κάνουμε λάθος ερώτηση.
Αντί να αναρωτιόμαστε γιατί οι πολίτες δεν εμπιστεύονται τη Δικαιοσύνη, ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε:
Τι έχει κάνει η Δικαιοσύνη για να αξίζει την εμπιστοσύνη τους;
Δεν αποκτά κύρος ένας θεσμός επειδή απαιτεί σεβασμό. Ούτε επειδή κάθε κριτική εναντίον του βαφτίζεται λαϊκισμός, θεσμική εκτροπή ή επίθεση στην ανεξαρτησία του.
Κύρος αποκτά όταν μπορείς να τον αμφισβητήσεις και έχει απαντήσεις.
Όταν εξηγεί τις αποφάσεις του χωρίς να οχυρώνεται πίσω από νομικίστικα τερτίπια. Όταν διορθώνει τα λάθη του πριν χρειαστεί μια κοινωνία να βγει στον δρόμο. Όταν ελέγχει τους λειτουργούς του χωρίς να τους προστατεύει επειδή είναι «δικοί του», αλλά και χωρίς να τους συντρίβει όταν γίνονται ενοχλητικοί. Όταν επιδεικνύει απέναντι στον ισχυρό την ίδια αποφασιστικότητα που επιδεικνύει απέναντι στον αδύναμο.
Γιατί πίσω από όλα αυτά υπάρχουν ένα εξάχρονο που θέλει τη γιαγιά του, ένα 11χρονο που λέει ότι φοβάται τον πατέρα του, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που κάποιοι κατάφεραν να χωρέσουν στην ίδια πρόταση με τη λέξη “έρωτας”, ένας πατέρας που θέλει, πολύ απλά, να μάθει από τι πέθανε το παιδί του και μια κοινωνία που δεν ζητά από τη Δικαιοσύνη να της κάνει το χατίρι.
Ζητά κάτι πολύ πιο δύσκολο.
Να την πείσει ότι ο νόμος εφαρμόζεται με το ίδιο μέτρο σε όλους και ότι η αναζήτηση της αλήθειας προηγείται της προστασίας του ίδιου του συστήματος.
Αν δεν μπορεί να την πείσει γι' αυτό, τότε το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες έχασαν την πίστη τους στη Δικαιοσύνη.
Το πρόβλημα είναι ότι η Δικαιοσύνη έχασε την εμπιστοσύνη των πολιτών.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου