Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υποκρισία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα υποκρισία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Ένας χοντρός, ένας γέρος, μια καθαρίστρια και ένα «αυστηρώς ακατάλληλο» σημείο του γυναικείου σώματος.



Οι λέξεις είναι περίεργα πράγματα. Υποτίθεται ότι τις εφηύραμε για να περιγράφουμε τον κόσμο και τελικά καταλήξαμε να τις δικάζουμε για τον τρόπο που τον περιγράφουν.

Πάρτε έναν χοντρό άνθρωπο.

Συγγνώμη.

Έναν παχύσαρκο άνθρωπο.

Γιατί το «χοντρός» σήμερα θεωρείται αγενές και προσβλητικό. Χρησιμοποιούμε λοιπόν τη λέξη «παχύσαρκος» αντ' αυτού, λες και αλλάζει ο Δείκτης Μάζας Σώματος επειδή άλλαξαν τα γράμματα που περιγράφουν την τιμή του.

Ο άνθρωπος, εν τω μεταξύ, παραμένει ακριβώς ο ίδιος. Εμείς απλώς αισθανόμαστε καλύτερα επειδή αντικαταστήσαμε μια φορτισμένη λέξη με μια άλλη, πιο επιστημονική και αποστειρωμένη.

Και κάπου εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.

Γιατί τι ακριβώς λέει η λέξη «χοντρός»;

Ότι ένας άνθρωπος έχει ΔΜΣ πάνω από 30.

Όπως το «κοντός» λέει ότι κάποιος έχει ανάστημα μικρότερο από 160 εκατοστά, το «ψηλός» ότι είναι ψηλός και το «ξανθός» ότι έχει ξανθά μαλλιά. Κι όμως, αν πεις σε κάποιον «είσαι ψηλός», πιθανότατα δεν θα σου πετάξει το ποτό στα μούτρα. Αν του πεις «είσαι κοντός», αρχίζουμε να περπατάμε σε ναρκοπέδιο.

Γιατί;

Τα εκατοστά είναι εκατοστά. Δεν έχουν ηθική. Εμείς τους τη δώσαμε.

Αν ένας άνθρωπος έχει ύψος 1,55, μπορούμε φυσικά να τον αποκαλέσουμε «άτομο χαμηλού αναστήματος». Θα εξακολουθεί να είναι 1,55. Δεν πρόκειται να ψηλώσει από ευγνωμοσύνη για τη διακριτικότητά μας.

Και γιατί πρέπει να αποφύγουμε τη λέξη;

Τι κακό έχει να είναι κάποιος κοντός;

Το ίδιο συμβαίνει με το «γέρος».

Ένας άνθρωπος είναι 85 ετών. Αν τον πεις «ηλικιωμένο», έκανες μια κόσμια περιγραφή. Αν τον πεις «γέρο», μπορεί να θεωρηθεί ότι τον προσέβαλες. Τα 85 χρόνια του, βέβαια, δεν ενημερώθηκαν για τη γλωσσική μας ευαισθησία και δεν έγιναν 67.

Γιατί όμως είναι προσβολή το να είσαι γέρος;

Ίσως επειδή έχουμε φορτώσει τα γηρατειά με παρακμή, ασχήμια, αδυναμία και ανικανότητα. Κι αντί να ξεφορτωθούμε το στερεότυπο και να ασχοληθούμε με τα πραγματικά προβλήματα που μπορεί να βιώνει ένας μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωπος, επιλέγουμε απλά να ξεφορτωθούμε τη λέξη.

Κρατάμε την προκατάληψη και πετάμε το ουσιαστικό.

Εξαιρετικά βολικό.

Με το γυναικείο σώμα το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Η λέξη «μουνί» περιγράφει ένα σημείο της γυναικείας ανατομίας. Η λέξη «αιδοίο» το ίδιο ακριβώς σημείο. Κι όμως, το «μουνί» μπορεί να είναι πορνογραφικού περιεχομένου, να γίνει χυδαίο ή ακόμα και να μετατραπεί σε βρισιά.

«Θα σου δείξω εγώ, ρε μουνί».

Ακούγεται απολύτως φυσιολογικό μέσα σ' έναν καβγά.

«Θα σου δείξω εγώ, ρε αιδοίο».

Αν ακουγόταν αυτό, πιθανότατα θα σταματούσε για λίγο και ο καβγάς από την αμηχανία.

Το ανατομικό σημείο δεν άλλαξε. Άλλαξε η λέξη και μαζί της ολόκληρη η ηθική και συναισθηματική σημασία της φράσης.

Και έχουμε φυσικά το αριστουργηματικό:

«Τα έκανες μουνί».

Τα έκανες χάλια, δηλαδή. Τα κατέστρεψες. Τα διέλυσες.

Πράγμα αρκετά εντυπωσιακό για ένα ανατομικό όργανο που, από όσο γνωρίζω, δεν ευθύνεται για περισσότερες καταστροφές από έναν αγκώνα.

Και δεν είναι μόνο αυτό.

Η λέξη «στήθος» είναι απολύτως κόσμια. Το «βυζί» αποκτά αμέσως διαφορετικό τόνο. Ο «μαστός», πάλι, έχει ήδη ξαπλώσει στο εξεταστικό κρεβάτι και περιμένει να τον ψηλαφήσουν. Το σώμα παραμένει το ίδιο. Αλλάζοντας τη λέξη, αλλάζει το φορτίο της — όχι αυτό που περιγράφει.

Υπάρχει όμως κι ένα διαφορετικό παράδειγμα, που περιπλέκει λίγο τα πράγματα.

Ο θάνατος.

Λέμε «έφυγε», «έφυγε από κοντά μας», «δεν είναι πια μαζί μας». Σπανιότερα λέμε το απλό και απολύτως ακριβές: πέθανε.

Γιατί το «πέθανε» είναι ξερό, οριστικό, τελεσίδικο. Το «έφυγε» βάζει ένα μικρό γλωσσικό μαξιλάρι ανάμεσα σ' εμάς και σε μια πραγματικότητα που πονάει πολύ για να την κοιτάξουμε κατάματα. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει απαραίτητα υποκρισία. Υπάρχει τρυφερότητα. 

Γιατί άλλο χρησιμοποιώ μια πιο ήπια λέξη για να μην πληγώσω έναν άνθρωπο και άλλο χρειάζομαι μια πιο ήπια λέξη επειδή έχω αποφασίσει ότι αυτό που είναι ο άνθρωπος αποτελεί από μόνο του προσβολή.

Το πρώτο είναι ενσυναίσθηση. Το δεύτερο μπορεί κάλλιστα να είναι προκατάληψη με καλούς τρόπους.

Κάπου εδώ μπαίνει και η κοινωνική τάξη.

Κάποτε είχαμε «καθαρίστριες». Τώρα προτιμάμε το «προσωπικό καθαριότητας».

Και μια χαρά. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον όρο. Απλώς θα είχε ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε γιατί αισθανθήκαμε την ανάγκη να αναβαθμίσουμε γλωσσικά το επάγγελμα.

Μήπως επειδή προηγουμένως το είχαμε υποβαθμίσει κοινωνικά;

Ο άνθρωπος εξακολουθεί να καθαρίζει τις ίδιες τουαλέτες, να κρατάει την ίδια σκουπα και, ενδεχομένως, να αμείβεται με τον ίδιο άθλιο μισθό. Το σφουγγαρόπανο παρέμεινε στη θέση του, η ταξική μας συνείδηση επίσης, αλλά η ορολογία έκανε καριέρα.

Και ίσως αυτό είναι που με ενοχλεί περισσότερο σε ολόκληρη αυτή τη συζήτηση. Όχι η ευγένεια. Η ευγένεια είναι χρήσιμη. Η πρόθεση να μην πληγώνεις τον άλλον είναι ακόμη χρησιμότερη. Με ενοχλεί η ψευδαίσθηση ότι αλλάζοντας τις λέξεις αλλάξαμε αυτομάτως και τις αντιλήψεις που βρίσκονται από πίσω τους. Γιατί μπορώ να μη σε αποκαλέσω ποτέ χοντρό. Να χρησιμοποιώ αποκλειστικά την απολύτως ευπρεπή λέξη «παχύσαρκος». Και ταυτόχρονα να σε θεωρώ άσχημο, ανεπιθύμητο, τεμπέλη, λαίμαργο και ανίκανο να ελέγξεις τον εαυτό σου.

Συγχαρητήρια.

Κατάφερα να γίνω μαλάκας με άψογη ορολογία.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν βρίσκεται πάντοτε στη λέξη. Βρίσκεται στο αόρατο φορτίο που της δίνουμε. Και μετά, όταν η λέξη δεν αντέχει άλλο το βάρος, την πετάμε και βρίσκουμε μια καινούργια.

Καθαρή.

Ευγενική.

Αμόλυντη.

Μέχρι να φορτώσουμε και σ' αυτήν ακριβώς τις ίδιες προκαταλήψεις.

Σαν να αλλάζουμε την ταμπέλα ενός απαίσιου ξενοδοχείου και να περιμένουμε να εξαφανιστούν οι κοριοί.

Ίσως λοιπόν η πραγματική ηθική της γλώσσας να μη βρίσκεται σε έναν κατάλογο επιτρεπόμενων και απαγορευμένων λέξεων. Ίσως βρίσκεται στην πρόθεση, στο πλαίσιο, στον τρόπο και κυρίως σε αυτό που πιστεύουμε για αυτό το οποίο περιγράφουμε. Γιατί οι λέξεις πράγματι μπορούν να πληγώσουν. Αλλά πριν αρχίσουμε να τις εξορίζουμε από τα λεξικά μας, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί απέκτησαν τη δύναμη να πληγώνουν.

Γιατί αν θεωρούμε προσβολή να αποκαλέσουμε έναν χοντρό άνθρωπο χοντρό, έναν κοντό άνθρωπο κοντό και έναν γέρο άνθρωπο γέρο, ίσως το πρόβλημα να μην είναι τελικά ότι χρησιμοποιήσαμε λάθος λέξη.

Ίσως το πρόβλημα να είναι ότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως υπάρχει κάτι κακό στο να είσαι αυτό που η λέξη περιγράφει.