Η ελευθερία του λόγου είναι υπέροχη. Αρκεί να μη μιλάς.
Στις 4 Σεπτεμβρίου ο Macklemore ανεβαίνει στη σκηνή του MetLife Stadium, ανοίγοντας συναυλία του Ed Sheeran, και λέει δύο λέξεις.
Όχι «θάνατος στους Εβραίους». Όχι «ζήτω η Hamas». Όχι κάτι που χρειάζεται τρεις νομικούς, δύο γλωσσολόγους κι έναν σημειολόγο για να αποφασίσουν αν αποτελεί υποκίνηση μίσους.
Free Palestine. Και αγάπη, ειρήνη, ελευθερία και αλληλεγγύη.
Κακές, πολύ κακές λέξεις από ότι τελικά φαίνεται.
Γιατί την επόμενη μέρα χρειάστηκε να διευκρινίζει τα αυτονόητα, ότι δηλαδή η κριτική του στο Ισραήλ δεν αποτελεί κριτική στους Εβραίους.
Τσάμπα την έκανε την διευκρίνιση όμως, γιατί λίγες ημέρες αργότερα, ο Macklemore βρέθηκε εκτός περιοδείας.
Η απομάκρυνσή του δεν ήταν, όπως αρχικά παρουσιάστηκε, προσωπική απόφαση του Sheeran. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ed Sheeran και την εταιρεία παραγωγής, διαφημιζόμενοι, χορηγοί και ιδιοκτήτες σταδίων αρνήθηκαν να στηρίξουν και να φιλοξενήσουν συναυλίες στις οποίες θα συμμετείχε ο Macklemore. Είχε προηγηθεί βέβαια μια ολόκληρη εκστρατεία για την απομάκρυνσή του, αντιδράσεις, πιέσεις, απαιτήσεις και διαδικτυακά petitions.
Και ο Macklemore βγαίνει μετά από όλα αυτά και τους αποστομώνει, τους παίρνει τη χαρά μέσα από τα χέρια, απαντώντας περίπου όπως θα ήθελε κανείς να απαντήσει όταν του παρουσιάζουν την εκδικητική τιμωρία ως σωφρονισμό:
«Αν το να πω Free Palestine μου κόστισε το να μην επιστρέψω στη σκηνή, τότε ήταν η πιο επιτυχημένη περιοδεία της καριέρας μου».
Και κάπου εδώ η συζήτηση γίνεται για μένα πολύ πιο ενδιαφέρουσα από το αν συμφωνεί κανείς με τον Macklemore ή το Παλαιστινιακό πρόβλημα.
Γιατί εδώ δεν συζητάμε πλέον μόνο αν πρέπει να απελευθερωθεί η Παλαιστίνη από τις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής.
Συζητάμε πόσο κοστίζει η ελευθερία του λόγου όταν ο λόγος παύει να είναι διακοσμητική κούκλα στη βιτρίνα του θεάματος.
Όλοι αγαπάμε την ελευθερία της έκφρασης. Είναι υπέροχη. Σαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, την παγκόσμια ειρήνη και τα κουταβάκια. Μέχρι να εκφραστεί κάποιος και να πει κάτι που μας ενοχλεί.
Εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Πάρτε για παράδειγμα την ποπ τραγουδίστρια Pink.
Η Pink αντέδρασε στον Macklemore, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο κόσμος δεν είχε πάει στη συναυλία για να ακούσει πολιτική, υποστήριξε την απομάκρυνσή του και έπαθε ένα μικρό παραλήρημα μίσους.
Προσωπικά θεωρώ όσα είπε κατάπτυστα.
Αλλά αυτό είναι το εύκολο κομμάτι.
Το δύσκολο αρχίζει μετά.
Τι κάνω λοιπόν;
Δεν αγοράζω ποτέ ξανά εισιτήριο της Pink;
Δικαίωμά μου.
Λέω στους φίλους μου να μην αγοράσουν;
Μάλλον πάλι δικαίωμά μου.
Φτιάχνω καμπάνια;
Πιέζω τους διοργανωτές;
Απαιτώ να μην εμφανίζεται σε φεστιβάλ;
Να ακυρωθεί η περιοδεία της;
Να μην ξαναβρεί δουλειά μέχρι να ζητήσει συγγνώμη, να μετανοήσει, να αυτομαστιγωθεί δημοσίως και να περάσει τις εξετάσεις πολιτικής ορθότητας του Σεπτεμβρίου;
Πού ακριβώς αλλάζει το πράγμα;
Το μποϊκοτάζ ήταν και είναι ένα απολύτως πραγματικό και ιστορικά αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής αντίστασης. Δεν αγοράζω. Δεν συμμετέχω. Δεν συνεργάζομαι. Αποσύρω την εργασία, την παρουσία, την κατανάλωσή μου.
Και, ναι, κάπου στο υπόγειο υπάρχει πάντοτε και το χρήμα. Όχι επειδή όλα είναι χρήμα. Αλλά επειδή το χρήμα έχει μια χαριτωμένη ιδιότητα που δεν έχουν οι ηθικές διακηρύξεις: τσούζει και μετριέται.
Χίλια θυμωμένα posts είναι θόρυβος. Χίλια απούλητα εισιτήρια είναι Excel.
Αλλά πού τελειώνει το boycott και πού αρχίζει το cancel;
Και σε ποιο σημείο το cancel μετατρέπεται σε καφρίλα, στοχοποίηση και κυνήγι μαγισσών;
Αν εγώ αρνηθώ να σε ακούσω, ασκώ την ελευθερία μου.
Αν προσπαθήσω να εξασφαλίσω ότι κανείς δεν θα μπορεί να σε ακούσει τι ακριβώς κάνω;
Δεν είναι ρητορικές οι ερωτήσεις. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι υπάρχει ένα όμορφο κόκκινο φωτάκι που ανάβει ακριβώς στο σημείο όπου περνάμε από το ένα στο άλλο.
Μετά την απομάκρυνση του Macklemore συνέβη και κάτι ακόμη. Άλλοι καλλιτέχνες της περιοδείας αποχώρησαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης. Και εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό. Δεν τους έδιωξαν. Σηκώθηκαν κι έφυγαν από μόνοι τους. Μιλάμε για μια συλλογική άρνηση συμμετοχής με κάτι σχεδόν απεργιακό μέσα της: αν αυτός δεν μπορεί να βρίσκεται στη σκηνή επειδή είπε αυτές τις δύο λέξεις, εμείς δεν θέλουμε να βρισκόμαστε πάνω της σαν να μη συνέβη τίποτα.
Και ξαφνικά η πίεση αλλάζει κατεύθυνση.
Το φιλοσιωνιστικό λόμπι διαθέτει τεράστια δύναμη επιρροής στη δυτική πολιτική και στη βιομηχανία του θεάματος. Και δεν χρειάζονται μυστικές στοές, κρυφές χειραψίες και ένας κακός του James Bond να χαϊδεύει μια λευκή γάτα για να μιλήσουμε γι' αυτό. Το lobbying δεν είναι συνωμοσία.
Είναι lobbying. Οργανωμένη επιρροή, δημόσιες σχέσεις, πρόσβαση, πίεση, δίκτυα, χρήμα, επικοινωνία. Ολόκληρες βιομηχανίες έχουν χτιστεί ακριβώς γι' αυτό. Και μερικές φορές η επικοινωνιακή διαχείριση γίνεται τόσο άγαρμπη που καταλήγει σχεδόν φάρσα. Όπως στην περίπτωση του John Malkovich.
Ο Malkovich επρόκειτο να εμφανιστεί στο Τελ Αβίβ. Κυκλοφόρησε λοιπόν δήλωση που τον παρουσίαζε να εκφράζει εγγύτητα και αλληλεγγύη προς το ισραηλινό κοινό.
Υπέροχα. Μόνο που υπήρχε ένα τόσο δα μικρό προβληματάκι.
Ο Malkovich δεν την είχε κάνει ποτέ αυτήν την δήλωση.
Του είχαν φορέσει μια πολιτική τοποθέτηση περίπου όπως σου φοράει η θεία σου τη ζακέτα με το στανιό επειδή «έχει ψύχρα έξω» κι ας έχει 30 βαθμούς Κελσίου. Αλλά εδώ δεν μιλάμε για πεντάχρονο. Και μια πολιτική δήλωση δεν είναι ποτέ τόσο αθώα όσο μια ζακετούλα.
Όπως ήταν φυσικό, όχι απλά αντέδρασε, αλλά απέσυρε τη συμμετοχή του από την παράσταση.
Και έτσι μέσα σε λίγες ημέρες έχουμε δύο σχεδόν κατοπτρικές ιστορίες.
Στη μία περίπτωση ένας καλλιτέχνης μιλάει και κάποιοι θα προτιμούσαν να μην είχε μιλήσει.
Στην άλλη ένας καλλιτέχνης δεν μιλάει και κάποιοι αποφασίζουν να μιλήσουν για λογαριασμό του.
Κάπου εκεί βρίσκεται η περίφημη ελευθερία της έκφρασης, η οποία τελευταία μοιάζει λίγο με εκείνα τα οικογενειακά κειμήλια που όλοι δηλώνουμε ότι λατρεύουμε αλλά κανείς δεν θέλει πραγματικά να βλέπει κάθε ημέρα μέσα στο σαλόνι του.
Οπότε το ερώτημα μάλλον δεν είναι αν επιτρέπεται να υπάρχουν συνέπειες στον δημόσιο λόγο. Ούτε το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος τελικά έχει δίκιο
Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο:
Πότε η δική μου ελευθερία να αντιδρώ σε αυτά που λες αρχίζει να γίνεται δύναμη να σε εμποδίσω να τα λες;
Και ακόμη δυσκολότερο:
Θα δίναμε την ίδια απάντηση αν αυτός που προσπαθούσαν να φιμώσουν έλεγε κάτι με το οποίο διαφωνούμε εμείς;
Τελικά πόση ελευθερία λόγου αντέχουμε όταν το μικρόφωνο βρίσκεται στα χέρια κάποιου που θεωρούμε ότι έχει άδικο;
Λήδα Καφετζή


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου