Ο Ηλίας Κασιδιάρης βγήκε από τη φυλακή και ανακοίνωσε ότι επιστρέφει στην «πρώτη γραμμή».
Σοκ.
Περίπου όσο σοκαριστικό θα ήταν να αποφυλακιστεί ο Πάμπλο Εσκομπάρ- αν ζούσε- και να ανακοινώσει ότι σκέφτεται να ξανασχοληθεί με το εμπόριο κοκαΐνης.
Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι ο Κασιδιάρης νομίζει πως επιστρέφει στην πολιτική. Πολιτικός άλλωστε δεν υπήρξε ποτέ. Τραμπούκος με βουλευτική ταυτότητα ήταν. Το ότι εξελέγη στη Βουλή δεν τον έκανε πολιτικό, όπως μια άσπρη μπλούζα δεν σε κάνει γιατρό.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το ελληνικό κράτος, για κάποιον περίεργο λόγο, αντιμετώπισε τελικά τη Χρυσή Αυγή ως εγκληματική και όχι ως τρομοκρατική οργάνωση.
Δεν είμαι νομικός. Αλλά όταν μια οργανωμένη ομάδα ασκεί συστηματική βία με σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο, επιλέγει ως στόχους μετανάστες και πολιτικούς αντιπάλους, επιχειρεί μέσω της βίας να τρομοκρατήσει κομμάτια του πληθυσμού και επιδιώκει την ανατροπή της υπάρχουσας πολιτικής τάξης πραγμάτων, δυσκολεύομαι να καταλάβω τι ακριβώς της λείπει για να τη χαρακτηρίσουμε τρομοκρατική.
Καμιά μολότοφ; Κανένα αμπέχονο; Το σωστό soundtrack;
Αλλά ας αφήσουμε τους νομικούς να προβληματιστούν επ' αυτού του ζητήματος.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ο Κασιδιάρης.
Είναι ότι υπάρχει κόσμος που θέλει να τον ψηφίσει.
Τον Κασιδιάρη τον ξέρουμε. Δεν μας ήρθε σε κλειστό κουτί από το Temu και τώρα ψάχνουμε τις οδηγίες χρήσης.
Ξέρουμε τη Χρυσή Αυγή. Ξέρουμε τι έκανε η Χρυσή Αυγή στον Παύλο Φύσσα. Ξέρουμε για τις επιθέσεις, για τα τάγματα εφόδου. Ξέρουμε για τη δίκη και τις καταδίκες.
Η δικαιολογία «δεν ήξερα» έχει λήξει προ πολλού.
Κι όμως υπάρχει ακόμη πελατεία.
Και μας αρέσει να πιστεύουμε ότι αυτή η πελατεία εξαπατήθηκε.
Παρασύρθηκε.
Αγανάκτησε.
Δεν κατάλαβε.
Σαν τη μάνα που βρίσκει μισό κιλό χασίς στο δωμάτιο του κανακάρη της και αποφασίζει ότι τον παρέσυραν οι κακές παρέες.
Μήπως κάποια στιγμή πρέπει να δεχτούμε το πολύ πιο δυσάρεστο;
Ότι κάποιοι ξέρουν μια χαρά τι ψηφίζουν.
Κάποιοι θέλουν πράγματι τον «σκληρό». Τον άντρα, τον πολλά βαρύ, που «θα βάλει τάξη». Εκείνον που δεν αναλώνεται με δικαιώματα, θεσμούς και άλλες τέτοιες ενοχλητικές λεπτομέρειες της δημοκρατίας.
Χτυπάει το χέρι στο τραπέζι; Ηγέτης.
Φωνάζει; Αρχηγός.
Προσβάλλει; Αυθεντικός.
Απειλεί; «Έχει αρχίδια».
Κάποιοι αγαπούν πολύ την πυγμή.
Ιδίως όταν το χέρι της πυγμής πέφτει στο κεφάλι κάποιου άλλου.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα.
Έστω ότι βρίσκουμε τον τρόπο να μπλοκάρουμε ξανά τον Κασιδιάρη.
Οι ψηφοφόροι του πού πάνε;
Γιατί δεν εξαϋλώνονται. Δεν ξυπνούν την επόμενη ημέρα φιλελεύθεροι δημοκράτες επειδή το κόμμα που ήθελαν δεν έχει πια ψηφοδέλτιο.
Ψάχνουν για άλλη πολιτική στέγη.
Τι είναι, λοιπόν, το φαινόμενο Λατινοπούλου;
Ποιοι είναι οι ψηφοφόροι του Βελόπουλου;
Πόσοι είναι πρώην χρυσαυγίτες; Πόσοι είναι παραδοσιακοί δεξιοί που μετακινήθηκαν δεξιότερα; Πόσοι δεν αυτοπροσδιορίστηκαν ποτέ ως ακροδεξιοί, αλλά αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε ένα πολιτικό κοκτέιλ εθνικισμού, ξενοφοβίας, πατρίς-θρησκεία-οικογένεια και μιας γενναίας δόσης «να τελειώνουμε επιτέλους με την πολιτική ορθότητα»;
Και υπάρχει και το ακόμη πιο άβολο ερώτημα.
Πόσοι δεν χρειάζεται καν να φύγουν από τη Νέα Δημοκρατία;
Γιατί η Νέα Δημοκρατία δεν είναι Χρυσή Αυγή και κάθε δεξιός ψηφοφόρος δεν είναι φασίστας. Θα ήταν τόσο ανόητο όσο και βολικό να βαφτίζουμε φασίστα όποιον βρίσκεται δεξιότερα από εμάς.
Αλλά πόσοι από εκείνους που κάποτε έβρισκαν πολιτική έκφραση στη Χρυσή Αυγή μπορούν σήμερα να αναγνωρίσουν κομμάτια της δικής τους πολιτικής γλώσσας στη Νέα Δημοκρατία του τσεκουροφόρου Βορίδη, του υιού του χουντολάγνου ρατσιστή Πλεύρη, του μονίμως κομμουνιστοφάγου Άδωνι Γεωργιάδη και του Μαρινάκη που ευχαρίστως θα σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια τον Τσίπρα αν ήμασταν στον εμφύλιο;
Εκεί τα σύνορα γίνονται πιο θολά. Κάπου ανάμεσα στη συντηρητική Δεξιά και σε μια ακροδεξιά ρητορική που έμαθε να φοράει κοστούμι, να χαμηλώνει τον τόνο της φωνής και να χωράει πολύ πιο άνετα σε ένα τηλεοπτικό πάνελ.
Γιατί μπορείς να αποκλείσεις τον Κασιδιάρη.
Μπορείς να αποκλείσεις ένα κόμμα.
Μπορείς να βάλεις στη φυλακή έναν άνθρωπο που καταδικάστηκε.
Αλλά δεν μπορείς να αποκλείσεις τον ψηφοφόρο.
Και γι' αυτό ακριβώς το πρόβλημα είναι πολύ δυσκολότερο.
Τα κόμματα διαλύονται, μετονομάζονται, επανιδρύονται, αλλάζουν λογότυπο, παρουσιάζουν νέα πρόσωπα και μαθαίνουν να λένε περίπου τα ίδια πράγματα με άλλο τρόπο.
Η ζήτηση όμως παραμένει.
Και όσο υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων που αναζητά τον επόμενο «σκληρό» που θα καθαρίσει τον τόπο από εκείνους που θεωρεί ανεπιθύμητους, το αν ο Κασιδιάρης προσωπικά θα βρίσκεται στο επόμενο ψηφοδέλτιο είναι σχεδόν δευτερεύον.
Γιατί το πρόβλημα με τα πολιτικά τέρατα είναι ότι κοιτάμε συνέχεια το τέρας.
Και σχεδόν ποτέ εκείνον που το ταΐζει.
Ο Κασιδιάρης μπορεί να επιστρέψει ή να μην επιστρέψει.
Αν δεν είναι αυτός, θα βρεθεί άλλος.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος βρίσκεται πάνω στο ψηφοδέλτιο.
Είναι ποιος βρίσκεται από την άλλη πλευρά του παραβάν.
Και τι ακριβώς ψάχνει να βρει εκεί μέσα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου