Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

«Τι κάνεις, κόκλα;» Τον μπετόβλακα κι αν πλένεις, το ποντίκι σου χαλάς



Πριν από κάμποσο καιρό έκανα ένα μάλλον ενδιαφέρον κοινωνικό πείραμα χωρίς να το θέλω.

Έγραψα στο Facebook ότι χώρισα. Γιατί όντως χώρισα.

Έκτοτε το inbox μου απέκτησε μια κινητικότητα που δεν είχα ζητήσει ποτέ. «Τι κάνεις;», «πού μένεις;», «με τι ασχολείσαι;», «στείλε καμιά φωτογραφία να δω πώς είσαι».

Το τελευταίο είναι οριακά σουρεαλιστικό όταν απευθύνεται σε άνθρωπο του οποίου το προφίλ περιέχει πάνω από εκατό φωτογραφικά πορτραίτα.

Και κάπου εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι: πώς γίνεται στην εποχή που έχουμε περισσότερες πληροφορίες από ποτέ για τον άνθρωπο που θέλουμε να προσεγγίσουμε, το φλερτ να γίνεται συχνά σαν να μη γνωρίζουμε απολύτως τίποτα γι’ αυτόν;

Ας γυρίσουμε είκοσι και κάτι χρόνια πίσω.

Δεν υπήρχε Facebook, Instagram, tik tok, stories. Δεν μπορούσες να μάθεις μέσα σε πέντε λεπτά τι δουλειά κάνει κάποιος, τι μουσική ακούει, πού πήγε διακοπές, αν έχει σκύλο, αν διαβάζει Καμύ ή Coelho, αν ψηφίζει ΚΚΕ ή Νέα Δημοκρατία και αν θεωρεί τον Lars von Trier ιδιοφυΐα ή μαλάκα.

Κι όμως, ακόμη και τότε, το φλερτ δεν ξεκινούσε πάντα από το απόλυτο μηδέν.

Αν γνώριζες κάποιον σε ένα μπαρ που έπαιζε συγκεκριμένη μουσική, είχες ήδη μια πρώτη πληροφορία. Αν τον συναντούσες σε μια έκθεση ζωγραφικής, υπήρχε ένας πιθανός κοινός τόπος. Σε μια συναυλία, ακόμη πιο ξεκάθαρος. Σε ένα πάρτι, υπήρχαν κοινοί γνωστοί. Στη σχολή, στη δουλειά, στη γειτονιά, υπήρχε ένα κάποιο κοινό πλαίσιο.

Και υπήρχε και κάτι ακόμη που σήμερα, πίσω από μια οθόνη, συχνά ξεχνάμε: πριν μιλήσεις, συνήθως είχε συμβεί κάτι.

Μια ματιά. Ένα χαμόγελο. Ένα βλέμμα που έμεινε μισό δευτερόλεπτο περισσότερο.

Δεν χρειαζόταν να υπογραφεί σύμβαση συναίνεσης για να καταλάβεις ότι ίσως υπάρχει ένα ενδιαφέρον και αξίζει να πας να πεις μια κουβέντα.

Φυσικά υπήρχε και ο άλλος. Ο μπετόβλακας. Ο ενοχλητικός. Αυτός που ερχόταν από το πουθενά, χωρίς να έχει προηγηθεί ούτε βλέμμα ούτε χαμόγελο ούτε τίποτα, στεκόταν μπροστά σου και έλεγε:

«Τι κάνεις, κόκλα;»

Και συνήθως έτρωγε άκυρο.

Όχι επειδή οι γυναίκες του 2000 ήταν δύστροπες. Αλλά επειδή και τότε το «τι κάνεις, κούκλα;» δεν αποτελούσε ακριβώς κορυφαίο δείγμα προσπάθειας επικοινωνίας.

Μόνο που σήμερα τα πράγματα θα έπρεπε θεωρητικά να είναι πολύ ευκολότερα.

Μπαίνεις στο προφίλ κάποιου και έχεις μπροστά σου έναν μικρό μάνιουαλ του άλλου. Όχι ολόκληρο τον άνθρωπο, προφανώς. Τα social media είναι επιλεγμένες εκδοχές μας. Αλλά έχεις στοιχεία.

Βλέπεις τη φάτσα του — οπότε δεν χρειάζεται να του ζητήσεις «φωτό».

Βλέπεις, πολλές φορές, πού μένει και με τι ασχολείται — οπότε δεν χρειάζεται η πρώτη σου κουβέντα να θυμίζει απογραφή πληθυσμού ή συνέντευξη.

Κυρίως όμως βλέπεις τι τον ενδιαφέρει.

Τι γράφει. Τι τον θυμώνει. Τι τον κάνει να γελάει. Τι μουσική ακούει. Τι ταινίες βλέπει. Αν ασχολείται με πολιτική, με ζωγραφική, με ποδόσφαιρο, με σκυλιά, με ταξίδια, με μαγειρική, με κηπουρική ή με το πρωτάθλημα β΄ εθνικής του Ουζμπεκιστάν.

Έχεις δηλαδή κάτι που ο άντρας στο μπαρ του 2000 θα σκότωνε για να έχει:

Έτοιμες αφορμές για κουβέντα.

Κι εσύ ως γνήσιος μπαγλαμάς, επιλέγεις να στείλεις ένα ξερό :

«Τι κάνεις;»

Αυτό είναι που μου φαίνεται ενδιαφέρον.

Γιατί το πρόβλημα δεν είναι τελικά ότι δεν ξέρεις τι να πεις.

Είναι ότι δεν μπήκες στον κόπο να δεις σε ποιον το λες.

Και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στα δύο.

Όταν στέλνεις το ίδιο «γεια, τι κάνεις;» σε δέκα ή είκοσι γυναίκες, δεν φλερτάρεις πραγματικά καμία από αυτές. Κάνεις κάτι που μοιάζει περισσότερο με μαζική αποστολή βιογραφικών.

Κάπου θα κάτσει είτε το βιογραφικό είτε η μπίλια της ρουλέτας. 

Κι αν δεν κάτσει αυτή, υπάρχει η επόμενη. Και η επόμενη. Και η επόμενη.

Ίσως αυτό είναι ένα από τα παράδοξα των social media. 

Μας έδωσαν πρωτοφανή πρόσβαση στους άλλους και, ταυτόχρονα, έκαναν τους άλλους αναλώσιμους.

Γιατί όταν πίσω από κάθε προφίλ υπάρχουν άλλα χίλια, δεν χρειάζεται να επενδύσεις ιδιαίτερα σε κανένα. Δεν χρειάζεται να παρατηρήσεις. Δεν χρειάζεται να σκεφτείς. Δεν χρειάζεται καν να αναρωτηθείς «τι θα μπορούσα να πω σε αυτή τη συγκεκριμένη γυναίκα;».

Στέλνεις ένα «τι κάνεις;» και περιμένεις.

Κι όμως, όλη η γοητεία του φλερτ βρισκόταν ανέκαθεν ακριβώς στο αντίθετο.

Στην αίσθηση ότι μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο ανθρώπους κάποιος πρόσεξε εσένα.

Όχι απλώς ότι σε βρήκε εμφανίσιμη.

Ότι σε πρόσεξε.

Το ίδιο ισχύει και σήμερα.

«Διάβασα αυτό που έγραψες και διαφωνώ μαζί σου σ’ αυτό το σημείο.»

«Είδα ότι ακούς System of a Down. Τους έχω δει δύο φορές live.»

«Αυτή η φωτογραφία πού τραβήχτηκε;»

«Μου άρεσε πολύ αυτό που έγραψες για το 17χρονο σκυλάκι σου.»

Δεν χρειάζεται ατάκα. Δεν χρειάζεται πέσιμο. Δεν χρειάζεται να υποδυθείς τον γόη.

Χρειάζεται να έχεις κοιτάξει τον άνθρωπο στον οποίο αποφάσισες να μιλήσεις.

Και ίσως εδώ βρίσκεται τελικά η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο φλερτ και στο άμπαλο ψάρεμα.

Στο δεύτερο πετάς το ίδιο δόλωμα παντού και περιμένεις να τσιμπήσει ότι να ναι, από πέστροφα μέχρι καρχαρίας.

Στο πρώτο υπάρχει απέναντί σου συγκεκριμένος άνθρωπος.

Τα social media μάς έδωσαν περισσότερα εργαλεία από οποιαδήποτε προηγούμενη εποχή για να τον δούμε, να βρούμε έναν κοινό τόπο και να ξεκινήσουμε μια πραγματική κουβέντα.

Κι εμείς, μέσα σε όλον αυτόν τον πλούτο πληροφοριών, καταφέραμε συχνά να επιστρέψουμε στο:

«Τι κάνεις, κόκλα;»

Μόνο που τώρα δεν χρειάζεται καν να σηκωθείς από το τραπέζι σου για να φας το άκυρο ή το ποτό στη μούρη.

Και μια που το ’φερε η κουβέντα: όποιος νομίζει ότι σε αυτό το προφίλ θα βρει καμιά συγκαταβατική γυναικούλα που λέει «ναι, πασά μου, ναι, ραγιά μου», ας πάρει τα παπαράκια του και ας πάει να τα ξεζουμίσει σε άλλη παραλία.

Γκέγκε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: