Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Το χωριό αυτό λεγόταν Ελλάδα

Μια φορά κι ένα καιρό
Σε ένα μικρό χωριό… υπήρχε ο γαλατάς, ο μανάβης, ο κρεοπώλης, ο κτηνοτρόφος, ο αγρότης, ο δάσκαλος, ο συγγραφέας, ο τραγουδιστής, ο ράφτης, οι μαθητές, οι άντρες, οι γυναίκες… Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα μικρό χωριό με όλα τα είδη ανθρώπων, μόνο που σε αυτό το χωριό δεν υπήρχαν δικαστήρια, αστυνομία, δήμαρχος ή κυβερνήτης, μέχρι που… Μέχρι που κάποια δυσάρεστα γεγονότα συνέβησαν.

Ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα, ένας 35 χρόνος κάτοικος του χωριού τρελάθηκε. Βρισκόταν στο καφενείο, σε ένα τραπέζι κάτω από έναν γεροπλάτανο κι έπινε ουζάκι. Ξαφνικά, έβγαλε από την τσέπη του ένα μαχαίρι κι επιτέθηκε στον άντρα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Τον μαχαίρωσε δυνατά πολλές φορές. Οι συμπολίτες του ορμήξαν πάνω του σοκαρισμένοι. Μα εκείνος δεν χαμπάριαζε. Μαχαίρωσε πολλούς, κάποιοι και δεν ήταν λίγοι πέθαναν. Οι γυναίκες βγήκαν στα μπαλκόνια και φώναζαν βοήθεια, τα παιδιά τσίριζαν. Δεν άργησε πολύ και η πλατεία βάφτηκε με αίμα. Ποιος είχε καταφέρει άραγε το τελειωτικό χτύπημα στον τρελαμένο άντρα; Κείτονταν κι αυτός νεκρός μαζί με κάποιους άλλους χωριανούς. Κι όλοι οι άντρες του χωριού κρατούσαν μαχαίρια.
Το φονικό αυτό ήταν πρωτόγνωρο για το χωριό αυτό. Ποτέ πριν κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Κι οι κάτοικοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε γίνει. Κανείς δεν ένιωθε θλίψη για το θάνατο του φονιά, κανείς δεν ένιωθε πως είχε γίνει πια κι ο ίδιος φονιάς σκοτώνοντας τον φονιά. Μα, δεν μπορούσαν να βρουν το λόγο που είχε γίνει ένα τέτοιο κακό. Κι αυτό, αλήθεια, τους παίδευε.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι ήρθε στο χωριό ένας παράξενος ταξιδιώτης που τους είπε μια ιστορία για ένα παλληκάρι από μια μακρινή πόλη που κάποιοι ξένοι του σκότωσαν την οικογένεια και του έκλεψαν όλο τον χρυσό από το σεντούκι. Μονάχα αυτόν και την αδελφή του, που ήταν παιδιά μικρά, άφησαν οι φονιάδες να ζήσουν. Το παλληκάρι αυτό ζητούσε εκδίκηση, λεγόταν Μάρκος, τους πληροφόρησε ο ξένος και οι δολοφόνοι των γονιών του, των θειάδων και των παππούδων του κατάγονταν από το χωριό αυτό. Και τον χρυσό που έκλεψαν τον έκαναν μποστάνια και στάβλους και μαγαζιά ωραία και θα χει περισσέψει τουλάχιστον ένα τσουβάλι. Οι χωριανοί γελάσανε. «Μεγάλη φαντασία έχεις.» είπανε στον ταξιδιώτη. «Εμάς ο τόπος μας δεν βγάζει τέτοιους φονιάδες.» Του είπαν για το Μάρκο και για το κακό που είχε συμβεί. «Φονιάδες είναι αυτοί που ζουν εκεί, στην πόλη. Ο φίλος σου ήταν τρελός κι είχε όπως κι εσύ μεγάλη φαντασία.» Ο ταξιδιώτης επέμεινε στην ιστορία του κι οι χωριανοί θίχτηκαν με τις κατηγορίες. «Να φύγεις από τον τόπο μας.» του είπαν. Ο ταξιδιώτης έφυγε, μα ήταν πολύ ταραγμένος. Ήξερε πως θα γινόταν ακόμα πιο μεγάλο κακό, σα μάθαινε τα νέα αυτά η αδελφή του Μάρκου, η Στέλλα. Και τους προειδοποίησε, πως όσο το χωριό καλύπτει τους φονιάδες, δεν θα έβρισκε ησυχία.

Το φονικό είχε ξεχαστεί, όπως κι ο παράξενος ταξιδιώτης. Που και που, οι χωριανοί τον θυμόντουσαν σαν ένα καλαμπούρι. Ήταν μελαχρινός και παράξενα ντυμένος. Ίσως να ήταν τρελός, να το είχε σκάσει από κάπου. Πρωί Σαββάτου ήταν που έφτασε στην πλατεία μια μαυροφορεμένη νεαρή γυναίκα. Στάθηκε στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο, κρατώντας ένα πιστόλι και ζήτησε να δει το φονιά του Μάρκου, του αδελφού της. Οι χωριανοί τότε θυμήθηκαν την μαύρη προφητεία που είχε πει εκείνος ο ταξιδιώτης. Μαζεύτηκαν γύρω της. «Έλα στα συγκαλά σου.» «Είσαι τρελή για δέσιμο.» «Ντροπή κορίτσι πράγμα.» «Όλοι μας σκοτώσαμε εκείνο το ζαβό.» Στο άκουσμα όλων αυτών, τυφλωμένη από τον πόνο και το μίσος, άδειασε το πιστόλι της πάνω στα κορμιά τους. Σαν σίγασαν οι κρότοι κι ακοόυστηκε η ησυχία, «Σκοτώστε με.» τους ζήτησε, μα εκείνοι αρνήθηκαν. «Δεν είμαστε φονιάδες.» Εκείνη τότε κλαίγοντας ζήτησε να την τιμωρήσουν. «Συλλάβετε με». Μα σε εκείνο το χωριό, δεν υπήρχαν φυλακές, ούτε και αστυνόμος. «Να κάνουμε συμβούλιο.» είπε μια γυναίκα. Και το χωριό ολόκληρο μαζεύτηκε στην πλατεία κι έκανε συμβούλιο. Αποφάσισαν πως κάποιος θα έπρεπε να γίνει αστυνόμος, ένας άλλος δικαστής και κάποιος κυβερνήτης να παίρνει τις δύσκολες αυτές αποφάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να παρατάνε τις δουλειές τους κάθε τρεις και λίγο όλοι να λύνουν τα προβλήματα αυτά. Ούτε και να κινδυνεύουν με κάθε τρελό που ερχόταν από την πόλη στο χωριό τους.
Έτσι κι έγινε. Τρεις από τους κατοίκους του χωριού, πήραν αυτά τα αξιώματα και στο σπίτι του αστυνόμου, που πριν ήταν γελαδάρης, ο στάβλος έγινε φυλακή.
Ο κυβερνήτης γρήγορα αποφάσισε πως έπρεπε να γραφτούν κάποιοι νόμοι και τους έγραψε μόνος του. Όταν θέλησε να τους μοιραστεί με το χωριό, οι χωριανοί του είπαν πως του είχαν εμπιστοσύνη, δική του ήταν πια η δουλειά αυτή και θα έπρεπε να την κάνει χωρίς να τους ενοχλεί. Κάλεσε τότε τον αστυνόμο και τον δικαστή ο κυβερνήτης και τους ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Όποιος είχε σκοτώσει άνθρωπο έπρεπε να μπει για όλη του τη ζωή φυλακή. Ο αστυνόμος, τότε συνέλαβε όλους τους άντρες του χωριού, αλλά και την αδελφή του Μάρκου κι ο δικαστής τους καταδίκασε σε ισόβια φυλάκιση, αφού έτσι έλεγε ο νόμος.

Μόλις έμαθαν τα νέα οι γυναίκες και τα παιδιά, μαζεύτηκαν έξω από τη φυλακή κάνοντας μεγάλη φασαρία. Ποιος θα έκανε τις βαριές δουλειές; Θα μεγαλώναν σαν ορφανά όλα τα παιδιά; «Οι άντρες μας δεν σκότωσαν. Μονάχα αμυνθήκαν.» φώναζαν οι γυναίκες. Κι έκαναν φασαρία πολλή. Ο αστυνόμος, που ήξερε όλους τους νόμους που είχε φτιάξει ο κυβερνήτης προσπάθησε να συλλάβει τα γυναικόπαιδα για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Έβγαλε την γκλίτσα του κι άρχισε να βαρά όπου έβρισκε. Τότε ένα παιδί πήρε μια πέτρα και του άνοιξε το κεφάλι. Ο αστυνόμος έπεσε αιμόφυρτος κάτω στο χώμα. Μπορεί και να σωζόταν, αλλά αν τον έσωζαν, οι άντρες όλοι θα έμεναν για πάντα φυλακή. Έτσι προτίμησαν να τον αφήσουν αβοήθητο να ψυχορραγεί. Χωρίς αστυνόμο να φυλάει πια τη φυλακή, το πλήθος μπορούσε με άνεση να ελευθερώσει όλους τους κρατουμένους που ήταν στοιβαγμένοι χειρότερα από τις αγελάδες στον μικρό στάβλο. Τους άφησαν όλους να φύγουν, εκτός από την αδελφή του Μάρκου. «Εσύ κι ο αδελφός σου φταίτε για όλα μωρή.» της φώναξαν αγριεμένοι και την κλειδώσαν στο κοτέτσι. Το πλήθος σε έξαλλη κατάσταση πήγε στο σπίτι του κυβερνήτη, ο οποίος δεν είχε πάρει χαμπάρι για το σαματά. Σχεδίαζε να κάνει ένα ξενοδοχείο μαζί με έναν ξάδελφο που είχε κληρονομήσει αναπάντεχα ένα τσουβάλι χρυσό από έναν μακρινό θείο. Σαν άκουσε τις φωνές από το αγριεμένο πλήθος, βγήκε στο μπαλκόνι να μάθει τι συμβαίνει. Οι χωριανοί του είπαν το πρόβλημα που είχαν. «Θα καταρρεύσει το χωριό. Δεν γίνεται να κάνουν οι γυναίκες τις δουλειές αυτές. Αυτές είναι για άντρες.» Ο κυβερνήτης σκέφτηκε πως θα μπορούσαν να φέρουν άντρες από άλλα χωριά να κάνουν τα σκληρά επαγγέλματα. «Είδες τι κακό μας φέρνουν οι ξένοι.» Ο κυβερνήτης τότε τους είπε πως ήταν φονιάδες. «Μα εμείς βρισκόμασταν σε νόμιμη άμυνα.» του είπαν οι άντρες. Αφού το σκέφτηκε ο κυβερνήτης συμφώνησε μαζί τους. Δεν σκότωσαν τον Μάρκο γιατί το ήθελαν, αλλά γιατί τους απειλούσε. Αυτός και η αδελφή του ήταν οι φονιάδες. Αν, βέβαια ήθελε να είναι δίκαιος, θα έπρεπε να ψάξει αν τα λεγόμενα εκείνου του παράξενου ταξιδιώτη έστεκαν. Κι αποφάσισε να διατάξει έρευνα. Πήγε μέχρι τον αστυνόμο και τον βρήκε μες τα αίματα να κείτεται νεκρός. Ρώτησε τότε όλο το χωριό ποιος είχε κάνει αυτή την πράξη, μα απάντηση δεν πήρε από κανένα. Κανείς δεν του είπε πως ο μικρός φονιάς ήταν ο γιος του ξαδέλφου του που είχε το τσουβάλι γεμάτο από χρυσό. Ο κυβερνήτης σκέφτηκε πως η έρευνα ήταν δουλειά της αστυνομίας. Διόρισε τότε για αστυνομικό τον ξάδελφο του. Του ζήτησε να ερευνήσει τα δυο μυστήρια φονικά…

Το χωριό αυτό λεγόταν Ελλάδα.

Μια ιδέα που μου ήρθε στο μυαλό. Δεν την έχω δουλέψει καθόλου. Έίναι ουσιαστικά το πρώτο γραπτό. Ρίξτε και καμιά ιδέα να θέλετε.