Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Νοσοκομείο Ζώων-Πικέρμι: Η απαράδεκτη βιομηχανία.


Πριν από ένα μήνα ακριβώς η Μιρέλλα, η τετράποδη κόρη μου ήταν ολοζώντανη. Η φωτογραφία της τραβήχτηκε στις 16/10/2009 στις 4 το απόγευμα. Είχε ένα επίμονο στομαχικό έλκος, που την ταλαιπωρούσε πάνω από χρόνο, με σχετικά συχνές κρίσεις. Είχαμε δοκιμάσει διάφορες θεραπείες, tagamet, zantac, peptonorm , είχαμε κάνει εξετάσεις για ελικοβακτηρίδιο και είχαν βγει αρνητικές. Ένα μήνα και δυο μήνες νωρίτερα από σήμερα, η Μιρέλλα έπαθε μια από τις στομαχικές της κρίσεις. Εγώ και η μητέρα μου αποφασίσαμε να κάνουμε όλες τις δυνατές εξετάσεις στο κοριτσάκι μας, μιας και κάθε φορά η ίαση φαινόταν όλο και πιο δύσκολη. Μας συμβούλεψε και ο κτηνίατρος μας να της κάνουμε γαστροσκόπηση, μην τυχόν είχε κανά κρυφό καρκίνο ή κάποια υπερπλασία, που θα μπορούσε με τον καιρό να αποδειχθεί επικίνδυνη.

16/10/2009 γύρω στις 12:00 το πρωί βρεθήκαμε με την ξενηστικωμένη, αλλά τρελιάρα Μιρέλλα στο Νοσοκομείο Ζώων στο Πικέρμι. Ξεκινήσαμε με ψηλάφηση και εξετάσεις αίματος, που πιο άψογες δεν μπορούσαν να είναι. Μας είπαν να της κάνουμε έναν υπέρηχο, να δούμε τι στο καλό συμβαίνει και το σκυλί δεν κρατάει ούτε το νερό ούτε την τροφή του. Συμφωνήσαμε και περιμέναμε την ειδική γιατρό-χειρίστρια του υπέρηχου. Εν τω μεταξύ, γνωρίσαμε όλο το προσωπικό του νοσοκομείου, όλα τα ζωάκια που μπήκαν και βγήκαν στο διάστημα των 5 ωρών που ήμασταν στην αίθουσα αναμονής. Πήγαμε βόλτα στη γύρω γύρω περιοχή και με το δικό μας τρελιάρικο τρόπο γίναμε το αγαπημένο pet της ημέρας, χορέψαμε βαλς με διάφορους γιατρούς, γλείψαμε τα πόδια των νοσοκόμων και τρελάναμε ένα παπαγάλο, μια γάτα και κάμποσα σκυλάκια. Η Μιρελίτσα παρόλη τη στέρηση νερού για πάνω από δεκαπέντε ώρες και την στέρηση τροφής για πάνω από 2 24ώρα ήταν μες την καλή χαρά και την αταξία.
Κάποια στιγμή ήρθε η ειδική γιατρός και κάναμε τον υπέρηχο και το κοριτσάκι μου ήταν τόσο, μα τόσο συνεργάσιμο, σαν να καταλάβαινε πως αυτό το τέντωμα λες και ήταν αρνί για σούβλισμα και το κρύο παχύρευστο ζελέ, γινόταν για να την απαλλάξει από τον πόνο που βίωνε. Η γιατρός, την ώρα που έκανε την εξέταση μας είπε πως ήταν λάθος να γίνεται ο υπέρηχος σε άδειο στομάχι, αλλά παρόλα αυτά δεν φαινόταν πουθενά κάποια κακοήθεια, αλλά μια ελαφριά πάχυνση των τοιχωμάτων του στομάχου και πως μόνο με ενδοσκόπηση θα μπορούσαμε να έχουμε μια σαφή εικόνα. Η ώρα ήταν πλέον λίγο μετά τις 5. Το σκυλί ήταν σαφώς αφυδατωμένο, αλλά, αφού το είπα σε 2-3 γιατρούς και κανείς τους δεν το θεώρησε επικίνδυνο, θεώρησα πως απλά είμαι υπερβολική. Κατά τις 6, την ανέλαβε ο Χριστόπουλος, ο επικεφαλής του νοσοκομείου, για να της κάνει την μοιραία, όπως αποδείχθηκε γαστροσκόπηση. Την ώρα που την νάρκωνε, ήμουν παρούσα. Της έβαλε κι έναν ορό. Τι είδους δεν ξέρω. Μετά με έδιωξε από το χειρουργείο.

Λίγο μετά τις 7 άρχισα να ανησυχώ. Έχω κάνει άπειρες στειρώσεις σε σκυλιά, όπως και μέθη για εξετάσεις. Το χρονικό διάστημα παραήταν μεγάλο για μια εξέταση. Αλλά και πάλι είπα πως είμαι υπερβολική. Στις 7:40 με φώναξαν να πάω να την πάρω, γιατί συνερχόταν. Όντως πήγα στο υπόγειο, που είναι τα χειρουργεία και είδα μια Μιρέλλα να προσπαθεί να συνέλθει και να κουτουλάει το κεφάλι της από δω κι από κει, να δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της, αλλά μου φάνηκε αστείο. Την αγκάλιασα τρυφερά κάνοντας της πλάκα. Εγώ ανέλαβα να φέρω το αυτοκίνητο στην πίσω πόρτα για να την βάλουμε μέσα, η μητέρα μου πήγε να πληρώσει το λογαριασμό. Όταν γύρισα μετά από 7-8 λεπτά, η μητέρα μου με ενημέρωσε πως η Μιρέλλα είχε τρία μικρά έλκη και πως της είχαν πάρει ιστό για βιοψία. Η Μιρέλλα εν τω μεταξύ δεν έλεγε να συνέλθει. Είχε ξαπλώσει μες τη μέση του διαδρόμου και βογκούσε. Φωνάξαμε το γιατρό, ο οποίος μας είπε πως είμαστε μέσες άκρες υστερικές και πως το σκυλί απλά συνερχόταν από τη νάρκωση. Άρχισε να της δίνει χαστουκάκια για να συνέλθει. Η Μιρέλλα δεν αντιδρούσε. Προσπαθούσα να την σηκώσω με το ζόρι, αλλά ήταν αδύνατο να σταθεί στα πόδια της. Η ώρα ήταν πλέον 8. «Μερικά σκυλιά δυσκολεύονται με την νάρκωση», μου είπε μια άλλη γιατρός. «Θα συνέλθει, μη κάνετε έτσι.» Είχα αρχίσει να φρικάρω. Δεν είχα μπροστά μου ένα ζώο που αργούσε να συνέλθει από την νάρκωση, είχα μπροστά μου ένα ζώο, που λεπτό-λεπτό χανόταν σε έναν επίπονο λήθαργο. Το βογκητό ήταν το μόνο σημάδι αντίδρασης και γινόταν ολοένα και πιο δυνατό. Πριν προλάβω να φωνάξω τον Χριστόπουλο, εκνευρισμένη, που το σκυλί μου κείτονταν στον διάδρομο κι όχι σε κάποιο από τα εξεταστήρια με έναν ορό και με κάποιον να με βοηθήσει, ειδικά μετά τα 1000 € που είχαμε δώσει, η Μιρέλλα έβγαλε από τον πρωκτό της με ένα ουρλιαχτό κομμάτια και αίμα, κομμάτια που έμοιαζαν με ταλιατέλες, μακριά πλακέ κιτρινωπά με άφθονο κόκκινο αίμα. Τότε κατάλαβα πως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά ότι κι αν έλεγαν όλοι αυτοί οι αδιάφοροι χρηματολάγνοι γιατροί. Γιατί, μπορεί σε μένα να έλεγαν «όλα καλά, βλέννα είναι. Πως κάνετε έτσι;», αλλά τον πανικό στα μάτια τους τον είδα. Μου την πήραν από τα χέρια, την πήγαν σε ένα χειρουργικό τραπέζι, η Μιρέλλα αιμορραγούσε αταμάτητα, ο διάδρομος του υπογείου είχε γέμισε με αίμα, βλέννες, ο ήχος από το βογκητό της κάλυπτε τα πάντα. Δέκα γιατροί προσπαθούσαν να της βάλουν ορό. Ο Χριστόπουλος άρχισε τις χριστοπαναγίες, εγώ έτρεμα κι έκλαιγα. «Δεν βοηθάς έτσι» μου είπε. Άρχισε να την τσιμπάει με διάφορα αιχμηρά αντικείμενα στις πατούσες της. Δεν αντιδρούσε. Της φώναζε, την ταρακουνούσε. Δεν αντιδρούσε. Καμιά αντίδραση, ούτε καν από αντανακλαστικό. Μόνο βογκούσε κι έβγαζε αυτό το φρικτό μίγμα από τον ποπό της. Δέκα διαφορετικοί γιατροί την τρύπαγαν στις φλέβες και αίμα δεν έβρισκαν. Η ώρα ήταν περίπου 8:30. Ρωτούσα τι συμβαίνει, «θα μου πει, κάποιος γαμώ το στανιό μου τι συμβαίνει;» φώναξα εν μέσω λυγμών κάποια στιγμή. «Το ζώο έχει μια πάρα πολύ σοβαρή υπόταση κυρία μου.» ήταν η απάντηση που έλαβα από τον Χριστόπουλο.

Τα όσα ακολούθησαν ήταν ένας εφιάλτης. Τι σήμαινε το ζώο έχει μια σοβαρή υποθερμία; Θα επιζούσε; Τι πιθανότητες είχε; Κατά τις 11 το βράδυ πια, εκλιπαρούσα τον Χριστόπουλο να της κάνει ευθανασία, χωρίς να λάβω ποτέ, μα ποτέ μια εξήγηση για το τι συνέβαινε. Την πήραν, την έβαλαν σε ένα κλουβί, τοποθέτησαν λάμπες για να την κρατάνε ζεστή γιατί ήταν παγωμένη από την υπόταση και την υποθερμία και την άφησαν να πέφτει όλο και πιο βαθειά στο λήθαργο της μέσα στους ιστούς της και το αίμα της, χωρίς ούτε ένα παυσίπονο, χωρίς ούτε ένα φάρμακο, ούτε μια προσπάθεια, χωρίς να σταματήσουν την βιομηχανία τους ούτε για πέντε λεπτά για να μας μιλήσουν, να μας εξηγήσουν, να μας ενημερώσουν, να μας προετοιμάσουν. Αν και η εικόνα της Μιρέλας μας προετοίμασε από μόνη της. Για καμιά ώρα καθόμουν δίπλα της, της κρατούσα το χέρι μέσα από τα κάγκελα του κλουβιού και της μιλούσα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, μια νοσηλεύτρια, μου είπε πως θα έπρεπε να φύγω, γιατί με αυτά που κάνω απλά δυσκολεύω την κατάσταση, πως ενοχλούσα τα άλλα σκυλιά στα διπλανά κλουβιά και πως εκεί ήταν νοσοκομείο. Δεν έκλαιγα πια, αλλά δεν είχα κουράγιο να τσακωθώ. Ζήτησα να την μεταφέρουν σε κάποιο από τα πολλά άδεια εξεταστήρια και να με αφήσουν να μείνω δίπλα της. «Κυρία μου, σταματήστε τα δραματικά σας παρακαλώ. Το σκυλί είναι σε κώμα. Δεν καταλαβαίνει ότι είστε εδώ.» Κι όμως καταλάβαινε. Το ξέρω. Όποτε άφηνα το ποδαράκι της, το βογκητό γινόταν πιο έντονο. Την παρακάλεσα. «Αν θέλετε πάρτε την σπίτι υπ’ ευθύνη σας. Να μείνετε εδώ αποκλείεται.» Κι έκλεισε το φως του θαλάμου. Δεν σηκώθηκα από τη θέση μου. Θα έμενα εκεί μέσα στο σκοτάδι χωρίς να μιλάω, χωρίς να ενοχλώ τα άλλα ζωάκια. Ήθελα απλά να της κρατάω το χεράκι της, γιατί της είχα υποσχεθεί ότι στην περίπτωση που θα έφευγε κάποια στιγμή, θα ήμουν εκεί. Η νοσηλεύτρια έκανε μεταβολή και επανεμφανίστηκε με τον Χριστόπουλο, ο οποίος μου είπε πως αυτά που κάνω είναι ξεφτιλίκια και πως αν θεωρούσα το ζώο νεκρό, μπορούσα κάλλιστα να το πάρω σπίτι μου. «Πείτε μου, σας παρακαλώ.» του είπα και μου είπε να πάω σπίτι μου και να τους αφήσω να κάνουν τη δουλειά τους. «Μα εδώ και 4 ώρες, δεν κάνετε τίποτα για τη Μιρέλλα. Για ποια δουλειά μιλάμε;» Προσεβλήθη ο κύριος Χριστόπουλος. «Η θα φύγετε ή θα την πάρετε μαζί σας. Τελεία.» 12:20 έφυγα. Την άφησα εκεί, με μόνο σκεπτικό τη γαμημένη ελπίδα. Λίγο πριν φτάσω στα ίσθμια, την ένιωσα να φεύγει. Ήταν λίγο μετά τη μία. 1:50 μας πήραν τηλέφωνο. Η Μιρέλλα είχε ξεψυχήσει, μόνη της, βογκώντας δυνατά, μέσα στα αίμα της και τους ιστούς της.

Γιατί δεν με άφησαν να μείνω δίπλα της; Γιατί; Γιατί η μόνη στιγμή που ο κύριος Χριστόπουλος μας δέχτηκε στο γραφείο του ήταν όταν έκανε την ανάλυση του λογαριασμού μας; Γιατί δεν έκατσε να μου εξηγήσει;

Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Έψαξα στο Google. Και το βρήκα. Οξύ υποτασικό σοκ, σπάνια επιπλοκή της νάρκωσης, κατάσταση μη αναστρέψιμη στο 99% των περιπτώσεων. Ο θάνατος έρχεται μέσα στο 6ωρο. Γιατί δεν μπόρεσε να κάτσει να μου το εξηγήσει αυτό ο Χριστόπουλος; Γιατί αφού ήξερε ότι θα πέθαινε δεν της έκανε ευθανασία, αλλά την άφησε να υποφέρει για 6 ώρες; Γιατί δε της είχε βάλει ορό από νωρίς; Η αφυδάτωση δημιουργεί υπόταση. Σε ένα ζώο που κάνει εμετούς δύο μέρες το πρώτο πράγμα που κάνεις, είναι να βάλεις ορό. Γιατί της έκανε τη νάρκωση ενώ ο οργανισμός της ήταν καταβεβλημένος κι αφυδατωμένος; Γιατί της έκανε υπέρηχο ενώ ήταν νηστική; Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Το επόμενο πρωί, αποκαμωμένη, ζήτησα να μου φέρουν το Μιρελάκι για να την θάψω δίπλα στον φίλο της, το Φοιβάκι μου. Θα πλήρωνα εξτρά, τους είπα και ζήτησα να ακυρώσουν τις εξετάσεις που δεν έγιναν και θα γινόντουσαν από Δευτέρα και να μου επιστρέψουν τα αντίστοιχα χρήματα. «Α, δεν θα κάνετε την βιοψία τελικά και τις χ εξετάσεις;» Δουλευόμαστε; Στο νεκρό ζώο; Το σκοτώσατε το σκυλί μου και θέλετε από πάνω να μου χρεώσετε εξετάσεις που δεν έχουν κανένα νόημα να γίνουν; Στείλτε μου το σκυλί μου σας παρακαλώ και ακυρώστε τις εξετάσεις που δεν έγιναν και δεν θα γίνουν. «Α, θα πρέπει να μιλήσετε με τον κύριο Χριστόπουλο.» Δεν θα μιλούσα με κανένα Χριστόπουλο. «Ακυρώνω τις εξετάσεις, γιατί έτσι είναι το λογικό να γίνει και θα μου επιστρέψετε το ανάλογο τίμημα στο λογαριασμό μου.» Να μην πλατειάζω, το απόγευμα μου είπαν ότι θα μου την έστελναν την Τετάρτη. Ήταν Σάββατο απόγευμα. Και για τις εξετάσεις, θα έπρεπε να τηλεφωνήσω Δευτέρα πρωί, πριν σταλούν στο εργαστήριο, γιατί αλλιώς θα τις χρεωνόμουν. Δεν γαμιόμαστε καλύτερα; Πήρα το αυτοκίνητο και πήγα να πάρω τη Μιρέλλα μου, να την θάψω, να ηρεμήσει κι αυτή κι εμείς. Μου την έδωσαν σε μια σακούλα σκουπιδιών, αγκυλωμένη με το κεφάλι της να κρέμεται σχεδόν ανάποδα, ακαθάριστη, μέσα στα αίματα και τις βλέννες. Σαν ένα σκουπίδι.

Ένα μήνα μετά, σαφώς δεν πήρα τα χρήματα μου πίσω, αλλά ούτε και με ειδοποίησε κανείς για τα αποτελέσματα των εξετάσεων που προφανώς, για να μην μου επιστρέψουν τα χρήματα έγιναν. Που φυσικά δεν έγιναν. Μην κοροϊδευόμαστε. Ούτε έλαβα ποτέ από τον κύριο Χριστόπουλο ή κάποιον άλλον γιατρό ή κάποιον από το διοικητικό προσωπικό μια εξήγηση για το θάνατο της Μιρέλας, ούτε το πιστοποιητικό θανάτου, που ζήτησα, έλαβα.
Δεν έχω κουράγιο να τα βάλω με τον κύριο αυτόν. Φαντάζομαι ότι έτσι, με αυτές τις τακτικές και συμπεριφορές, αγοράζονται τα cayenne, σαν κι αυτό που έχει ο εν λόγω κύριος και φαντάζομαι ότι έτσι θα έχει και τον αντίστοιχο δικηγόρο. Δεν είναι τα 200 ή 300 ευρώ το θέμα μου. Είναι η όλη συμπεριφορά και η ληστρική λογική και ο κανιβαλισμός πάνω από ένα νεκρό ζώο και δύο ανθρώπους που δεν μπορούν να ξεκατινιασθούν και δεν θέλουν πάνω στο πτώμα του παιδιού τους.
Η Μιρέλλα ήταν 8,5 χρονών. Δεν ξέρω αν θα γινόταν 9, 12 ή αν ήταν να φύγει εκείνη τη μέρα. Αλλά ποτέ μα ποτέ δεν θα συγχωρήσω στον χρηματολάγνο αυτόν χασάπη τον τρόπο που της φέρθηκε όταν πια ήξερε ότι έφευγε.

Αντίο κοριτσάκι μου και συγγνώμη που αθέτησα την υπόσχεση μου.
Συγγνώμη που έφυγες μόνη σου.
Μου λείπεις πολύ πολύ.

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Ελευθερία

Χωρίς περιεχόμενο.
Κενή.
Σε αυτόν τον κόσμο
που η βαρύτητα διέπει
Δυσβάσταχτη γεννιέται
η Ελευθερία.
Να την μαντρώσεις στην καρδιά
σου λέω μάταια προσπαθείς.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

28η Οκτωβρίου- Μια γιορτή του πολέμου και του έθνους.

28η Οκτωβρίου 1940. Ο Ιωάννης Μεταξάς απορρίπτει το τελεσίγραφο του Ιταλού πρεσβευτή Εμανουέλο Γκράτσι που ζητούσε παραχώρηση ελληνικών εδαφών για στρατιωτική χρήση από τις δυνάμεις του Άξονα. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 η Ελλάδα βγαίνει από την ουδετερότητα και συντάσσεται με τους Συμμάχους. Το ΟΧΙ του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο σήμανε το ΝΑΙ στον πόλεμο.

Στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τις άλλες συμμαχικές χώρες, ο εορτασμός δεν γίνεται στην επέτειο της λήξης του πολέμου, αλλά στην επέτειο της έναρξης του. Μια ιστορική ανάλυση, θέλει αυτή την μικρή αγροτική χώρα να μετατρέπεται στο Βατερλό του Χίτλερ. Οι προθέσεις του φύρερ ήταν να ξεμπερδέψει με έναν ολιγοήμερο πόλεμο με την πάρτη μας, για να μπορέσει με ακόμα πιο ενισχυμένο γόητρο να στραφεί εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Η αντίσταση που παρουσίασε η φτωχή, στρατιωτικά υπανάπτυκτη Ελλαδίτσα ήταν μη αναμενόμενη και πλήγωσε βαθύτατα την κυριαρχία των δυνάμεων του Άξονα. Η Ελλάδα λοιπόν, νιώθει υπερήφανη για την εμπλοκή της στον πόλεμο, αφού κάποιοι αναλυτές εκτιμούν, πως αν ο Μεταξάς δεν είχε πει εκείνο το περιβόητο ΟΧΙ, ο ρους της ιστορίας θα είχε αλλάξει με μάλλον δραματικό τρόπο. Γιορτάζουμε λοιπόν και χαιρόμαστε που ως ‘Έλληνες συμβάλαμε δυναμικά στην ανατροπή της παγκόσμιας επικράτησης του Άξονα, με την ενεργότατη συμμετοχή μας σε έναν άκρως αιματοβαμμένο πόλεμο.

Κι εδώ κάπου κάνουμε ένα τραγικό και μοιραίο λάθος. Τρέφουμε το εθνικιστικό «εγώ» μας με πολεμόχαρα συστατικά. Αντί να γιορτάζουμε και να πανηγυρίζουμε τη λήξη του πολέμου και την επικράτηση της ειρήνης, προτιμούμε να τιμήσουμε την συμμετοχή μας στον πόλεμο, τη συμμετοχή που άφησε παιδιά ορφανά, γυναίκες χήρες, ανθρώπου ανάπηρους ψυχικά και σωματικά. Γιατί, ίσως , αν εμείς οι Έλληνες δεν είχαμε πει εκείνο το Όχι, ίσως τότε η εξέλιξη της παγκόσμιας ιστορίας να ήταν πολύ, μα πολύ διαφορετική. Μήπως όμως τελικά γιορτάζουμε όλα τα πιθανά κι απίθανα ίσως και αν; Μήπως γαλουχούμε γενιές, μαθαίνοντας τους πόσο σημαντικό και καλό πράγμα είναι ο πόλεμος; Μήπως μετατρέπουμε τα παιδιά μας σε αιμοδιψή σωβινιστικά στρατιωτάκια; Σειρά, για ένα νέο ίσως τώρα, δικό μου αυτή τη φορά… Ίσως, αν ο εορτασμός συνέπιπτε με με την επέτειο λήξης του πολέμου, ίσως τότε το να κρατήσει ένα αλλοδαπό παιδί την ελληνική σημαία στην μαθητική παρέλαση, να μην μας πείραζε. Ίσως, να το επιθυμούσαμε κιόλας. Γιορτή της ειρήνης, πανηγύρι για τη λήξη ενός παγκοσμίου πολέμου, παγκόσμια ειρήνη και συμμετοχή πολιτών του κόσμου. Γιορτάζουμε όμως την εμπλοκή μας στον πόλεμο, όπου στον πόλεμο, όλα τα πατριωτικά και εθνικιστικά αισθήματα είναι και πρέπει να είναι στο ζενίθ. Δεν χωρούν τα ωραία στον πόλεμο. Δεν χωρά η αδελφοσύνη των λαών, η ανοχή στην διαφορετικότητα. Το έθνος οφείλει να γίνει ένα ενιαίο και δυνατό σώμα ενάντια στην έξωθεν απειλή. Δεν μπορεί την ελληνική σημαία να την κρατά ένας ξένος. Η ελληνική σημαία είναι ένα σύμβολο εθνικό, όχι παγκόσμιο. Την εθνική σημαία κατεβάζει ο κατακτητής. Ο ξένος δεν θα πολεμήσει για την δικιά μου πατρίδα. Τον ξένο δεν τον πληγώνει η έπαρση μιας ξένης σημαίας στον ιερό βράχο της ακρόπολης…

Αυτό δεν είναι το μήνυμα; Τον πόλεμο γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου κι όχι την ειρήνη. Το αν δημιουργούνται εθνικιστικές νοοτροπίες δεν μας νοιάζει, ακόμα και σε μιαν άλλη εποχή, όπου η επικοινωνία μεταξύ των λαών έχει πάρει άλλες διαστάσεις, όπου η έννοια έθνος, αν όχι άχρηστη, αποδεικνύεται πολύ επικίνδυνη. Ο Έλληνας όμως θέλει να διατηρήσει αυτή την γιορτή και θέλει να διατηρήσει τον εθνικισμό του. Νοοτροπία είναι. Είναι μια νοοτροπία που θα πάρει χρόνια για να αλλάξει, αν αλλάξει ποτέ.

Ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν τον β' Παγκόσμιο Πόλεμο.. Η γιαγιά μου, ακούει Γερμανία και φρίττει. Πέρασαν δυο γενιές και οι μνήμες είναι ακόμα νωπές. Εδώ είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από το 1922. Λόγω γεωπολιτικής θέσης, αλλά κι εξαιτίας του πολύ νέου κράτους στο οποίο κατοικούμε, η ανάπτυξη μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας είναι μάλλον πρόσφατη. Και πριν προλάβουν να την χωνέψουν 2-3γενίές, η τεχνολογική επανάσταση στην επικοινωνία, τις μεταφορές και τις μετακινήσεις, η διεθνής τρομοκρατία, η παγκοσμιοποίηση, έφεραν τον έλληνα μπροστά σε μια απειλή, τη διάρρηξη της εθνικής του ταυτότητας, που δεν έχει προλάβει να απολαύσει. Εγώ μεγάλωσα στον απόηχο της δικτατορίας. Οι άνθρωποι που αγωνίστηκαν εναντίον αυτού του καθεστώτος, αν και αριστερών πεποιθήσεων, είχαν έντονα εθνικά αισθήματα, ήθελαν να ζήσουν και να φτιάξουν έναν τόπο όχι απλά βιώσιμο, αλλά τον τόπο τους, που μια ο ένας εχθρός, τούρκος ή γερμανός, μια ο άλλος, άγγλος ή αμερικανός, δεν τον άφηνε. Η Ελλάδα μπήκε σε πρώτο πλάνο πάλι στην μεταπολίτευση. Η χώρα, το έθνος, μετά από όσα είχε τραβήξει έπρεπε να στηθεί και πάλι από την αρχή. Και για να στήσεις μια χώρα, χρειάζεσαι την ομοψυχία των κατοίκων της, εν προκειμένω των Ελλήνων, που τότε έστεκαν μονάχοι πάνω στην ελληνική γη. Το απόλυτο έθνος. Το καθαρό έθνος. Η πατρίδα και οι πατριώτες της. Μόνο που τότε δεν ξέραμε τις έννοιες ρατσισμός και ξενοφοβία, παρά μόνο από τις αμερικανικές ταινίες. Τότε ακόμα δεν πολεμούσαμε φαντάσματα και πλάσματα της εφιαλτικής μας φαντασίας, αλλά μόλις είχαμε ξεφορτωθεί τους εχθρούς μας κι όλα αυτά τα αισθήματα και οι έννοιες έμοιαζαν απόλυτα θεμιτά.

Η μάνα μου μεγάλωσε με το φάντασμα του β' Παγκοσμίου Πολέμου, εγώ με το φάντασμα της χούντας, η επόμενη γενιά μεγαλώνει με το φάντασμα της παγκόσμιας τρομοκρατίας. Τα πράγματα αλλάζουν πολύ γρήγορα κι είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκωδικοποιήσεις και να ερμηνεύσεις τα τρέχοντα. Η ξενοφοβία και ο ρατσισμός υπήρχαν πάντα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά μόλις πριν λίγα χρόνια η τόσο κοντινή διάδραση με άλλους λαούς σε τόσο μαζικό επίπεδο σήμαινε είτε ότι πρωταγωνιστείς σε σενάριο επιστημονικής φαντασίας είτε ότι βρίσκεσαι σε πόλεμο, άντε στην καλύτερη σε κάποιο διεθνές φεστιβάλ.
Πέρα όμως από την πλάκα, οι φόβοι και οι φοβίες, που προέρχονται από παρελθούσες μνήμες, εκτός από τη διαιώνιση τους μέσω του λόγου και της εικόνας, μέσω της καλής ή κακής χρήσης της ιστορίας, περνούν αταβιστικά από γενιά σε γενιά με φθίνουσα όμως τάση. Όλη αυτή η ρατσιστική υστερία είναι εξηγήσιμη. Προσωπικά, έχοντας αναπτύξει μια πολύ πιο ευρεία θεώρηση κι αντιμετώπιση του κόσμου μας, όπου το limit up δεν είναι ο άνθρωπος και η γη, αλλά το άπειρο σύμπαν, όλα αυτά τα πατριωτικά και εθνικιστικά κατάλοιπα, παρελάσεις, σημαίες, κλπ θεωρώ ότι δεν με αφορούν. Καταλαβαίνω τον τρόπο όμως που σκέφτονται οι μικρόμυαλοι συμπολίτες μας και νομίζω ότι το μεταναστευτικό κύμα που «έπληξε» την Ελλάδα, ήρθε πολύ γρήγορα σε μια χώρα που έχει ακόμα πολλές ανοιχτές πληγές από το παρελθόν.

Τι θα συμβεί στο μέλλον, κανείς δεν το ξέρει. Εύχομαι, οι νεότερες γενιές, να ακούνε όλα αυτά τα εθνικιστικά παραληρήματα και να λαμβάνουν τις μνήμες που τους δίνονται ξεφτισμένες από τους παλαιότερους ως γραφικές νοσταλγίες. Για να αλλάξουν τα πράγματα, πρέπει και η γενιά του πολυτεχνείου και η γενιά της μεταπολίτευσης να αποσυρθούν από τα κοινά, από την πολιτική, από τα καθηγητηλίκια, από τα δημοσιογραφικά πόστα, από τα τηλεπαράθυρα, από το υπουργείο Παιδείας, από τις θέσεις κλειδιά που διαμορφώνουν νοοτροπίες . Είναι οι τελευταίοι με ζωντανές εθνικές μνήμες ενάντια σε κάποιον εχθρό που απειλεί την πατρίδα. Γιατί, οι οικονομικοί και πολιτικοί μετανάστες δεν απειλούν την εθνική μας ταυτότητα, που έτσι κι αλλιώς είναι μια ταυτότητα πλαστή, φτιαχτή δηλαδή. Και η σημαία δεν είναι παρά ένα λογότυπο μιας πατρίδας-φίρμας, που διαφημίζεται από τον ΕΟΤ ως “a place you can afford”, ένα οικονομικό προϊόν για κατανάλωση και μόνο…

Όπου γης πατρίς.
Κόκα κόλα και ψωμί Βενέτης.
Και η Μακεδονία είναι απλά μακεδονική παίδες!

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Το χωριό αυτό λεγόταν Ελλάδα

Μια φορά κι ένα καιρό
Σε ένα μικρό χωριό… υπήρχε ο γαλατάς, ο μανάβης, ο κρεοπώλης, ο κτηνοτρόφος, ο αγρότης, ο δάσκαλος, ο συγγραφέας, ο τραγουδιστής, ο ράφτης, οι μαθητές, οι άντρες, οι γυναίκες… Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα μικρό χωριό με όλα τα είδη ανθρώπων, μόνο που σε αυτό το χωριό δεν υπήρχαν δικαστήρια, αστυνομία, δήμαρχος ή κυβερνήτης, μέχρι που… Μέχρι που κάποια δυσάρεστα γεγονότα συνέβησαν.

Ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα, ένας 35 χρόνος κάτοικος του χωριού τρελάθηκε. Βρισκόταν στο καφενείο, σε ένα τραπέζι κάτω από έναν γεροπλάτανο κι έπινε ουζάκι. Ξαφνικά, έβγαλε από την τσέπη του ένα μαχαίρι κι επιτέθηκε στον άντρα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Τον μαχαίρωσε δυνατά πολλές φορές. Οι συμπολίτες του ορμήξαν πάνω του σοκαρισμένοι. Μα εκείνος δεν χαμπάριαζε. Μαχαίρωσε πολλούς, κάποιοι και δεν ήταν λίγοι πέθαναν. Οι γυναίκες βγήκαν στα μπαλκόνια και φώναζαν βοήθεια, τα παιδιά τσίριζαν. Δεν άργησε πολύ και η πλατεία βάφτηκε με αίμα. Ποιος είχε καταφέρει άραγε το τελειωτικό χτύπημα στον τρελαμένο άντρα; Κείτονταν κι αυτός νεκρός μαζί με κάποιους άλλους χωριανούς. Κι όλοι οι άντρες του χωριού κρατούσαν μαχαίρια.
Το φονικό αυτό ήταν πρωτόγνωρο για το χωριό αυτό. Ποτέ πριν κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Κι οι κάτοικοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε γίνει. Κανείς δεν ένιωθε θλίψη για το θάνατο του φονιά, κανείς δεν ένιωθε πως είχε γίνει πια κι ο ίδιος φονιάς σκοτώνοντας τον φονιά. Μα, δεν μπορούσαν να βρουν το λόγο που είχε γίνει ένα τέτοιο κακό. Κι αυτό, αλήθεια, τους παίδευε.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι ήρθε στο χωριό ένας παράξενος ταξιδιώτης που τους είπε μια ιστορία για ένα παλληκάρι από μια μακρινή πόλη που κάποιοι ξένοι του σκότωσαν την οικογένεια και του έκλεψαν όλο τον χρυσό από το σεντούκι. Μονάχα αυτόν και την αδελφή του, που ήταν παιδιά μικρά, άφησαν οι φονιάδες να ζήσουν. Το παλληκάρι αυτό ζητούσε εκδίκηση, λεγόταν Μάρκος, τους πληροφόρησε ο ξένος και οι δολοφόνοι των γονιών του, των θειάδων και των παππούδων του κατάγονταν από το χωριό αυτό. Και τον χρυσό που έκλεψαν τον έκαναν μποστάνια και στάβλους και μαγαζιά ωραία και θα χει περισσέψει τουλάχιστον ένα τσουβάλι. Οι χωριανοί γελάσανε. «Μεγάλη φαντασία έχεις.» είπανε στον ταξιδιώτη. «Εμάς ο τόπος μας δεν βγάζει τέτοιους φονιάδες.» Του είπαν για το Μάρκο και για το κακό που είχε συμβεί. «Φονιάδες είναι αυτοί που ζουν εκεί, στην πόλη. Ο φίλος σου ήταν τρελός κι είχε όπως κι εσύ μεγάλη φαντασία.» Ο ταξιδιώτης επέμεινε στην ιστορία του κι οι χωριανοί θίχτηκαν με τις κατηγορίες. «Να φύγεις από τον τόπο μας.» του είπαν. Ο ταξιδιώτης έφυγε, μα ήταν πολύ ταραγμένος. Ήξερε πως θα γινόταν ακόμα πιο μεγάλο κακό, σα μάθαινε τα νέα αυτά η αδελφή του Μάρκου, η Στέλλα. Και τους προειδοποίησε, πως όσο το χωριό καλύπτει τους φονιάδες, δεν θα έβρισκε ησυχία.

Το φονικό είχε ξεχαστεί, όπως κι ο παράξενος ταξιδιώτης. Που και που, οι χωριανοί τον θυμόντουσαν σαν ένα καλαμπούρι. Ήταν μελαχρινός και παράξενα ντυμένος. Ίσως να ήταν τρελός, να το είχε σκάσει από κάπου. Πρωί Σαββάτου ήταν που έφτασε στην πλατεία μια μαυροφορεμένη νεαρή γυναίκα. Στάθηκε στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο, κρατώντας ένα πιστόλι και ζήτησε να δει το φονιά του Μάρκου, του αδελφού της. Οι χωριανοί τότε θυμήθηκαν την μαύρη προφητεία που είχε πει εκείνος ο ταξιδιώτης. Μαζεύτηκαν γύρω της. «Έλα στα συγκαλά σου.» «Είσαι τρελή για δέσιμο.» «Ντροπή κορίτσι πράγμα.» «Όλοι μας σκοτώσαμε εκείνο το ζαβό.» Στο άκουσμα όλων αυτών, τυφλωμένη από τον πόνο και το μίσος, άδειασε το πιστόλι της πάνω στα κορμιά τους. Σαν σίγασαν οι κρότοι κι ακοόυστηκε η ησυχία, «Σκοτώστε με.» τους ζήτησε, μα εκείνοι αρνήθηκαν. «Δεν είμαστε φονιάδες.» Εκείνη τότε κλαίγοντας ζήτησε να την τιμωρήσουν. «Συλλάβετε με». Μα σε εκείνο το χωριό, δεν υπήρχαν φυλακές, ούτε και αστυνόμος. «Να κάνουμε συμβούλιο.» είπε μια γυναίκα. Και το χωριό ολόκληρο μαζεύτηκε στην πλατεία κι έκανε συμβούλιο. Αποφάσισαν πως κάποιος θα έπρεπε να γίνει αστυνόμος, ένας άλλος δικαστής και κάποιος κυβερνήτης να παίρνει τις δύσκολες αυτές αποφάσεις. Δεν ήταν δυνατόν να παρατάνε τις δουλειές τους κάθε τρεις και λίγο όλοι να λύνουν τα προβλήματα αυτά. Ούτε και να κινδυνεύουν με κάθε τρελό που ερχόταν από την πόλη στο χωριό τους.
Έτσι κι έγινε. Τρεις από τους κατοίκους του χωριού, πήραν αυτά τα αξιώματα και στο σπίτι του αστυνόμου, που πριν ήταν γελαδάρης, ο στάβλος έγινε φυλακή.
Ο κυβερνήτης γρήγορα αποφάσισε πως έπρεπε να γραφτούν κάποιοι νόμοι και τους έγραψε μόνος του. Όταν θέλησε να τους μοιραστεί με το χωριό, οι χωριανοί του είπαν πως του είχαν εμπιστοσύνη, δική του ήταν πια η δουλειά αυτή και θα έπρεπε να την κάνει χωρίς να τους ενοχλεί. Κάλεσε τότε τον αστυνόμο και τον δικαστή ο κυβερνήτης και τους ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Όποιος είχε σκοτώσει άνθρωπο έπρεπε να μπει για όλη του τη ζωή φυλακή. Ο αστυνόμος, τότε συνέλαβε όλους τους άντρες του χωριού, αλλά και την αδελφή του Μάρκου κι ο δικαστής τους καταδίκασε σε ισόβια φυλάκιση, αφού έτσι έλεγε ο νόμος.

Μόλις έμαθαν τα νέα οι γυναίκες και τα παιδιά, μαζεύτηκαν έξω από τη φυλακή κάνοντας μεγάλη φασαρία. Ποιος θα έκανε τις βαριές δουλειές; Θα μεγαλώναν σαν ορφανά όλα τα παιδιά; «Οι άντρες μας δεν σκότωσαν. Μονάχα αμυνθήκαν.» φώναζαν οι γυναίκες. Κι έκαναν φασαρία πολλή. Ο αστυνόμος, που ήξερε όλους τους νόμους που είχε φτιάξει ο κυβερνήτης προσπάθησε να συλλάβει τα γυναικόπαιδα για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Έβγαλε την γκλίτσα του κι άρχισε να βαρά όπου έβρισκε. Τότε ένα παιδί πήρε μια πέτρα και του άνοιξε το κεφάλι. Ο αστυνόμος έπεσε αιμόφυρτος κάτω στο χώμα. Μπορεί και να σωζόταν, αλλά αν τον έσωζαν, οι άντρες όλοι θα έμεναν για πάντα φυλακή. Έτσι προτίμησαν να τον αφήσουν αβοήθητο να ψυχορραγεί. Χωρίς αστυνόμο να φυλάει πια τη φυλακή, το πλήθος μπορούσε με άνεση να ελευθερώσει όλους τους κρατουμένους που ήταν στοιβαγμένοι χειρότερα από τις αγελάδες στον μικρό στάβλο. Τους άφησαν όλους να φύγουν, εκτός από την αδελφή του Μάρκου. «Εσύ κι ο αδελφός σου φταίτε για όλα μωρή.» της φώναξαν αγριεμένοι και την κλειδώσαν στο κοτέτσι. Το πλήθος σε έξαλλη κατάσταση πήγε στο σπίτι του κυβερνήτη, ο οποίος δεν είχε πάρει χαμπάρι για το σαματά. Σχεδίαζε να κάνει ένα ξενοδοχείο μαζί με έναν ξάδελφο που είχε κληρονομήσει αναπάντεχα ένα τσουβάλι χρυσό από έναν μακρινό θείο. Σαν άκουσε τις φωνές από το αγριεμένο πλήθος, βγήκε στο μπαλκόνι να μάθει τι συμβαίνει. Οι χωριανοί του είπαν το πρόβλημα που είχαν. «Θα καταρρεύσει το χωριό. Δεν γίνεται να κάνουν οι γυναίκες τις δουλειές αυτές. Αυτές είναι για άντρες.» Ο κυβερνήτης σκέφτηκε πως θα μπορούσαν να φέρουν άντρες από άλλα χωριά να κάνουν τα σκληρά επαγγέλματα. «Είδες τι κακό μας φέρνουν οι ξένοι.» Ο κυβερνήτης τότε τους είπε πως ήταν φονιάδες. «Μα εμείς βρισκόμασταν σε νόμιμη άμυνα.» του είπαν οι άντρες. Αφού το σκέφτηκε ο κυβερνήτης συμφώνησε μαζί τους. Δεν σκότωσαν τον Μάρκο γιατί το ήθελαν, αλλά γιατί τους απειλούσε. Αυτός και η αδελφή του ήταν οι φονιάδες. Αν, βέβαια ήθελε να είναι δίκαιος, θα έπρεπε να ψάξει αν τα λεγόμενα εκείνου του παράξενου ταξιδιώτη έστεκαν. Κι αποφάσισε να διατάξει έρευνα. Πήγε μέχρι τον αστυνόμο και τον βρήκε μες τα αίματα να κείτεται νεκρός. Ρώτησε τότε όλο το χωριό ποιος είχε κάνει αυτή την πράξη, μα απάντηση δεν πήρε από κανένα. Κανείς δεν του είπε πως ο μικρός φονιάς ήταν ο γιος του ξαδέλφου του που είχε το τσουβάλι γεμάτο από χρυσό. Ο κυβερνήτης σκέφτηκε πως η έρευνα ήταν δουλειά της αστυνομίας. Διόρισε τότε για αστυνομικό τον ξάδελφο του. Του ζήτησε να ερευνήσει τα δυο μυστήρια φονικά…

Το χωριό αυτό λεγόταν Ελλάδα.

Μια ιδέα που μου ήρθε στο μυαλό. Δεν την έχω δουλέψει καθόλου. Έίναι ουσιαστικά το πρώτο γραπτό. Ρίξτε και καμιά ιδέα να θέλετε.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

Και πάει κλαίγοντας....

Οι γονείς χρησιμοποιούν την απόρριψη ως αποδειχτικό στοιχείο για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους έναντι των παιδιών τους, τα οποία είναι καταδικαστέα a priori και είναι δεδομένο πως αυτά κάνουν το λάθος. "Για να σε απορρίπτω, κάτι έχεις κάνει λάθος." Η ενοχή των παιδιών είναι πάντα αυταπόδεικτη.

Όταν τα παιδιά, ασχέτως ηλικίας, απορρίπτουν τους γονείς, αυτή η απόρριψη παύει να λειτουργεί ως αποδεικτικό στοιχείο υπεράσπισης στην συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα είναι μια παραπάνω απόδειξη της ενοχής τους, η οποία δεν παύει ποτέ να χάνει τον αυταπόδεικτο χαρακτήρα της. " Για να με απορρίπτεις είσαι γαιδούρι, άρα λάθος."

Το παιδί λοιπόν μπορεί να βιώσει την έννοια της αθωότητας μόνο αν ενστερνιστεί το ρόλο του γονιού, που είπαμε έχει πάντα το τεκμήριο της αθωότητας στο τσεπάκι του. Γίνεται λοιπόν από παιδί γονιός για να μπορέσει να ξεπλύνει την ενοχή του ή για να εκτίσει την ποινή που η τυφλή δικαιοσύνη του γονεικού συστήματος του έχει επιβάλει. Κατ' αυτό τον τρόπο αφενός δικαιώνει το υφιστάμενο σύστημα απονομής ευθυνών, ποινών και δικαιοσύνης κι αφετέρου δικαιώνει τους γονείς του και τον τρόπο που χρησιμοποιούν την έννοια της απόρριψης και της ενοχής, αφού μοιραία θα ακολουθήσει το ίδιο ακριβώς μοντέλο.

Ως γονιός το παιδί μπορεί πλέον ελεύθερα κι απενοχοποιημένα να απορρίπτει το δικό του παιδί, να το δικάζει και να το καταδικάζει με μόνο ενοχοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο την ίδια την απόρριψη. «Αφού σε απορρίπτω, κάτι έχεις κάνει λάθος.» Το πρώην παιδί που έχει γίνει γονιός μπορεί επιτέλους να απολαμβάνει την αθωότητα του έναντι ενός άλλου πλάσματος, του παιδιού του, μπορεί επιτέλους να ορίζει τη ζωή του και να την επιβάλει, χωρίς να το απορρίπτουν ή να το καταπιέζουν. Το δικό του παιδί μοιραία για να μπορέσει να ξεφύγει από το ρόλο του παιδιού άρα και του ισοβίτη, θα πρέπει να κάνει ένα παιδί.... Και πάει κλαίγοντας....

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Δική μου είναι η ζωή κι είναι μια ατελείωτη κωμωδία!

Δική μου είναι η ζωή, ότι θέλω την κάνω.
Είμαι μεγάλη γυναίκα πια και θα ΑΠΟΛΑΥΣΩ τις συνέπειες των επιλογών μου. Αν μη τι άλλο, παίρνω μόνη τις αποφάσεις μου. Δεν μπορείς να με ελέγχεις επ' άπειρον.
Κι αν δεν σου αρέσει η ζωή σου, δικό σου πρόβλημα.
Αν δεν σου αρέσει η ζωή μου, επίσης δικό σου πρόβλημα.
Αγάπη δεν σημαίνει εξουσιάζω ή εξουθενώνω, ούτε δεν εμπιστεύομαι και πετάω τους φόβους μου πάνω σου. Ποια άρρωστη αντίληψη σε οδηγεί στην ψευδαίσθηση πως αγάπη είναι να ευνουχίζεις, να προκαταλαμβάνεις τις πράξεις του άλλου βασισμένη στις δικές σου σωστές ή λάθος επιλογές; Και με ποιο δικαίωμα συγκρίνεις τις ζωές τρίτων ανθρώπων με το πρόσωπο που υποτίθεται πως αγαπάς; Δεν υπάρχει καμιά λογική στα παραδείγματα αυτού του τύπου. Ο ένας είναι ο ένας κι ο άλλος είναι ο άλλος. Κι η κάθε ζωή μοναδική κι απρόβλεπτη μέχρι το τέλος. Δεν μπορείς, όσο κι αν λες πως έχεις το δικαίωμα, που δεν το έχεις, να προκαθορίσεις την πορεία του παιδιού σου. Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να το αφήσεις να ανοίξει τα δικά του φτερά και να κάνει τα δικά του ταξίδια, ακόμα κι αν είναι ριψοκίνδυνα σύμφωνα με τα δικά σου κριτήρια. Τα κριτήρια αυτά είναι δικαιωματικά δικά ΣΟΥ, αλλά όχι απαραίτητα και των άλλων. Σταμάτα ακόμα να με επιφορτίζεις με ενοχικά σύνδρομα του τύπου "εγώ έκανα το σκατό μου παξιμάδι για πάρτη σου"... Δεν στο ζήτησα, δική σου επιλογή ήταν αφενός κι αφετέρου έχεις αναρωτηθεί αν θεωρώ πως το σκατό αυτό έγινε ένα χορταστικό παξιμάδι ή ένα αφρώδες κι αινιγματικό κινεζικό fortune cookie? Ακόμα κι αυτό που εσύ νιώθεις ως υπέρτατη θυσία, στα δικά μου μάτια μπορεί να φαντάζει το απόλυτο τίποτα. Και για να σε πάω στη συλλογιστική που ακολουθείς, κάποιοι θεωρούν πως δεν έκανες τίποτα ιδιαίτερο, γιατί η ζωή σου ήταν εύκολη και κάποιοι άλλοι λένε πως τα έκανες χάλια και πως οι ίδιοι θα τα είχαν κάνει καλύτερα.... Υποκειμενικά είναι όλα... Αλήθεια λοιπόν, θες να σε πάω στη λογική των εξωγενών παραδειγμάτων;
Σταμάτα να μου πετάς λοιπόν τις φοβίες σου και να προτζεκτάρεις τη ζωή σου πάνω μου, πόσο μάλλον ανθρώπων που μου είναι κατ'ουσία άγνωστοι κι αδιάφοροι. Αν έχεις εγκλωβιστεί σε επιλογές που δεν θες πια, βρες τον τρόπο να απαλλαγείς από αυτές. Δεν σου φταίω εγώ. Να βρεις άλλο σάκο του μποξ ή να πας στον ψυχίατρο.
Επειδή όμως σου αρέσει το δράμα, Θα σου κάνω τη χάρη να σε χρίσω πρωταγωνίστρια. Θα σε αποδείξω σωστή επιτέλους, μιας και τόσο πολύ το λαχταράς και θα γίνω γνήσιο κι αυθεντικό κωλόπαιδο, έτσι για να γουστάρεις. Και τότε, ίσως τότε να καταλάβεις πως οι σχέσεις είναι διαδραστικές και πως συχνά αυτά που φοβόμαστε ή ενδόμυχα ευχόμαστε, τα προκαλούμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Γιατί, αγαπητή μου μητέρα, όταν πότε δεν βλέπεις κάτι καλό στις επιλογές του παιδιού σου, όταν αντί να χαίρεσαι με την ευτυχία του και να προσδοκάς, να ελπίζεις το τέλειο γι'αυτό και να το θεωρείς ικανό, βλέπεις παντού απειλές και λάθη, είσαι σίγουρη δε πως θα μείνει στο δρόμο, πως θα ερωτευτεί τον υπέρτατο μαλάκα, θα καταντήσει στην καλύτερη ένα αλκοολικό κλοσάρ, ένας αξιοθρήνητος πένητας, που μόνο στραβά θα του τυχαίνουν,τότε πολύ φοβάμαι ότι κέρδισες με την αξία σου τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο υπέρτατο δράμα της ζωής σου, ένα δράμα μεγαλύτερο κι από τα έργα του πολυαγαπημένου σου Τεννεσί Γουίλιαμς. Αυτό το δράμα όμως θα είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος... αποκλειστικά δικός σου, γιατί ο συγγραφέας αποφάσισε τελευταία στιγμή πως η κόρη θα πρωταγωνιστήσει σε άλλο μυθιστόρημα τελικά, το οποίο θα είναι μια σπαρταριστή κι απρόβλεπτη κωμωδία.


Περιουσία ρε γαμώτο, σε αυτή τη ζωή είναι οι εμπειρίες, οι γνώσεις, τα ταξίδια, οι ευτυχισμένες στιγμές, οι απολαύσεις... όχι οι καταθέσεις και τα νούμερα, ούτε η σύνταξη και το ΙΚΑ. Η ασφάλεια μιας μετρημένης ζωής δεν διαφέρει από μια φυλακή. Μια φυλακή που μας επέβαλε η εκκλησία και η άρχουσα τάξη μέσα από εξαρτητητικά παιχνίδια ηθικής φύσης, όπου νικητής βγαίνει πάντα το χρήμα. Το χρήμα είναι μέσο μητέρα, όχι σκοπός. Το χρήμα δεν σε κάνει ευτυχισμένο, μπορεί να σου προσφέρει βέβαια τις γνώσεις, τα ταξίδια, τις απολαύσεις και κατ' επέκταση τις εμπειρίες. Το πως το χρησιμοποιείς είναι το ζήτημα. Τροφή για τα σκουληκάκια θα γίνουμε όλοι, τίποτα δεν έχει νόημα, γιατί να μην ζούμε το τώρα, το σήμερα λοιπόν; Αύριο ξημερώνει μια καινούργια μέρα, αύριο όμως! Των φρονίμων τα παιδιά, λέει η παροιμία, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν.... Των φρονίμων!

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Ο πόνος έσβησε.

Λούστηκα μ’ υγρό ατσάλι
Να εφαρμόσει πάνω μου
Πανοπλία αόρατη να γίνει.
Αυτό ήθελα.
Να διανύσει το χρόνο της η ζωή.
Παιδιά, Καριέρα, σχέδια, εγώ;
Ας γελάσω.
Πρέπει να με αντέξω.
Χωρίς δεκανίκια
Χωρίς αντωνυμίες κτητικές
Κι επιθετικούς προσδιορισμούς
Δεν θέλω για συνοδοιπόρους
ευαισθησίες, κλάματα και στεναγμούς.
Τι να τα κάνω τα γιατί, τα πως και τι.
Προορισμό να έχω τον ψυχογιατρό;

Λούστηκα μ’ υγρό ατσάλι λοιπόν.
Ο πόνος έσβησε
Μαζί μ’ αυτόν κι εγώ.

Λήδα Καφετζή
Ιούλιος 2009

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

If you wanna be rich… My way is through the beach!!!

Μετά από πολύ καιρό, κοντά 4 χρόνια, απομόνωσης κι αυτοανάλυσης, είπα να κάνω μια αλλαγή, να ξαναβγώ στην τσάρκα, στο κουρμπέτι, να ζήσω «φυσιολογικά». Να πω την αλήθεια μου, πιο πολύ φοβήθηκα μη βαρεθώ το ίδιο μοτίβο μέχρι να πεθάνω. Τι θα κάνω 50 χρόνια; Τι άλλο έχω για να αναλύσω; Τα ίδια και τα ίδια; Τι να γράψω; Τι να πω; Τι να ζωγραφίσω; Δεν πρέπει να μαζέψω τουλάχιστον καινούργιο υλικό;
Είναι και εκείνη η έμμονη φοβία που με κατατρώει μήπως και κάνω τις ανεπάρκειες μου φιλοσοφία. Μ’ έπιασε κι ένα είδος εφηβικού τσαμπουκά, να αλλάξω τον κόσμο. Και πως θα τον αλλάξω, άμα κρύβομαι απ’ αυτόν; Πήρα βαθιά αναπνοή και βούτηξα…
Να ανοίξω ή μάλλον να αγοράσω το μαγαζί μιας φίλης στο Κολωνάκι, με ρούχα, αυτό αποφάσισα να κάνω. Να γίνω έμπορος, επιχειρηματίας… Εγω; Μπλιαχ, ε; Κι όμως! Ούτε το Κολωνάκι είναι το πρόβλημα μου, ούτε το εμπόριο… Ούτε καν ο κόσμος, αλλά ούτε κι ο βιομήχανος ή ο εφοπλιστής. Τα μυαλά είναι το πρόβλημα. Εκεί είναι ο στόχος, που έλεγε κι η Γώγου.
Μέσα σε ένα τρίμηνο συνειδητοποιώ με ανείπωτη χαρά πως εξακολουθώ κι εκπλήσσομαι. Αυτό για μένα είναι μεγάλο δώρο. Δεν έχω γίνει φυτό. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Ανακαλύπτω τεράστια αποθέματα υπομονής και διαλλακτικότητας. Μπορώ και συναισθάνομαι, μπαίνω στα παπούτσια των άλλων, διεκδικώ, υποχωρώ, συναλλάσσομαι. Αν κάνω για έμπορος; Με τα δεδομένα, με τα σημερινά δεδομένα του εμπορίου και των business όχι. Σαφέστατα όχι. Σε αυτούς τους χώρους, όταν κάποιος σου ζητάει ένα, πρέπει να του γαμήσεις την ψυχολογία, θέτοντας ένα σκασμό παράλογες απαιτήσεις για να τον αποπροσανατολίσεις από την αρχική του διεκδίκηση. Πρέπει να γίνεις Συλβί από τα Μαύρα Μεσάνυχτα, Γιάννα που κλείνει με το έτσι θέλω ραδιόφωνο κι εφημερίδα σε μια νύχτα, Σκύλα και Χάρυβδη ταυτόχρονα. Στον κόσμο των business, αλλά κατ’ επέκταση σε όλη την επαγγελματική σου σταδιοδρομία, εάν θέλεις να επιβιώνεις ή και να κατακτήσεις κάποια πράγματα, ο μόνος τρόπος είναι να γίνεις ένα στυγνό βαμπίρ που απομυζά τις ζωές και τις αξιοπρέπειες των άλλων. If you wanna be rich you’ ve got to be a bitch, που λέει και το χορευτικό άσμα. Όποιον κι αν συμβουλεύτηκα, δεξιό, αριστερό, κομμουνιστή, καπιταλιστή, υπάλληλο, επιχειρηματία, τα ίδια άκουσα.
Η απόφαση μου;
Το μαγαζί θα το ανοίξω και θα τα καταφέρω, παρόλες τις δυσκολίες που συναντώ! Γιατί δεν είναι κακό πράγμα να είσαι φιλόδοξος και ματαιόδοξος. Η ίδια η ζωή εξάλλου είναι αφόρητα ματαιόδοξη, γιατί να μην είμαι κι εγώ;
Αδίστακτη όμως δεν θα γίνω. Όχι για λόγους ηθικής, γιατί δεν είναι ηθική όλη αυτή η ψευτό-φιλοσοφία του οπισθίου περί καλού και κακού, ηθικού κι ανήθικου. Αυτά είναι εργαλεία που πατάνε σε ενοχικά σύνδρομα για να χειραγωγούνται οι μάζες από όλους τους αδίστακτους.
Θα γίνω έμπορος κι επιχειρηματίας και θα πουλάω ρούχα στο Κολωνάκι, χωρίς να γίνω Γιάννα, Συλβί, κλπ για ένα και μόνο λόγο. Γιατί το όνειρο ενός άλλου κόσμου είναι πολύ μεγαλύτερο από εμένα, πολύ πιο φιλόδοξο και μεγάλο και σπουδαίο. Είναι αθάνατο. Και για να αλλάξει κάποτε ο κόσμος, θα πρέπει όλοι εμείς που γκρινιάζουμε, να μπούμε μέσα σε αυτόν τον κόσμο και με τις πράξεις μας, με τους τρόπους μας, με τη συμπεριφορά μας, να δημιουργήσουμε καινούργια συναλλακτικά ήθη κι έθιμα, μια νέα ηθική. Αυτό είναι το στοίχημα για μένα. Να καταφέρω να κάνω πετυχημένες(σύμφωνα με τα δικά μου δεδομένα, που δεν περιλαμβάνουν ούτε cayenne, ούτε βίλλα στη Βουλιαγμένη, ούτε 45 παρατρεχάμενους) business, χωρίς όλες αυτές τις εξουσιαστικές αηδίες που κάνουν οι άνθρωποι μεταξύ τους για να νομίζουν ότι κάτι καταφέρνουν. Κι ας κλάψω κι ας πονέσω. Θα τα καταφέρω! Γιατί μέσα μου υπάρχει ακόμα ένα τσαμπουκαλεμένο παιδί που δεν το σταματάει τίποτα.

Σάββατο, 06 Ιουνίου 2009

Γιατί θα πάω να ψηφίσω;

Δημοκρατία: ένα κουρασμένο σύστημα διακυβέρνησης, μια αυταπάτη που σαγηνεύει τις μάζες… μια ουτοπία που ποτέ δεν εφαρμόστηκε πλήρως.

Προσωπικά δεν ξέρω αν πιστεύω στη δημοκρατία, τουλάχιστον έτσι όπως είναι. Πιστεύω στην ελευθερία, στην αναρχία, στην προσωπική αίσθηση ευθύνης, αξίες που δεν έχουν καθόλου να κάνουν με κόμματα, δογματισμούς ή ψήφους κι εκλογές. Παιδεία και καλλιέργεια χρειάζονται οι άνθρωποι. Τα υπόλοιπα λύνονται.

Γιατί θα πάω να ψηφίσω τότε;

Μπορεί να γκρινιάζω για τα κακώς κείμενα, να λέω πως αυτό που ζούμε είναι μια κεκαλυμμένη δικτατορία των πολυεθνικών εταιριών, να απαξιώνω τους θεσμούς και να φωνάζω πως είναι διεφθαρμένοι πια, αλλά πρέπει να παραδεχτώ πως μέσα από αυτό το σύστημα κι εξαιτίας αυτού του συστήματος, μπορώ να λέω τις μπούρδες που λέω. Κι αυτό το δικαίωμα έκφρασης, όσο κουτσουρεμένο κι αν είναι, μου το εξασφάλισαν κάποιοι άνθρωποι που αγωνίστηκαν, εξορίστηκαν, εκτελέστηκαν. Άνθρωποι που μάτωσαν ψυχικά και σωματικά γι’αυτό που εμείς με τόση ευκολία σνομπάρουμε, χλευάζουμε κι απαξιώνουμε, το δημοκρατικό σύστημα, κορμός του οποίου είναι η εκλογική διαδικασία, η συμμετοχή, η πολιτική δράση. Αν με εκφράζει κάποιο κόμμα; Όχι, ούτε καν κατά προσέγγιση. Με το να πάω όμως παραλία, σε τι θα ωφεληθώ; Σε τι θα ωφελήσω το κοινωνικό σύνολο; Τι μήνυμα στέλνω; Η αποχή σαν θέση μπορεί να έχει νόημα. Ποιος θα αναλάβει όμως να επικοινωνήσει το νόημα; Οι κάμερες στις παραλίες που θα δείχνουν μαυρισμένα κωλαράκια;
Τα δικαιώματα που έχουμε είναι λειψά, η δημοκρατία που έχουμε είναι ανάπηρη, οι θεσμοί νοσούν, οι πολιτικοί είναι για ξύλο, τα κόμματα είναι δογματικά… Την κοινωνία όμως και τους κανόνες που τη διέπουν, την καθορίζουμε όλοι εμείς. Με την αποχή, στηρίζονται μόνο τα μεγάλα κόμματα, αυτά τα οποία βαρεθήκαμε και τελικά στέλνουμε ένα λάθος μήνυμα, ότι δεν μας νοιάζει τι κάνουν, ας κάνουν ότι θέλουν.

Δεν ξέρω τι θα ψηφίσω… Ξέρω τι δεν θα ψηφίσω, ξέρω ποιοι κυβερνούν τόσα χρόνια και δημιούργησαν αυτό το απόλυτα κι απροκάλυπτα διεφθαρμένο κράτος, ξέρω ποιοι ευθύνονται για αυτήν την κατάντια: οι εξής δύο γνωστοί άγνωστοι γραβατομένοι τρομοκράτες. Ατιμώρητους θα τους αφήσουμε;
Κατά τα άλλα, εδώ θα είμαστε, σε αυτό τον πλανήτη και μπορούμε πάντα να διεκδικούμε με διάφορους τρόπους αυτά που θέλουμε, που ονειρευόμαστε, που προσδοκούμε. Κι ας μην ξεχνάμε την περίφημη φράση από το V for Vendetta: ideas are bulletproof!!!

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Ο Προμηθέας και η Κ. Κούνεβα θύματα της ίδιας νοοτροπίας.


Πριν λίγες μέρες είδα μια εκπομπή στον ΣΚΑΙ για ένα υπέροχο και πανέξυπνο ντόπερμαν που έφτιαχνε γεωμετρικά σχήματα με τα λούτρινα παιχνίδια του. Τοποθετούσε τα παιχνίδια του ανά κατηγορία, τα αρκουδάκια με τα αρκουδάκια, τα πιθηκάκια με τα πιθηκάκια ή με κάποιο μοτίβο, όλα μπρούμυτα ή ανάσκελα σε σχηματισμούς ή σε ευθείες γραμμές. Πολλοί θα υποστηρίξουν πως κάτι τέτοιο έγινε μετά από εκπαίδευση. Ίσως να είναι κι έτσι. Ας όψεται ο Παβλόφ! Βέβαια, με το δικό μου το μυαλό κι επειδή έχω σκυλιά, το βρίσκω λίγο δύσκολο να συνδέσεις το σχήμα ενός ψεύτικου παιχνιδιού με ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό. Δε λέω ότι είναι αδύνατο, αλλά παραείναι δύσκολο να εμβαθύνεις πέρα από πρωτογενή ένστικτα με αυτή τη μέθοδο εκπαίδευσης. Κατά τη δική μου άποψη, αυτή η συμπεριφορά του σκύλου δείχνει μια κάποια ευστροφία, ίσως και την υποψία αυτόνομης σκέψης.

Που θέλω να καταλήξω; Τα ζώα έχουν και συναισθήματα και λογική και ψυχή. Δεν είναι πλάσματα ενός κατώτερου Θεού, αλλά του ίδιου Θεού, που οι περισσότεροι πιστεύετε πως σας έφτιαξε κατ΄ εικόνα και καθ’ ομοίωση. Όπως πλάσματα του ίδιου Θεού είναι και όλοι οι άνθρωποι αυτού του πλανήτη, λευκοί, μαύροι, κίτρινοι, ερυθρόδερμοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά.

Κι όμως, σε αυτόν τον πλανήτη δεν έχουν όλες οι ψυχές την ίδια τύχη. Κάποιες κυρίες είχαν την τύχη να γεννηθούν στην «δυτική» κι «αναπτυγμένη» Ελλάδα, με λευκό χρώμα δέρματος και μπορούν και απολαμβάνουν τις Πασχαλινές-θρησκευτικές διακοπές τους πίνοντας το φραπεδάκι τους και το κρασάκι τους κάπου στη Μύκονο, στην Πάρο και τη Λέσβο… Κάποιες άλλες κυρίες, όπως η Κωνσταντίνα Κούνεβα είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε μια παραπαίουσα κομμουνιστική Βουλγαρία, η οποία και κατέρρευσε οικονομικά και αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην «αναπτυγμένη» Ελλάδα για να εργαστούν, στερούμενες φυσικά διακοπών και λοιπών πολλών απολαύσεων. Η Κωνσταντίνα Κούνεβα, όπως και εκατομμύρια άνθρωποι σε αυτόν τον πλανήτη γεννήθηκαν απλά άτυχοι. Και δεν τους φτάνει απλά η κακοτυχία τους, αλλά πρέπει από πάνω και να τιμωρηθούν για αυτήν. Πρέπει να βασανιστούν, να χλευαστούν, να πεθάνουν, σύμφωνα με τα άρρωστα μυαλά διάφορων φασιστοειδών. Όπως και οποιοδήποτε πλάσμα σε αυτόν τον πλανήτη δεν πληροί τα δεδομένα της καθαρότητας της φυλής, στην οποία ανήκει ο κάθε ψυχανώμαλος. Και πως τους τιμωρείς αυτούς που τολμούν και αναπνέουν τον ίδιο αέρα που ο Θεός δώρισε σε εσένα και τους ομοίους σου κατά αποκλειστικότητα-γιατί έτσι νομίζουν όλοι αυτοί;

Με οξύ. Είναι της μόδας τελευταία…
Η Κωνσταντίνα Κούνεβα δέχτηκε επίθεση λίγο πριν τα Χριστούγεννα, λίγο πριν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Ρατσιστικά τα αίτια ή πολιτικά; Ή συνδυασμός των δύο;
Ο Προμηθέας, ένας ταλαίπωρος σκυλάκος από τη Λέσβο δέχτηκε επίθεση λίγο μετά το Πάσχα, λίγο μετά την ανάσταση του Θεανθρώπου. Τα αίτια; Ενοχλούσε. Ενοχλούσε η ύπαρξη του.

Όσο κι αν διαφωνήσετε, θεωρώ πως αυτά τα δύο γεγονότα είναι ίσης σημασίας, γιατί πηγάζουν από την ίδια φασιστική και ρατσιστική λειτουργία, που συνήθως συνοδεύεται από το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια. Ένα τρίπτυχο που δικαιολογούσε τις πράξεις της Κου-Κλουξ-Κλαν, του Ναζισμού, που δικαιολογεί τη σφαγή των Παλαιστινίων από τους Ισραηλινούς, τους πολέμους μεταξύ των φυλών της Αφρικής, την εξολόθρευση των αδέσποτων ζώων. Βασική ψευδαίσθηση όποιου ασπάζεται αυτό το τρίπτυχο είναι ότι ο ίδιος και οι όμοιοι του αποτελούν την εκλεκτή φυλή του Θεού που σκοπό έχει να κυριαρχήσει επί της γης εις βάρος όλων των άλλων ζώντων οργανισμών. Είναι ένα βαρύ κι επικίνδυνο ναρκωτικό που βλάπτει πολύ σοβαρά την υγεία των άλλων, ζώων και ανθρώπων.

Κανείς Θεός δεν έφτιαξε τα υπόλοιπα πλάσματα για να χρησιμεύουν ως σκεύος ηδονής των άρρωστων προθέσεων κανενός. Και ο σκυλάκος Προμηθέας και η μετανάστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα είναι πλάσματα με αισθήματα, με σκέψη, με ψυχή. Οι βασανιστές τους όμως δεν έχουν βρεθεί και δεν θα βρεθούν και ποτέ, γιατί δυστυχώς το προαναφερθέν τρίπτυχο είναι βαθιά ριζωμένο στη νοοτροπία των συμπατριωτών μας, οι οποίοι συγκαλύπτουν τους όμοιους τους Έλληνες θρησκευόμενους οικογενειάρχες, λες και αυτές οι ιδιότητες τους λειτουργούν ως συγχωροχάρτι για τα εγκλήματα τους. Ο δράστης δεν είναι ένας, αλλά όλοι εσείς που σιωπάτε και αδιαφορείτε, εκμεταλλευόμενοι με αλαζονεία την καταγωγή-κοινωνική θέση(ανά τον κόσμο) που τυχαία σας δόθηκε. ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ είστε. Γιατί γνωρίζετε πολύ καλά πότε πηδήχτηκε η Σούλα με το Μήτσο, γιατί την είδε η Μαρία να βγαίνει από το αυτοκίνητο του Τάσου, που το είχε δανείσει στο Μήτσο, που του το είχε δήθεν ζητήσει για να πάει τις πατάτες στην Αθήνα... Κανείς σας όμως δεν γνωρίζει το βασανιστή του Προμηθέα... Κανείς σας ποτέ δεν υποψιάστηκε τον βιαστή πατέρα... Πολύ επιλεκτική ροή πληροφοριών ρε αδελφέ!Και σε κλειστές κοινωνίες λίγων κατοίκων...

Εύχομαι να μην υπάρξουν άλλος Προμηθέας κι άλλη Κούνεβα, αν και ξέρω πως ελπίζω μάταια. Επειδή όμως οι εικόνες είναι πιο δυνατές, κοιτάξτε τον Προμηθέα, κοιτάξτε τα τραύματα του και σκεφτείτε τον πόνο του, σκεφτείτε τον πόνο της Κωνσταντίνας, και της κάθε Κωνσταντίνας που έχει βασανιστεί αναίτια… Κι έπειτα σκεφτείτε εάν θέλετε οι άνθρωποι αυτοί που μπορούν και κάνουν τέτοια εγκλήματα να κυκλοφορούν ανάμεσα σας, αν δικαιολογούνται επειδή πηγαίνουν στην εκκλησία ή επειδή έχουν οικογένεια, επειδή είναι Έλληνες... Σκεφτείτε το. Και αναρωτηθείτε γιατί στις ελληνικές φυλακές η πλειοψηφία των κρατουμένων αποτελείται από αλλοδαπούς. Μήπως γιατί ποτέ κανείς δεν καταγγέλλει τους ημέτερους;