Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Όταν το «Fuck Israel» μεταφράζεται σε «Fuck the Jews»: πώς θολώνει η γραμμή ανάμεσα στην πολιτική κριτική και τον αντισημιτισμό.

Μπορεί η οργή απέναντι στις πρακτικές του Ισραήλ να μετατραπεί σε αντισημιτισμό; 



Προφανώς μπορεί. 

Το ενδιαφέρον ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν αυτό είναι ηθικά απαράδεκτο. Είναι και πώς δημιουργείται ένας τέτοιος μηχανισμός γενίκευσης και κατά πόσο ορισμένες μορφές δημόσιου λόγου και πράξεων συμβάλλουν, έστω ακούσια, στην ενίσχυσή του.

Αντισημιτισμός. Μια ρατσιστική έννοια.

Ο όρος «αντισημιτισμός» παρουσιάζει μια γλωσσική ιδιομορφία. Οι σημιτικές γλώσσες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα εβραϊκά και τα αραβικά. Ιστορικά, ωστόσο, ο όρος Antisemitismus καθιερώθηκε τον 19ο αιώνα ειδικά για την εχθρότητα προς τους Εβραίους και με αυτή τη σημασία χρησιμοποιείται σήμερα. Και πρόκειται για ωμό ρατσισμό.

Στην κοινωνική ανθρωπολογία όμως υπάρχει η έννοια του entitativity, δηλαδή ο βαθμός στον οποίο αντιλαμβανόμαστε μια ομάδα ως ενιαία και ομοιογενή οντότητα. Όσο περισσότερο οι «άλλοι» γίνονται αντιληπτοί ως ένα συμπαγές «αυτοί», τόσο ευκολότερα υποχωρεί η ατομική ευθύνη μπροστά στη συλλογική.

Με απλά λόγια, η ανθρώπινη ψυχολογία έχει την τάση να γενικεύει, να τσουβαλιάζει.

Και το τσουβάλιασμα γίνεται ακόμη ευκολότερο όταν η ίδια η ομάδα ή, ακριβέστερα, κάποιοι από εκείνους που μιλούν δημόσια εξ ονόματός της θολώνει τις διαχωριστικές γραμμές.

Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.

Μια Ισραηλινή ή Εβραία τουρίστρια ακούει σε κάποια χώρα που έχει πάει για διακοπές και όχι για να κάνει πολιτική προπαγάνδα το σύνθημα «Fuck Israel» και νιώθει την ανάγκη να ανεβάσει ένα βίντεο στο TikTok καταγγέλλοντας την επίθεση που δέχθηκε, βαπτίζοντας την αντισημιτική.

Μόνο που δεν άκουσε «Fuck the Jews».

Άκουσε «Fuck Israel».

Ποιος λοιπόν κάνει πρώτος την εξίσωση;

Γιατί το Ισραήλ είναι κράτος. Η κυβέρνηση Νετανιάχου είναι κυβέρνηση. Ο Ισραηλινός είναι πολίτης ενός κράτους. Και ο Εβραίος είναι άνθρωπος συγκεκριμένης εθνοθρησκευτικής ταυτότητας που μπορεί να ζει στο Τελ Αβίβ, στην Αθήνα, στο Παρίσι ή στη Νέα Υόρκη και να έχει οποιαδήποτε πολιτική άποψη.

Δεν είναι συνώνυμα.

Όταν όμως η επίθεση στο Ισραήλ ερμηνεύεται αυτομάτως ως επίθεση στους Εβραίους, αυτός που κάνει την ερμηνεία συγχωνεύει μόνος του τις έννοιες. Αυτοτσουβαλιάζεται.

Και εδώ υπάρχει μια αντίφαση που δεν γίνεται να παραβλέπουμε.

Δεν μπορείς από τη μία να λες στον κόσμο ότι «όταν επιτίθεσαι στο Ισραήλ, επιτίθεσαι στους Εβραίους» και από την άλλη να εξοργίζεσαι όταν ο ίδιος κόσμος αρχίζει να ταυτίζει τους Εβραίους με το Ισραήλ.

Ή οι έννοιες ταυτίζονται ή δεν ταυτίζονται.

Και φυσικά δεν ταυτίζονται.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο μέσα στο σημερινό πλαίσιο. Ο κόσμος παρακολουθεί νεκρούς και τραυματισμένους Παλαιστινίους, παιδιά, κατεστραμμένες γειτονιές, εκτοπισμένους ανθρώπους και μια ανθρωπιστική καταστροφή τεράστιας κλίμακας.

Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα βλέπει έναν Ισραηλινό να εμφανίζεται στα social media να κλαίγεται ως θύμα επειδή κάποιος του φώναξε «Fuck Israel».

Η αυθόρμητη αντίδραση κάποιων θα είναι αναπόφευκτα:

«Αυτό είναι που σε απασχολεί τώρα; Το μικρό εγώ σου και μόνο;»

Και από την ενόχληση στον θυμό η απόσταση είναι μικρή. 

Από τον θυμό στη γενίκευση επίσης.

Δεν λέω ότι καλώς συμβαίνει.

Λέω ότι συμβαίνει.

Ας μεταφέρουμε για μια στιγμή τον ίδιο μηχανισμό σε μια άλλη ιστορική περίοδο, όχι για να εξισώσουμε ιστορικά γεγονότα, αλλά για να δούμε καθαρότερα τη λογική του.

Φανταστείτε έναν Γερμανό το 1942 να ακούει «Fuck the Nazis», ενώ βρίσκεται σε ένα μπαρ στις ΗΠΑ φερ' ειπείν και να καταγγέλλει ότι δέχθηκε ρατσιστική επίθεση ως Γερμανός.

Η πρώτη εύλογη απορία θα ήταν:

Γιατί θεωρείς ότι όταν έβρισαν τους ναζί έβρισαν εσένα; Μήπως γιατί αναγνωρίζεις μέσα σου κάποιο ναζιστικό κομμάτι;

Και αν, ενώ το καθεστώς της χώρας του διέπραττε φρικαλεότητες, εκείνος επέμενε να μιλά αποκλειστικά για τη δική του προσβολή και τη δική του θυματοποίηση, θα ήταν πράγματι τόσο ανεξήγητο αν κάποιος άρχιζε να αισθάνεται αποστροφή όχι μόνο για τους ναζί αλλά και για τον συγκεκριμένο Γερμανό;

Το πρόβλημα αρχίζει στο επόμενο βήμα: όταν «ο συγκεκριμένος Γερμανός» γίνεται «οι Γερμανοί».

Η ανθρωπότητα χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αποσυνδέσει στη συλλογική της συνείδηση τον Γερμανό από τον ναζί. Και σε αυτή την αποσύνδεση συνέβαλαν τελικά αποφασιστικά και οι ίδιοι οι Γερμανοί.

Η μεταπολεμική Γερμανία αναμετρήθηκε με τα εγκλήματα του ναζισμού. Τα δίδαξε. Τα ερεύνησε. Έστησε μνημεία στα θύματά του. Δεν απαίτησε απλώς από τον υπόλοιπο κόσμο να ξεχάσει και να πάψει να την κοιτά με καχυποψία. Έκανε την αυτοκριτική μέρος της μεταπολεμικής της ταυτότητας.

Και αυτό έχει σημασία.

Γιατί το «μη με τσουβαλιάζεις» γίνεται πολύ πιο πειστικό όταν συνοδεύεται από το: «Δεν τσουβαλιάζομαι ούτε εγώ, δεν ταυτίζομαι ούτε στο ελάχιστο με εκείνους που διαπράττουν αυτά τα εγκλήματα».

Υπάρχουν φυσικά Εβραίοι και Ισραηλινοί που το κάνουν ήδη. 

Καταγγέλλουν τις πολιτικές της κυβέρνησης Νετανιάχου, διαδηλώνουν, αντιδρούν, αρνούνται να επιτρέψουν σε ένα κράτος ή σε μια κυβέρνηση να μονοπωλήσει την ταυτότητά τους. 

Και ακριβώς η ύπαρξή τους αποδεικνύει πόσο παράλογη είναι η εξίσωση Εβραίος = Ισραήλ = κυβέρνηση Νετανιάχου.

Όταν όμως κάποιος ακούει «Israel» και απαντά «Jews», κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Θολώνει ο ίδιος τη γραμμή που αύριο θα χρειαστεί για να προστατευτεί από τη συλλογική ενοχοποίηση.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία.

Δεν μπορεί το Israel = Jews να χρησιμοποιείται όταν πρέπει να καταγγελθεί μια προσβολή ως αντισημιτική και το Israel ≠ Jews όταν πρέπει να απορριφθεί η συλλογική ευθύνη.

Γιατί κάποια στιγμή ο απέναντι μπορεί να δεχτεί την πρώτη εξίσωση.

Η εξήγηση ενός ρατσιστικού αντανακλαστικού δεν αποτελεί δικαιολόγησή του. Αλλά αν πραγματικά θέλουμε να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται τέτοια αντανακλαστικά, πρέπει να εξετάζουμε και τις διαδικασίες που τα τροφοδοτούν.

Και μία από αυτές είναι η συστηματική σύγχυση ανάμεσα στο κράτος του Ισραήλ, την κυβέρνησή του, τους πολίτες του και τους Εβραίους συνολικά.

Τη γραμμή που απαιτείς από τον άλλον να μη διασχίσει, δεν γίνεται να τη σβήνεις εσύ κάθε φορά που σε βολεύει.


Δεν υπάρχουν σχόλια: