Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Η Σαξονία έπεσε. Δεν με ακούτε.



Κάθε φορά που η ακροδεξιά κερδίζει ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση στην Ευρώπη, βλέπουμε περίπου το ίδιο έργο.

Σοκ. Ανησυχία. Βαρυσήμαντες αναλύσεις για την επιστροφή των «σκοτεινών εποχών». Και ύστερα η βολική εξήγηση: οι κοινωνίες συντηρητικοποιούνται, ο ρατσισμός αυξάνεται, ο φασισμός επιστρέφει.

Μπορεί.

Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα. Όταν το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται ξανά και ξανά, σε διαφορετικές χώρες και κοινωνικά στρώματα, όταν κόμματα που πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν στο περιθώριο φτάνουν να διεκδικούν ή να συμμετέχουν στην εξουσία, ίσως δεν αρκεί να εξηγούμε στους ψηφοφόρους τους πόσο λάθος ψηφίζουν.

Ίσως πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί ψηφίζουν έτσι.

Γιατί η Ευρώπη δεν ξύπνησε ένα πρωί γεμάτη φασίστες. Ξύπνησε όμως ύστερα από δεκαπέντε χρόνια οικονομικών κρίσεων, πανδημίας, μεταναστευτικών πιέσεων, πολέμων, ενεργειακής κρίσης, πληθωρισμού, στεγαστικής ασφυξίας και μιας ολοένα βαθύτερης δυσπιστίας απέναντι στους ανθρώπους που τη διοικούν και στους θεσμούς.

Και κάπου εκεί η ακροδεξιά έμαθε να ακούει ή, τουλάχιστον, έμαθε να προσποιείται πολύ αποτελεσματικά ότι ακούει.

Πόσο κοστίζουν οι «αξίες» όταν έρχεται ο λογαριασμός;

Η πλειονότητα των Ευρωπαίων εξακολουθεί να υποστηρίζει τη βοήθεια προς την Ουκρανία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει δώσει λευκή επιταγή για κάθε πολιτική και οποιοδήποτε οικονομικό κόστος.

Γιατί άλλο είναι να υποστηρίζεις την Ουκρανία κι άλλο να την υποστηρίζεις ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ακριβότερη ενέργεια, μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες και μια σύγκρουση που μπορεί να συνεχιστεί για χρόνια.

Και οι Ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να πιστεύουν ταυτόχρονα ότι η Ρωσία εισέβαλε σε μια ανεξάρτητη χώρα και ότι η Ουκρανία δικαιούται βοήθεια, χωρίς να θεωρούν ότι έχουν υπογράψει λευκή επιταγή για το κόστος αυτής της βοήθειας.

Κι εκεί η ακροδεξιά διαθέτει ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό μήνυμα:

«Οι Βρυξέλλες ανησυχούν για την Ουκρανία, το κλίμα, τη γεωπολιτική και τις κυρώσεις. Εσύ ανησυχείς αν θα μπορέσεις να ζεστάνεις το σπίτι σου και να γεμίσεις το ψυγείο σου.»

Και ύστερα υπάρχει η διαφθορά.

Ο πολίτης ακούει:

«Πρέπει να εμπιστευτείς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.»

Και βλέπει το Qatargate και βαλίτσες με μετρητά.

«Πρέπει να κάνεις θυσίες για τις ευρωπαϊκές αξίες.»

Και βλέπει πολιτικούς μπλεγμένους σε σκάνδαλα.

«Πρέπει να αποδεχτείς δύσκολες αποφάσεις, γιατί εμείς γνωρίζουμε πώς αντιμετωπίζονται οι μεγάλες κρίσεις.»

Και κοιτάζει το νοίκι, το σούπερ μάρκετ και τον λογαριασμό του ρεύματος να καταπίνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος του μισθού του.

Και τότε εμφανίζεται ο ακροδεξιούλης, ο καλούλης, ο κρυφοναζιστούλης και λέει:

«Δεν είσαι εσύ το πρόβλημα. Αυτοί είναι.»

Κι αυτό που ακούνε οι πολίτες τους δικαιώνει, τους ανακουφίζει.

Το αστείο, αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνο, είναι ότι η ακροδεξιά δεν είναι υποχρεωτικά λιγότερο διεφθαρμένη από αυτούς που καταγγέλλει, γιατί ο μέσος ψηφοφόρος δεν χρειάζεται να πιστεύει ότι ο καινούργιος είναι άγιος. Του αρκεί που ξέρει ότι ο παλιός είναι απατεώνας και ο αντισυστημικός σωτήρας τον ακούει.

Κι όταν φτάσει στο «κλέφτες είναι όλοι, τουλάχιστον αυτός λέει αυτά που σκέφτομαι», το πρόβλημα δεν είναι πια ένα σκάνδαλο.

Είναι ότι έχει πάψει να περιμένει εντιμότητα από τη δημοκρατία. Έχει πάψει να πιστεύει στην ίδια την δημοκρατία.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο λέγεται μετανάστευση

Ίσως το ισχυρότερο κοινό πολιτικό καύσιμο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Κι εδώ συγκρούονται δύο εξίσου βολικές ιστορίες.

«Οι μετανάστες έφεραν την εγκληματικότητα στην Ευρώπη.»

Δεν προκύπτει έτσι από τα δεδομένα.

«Δεν υπάρχει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα εγκληματικότητας σε ορισμένους μεταναστευτικούς πληθυσμούς και όποιος μιλά γι’ αυτό είναι ρατσιστής.»

Ούτε αυτό προκύπτει.

Σε ορισμένες χώρες και ομάδες υπάρχει πραγματική υπερεκπροσώπηση σε συγκεκριμένες μορφές βίαιης και σεξουαλικής εγκληματικότητας. Μέρος της εξηγείται από την ηλικία, το φύλο, την φτώχεια και  τον κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτό βέβαια, δεν μετατρέπει εκατομμύρια μετανάστες σε εγκληματίες.

Αλλά ούτε η πλήρης άρνηση εξαφανίζει το πρόβλημα.

Και όταν ο πολίτης βλέπει κάτι που υπάρχει και του απαντάς ότι δεν υπάρχει ή ότι είναι ύποπτος για ρατσισμό, απλά επειδή τόλμησε να το παρατηρήσει, κάποιος άλλος θα έρθει να του ψιθυρίσει το αυτί:

«Βλέπεις; Μόνο εμείς τολμάμε να πούμε την αλήθεια.»

Και τότε η ακροδεξιά παίρνει ένα πραγματικό επιμέρους πρόβλημα και το μετατρέπει σε συλλογική ενοχή.

«Ορισμένες ομάδες υπερεκπροσωπούνται» γίνεται «οι μετανάστες είναι εγκληματίες».

Και μετά «οι μετανάστες καταστρέφουν την Ευρώπη».

Μόνο που υπάρχει μια αλήθεια:

Η Ευρώπη χρειάζεται μετανάστες. Γερνάει. Το εργατικό δυναμικό της συρρικνώνεται. Γεωργία, κατασκευές, εστίαση, τουρισμός, μεταφορές, φροντίδα και υγεία δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό.

Και ακόμη και το «οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν αυτές τις δουλειές» σηκώνει συζήτηση.

Δεν τις θέλουν;

Ή δεν τις θέλουν με αυτούς τους μισθούς, αυτά τα ωράρια και αυτές τις συνθήκες;

Γιατί τότε η μετανάστευση γίνεται πολύ βολική για ένα οικονομικό σύστημα που χρειάζεται εργαζομένους με μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη. Ο μετανάστης δέχεται χειρότερους όρους επειδή έχει λιγότερες επιλογές, ο ντόπιος αισθάνεται ότι ο μισθός του πιέζεται και, αντί να στραφούν και οι δύο εναντίον εκείνου που κερδίζει από τη φθηνή εργασία, στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου.

Η ακροδεξιά παίρνει το πρόβλημα και εξαφανίζει την οικονομική του πλευρά. Ένα κομμάτι της προοδευτικής πολιτικής παίρνει τον ρατσισμό και υποβαθμίζει τα προβλήματα ένταξης και ασφάλειας.

Και οι δύο παίρνουν τη μισή πραγματικότητα και την παρουσιάζουν ως ολόκληρη.

Η Ευρώπη θέλει τα χέρια των μεταναστών χωρίς να έχει αποφασίσει τι θα κάνει με τους ανθρώπους στους οποίους ανήκουν αυτά τα χέρια.

Κι απέναντι στην ακροδεξιά, ποιος ακριβώς βρίσκεται;

Εδώ υπάρχει και μια άλλη, πολύ λιγότερο συζητημένη πλευρά της ιστορίας.

Ένας πολίτης μπορεί να βλέπει την ακροδεξιά να ανεβαίνει και να μην επιθυμεί καθόλου να στραφεί προς αυτήν. Να πιστεύει στο κοινωνικό κράτος, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στην ισότητα, στην προστασία των εργαζομένων. Να ψάχνει δηλαδή πολιτική εκπροσώπηση στην κεντροαριστερά και στην Αριστερά.

Και τι βλέπει;

Διασπάσεις. Κόμματα που διασπώνται από κόμματα που είχαν ήδη διασπαστεί από άλλα κόμματα. Προέδρους, πρώην προέδρους, επίδοξους προέδρους, εσωκομματικές διαμάχες, προσωπικούς στρατούς, μικρούς εμφυλίους και ακόμη μικρότερα μαγαζιά.

Την ώρα που απέναντί τους οργανώνεται μια πολιτική δύναμη ικανή να αλλάξει την ίδια τη φυσιογνωμία της Ευρώπης, εκείνοι συχνά μοιάζουν περισσότερο απασχολημένοι με το ποιος θα καθίσει στην καρέκλα της ηγεσίας ενός κόμματος που διαρκώς μικραίνει.

Και στον πολίτη δημιουργείται μια πολύ άσχημη υποψία:

«Μήπως τελικά δεν ενδιαφέρεστε τόσο για μένα όσο για την καρέκλα σας;»

Είναι η παλιά ιστορία με την κρίση του Σολομώντα, μόνο που εδώ η εικόνα γίνεται σχεδόν grotesque, γιατί το μωρό είναι οι ίδιοι οι πολίτες που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.

Και αντί κάποιος να φωνάξει «μην το κόψετε ρε, δώστε το ολόκληρο στον άλλον, στην τελική την ίδια ιδεολογία έχουμε», βλέπεις δύο, τρεις και τέσσερεις πλευρές να τραβούν η καθεμία από ένα πόδι, ένα χέρι, το κεφάλι, αποφασισμένες να αποδείξουν ότι προτιμούν να διαμελίσουν το μωρό, αρκεί να πάρουν ένα κομμάτι του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει τον θάνατο του. 

Αυτό δεν απογοητεύει μόνο τους ήδη αριστερούς ψηφοφόρους. Αφήνει πολιτικά άστεγο εκείνον που θα μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα στην ακροδεξιά.

Και η πολιτική, όπως και η φύση, απεχθάνεται το κενό.


Και τελικά: με ακούει κανείς;

Ίσως αυτό να βρίσκεται πίσω από όλα τα προηγούμενα.

Η αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται κάπου μακριά και ότι η γνώμη του πολίτη ζητείται κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια, αλλά ενδιαμέσως έχει ελάχιστη σημασία.

Το Ισραήλ είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης περίπου δύο στους τρεις —και σε αρκετές χώρες τρεις στους τέσσερις— έχουν πλέον αρνητική άποψη για το Ισραήλ. Και δεν πρόκειται μόνο για αριστερούς: ακόμη και μεταξύ δεξιών πολιτών η αρνητική γνώμη είναι κυρίαρχη σε αρκετές χώρες.

Κι όμως, πολλοί βλέπουν τις κυβερνήσεις τους και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς να ακολουθούν μια πολιτική που θεωρούν πολύ πιο επιεική προς την ισραηλινή κυβέρνηση από τη δική τους θέση.

Και τότε το ερώτημα παύει να αφορά το Ισραήλ.

«Αν η πλειοψηφία διαφωνεί, γιατί η πολιτική δεν αλλάζει;»

Και λίγο αργότερα:

«Αν η γνώμη μου δεν επηρεάζει την πολιτική, ποιον ακριβώς εκπροσωπούν αυτοί που κυβερνούν;»

Και ξαφνικά όλα τα προηγούμενα μοιάζουν να ενώνονται.

Ανησυχώ για το μεταναστευτικό χωρίς να θεωρώ κάθε μετανάστη εγκληματία.

Δεν με ακούτε.

Θέλω να στηριχθεί η Ουκρανία, αλλά θέλω να συζητήσω και πόσο μπορώ να πληρώσω.

Δεν με ακούτε.

Διαφωνώ με την πολιτική απέναντι στο Ισραήλ.

Δεν με ακούτε.

Δεν μπορώ να πληρώσω το νοίκι, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ.

Δεν με ακούτε.

Βλέπω σκάνδαλα και ζητώ λογοδοσία.

Δεν με ακούτε.

Κοιτάζω προς αυτούς που υποτίθεται ότι θα αποτελούσαν την προοδευτική εναλλακτική και τους βλέπω να σφάζονται μεταξύ τους για το ποιος θα γίνει αρχηγός.

Και τότε εμφανίζεται κάποιος που μπορεί να σου λέει ψέματα. Να εκμεταλλεύεται τον φόβο σου. Να σου δείχνει αποδιοπομπαίους τράγους. Να μετατρέπει πραγματικά προβλήματα σε εύκολα μίση και σύνθετες κρίσεις σε συνθήματα των πέντε λέξεων.

Αλλά πριν από όλα αυτά κάνει κάτι πολύ απλό.

«Εγώ σε ακούω.»

Και ίσως αυτό πρέπει να καταλάβει η δημοκρατική Ευρώπη πριν αρχίσει για άλλη μία φορά να μαλώνει τους πολίτες της επειδή ψήφισαν λάθος.

Μπορείς να καταγγείλεις την ακροδεξιά εκατό φορές. Να εξηγήσεις τον ρατσισμό της, τον αυταρχισμό της, τις αντιφάσεις και τα ψέματά της. Αλλά όσο ένα ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας πιστεύει ότι εκείνη το ακούει κι εσύ όχι, θα συνεχίσεις να χάνεις.

Και τότε το πιο ανησυχητικό ερώτημα δεν είναι:

«Γιατί ανεβαίνει η ακροδεξιά;»

Αλλά:

«Πόσες φορές πρέπει να σου πει ένας πολίτης “δεν με ακούς”, πριν πάει να ψηφίσει εκείνον που του υποσχέθηκε ότι θα τον ακούσει;»

Η Σαξονία έπεσε. Μαζί της κινδυνεύει να αλωθεί και η δημοκρατία.

Δεν με ακούτε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: