Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Το Ασήμαντο Άσπρο Μπλουζάκι.

Σας είχα πει το Σάββατο ότι ήθελα να διαβάσω τις κυριακάτικες εφημερίδες και να σχολιάσω την επικαιρότητα, η οποία καλά κρατεί, αλλά όταν κάνεις σχέδια ο Θεός χαμογελάει, που λένε και οι φίλοι μας οι Κινέζοι.
Έπεσα κι εγώ με τα μούτρα σε ένα κείμενο που είχα ξεκινήσει πριν 4 χρόνια, και είναι πιο επίκαιρο από ποτέ και απορροφήθηκα. Πολλή δουλειά, σκόρπια χειρόγραφα από δω και από κει, σημειώσεις, δακτυλογραφημένα κεφάλαια με μουτζούρες και διορθώσεις… Μεγάλο ξεσκαρτάρισμα. Ουφ!
Σήμερα νομίζω ότι έβαλα επιτέλους μία τάξη και ξεκίνησα και τη δακτυλογράφηση. Το σύνδρομο του καρπιαίου το έχω στανταράκι και όχι τίποτα άλλο, πως θα πιάσω τα πινέλα μου μετά!!!
Ελπίζω να επανέλθω στην ενεργό δράση σύντομα, αλλά μέχρι τότε θέλω να μοιραστώ μαζί σας το πρώτο κεφάλαιο από το αναρχικό σουρεαλιστικό παραμύθι που γράφω, ναι αυτό που ξεκίνησα πριν 4 χρόνια και ευελπιστώ να ολοκληρώσω σύντομα:

ΤΟ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΑΣΠΡΟ ΜΠΛΟΥΖΑΚΙ

Το μαγαζί, τα άλλα ρούχα και η κεντητή μπλούζα
Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποια συνοικία της Αθήνας...
Ήταν ένα ασήμαντο άσπρο μπλουζάκι που ζούσε σε ένα κατάστημα με ρούχα. Ήταν τόσο ασήμαντο το καημένο που ποτέ κανείς πελάτης δεν το πρόσεχε και τα υπόλοιπα μπλουζάκια στην κρεμάστρα το κορόιδευαν συνέχεια και δεν το έκαναν παρέα.
“Πω, πω, πως είναι έτσι το καημένο!”, ψιθύριζε η τιρκουάζ μπλούζα με την κίτρινη στάμπα.
“Είναι πολύ χλωμό! Πολύ άχρωμο!” απαντούσε με κυνισμό το χρυσαφί εξώπλατο τοπ.
“Άσε που είναι και extra small!” πρόσθετε με αρκετή δόση κακίας το κόκκινο πουκάμισο.
Το μπλουζάκι τα άκουγε ξεκάθαρα όλα τούτα τα σχόλια και καταλάβαινε ότι αφορούσαν εκείνο και μόνο, και στενοχωριόταν πολύ. Ήλπιζε όμως ότι μια μέρα θα έμπαινε στο μαγαζί κάποια μικροκαμωμένη κοπέλα και θα το ξεχώριζε ανάμεσα από όλα τα άλλα ρούχα για δικό της.
Οι μέρες περνούσαν, πελάτισσες μπαινόβγαιναν στο μαγαζί και διάλεγαν ρούχα φανταχτερά και χαρούμενα που απέπνεαν ένα κοσμοπολίτικο αέρα, παλιές μπλούζες έφευγαν και νέες ερχόντουσαν, αλλά το άσπρο extra small μπλουζάκι παρέμενε στην κρεμάστρα του αμετακίνητο κι απαρατήρητο.
Μια μέρα δεν άντεξε, κατάπιε τον τσαλακωμένο εγωισμό του και κλαίγοντας ρώτησε τις άλλες μπλούζες τι λάθος είχε πάνω του και κανείς δεν το παρατηρούσε ποτέ. Οι μπλούζες έσπευσαν τότε, γεμάτες κακεντρέχεια να «συμβουλεύσουν» το μπλουζάκι και να επιδείξουν την ανωτερότητα τους.
“Είσαι τραγικά άσπρο.”, είπε με απέχθεια το φούξια strapless.
“Κάνεις μόνο για ξυλάγγουρα χωρίς καμπύλες.”, είπε γελώντας σαρκαστικά ένα μωβ κρουαζέ με βαθύ ντεκολτέ.
“Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, αλλά να, είσαι...πως να στο πω...τελείως χάλια¨.” είπε με δήθεν τρυφερό ύφος ένα λουλουδάτο πουκάμισο.
Το μπλουζάκι ξέσπασε σε λυγμούς. Ένιωθε απελπισία. Ήταν καταδικασμένο να είναι ασήμαντο και μόνο. Κανείς δεν θα το πρόσεχε ποτέ, κανείς δεν θα το επέλεγε και μοιραία θα βρισκόταν σύντομα σε κάποιο καλάθι με προσφορές, απ' όπου και θα κατέληγε ξεσκονόπανο.
Βλέποντας το τόσο μόνο και δυστυχισμένο, μια αρκετά απόμακρη κεντητή μπλούζα το λυπήθηκε και το πλησίασε ένα απόγευμα Τετάρτης.
“Μην στενοχωριέσαι,” του είπε με ειλικρινή τρυφερότητα. “μην τις ακούς τις άλλες. Από κακία τα λένε. Δεν φταίει ούτε το χρώμα σου, ούτε το μέγεθος σου...Πως να στο πω; Να, ξέρεις αυτό που φταίει είναι ότι δεν έχεις προσωπικότητα. Δεν λέω, είσαι άσπρο και μικρό και τραγικά ασήμαντο. Όλα αυτά όμως διορθώνονται. Πρέπει απλά να βρεις τι μπλουζάκι θες να είσαι και ποιος είναι ο σκοπός σου. Θες να μοιάσεις σε αυτές εδώ τις μίζερες κακισμένες μπλούζες; Πίστεψε με, δεν είναι τόσο ευτυχισμένες όσο θέλουν να δείχνουν, γιατί έγιναν απλά αυτό που ήθελαν οι άλλοι και εγκλωβίστηκαν σε μια ακόμα στάμπα, σε ένα ακόμη πανομοιότυπο σχέδιο χωρίς προσωπικότητα. Φοβόντουσαν να μείνουν μόνες, φοβόντουσαν να ψάξουν να βρουν τη δική τους ταυτότητα. Βασικά φοβόντουσαν να διαφέρουν.”
Το μπλουζάκι δεν καλοκαταλάβαινε τα όσα έλεγε αυτή η περίεργη κεντητή μπλούζα. Σκούπισε τα δάκρυα του με τα μανίκια του, και φανερά επιφυλακτικό τη ρώτησε:
“Τι είναι η ταυτότητα; Που τη βρίσκεις; Και η προσωπικότητα που λες ότι δεν έχω, τι κάνει δηλαδή;”
Η κεντητή μπλούζα έκανε μια μικρή παύση, ξεροκατάπιε και με ήρεμη, σχεδόν ψιθυριστή φωνή του είπε:
“Προσωπικότητα είναι αυτή η φωνούλα που κρύβεται μέσα στην καρδιά μας και μας ψιθυρίζει στο αυτί τα όνειρα μας. Ψιθυρίζει όμως πολύ σιγανά, και συχνά χάνεται μες το λαβύρινθο της ψυχής μας και τότε, δεν την ακούμε. Πρέπει όμως να την βρούμε και να την βοηθήσουμε να βρει τον δρόμο της.”
“Κι έχω κι εγώ μια τέτοια προσωπικότητα μες την καρδιά μου;” ρώτησε το μπλουζάκι γεμάτο έκπληξη την κεντητή μπλούζα.
“Όλοι έχουμε.” αποκρίθηκε εκείνη. “Κάποιοι την βοηθάνε να ελευθερωθεί, άλλοι πάλι την αφήνουν να βασανίζεται αιώνια στον λαβύρινθο της ψυχής τους.”
“Και να σε ρωτήσω,” είπε σκεφτικό το μπλουζάκι, “εγώ πως θα την βρω και πως θα την ελευθερώσω;”
“Είναι πολύ απλό και συνάμα πολύ δύσκολο.” είπε ξεφυσώντας η κεντητή μπλούζα. “Πρέπει να συγκεντρωθείς σε σένα. Πρέπει να τολμήσεις να δοκιμάσεις πράγματα. Πρέπει να ρισκάρεις. Σιγά, σιγά θα την βρεις την προσωπικότητα σου. Κι όταν την βρεις θα το καταλάβεις. Απλά στάματα να οικτίρεις τον εαυτό σου, σταμάτα να ζηλεύεις τις άλλες μπλούζες που βιώνουν αυτήν την τόσο εφήμερη δόξα και συγκεντρώσου σε όσα εσύ ονειρεύτηκες.”
Το μπλουζάκι έπεσε σε περισυλλογή. Όλο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι σκεπτόμενο τα όσα του είχε πει η κεντητή μπλούζα νωρίτερα το απόγευμα. Δεν μπορούσε να καταλάβει, αποφάσισε όμως πως θα ακολουθούσε τις αλλόκοτες συμβουλές της. Γύρω στο ξημέρωμα αποκοιμήθηκε.


Την άλλη μέρα ξύπνησε αργά το μεσημέρι από ένα πολύ περίεργο όνειρο. Είχε ονειρευτεί την υδρόγειο σφαίρα. Την γύριζε ελεύθερο πετώντας. Ταξίδευε χαρούμενο. Στον δρόμο του συνάντησε διάφορα ζώα, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους και γνώρισε μέρη πολλά, είδε ανθρώπους κίτρινους, κόκκινους, μαύρους, λευκούς. Και νόμισε πως μες τον ύπνο του άκουσε μια μελωδική γυναικεία φωνή να του τραγουδάει ψιθυριστά για κάποιο ταξίδι της ζωής. Μόλις συνήλθε από τον περίεργο τούτο ύπνο, ανακάθισε προβληματισμένο στην κρεμάστρα του και αναρωτιόταν τι ακριβώς να σήμαινε το όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Είχε ακούσει μες τον ύπνο του την προσωπικότητα του να τραγουδάει ή μήπως ήταν η ιδέα του;
“Κεντητή μπλούζα.” φώναξε. “Που είσαι; Θέλω να σου μιλήσω για ένα όνειρο που είδα.”
Κανείς, μα κανείς δεν του αποκρίθηκε. Βάλθηκε τότε να την φωνάζει ακόμη πιο δυνατά, με όλη τη δύναμη της φωνής του.
“Θες να με ξεκουφάνεις;” είπε νευριασμένα το φούξια strapless. “Αφού βλέπεις ότι δεν σου απαντά. Γιατί επιμένεις; Δεν είναι πια εδώ αυτή η θεόμουρλη. Την αγόρασε πρωί πρωί μια περίεργη τύπισσα. Αλλά τι ήθελες τέλος πάντων να της πεις και κοπανιέσαι τόσην ώρα;”
“Να,” είπε δισταχτικά το μπλουζάκι, “είδα ένα...είδα ένα όνειρο στον ύπνο μου.”
“Ένα όνειρο!” είπε ειρωνικά το φούξια strapless. “Τώρα μάλιστα! Για λέγε.”
“Είδα ότι γύριζα τον κόσμο πετώντας. Είδα πολλά ζώα και χρωματιστούς ανθρώπους. Είδα βουνά και θάλασσες και πεδιάδες και δάση όμορφα, και άκουσα μια γυναίκα να τραγουδά ένα υπέροχο τραγούδι!” είπε με ενθουσιασμό το μπλουζάκι.
“Θες να με πείσεις πως είδες ένα όνειρο, και πως είδες και χρωματιστούς ανθρώπους;” ρώτησε το φούξια strapless. “Αχ, κακόμοιρο σου τα φούσκωσε τα μυαλά με ανύπαρκτες ιδέες αυτή η κεντητή μπλούζα. Καλά την είχα καταλάβει ότι ήταν τρελή η δύσμοιρη. Μα , δεν το είχες προσέξει ότι δεν υπήρχε καμία άλλη σαν κι αυτήν εδώ μέσα; Απορώ ποια μουρλοκαμπέρο την διάλεξε σήμερα. Καμιά δυστυχισμένη φαντάζομαι, από αυτές, ξέρεις, τις περιθωριακές.”
Το μπλουζάκι τότε άξαφνα, ένιωσε ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα...Ένιωσε θυμό! Ένιωθε τις ίνες του να πάλλονται από την ένταση και το χρώμα του να κοκκινίζει ελαφρώς.
“Δεν ήταν τρελή η κεντητή μπλούζα, ούτε δύσμοιρη. Είχε απλά...προσωπικότητα,” είπε νευριασμένο, “κάτι που εσύ και οι υπόλοιπες...καρακάξες εδώ μέσα δεν θα αποκτήσετε ποτέ. Κι ούτε θα ονειρευτείς ποτέ, ούτε θα ακούσεις γλυκές μελωδίες στον ύπνο σου, γιατί είσαι απλά ένα ακόμα φούξια strapless ίδιο με όλα τα άλλα που το μόνο που το ενδιαφέρει είναι το κουτσομπολιό!” συμπλήρωσε σχεδόν τρέμοντας το μπλουζάκι και πήδηξε από την κρεμάστρα του. “Εγώ φεύγω, θα γυρίσω τον κόσμο όλο μέχρι να βρω την προσωπικότητα μου.”
14/01/2009
Λήδα Καφετζή

2 σχόλια:

PALOUKI LOUK είπε...

Καλημέρα λοιπόν, εγω μόλις γύρισα και πάω για ύπνο,θέλω να σου πώ ότι μου άρεσει παρα πολυ η γραφή σου πολύ ζωντανή πολυ πως να το πω...περυπλοκα απλη συναρπαστικη.
Όταν πήγαινα δημοτικό πριν 20ποσα χρόνια είχα γράψει μια έκθεση για ένα μικρό ντοματάκι στο μανάβη όπου δεν το αγόραζε κανείς αλλα εμένα δυστυχώς το έκαναν γεμιστά στο τέλος της ιστορίας δεν επαναστάτησε ώστε να ταξιδέψει.
Έχω όμως τις εξής ερωτήσεις:
τι μπλουζάκι φοραέι ο μαρκογιανακης,τι ο πολυδωρας και τι ο ρουσοπουλος απο αυτα που προανεφερες?(δεν έβαλα ούτε τόνους σε αυτούς ούτε κεφαλαίο το πρώτο γράμμα για να σε βοηθήσω στην επιλογή μπλούζας!)Άντε καλημέρα σου!

Leda Kafetzi είπε...

Χαχαχα...τέλειο το παραμύθι! έχω πεθάνει στα γέλια. Πωπω, πρέπει να ήσουν τρομερό παιδί, κάτι σε Μιγκελίτο(Μαφάλντα- Quino) τουλάχιστον!

Για τους μπιπ, που λες, να σου πω
Ο Μαρκογιαννάκης φοράει, τον φαντάζομαι με ένα μαύρο κρουαζέ με μανίκι νυχτερίδα, κρητικός που μας ρουφάει το αίμα.
Ο Πολύδωρας στάνταρ ροζ πουκαμισάκι με κόκκινες πιτσιλιές, γιατί κάθεται δίπλα στον Μαρκογιαννάκη, την ώρα του δείπνου διαδηλωτών.
Ο Ρουσόπουλος πάλι με προβληματίζει, αλλά νομίζω ότι ένα μακρύ μαύρο φουστάνι, θα του πήγαινε θαυμάσια!
Καλημέρα!