Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού λειτουργεί με τη λογική τετράχρονου που του πήραν το κουβαδάκι. Αρχίζει να γκαρίζει. Και μάλιστα με στόμα 60χρονου νταλικέρη.
Αν βρίζεις τον Κουτσούμπα, είσαι συριζαίος. Αν βρίζεις τον Τσίπρα, είσαι νεοδημοκράτης. Αν φρίττεις με τα εγκλήματα της ισραηλινής κυβέρνησης, είσαι ισλαμολάγνος. Αν ασκήσεις κριτική σε κάποιον που το εκάστοτε διαδικτυακό κοπάδι έχει ανακηρύξει άγιο, είσαι αυτομάτως με τους απέναντι.
Δεν χρειάζεται να διαβάσουν τι έγραψες. Ούτε φυσικά προσπαθούν να το καταλάβουν. Προς Θεού. Αυτό απαιτεί χρόνο, γνώσεις σύνταξης, γραμματικής και γλώσσας και, ακόμα χειρότερα, αντίληψη.
Δεν μπαίνει σε τέτοιες περιπέτειες σκέψης ο όχλος. Το μόνο που τον απασχολεί είναι ποιον έβρισες.
Και τσουπ, ως δια μαγείας, ο Γιώργος Παπάρας-Κατερίνα Βλαχάκη, δύο σε ένα, οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα απολύτως για εσένα, είδαν μέσα από τη μαγική τους σφαίρα το ψηφοδέλτιο που κρατούσες στα χέρια σου πίσω από το παραβάν.
Το είδα ξανά πρόσφατα με την Καρυστιανού. Έγραψα ένα εμπρηστικό ποστ γι’ αυτήν και μέσα σε χρόνο μηδέν έμαθα ότι είμαι νεοδημοκράτισσα, σφουγγαρίστρα του Άδωνι, του Κυριάκου, πληρωμένο τρολ του Μαξίμου και πιθανότατα κάτι ακόμη που δεν πρόλαβα να διαβάσω.
Το αν όσα έγραψα είχαν βάση ήταν λεπτομέρεια. Το αν η Καρυστιανού, από τη στιγμή που αποκτά πολιτικό ρόλο, μπορεί να κρίνεται ως πολιτικό πρόσωπο επίσης λεπτομέρεια. Το σημαντικό ήταν ότι έβρισα την Καρυστιανού. Άρα είμαι με τους άλλους.
Τόσο απλά. Τόσο ηλίθια.
Αυτή η ανάγκη να χωρέσουμε τους πάντες σε δύο κουτάκια έχει καταλήξει σχεδόν κωμική. Δεν μπορείς να θεωρείς κάποιον γελοίο χωρίς να λατρεύεις τον αντίπαλό του. Δεν μπορείς να συμφωνείς με κάποιον στο Α και να τον θεωρείς ηλίθιο στο Β. Δεν μπορείς, Θεός φυλάξοι, να πιστεύεις ότι δύο αντίπαλες πλευρές λένε ταυτόχρονα μαλακίες.
Και μετά έρχεται το αγαπημένο μου: η επιλεκτική ευθιξία.
Έχω αποκαλέσει τον Άδωνι «μίασμα». Τον Κασιδιάρη «τέρας». Έχω χρησιμοποιήσει για πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα χαρακτηρισμούς που σίγουρα δεν θα περνούσαν τις εξετάσεις καλών τρόπων του savoir vivre.
Και δεν θυμάμαι να συγκλονίστηκε κανείς από τη χυδαιότητα της γλώσσας μου τότε.
Κανείς δεν αναρωτήθηκε τι απέγινε το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου. Κανείς δεν μου έκανε διάλεξη περί ανθρωποφαγίας. Κανείς δεν έπαθε ξαφνική κρίση πολιτικού πολιτισμού.
Γιατί;
Γιατί έβριζα τον σωστό άνθρωπο.
Μόλις όμως ο επιθετικός χαρακτηρισμός πέσει πάνω σε κάποιον που γουστάρουν, αρχίζει το ξέσκισμα. Κατάρες, βρισίδια, προσωπικές επιθέσεις.
Α, μάλιστα.
Άρα δεν σε πείραξε που είπα «μίασμα».
Σε πείραξε που αυτή τη φορά το μίασμα αφορούσε άτομο που γουστάρεις.
Και κανένα πρόβλημα. Κι εγώ ενοχλούμαι περισσότερο όταν κάποιος βρίζει έναν άνθρωπο που εκτιμώ παρά έναν άνθρωπο που θεωρώ κάθαρμα. Δεν παριστάνω ότι είμαι υπεράνω των συμπαθειών και των αντιπαθειών μου.
Αλλά τουλάχιστον ας μη βαφτίζουμε την προσωπική μας ενόχληση ηθική αρχή.
Αν πιστεύεις ότι οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί ευτελίζουν τον δημόσιο διάλογο, θα πρέπει να σε ενοχλούν κι όταν στο στόχαστρο βρίσκεται ο πολιτικός που σιχαίνεσαι. Αν χειροκροτάς το «τέρας» όταν αφορά τον Κασιδιάρη και παθαίνεις εγκεφαλικό με έναν αντίστοιχο χαρακτηρισμό για τον δικό σου, δεν υπερασπίζεσαι τον πολιτικό πολιτισμό.
Υπερασπίζεσαι την ομάδα σου.
Και κάπου εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα: έχουμε μπερδέψει τόσο πολύ τις απόψεις με τις ταυτότητες, ώστε κάθε διαφωνία αντιμετωπίζεται περίπου σαν δήλωση πολέμου.
Δεν κρίνουμε πια αυτό που διαβάζουμε. Ψάχνουμε να ανακαλύψουμε σε ποια φυλή ανήκει αυτός που το έγραψε.
Με εμάς ή με τους άλλους;
Κι αν η απάντηση είναι «με κανέναν από τους δύο», το σύστημα βραχυκυκλώνει.
Γιατί στο ίντερνετ, αν δεν σου αρέσει η θάλασσα, προφανώς γουστάρεις το βουνό.
Η πιθανότητα να μη γουστάρεις ούτε τη θάλασσα ούτε το βουνό και να θέλεις απλώς να κάτσεις σπίτι σου δεν έχει ακόμη προβλεφθεί από τον αλγόριθμο της ανθρώπινης βλακείας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου