Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Η Βίσση, οι κουλτουριάρηδες και η Κίπερλι Γκίλφοϊλ.

 

90.000 άνθρωποι πήγαν να δουν τη Βίσση.

Και κάπου εκεί, όπως συμβαίνει συνήθως στην Ελλάδα, το γεγονός έπαψε να είναι συναυλία και έγινε κοινωνιολογική μελέτη.

Οι 90.000 έγιναν ξαφνικά απόδειξη της πολιτιστικής μας κατάντιας, της υποκουλτούρας, του ευτελούς θεάματος, της αποβλάκωσης του λαουτζίκου και —αναπόφευκτα— της πολιτικής του απάθειας.

«Για τη Βίσση τρέχουν. Για να διαμαρτυρηθούν δεν σηκώνονται από τον καναπέ».

Κάπου εδώ έχω δύο ενστάσεις.

Η πρώτη αφορά τη Βίσση.

Η δεύτερη, και σοβαρότερη, αφορά τον καναπέ.

Το κουλτουρόμετρο

Δεν ξέρω πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι η μουσική που ακούει κάποιος αποτελεί ασφαλές τεστ ευφυΐας, καλλιέργειας και πολιτικής συνείδησης.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν Μπαχ και είναι ηλίθιοι.

Ξέρω ανθρώπους που ακούν σκυλάδικα και έχουν διαβάσει περισσότερο από ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη λέξη «υποκουλτούρα» τρεις φορές ημερησίως.

Και ξέρω —επειδή είμαι ένας από αυτούς— ανθρώπους που ακούνε κλασική μουσική, punk, rock, ρεμπέτικα και έχουν περάσει και θαυμάσια στα νιάτα τους με Βίσση.

Δεν υπάρχει κουλτουρόμετρο.

Κυρίως όμως δεν υπάρχει αυτή η «ιεραρχία της τέχνης».

Ιεραρχία υπάρχει στον στρατό.

Μπορείς να θεωρείς τη Βίσση αδιάφορη, κακή, εμπορική, κιτς ή ό,τι άλλο θέλεις. Μπορεί να βγάζεις καντήλες με την αισθητική που εκπροσωπεί. Μπορεί να μην άντεχες ούτε πέντε λεπτά στη συναυλία της. Κανένα πρόβλημα.

Από εκεί μέχρι να αποφασίσεις, όμως, ότι οι άνθρωποι που πήγαν να τη δουν αποτελούν κατώτερο πολιτισμικό είδος, υπάρχει μια απόσταση.

Λέγεται ελιτισμός.

Και ζέχνει.

Και γιατί δεν κατεβαίνουν στον δρόμο;

Εδώ όμως η συζήτηση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.

Γιατί πράγματι υπάρχει κάτι εντυπωσιακό στην εικόνα δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που δέχονται να ταλαιπωρηθούν, να κολλήσουν στην κίνηση, να ασφυκτιούν σαν σαρδέλες από τον συνωστισμό, να πονέσουν τα πόδια και οι μέσες τους από την πολύωρη ορθοστασία για μια συναυλία ή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα —και μάλιστα έχοντας πληρώσει ένα σκασμό λεφτά, με κίνδυνο στο τέλος του μήνα να τους κόψουν το ρεύμα—, ενώ την ίδια στιγμή η χώρα βράζει από προβλήματα χωρίς να βλέπουμε αντίστοιχη μαζική πολιτική κινητοποίηση.

Μόνο που η συναυλία έχει κάτι που η πολιτική σήμερα δεν έχει.

Κάλεσμα.

Ξέρεις πού θα πας.

Ξέρεις πότε.

Ξέρεις τι ώρα.

Ξέρεις γιατί πηγαίνεις.

Κάποιος οργάνωσε τον χώρο, όρισε την ημερομηνία, σου είπε «εδώ θα είμαστε» και σου έδωσε έναν συγκεκριμένο λόγο να σηκωθείς από τον καναπέ σου.

Πού ακριβώς θέλουμε να κατέβει ο πολίτης για όλα τα υπόλοιπα;

Πότε;

Για ποιο από όλα;

Για την ακρίβεια; Για τα ενοίκια; Για τους μισθούς; Για το ΕΣΥ; Για την Παιδεία; Για τα Τέμπη; Για τα εργασιακά; Για τα σπίτια που χάνονται; Για την αστυνομική αυθαιρεσία; Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ;

Τη Δευτέρα ή την Πέμπτη;

Στο Σύνταγμα ή στην Ομόνοια;

Και ποιος τον καλεί;

Η χαζή διασκέδαση είναι επίσης ανάγκη

Υπάρχει και κάτι που η κουλτουριάρικη κριτική συχνά αντιμετωπίζει σχεδόν ως ηθικό ελάττωμα.

Ο άνθρωπος χρειάζεται να διασκεδάσει.

Και δεν χρειάζεται κάθε φορά η διασκέδασή του να τον κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Υπάρχει η τέχνη που σε αναστατώνει, σε δυσκολεύει, σε κάνει να σκέφτεσαι.

Και υπάρχει και η τέχνη που απλώς σε κάνει να περνάς καλά, να ξεχνιέσαι.

Η χαζή διασκέδαση.

Η εύκολη διασκέδαση.

Ακόμη και η ευτελής διασκέδαση.

Αυτή που καμία ψυχή δεν παιδεύει.

Δεν είναι πολιτική υποχρέωση του ανθρώπου να περνά κάθε ελεύθερη ώρα του ακούγοντας Σοστακόβιτς και διαβάζοντας Γκράμσι, ώστε να δικαιούται μετά να διαμαρτυρηθεί για το νοίκι του.

Ούτε είναι λογικό να κοιτάμε έναν άνθρωπο που δούλεψε όλη την εβδομάδα και το Σάββατο θέλει να πάει στη Βίσση και να του λέμε:

«Α, γι' αυτό έχεις ενέργεια. Για την επανάσταση δεν είχες».

Και κάπου εδώ μπαίνει η Γκίλφοϊλ

Γιατί, όσο εμείς κάνουμε κοινωνιολογική ανάλυση των ανθρώπων που πήγαν στη Βίσση, συμβαίνουν γύρω μας πράγματα που θα έπρεπε να προκαλούν πολιτικό σεισμό.

Φτάνουμε στο σημείο μια Αμερικανίδα πρέσβης, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, να εκτοξεύει απειλές στα μούτρα Ελλήνων αξιωματούχων και να παραδέχεται ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στις πολιτικές καταστάσεις άλλων χωρών, ανεβάζοντας και κατεβάζοντας κυβερνήσεις, και δεν τρέχει τίποτα. Ούτε για τους κουλτουριάρηδες, ούτε για την κυβέρνηση, ούτε για την αντιπολίτευση.

Και εντάξει, η σημερινή κυβέρνηση πουλημένη είναι, το έχουμε καταλάβει από καιρό.

Οι κουλτουριάρηδες με τα σοβαρά δεν ασχολούνται. Μένουν στο κράξιμο και στη Βίσση. Στα εύκολα.

Αλλά η αντιπολίτευση; Η Αριστερά, τι στο διάολο κάνει;

Σε μεγάλο βαθμό, ασχολείται με τον εαυτό της.

Με συσχετισμούς.

Με αρχηγούς.

Με διασπάσεις.

Με το ποιος θα πάρει 7%, ποιος 9%, ποιος θα κλέψει δύο μονάδες από ποιον και ποιος μισεί περισσότερο τον άνθρωπο με τον οποίο υποτίθεται ότι θα έπρεπε αύριο να συνεργαστεί.

Και μετά κοιτάμε τον πολίτη και τον ρωτάμε:

«Εσύ γιατί δεν κατεβαίνεις στον δρόμο;»

Να πάει πού;

Ποιος μετέτρεψε την οργή του σε πολιτική πρόταση;

Ποιος του έδωσε την αίσθηση ότι, αν κατέβει μαζί με άλλους εκατό χιλιάδες ανθρώπους, την επόμενη μέρα κάτι μπορεί πράγματι να είναι διαφορετικό;

Οι 90.000 δεν είναι το πρόβλημα

Δεν ξέρω πόσοι από τους ανθρώπους που πήγαν στη Βίσση ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία, πόσοι ψηφίζουν Αριστερά, πόσοι δεν ψηφίζουν καθόλου και πόσοι θα κατέβαιναν αύριο σε μια μεγάλη διαδήλωση αν πίστευαν ότι υπάρχει λόγος.

Και δεν το ξέρει ούτε ο κουλτουριάρης που τους κοιτάζει αφ' υψηλού.

Αυτό που ξέρουμε είναι ότι 90.000 άνθρωποι απέδειξαν πως μπορούν να σηκωθούν από τον καναπέ τους.

Μπορούν να μετακινηθούν.

Μπορούν να ταλαιπωρηθούν.

Μπορούν να βρεθούν μαζί με δεκάδες χιλιάδες άλλους ανθρώπους για κάτι που θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο.

Γιατί η Βίσση κατάφερε να τους πει πού, πότε και γιατί.

Και γι' αυτό, προσωπικά, δεν τα έχω με τους 90.000.

Με αυτούς που δεν κατάφεραν να τους καλέσουν κάπου αλλού τα έχω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: