Φαραντούρη: 9/10 Βιτάλη: 7/10. Βίσση: κόβεσαι. ABBA: παραδίδεις κομματική ταυτότητα.
Υπάρχει ένα επιχείρημα που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από κυβερνήσεις και κάθε φορά καταφέρνει να σε βγάλει από τα ρούχα σου.
«Η κίνηση στη Συγγρού είναι ασύλληπτη», «Κορυφώνεται η έξοδος των εκδρομέων», «Υπάρχει κατανάλωση στα σούπερ μάρκετ». Άρα, περίπου, ποια ακρίβεια και ποια φτώχεια; Λεφτά υπάρχουν. Απλώς είστε μίζεροι και γκρινιάρηδες, όπως λέει με μονίμως τσιριχτή φωνή ο Άδωνις και οι συν αυτώ.
Πρόκειται για ένα επιχείρημα εξαιρετικής αθλιότητας. Το ότι ένας άνθρωπος εξακολουθεί να καταναλώνει δεν αποδεικνύει ότι ευημερεί. Μπορεί να κόβει από αλλού. Μπορεί να χρωστάει. Μπορεί να έχει μειώσει δραματικά την ποιότητα όσων αγοράζει. Μπορεί να μαζεύει χρήματα έναν ολόκληρο χρόνο για πέντε μέρες διακοπών. Μπορεί, στην τελική, να αρνείται να υποκύψει στο εκβιαστικό αίτημα της σύγχρονης λιτότητας: να μετατρέψει ολόκληρη τη ζωή του σε αναμονή μέχρι να βελτιωθούν οι οικονομικοί δείκτες.
Κι εντάξει να χρησιμοποιεί η λαϊκίστικη δεξιά αυτού του είδους τα επιχειρήματα και να οδηγείται σε λογικά άλματα ανάλογα με το συμφέρον της. Το πρόβλημα παίρνει άλλες διαστάσεις όταν ένας εκπληκτικά παρόμοιος παραλογισμός επιστρατεύεται από την απέναντι πλευρά, την αριστερή, τη σκεπτόμενη, την κουλτουριάρικη.
Μόνο που εκεί... τροποποιείται το κατηγορητήριο.
Δεν είσαι πια αχάριστος επειδή διασκεδάζεις ενώ υποτίθεται ότι ευημερείς. Είσαι απολίτικος επειδή διασκεδάζεις ενώ θα έπρεπε να εξεγείρεσαι. Εκτός κι αν διασκεδάζεις στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Ωραία τα φεστιβάλ της ΚΝΕ πάντα. Δεν το λέω καθόλου ειρωνικά.
Αν όμως διασκεδάζεις εκτός ΚΝΕ, το ερώτημα μετατρέπεται ως εξής: πώς γίνεται να μαζεύονται τόσες χιλιάδες σε συναυλίες αλλά όχι για τον ΟΠΕΚΕΠΕ; Πώς γίνεται να γεμίζουν τα πανηγύρια αλλά όχι οι δρόμοι; Πώς βρίσκουν λεφτά για ένα εισιτήριο όταν ο μισθός τελειώνει στις 20 του μήνα;
Μισό λεπτό.
Αυτό δεν ήταν το επιχείρημα που μας εξόργιζε όταν το ακούγαμε από τον Άδωνι και τους υπουργούς της κυβέρνησης;
«Πώς γίνεται να λέτε ότι δεν έχετε λεφτά αφού γεμίζουν οι ταβέρνες;»
Τώρα έγινε:
«Πώς γίνεται να λέτε ότι υποφέρετε αφού γεμίζουν οι συναυλίες;»
Φαίνεται ότι η ταξική χυδαιότητα εξαγνίζεται όταν αλλάξει κομματικό ακροατήριο.
Ο συλλογισμός παραμένει ακριβώς ο ίδιος: παίρνω μια στιγμή κατανάλωσης ή απόλαυσης από τη ζωή ενός ανθρώπου και τη χρησιμοποιώ ως τεκμήριο για ολόκληρη την οικονομική, κοινωνική και πολιτική του κατάσταση. Αν το κάνει υπουργός, είναι νεοφιλελεύθερη αναλγησία. Αν το κάνει αριστερός στο Facebook, γίνεται ξαφνικά κοινωνική ανάλυση.
Έχει μια γοητεία η ανθρώπινη συνέπεια.
Και το πράγμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν αποκαλύπτεται ότι δεν ενοχλεί ακριβώς η διασκέδαση. Ενοχλεί η λάθος διασκέδαση.
Κάπου εδώ εμφανίζεται ο πολιτιστικός ινστρούχτορας.
Ο πολιτικοποιημένος άνθρωπος φαίνεται ότι οφείλει να διαθέτει και πολιτικώς εγκεκριμένη δισκοθήκη. Λίγη Μαρίζα Κωχ, λίγη Φαραντούρη, ενδεχομένως κάτι αρκετά ψαγμένο, κανά «Σαμποτάζ», ας πούμε, ώστε να μην το γνωρίζουν οι μάζες και, Θεός φυλάξοι, με εξαιρετική προσοχή στην ποπ και στο λαϊκό. Η Βιτάλη περνάει, να ξέρετε. Η Βίσση όχι. Με την καμία.
Διότι η αισθητική προτίμηση έχει μετατραπεί σε τεστ πολιτικών φρονημάτων.
Και κάπως έτσι ένα σωρό αυτοδιορισμένοι μουσικοί εισαγγελείς, άνθρωποι που πιθανότατα δεν ξέρουν καν πού βρίσκεται το σολ ανάμεσα στις νότες, αποφαίνονται με αξιοθαύμαστη βεβαιότητα ποια μουσική είναι «σοβαρή», ποια «σκουπίδι» και —ακόμη πιο ενδιαφέρον— τι είδους άνθρωπος είσαι επειδή την ακούς.
Η ιστορία της ποπ είναι γεμάτη από τέτοιες μικρές γελοιότητες.
Οι ABBA αντιμετωπίστηκαν για χρόνια από σημαντικό μέρος της μουσικής και πολιτικής κριτικής ως ένα γυαλιστερό, εμπορικό καπιταλιστικό προϊόν. Πολύ ποπ. Πολύ εύπεπτοι. Πολύ επιτυχημένοι.
Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα.
Ιερά τέρατα της rock δεν είχαν ενημερωθεί ότι όφειλαν να τους περιφρονούν.
Ο Pete Townshend των Who είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για το «SOS». Μέλη της βρετανικής rock αριστοκρατίας ήθελαν να τους δουν ζωντανά. Ο Lemmy —άνθρωπος που δύσκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί για υπερβολική αγάπη προς την ευτελή ποπ και ντίσκο— είχε επίσης μιλήσει με θαυμασμό για τους ABBA.
Πράγμα λίγο άβολο όταν ο επιθετικός στόκος του διαδικτύου θέλει να σου εξηγήσει ότι «δεν μπορείς να συγκρίνεις τους τεράστιους Led Zeppelin με τους γελοίους ABBA».
Βλακάκο μου, δεν τους συνέκρινε κανείς.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι τιτανομέγιστοι Led Zeppelin δεν φαίνεται να συμμερίζονταν την άποψή σου για τους γελοίους ABBA. Είχαν μάλιστα βάλει μέσο για να εξασφαλίσουν εισιτήρια στις συναυλίες τους στο Γουέμπλεϊ το 1979. Όπως και οι Who.
Και πιθανότατα αυτό συμβαίνει επειδή ένας πραγματικός μουσικός ακούει πράγματα που ο φανατικός οπαδός του είδους δεν ακούει: σύνθεση, ενορχήστρωση, παραγωγή, μελωδία, τεχνική. Δεν χρειάζεται να αποδείξει την ανωτερότητά του περιφρονώντας ένα τραγούδι επειδή χόρεψαν εκατομμύρια άνθρωποι μ' αυτό ή επειδή δεν πραγματεύεται βαθυστόχαστα νοήματα. Για έναν μουσικό, άλλωστε, η πρώτη γλώσσα της μουσικής είναι —τι έκπληξη— η μουσική.
Η πολιτιστική αστυνομία, όμως, έχει κι άλλα προβλήματα.
Ο Καρβέλας είναι κλέφτης.
Ναι. Είναι.
Όπως έχουν κατηγορηθεί βάσιμα για μουσικό δανεισμό, επιρροές που ξεπερνούν την απλή επιρροή ή και κανονική αντιγραφή αναρίθμητοι καλλιτέχνες. Οι εξαιρετικοί και πολυαγαπημένοι Radiohead δεν κατέβηκαν από το όρος Σινά κρατώντας τις πλάκες της μουσικής πρωτοτυπίας.
Και ευτυχώς.
Γιατί η μουσική δεν δημιουργείται σε αποστειρωμένα εργαστήρια. Δανείζεται, κλέβει, μετασχηματίζει, αντιγράφει, συνομιλεί, ανακυκλώνει. Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι κάθε φορά τι κάνει με όσα παίρνει.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο διασκεδαστικό στην ταξινόμηση της μουσικής σε ευγενή και ευτελή.
Σε τι ακριβώς διαφέρει, ως προς την υψηλή πνευματική του θεματολογία, το «Έλα γοριλάκι» του πολυαγαπημένου και πολυγραφότατου Λάκη Παπαδόπουλου από το «Τα πρόστυχα τα μαύρα τα εσώρουχά σου»;
Εδώ σας θέλω, μαναράκια μου.
Γιατί όταν ένα τραγούδι έχει ήδη ενταχθεί στο δικό μας πολιτιστικό στρατόπεδο, η ελαφρότητα βαφτίζεται χιούμορ, αυτοσαρκασμός, ποπ ευφυΐα, κιτς με επίγνωση. Όταν ανήκει στους άλλους, γίνεται απόδειξη πνευματικής παρακμής.
Και εδώ βρίσκεται τελικά κάτι πολύ πιο ενοχλητικό από μια συζήτηση περί καλού και κακού γούστου.
Η απαίτηση να είναι η τέχνη στρατευμένη δεν περιορίζεται στο να ζητά από τον καλλιτέχνη πολιτική θέση. Ζητά και από τον ακροατή πολιτική συμμόρφωση. Δεν αρκεί να έχεις τις «σωστές» απόψεις. Πρέπει να συγκινείσαι από τα σωστά τραγούδια, να πηγαίνεις στις σωστές συναυλίες, να γελάς με τους σωστούς ανθρώπους και, ει δυνατόν, να διασκεδάζεις με τρόπο που να εγκρίνει ο εκάστοτε θεματοφύλακας της πολιτιστικής ορθότητας.
Η τέχνη όμως δεν είναι κομματική ταυτότητα και η απόλαυση δεν είναι δήλωση πολιτικών φρονημάτων.
Μπορώ να θεωρώ ένα τραγούδι αριστούργημα και τον δημιουργό του μαλάκα. Να λατρεύω έναν δίσκο και να απεχθάνομαι τις πολιτικές απόψεις εκείνου που τον έγραψε. Να ακούω Radiohead χωρίς να υιοθετώ τις θέσεις τους για το Ισραήλ. Να ακούω Ozzy χωρίς να ζητήσω πρώτα πιστοποιητικό ιδεολογικής καθαρότητας. Και να ακούω το πιο ελαφρύ, γελοίο, εμπορικό ποπ τραγουδάκι του πλανήτη χωρίς να μειώνεται κατά είκοσι μονάδες η ταξική μου συνείδηση.
Αλλιώς δεν μιλάμε για πολιτική κριτική της τέχνης.
Μιλάμε για αστυνόμευση του γούστου.
Και έχει κάτι σχεδόν κωμικό να βλέπεις ανθρώπους που μιλούν ασταμάτητα για χειραφέτηση να απαιτούν από τον κόσμο να πάρει άδεια για το τι θα ακούσει, πού θα χορέψει και με τι θα περάσει καλά.
Ακόμη πιο κωμικό όταν, για να τον μαλώσουν, χρησιμοποιούν το ίδιο επιχείρημα που τους εξοργίζει όταν το ξεστομίζει ο Άδωνις.
Οι γεμάτες ταβέρνες δεν αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει φτώχεια.
Οι γεμάτες συναυλίες δεν αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πολιτική συνείδηση.
Και η ποπ δεν χρειάζεται πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων.
Ούτε εμείς.
ΥΓ.: Για όποιον θεωρεί ότι οι αναφορές στους ABBA είναι αποκύημα κάποιας ποπ φαντασίωσης, υπάρχει και το ντοκιμαντέρ ABBA: Against the Odds. Πράγματι, μερικές φορές η πραγματικότητα έχει απαράδεκτο γούστο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου